Supreme Court dismisses appeal regarding debt acknowledgment by public utility employees within their authority.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal against a Thessaloniki Court of Appeal decision that rejected a company's claim for debt acknowledgment. The company argued that public utility employees lacked authority to sign debt documents, while the court found they acted within their statutory powers. Consequently, the court ruled that such acknowledgments by authorized agents validly interrupt the statute of limitations.
Legislator headnote
AI generatedArt. 260 Civil Code; Art. 873 Civil Code; The acknowledgment of a debt claim by an agent acting within their authority constitutes a valid interruption of the statute of limitations, regardless of the agent's specific title or the subsequent corporate structure.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 664 / 2014 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 664/2014
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Γεώργιο Γεωργέλλη, Δημήτριο Κράνη, Αντώνιο Ζευγώλη και Αθανάσιο Καγκάνη Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 4 Νοεμβρίου 2013, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΤΕΧΝΙΚΕΣ ΕΦΑΡΜΟΓΕΣ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και δ.τ "ΤΕΑS", που εδρεύει στην Καλλιθέα Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, ως καθολικής διαδόχου της ανώνυμης εταιρίας "ΘΗΤΑ ΙΝΤΕΡΚΑΤ Α.Ε", η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Παναγιώτη Γιάκα.
Του αναιρεσιβλήτου: του Ν.Π.Ι.Δ με την επωνυμία "Δημοτική Επιχείρηση Ύδρευσης Αποχέτευσης Κομοτηνής (ΔΕΥΑ ΚΟΜΟΤΗΝΗΣ), που εδρεύει στην Κομοτηνή και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξουσίους δικηγόρους του Νικόλαο Βαλαβάνη, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔικ. και Δημήτριο Κρεμεζή.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30 Οκτωβρίου 2008 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Ροδόπης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 125/2009 του ιδίου δικαστηρίου, με την οποία αυτό κήρυξε εαυτό καθ' ύλην αναρμόδιο και παρέπεμψε στο Εφετείο Θράκης και 339/2012 του Πενταμελούς Εφετείου Θράκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 23 Οκτωβρίου 2012 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Αθανάσιος Καγκάνης, ανέγνωσε την από 23 Οκτωβρίου 2013 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή των λόγων αναίρεσης.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους του στη δικαστική δαπάνη του.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τη διάταξη του άρθρου 260 ΑΚ προκύπτει ότι, για την επιφέρουσα διακοπή της παραγραφής αναγνώριση της αξίωσης εκ μέρους του υπόχρεου, δεν απαιτείται μεν δικαιοπρακτική δήλωση βουλήσεως του οφειλέτη γενομένη με σκοπό δέσμευσης και την παραγωγή υποχρεώσεως, δηλαδή, αναγνώριση κατά τους όρους του άρθρου 873 ΑΚ, αλλ' αρκεί οιαδήποτε πραγματική ενέργεια και συμπεριφορά αυτού έναντι του δανειστή μη υποκείμενη σε τύπο, έστω και αν γίνεται με σκοπό αναλήψεως υποχρεώσεως, από την οποία να προκύπτει σαφώς ότι ο πρώτος, ευρισκόμενος σε πλήρη επίγνωση της αξιώσεως του δευτέρου, θεωρεί αυτήν υφιστάμενη (ΑΠ 1693/2007 δημ. ΝΟΜΟΣ). Η ενέργεια όμως αυτή του οφειλέτη πρέπει να απευθύνεται όχι σε τούτο αλλά προς το δανειστή και να περιέρχεται σ' αυτόν (ΑΠ 1231/06).
Προκειμένου δε περί νομικού προσώπου η, με την ανωτέρω έννοια, πραγματική ενέργεια ή συμπεριφορά μπορεί να προέρχεται από το όργανο διοίκησης ενεργούντος εντός των ορίων της εξουσίας του ή τους καθοιονδήποτε τρόπο, στο πλαίσιο των αρμοδιοτήτων τους, ενεργήσαντες ως αντιπρόσωποι αυτού. (ΑΠ 1043/2010, AΠ 722/2004), είτε από άλλο φυσικό πρόσωπο, που ενέργησε κατ' εντολή του οργάνου διοίκησης ή χωρίς τέτοια εντολή εφόσον όμως επακολούθησε έγκριση της σχετικής ενέργειας (ΑΠ 880/11, ΑΠ 390/11).
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 5 του ν.1069/1980, ο οποίος διέπει τη λειτουργία της αναιρεσείουσας δημοτικής επιχείρησης, συσταθείσας κατ' εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 1 ως "ίδιο νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου, κοινωφελούς χαρακτήρα, διεπόμενο υπό των κανόνων της ιδιωτικής οικονομίας, " Το Διοικητικόν Συμβούλιον διοικεί την, επιχείρησιν και διαχειρίζεται την περιουσίαν και τους πόρους ταύτης, αποφασίζει δε επί παντός αφορώντας την επιχείρησιν θέματος, πλην των περιπτώσεων καθ' ας άλλως ορίζεται εν τω παρόντι νόμω (παρ. 1).
Το Διοικητικόν Συμβούλιον ιδία: α) Επιμελείται των υποθέσεων και των συμφερόντων της επιχειρήσεως, β) Διορίζει τον Γενικόν Διευθυντήν της επιχειρήσεως, γ) Ψηφίζει το ετήσιο πρόγραμμα των έργων κατασκευής, συμπλήρωσης και συντήρησης του δικτύου ύδρευσης και αποχέτευσης των έργων κατασκευής, συμπλήρωσης και συντήρησης των δικτύων των δραστηριοτήτων, οι οποίες περιλαμβάνονται στους σκοπούς της επιχείρησης σύμφωνα με τις δια&τάξεις της παρ. 1 του άρθρου 2 του Ν. 1069/1980, καθώς και το πρόγραμμα επενδύσεων, δ) Ψηφίζει ένα μήνα τουλάχιστον προ της ενάρξεως εκάστου οικονομικού έτους, τον ετήσιον προϋπολογισμόν εσόδων και εξόδων της επιχειρήσεως, το σκέλος των εξόδων του οποίου προσαρμόζεται εις το κατά το προηγούμενον εδάφιον πρόγραμμα εκτελεστέων έργων.
Επί τη βάσει της πορείας των εσόδων και των τυχόν παρουσιαζομένων αναγκών, δύναται κατά την διάρκειαν του οικονομικού έτους, να τροποποιείται ο προϋπολογισμός υπό του Διοικητικού Συμβουλίου, όπερ αποφασίζει και περί χορηγήσεως εκτάκτων και συμπληρωματικών πιστώσεων. ε) Αποφασίζει περί αναθέσεως συντάξεως μελετών, έργων και προμηθειών και εγκρίνει ταύτας.
Επίσης αποφασίζει περί του τρόπου εκτελέσεως των έργων και ενεργείας προμηθειών της επιχειρήσεως και εγκρίνει τας προς τούτο αναγκαίας δαπανάς. Εις περίπτωσιν, μη υπάρξεως τεχνικής υπηρεσίας εις την επιχείρησιν, τον Δήμον ή την Κοινότητα δύναται να αιτείται την σύνταξιν μελετών ή την εποπτείαν συντάξεως αυτών ή την επίβλεψιν εκτελέσεως έργων παρά των αρμοδίων τεχνικών Υπηρεσιών της Νομαρχίας ή του Υπουργείου Δημοσίων Έργων εντός του πλαισίου της αρμοδιότητος αυτών.
στ) Αποφασίζει περί πάσης εκποιήσεως ή εκμισθώσεως ακινήτων ή κινητών ανηκόντων εις την επιχείρησιν, περί εγέρσεως αγωγών και παραιτήσεως από ασκηθεισων τοιούτων ή παραιτήσεως από ενδίκων μέσων, περί συμβιβασμών δικαστικών ή εξώδικων, ως και δια την σύναψιν υπό της επισφαλείαν αυτών να εκχωρή εν όλω η εν μέρει προσόδους της επιχειρήσεως και να παρέχη δικαιώματα υποθήκης επί ακινήτων αυτής.
ζ) Εγκρίνει τας ετησίας εκθέσεις οικονομικής καταστάσεως της επιχειρήσεως αίτινες περιλαμβάνουν απολογισμόν εσόδων - εξόδων, ισολογισμόν και κατάστασιν ρευστότητος και υποβάλλει ταύτας το βραδύτερον εντός τεσσάρων μηνών από της λήξεως του οικονομικού ή εις τον Νομάρχην. η) Αποδέχεται την συμμετοχήν φυσικών ή νομικών προσώπων ή οργανισμών τοπικής Αυτοδιοικήσεως ή επιχειρήσεων κοινής ωφελείας εις την δαπάνην κατασκευής αγωγών, τους οποίους ταύτα επιθυμούν να κατασκευάση κατά προτεραιότητα η επιχείρησις και καθορίζει τους όρους καταβολής της δαπάνης της συμμετοχής ταύτης τας τυχόν παρασχετέας εγγυήσεως ως και πάσαν συναφή λεπτομέρειαν (περ. 2 )...Ο Πρόεδρος ή, τούτου κωλυομένου, ο Αντιπρόεδρος του Διοικητικού Συμβουλίου :
α) εκπροσωπεί την επιχείρησιν ενώπιον των δικαστηρίων και πάσης αρχής και δίδει τους επιβαλλόμενους εις αυτήν όρκους, β) δύναται εν προφανεί κινδύνω εκ της αναβολής και άνευ αποφάσεως του Διοικητικού Συμβουλίου να εγείρη και αντικρούη αγωγάς και ασκή ένδικα μέσα, να διορίζη πληρεξουσίους και να προβαίνη εις πάσαν δικαστικήν ή εξώδικον πράξιν προστατευτικήν των συμφερόντων της επιχειρήσεως, των πράξεων τούτων υποβαλλομένων αμέσως εις το Συμβούλιον προς έγκρισιν και γ) υπογράφει τα συμβόλαια της επιχειρήσεως (παρ. 4)".
Περαιτέρω κατά τη διάταξη του άρθρου 6 του ιδίου Νόμου: "Των υπηρεσιών της επιχειρήσεως προΐσταται Γενικός Διευθυντής, όστις δέον να τυγχάνει πτυχιούχος ανωτάτης σχολής της ημεδαπής, ή αλλοδαπής. Τα λοιπά προσόντα, η διαδικασία προσλήψεως και αναπληρώσεως του, αι αποδοχαί, τα καθήκοντα, τα δικαιώματα, ως και αι αρμοδιότητες εν γένει ορίζονται διά του κατά το άρθρον 7 του παρόντος προβλεπομένον Οργανισμού Εσωτερικής Υπηρεσίας (παρ.1).
Ο Γενικός Διευθυντής της επιχειρήσεως μεριμνά δια: α) την εκπλήρωσιν του σκοπού δι' ον συνεστήθη η επιχείρησις, β) την κατάρτισιν του ετησίου προγράμματος κατασκευής, επεκτάσεως και συντηρήσεως των δικτύων υδρεύσεως και αποχετεύσεως, γ) την κατάρτισιν καθ' έκαστον έτος προγράμματος επενδύσεων δια το επόμενον οικονομικόν έτος ως και τα επόμενα τέσσαρα οικονομικά έτη, υποδεικνύων τας εγκεκριμένας ή προτεινομένας πηγάς χρηματοδοτήσεως τούτου, δ) την σύνταξιν δύο τουλάχιστον μήνας προ της ενάρξεως εκάστου οικονομικού έτους του προϋπολογισμού εσόδων και εξόδων της επιχειρήσεως, ε) την κατάρτισιν των αναγκαίων αναμορφώσεων και τροποποιήσεων εις τα προγράμματα κατασκευής των έργων και τον ετήσιον προϋπολογισμόν εσόδων και εξόδων.
στ) την σύνταξιν του ετησίου απολογισμού της επιχειρήσεως εντός τριών μηνών από της λήξεως εκάστου οικονομικού έτους (παρ. 2). Ο Γενικός Διευθυντής ελέγχει την καθημερινήν εργασίαν της επιχειρήσεως ασκεί εποπτείαν επί της διεξαγωγής των εργασιών εκάστης υπηρεσίας έχων την διοίκησιν του προσωπικού αυτής και εισηγείται προς το Διοικητικόν Συμβούλιον επί:
α) αναθέσεως μελετών εκτελέσεως έργων και
προμηθειών κατά τας εκάστοτε ισχύουσας διατάξεις. β) πάσης εκποιήσεως ή εκμισθώσεως ακινήτων ή κινητών πραγμάτων ανηκόντων εις την επιχείρησιν, (γ) εγέρσεως αγωγών και ασκήσεως ενδικών μέσων, παραιτήσεως από τούτων και συμβιβασμού, δ) συνάψεως δανείων και ε) συμμετοχής φυσικών ή νομικών προσώπων ή Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοικήσεως ή επιχειρήσεων κοινής ωφελείας εις την δαπάνην κατασκευής έργων τα οποία επιθυμούν να κατασκευάση η επιχείρησις κατά προτεραιότητα, ως και επί των όρων της τοιαύτης συμμετοχής (παρ. 3).
Ο Γενικός Διευθυντής έχει την μέριμναν και την ευθύνην της εκτελέσεως των αποφάσεων του Διοικητικού Συμβουλίου και των επιτροπών της παρ. 3 του άρθρου 5 του παρόντος, μετέχει δε των συνεδριάσεων του Διοικητικού Συμβουλίου εισηγούμενος τα προς συζήτησιν θέματα, άνευ ψήφου (παρ. 4). Ο Γενικός Διευθυντής αποφασίζει περί:
α) εκτελέσεως προμηθειών και αναλήψεως υποχρεώσεων, εφόσον η ολική δαπάνη δεν υπερβαίνει τα δύο εκατομμύρια (2.000.000), επιτρεπομένης της αυξομείωσης του χρηματικού αυτού ορίου με απόφαση του διοικητικού συμβουλίου της επιχείρησης, β) τοποθετήσεως του προσωπικού εις τας προβλεπομένας υπό της επιχειρήσεως θέσεις ως και χορηγήσεως αδειών εις αυτό (παρ. 5).
Ο Γενικός Διευθυντής ασκεί και τας λοιπάς, παρεχομένας εις αυτόν δια του Οργανισμού Εσωτερικής Υπηρεσίας, αρμοδιότητας (παρ. 6). Μέχρι του διορισμού Γενικού Διευθυντού τα καθήκοντα αυτού ασκεί ο δι' αποφάσεως του Διοικητικού Συμβουλίου της επιχειρήσεως οριζόμενος υπάλληλος αυτής, ο κατά ανώτερος και επί ισοβαθμών ο αρχαιότερος (παρ. 7)".
Τέλος, κατά την διάταξη του άρθρου 17 του ιδίου Νόμου: "Η οικονομική διαχείρισις εκάστης επιχειρήσεως ενεργείται επί τη βάσει ιδίου Προϋπολογισμού εσόδων και εξόδων. Η επιχείρησις έχει ιδίαν ταμιακήν υπηρεσίαν, διατάκτης δε των δαπανών αυτής είναι ο Γενικός Διευθυντής εν συμπράξει μετά του προϊσταμένου των οικονομικών υπηρεσιών της Επιχειρήσεως ή οι νόμιμοι αναπληρωταί των (παρ. 1).
Το οικονομικόν έτος της διαχειρίσεως αντιστοιχεί προς το οικονομικόν έτος της Δημοτικής ή Κοινοτικής διαχειρίσεως, άμα δε τη λήξει αυτόν κλείονται οι ενιαύσιοι λογαριασμοί και ενεργείται η απογραφή της περιουσίας της επιχειρήσεως (παρ. 2)". Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι η εναγομένη εταιρία διοικείται από το Διοικητικό της Συμβούλιο, το οποίο διαχειρίζεται την περιουσία της και τους πόρους αυτής, αποφασίζει δε επί παντός θέματος που αφορά την επιχείρηση, πλην των περιπτώσεων που αφορούν:
A) τις αρμοδιότητες του Προέδρου του Διοικητικού της Συμβουλίου (ή του Αντιπροέδρου όταν κωλύεται ο Πρόεδρος), οι οποίες περιορίζονται: α) στην εκπροσώπηση της επιχειρήσεως ενώπιον των Δικαστηρίων και πάσης αρχής, β) στην δόση των όρκων που επιβάλλονται στην επιχείρηση, γ) στην άσκηση και αντίκρουση αγωγών, στην άσκηση ενδίκων μέσων στον διορισμό πληρεξουσίων και σε κάθε δικαστική ή εξώδικο πράξη προστατευτική των συμφερόντων της επιχειρήσεως, μόνο σε περίπτωση κινδύνου εκ της αναβολής και υπό την προϋπόθεση ότι οι εν λόγω πράξεις του θα υποβληθούν αμέσως στο Διοικητικό Συμβούλιο προς έγκριση και δ) υπογράφει τα συμβόλαια της επιχειρήσεως και Β) τις αρμοδιότητες του Γενικού Διευθυντή της επιχειρήσεως, ο οποίος όμως δεν έχει αποφασιστικές αρμοδιότητες, πλην των περιπτώσεων της εκτελέσεως προμηθειών και αναλήψεως υποχρεώσεων, εφόσον η ολική υπερβαίνει τα δύο εκατομμύρια (2.000.000) και της τοποθετήσεως του προσωπικού στις προβλεπόμενες υπό της επιχειρήσεως θέσεις καθώς και της χορηγήσεως αδειών σ' αυτό, ενώ κατά τα λοιπά, αφενός ελέγχει την καθημερινή εργασία της επιχειρήσεως και ασκεί εποπτεία επί της διεξαγωγής των εργασιών εκάστης υπηρεσίας έχων την διοίκηση του προσωπικού αυτής, αφετέρου έχει την μέριμνα και την ευθύνη της εκτελέσεως των αποφάσεων του Διοικητικού Συμβουλίου και των επιτροπών της επιχειρήσεως.
Τέλος, ο Γενικός Διευθυντής, με την σύμπραξη του προϊσταμένου των οικονομικών υπηρεσιών της επιχειρήσεως, η οποία έχει ιδία ταμειακή υπηρεσία, είναι "διατάκτης" των δαπανών της επιχειρήσεως. Από τα παραπάνω παρέπεται ότι αρμοδιότητα ν' αναγνωρίσει, κατά το άρθρο 260 ΑΚ, οιαδήποτε αξίωση δανειστή κατά της επιχειρήσεως έχει μόνον το Διοικητικό της Συμβούλιο.
Τέλος, από τις διατάξεις του άρθρου 559 αρ. 1 και 19 ΚΠολΔ προκύπτει ότι οι απ' αυτές προβλεπόμενοι λόγοι, αναίρεσης ιδρύονται αν ο κανόνας ουσιαστικού δικαίου δεν εφαρμοστεί ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν έπρεπε ή εφαρμοσθεί εσφαλμένως και αντίστοιχα όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθεσαι καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοσθέντος κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν περιέχει αντιφατικές αιτιολογίες (Ολ.
ΑΠ 7/2006, ΑΠ 486/2013, ΑΠ 568/2013, ΑΠ 496/07).
Με το μοναδικό λόγο της αναίρεσης προβάλλονται από την αναιρεσείουσα οι από το αρθ. 559 αρ. 1 και 19 ΚΠολΔ αιτιάσεις με την επίκληση ότι η προσβαλλομένη απόφαση, κατά παράβαση των, ουσιαστικού δικαίου, διατάξεων των άρθρων 6, 17, 1069/80, 67 και 260 ΑΚ απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη, με ανεπάρκειες αιτιολογίες της ελάσσονος πρότασης του αναφερομένου στο πραγματικό (μείζονα πρόταση) των εν λόγω διατάξεων δικανικού της συλλογισμού, τη νομοτύπως προβληθείσα από την ίδια, προς αντίκρουση της προταθείσας από την αναιρεσίβλητη (εναγομένη) ένστασης παραγραφής της αγωγικής της αξίωσης [καταβολή υπολοίπου εργολαβικής αμοιβής για την από τη δικαιοπάροχο της, στα δικαιώματα της οποίας υπεισήλθε, λόγω συγχωνεύσεως με απορρόφηση αυτή, (ΘΗΤΑ ΙΝΤΕΡΚΑΤ ΑΕ) εκτέλεση του περιγραφομένου σ' αυτήν έργου που της ανέθεσε η αναιρεσίβλητη] αντένσταση διακοπής αυτής, η οποία επήλθε με την εκ μέρους των αρμοδίων οργάνων της αναιρεσίβλητης γενομένη, δια των λεπτομερώς αναφερομένων ενεργειών αυτών, αναγνώριση της ένδικης αγωγικής αξίωσής της, δεχθείσα, κατ' εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των παραπάνω διατάξεων, " ότι η χωρήσασα κατά τον τρόπο αυτό αναγνώριση, είναι ανίσχυρη ως μη δεσμεύουσα την αναιρεσίβλητη-οφειλέτρια".
Στην προκειμένη περίπτωση από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλομένης απόφασης (αρθ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) προκύπτει ότι, αυτή, μετ' εκτίμηση του συνόλου των από τους διαδίκους νομίμως προσκομισθέντων αποδεικτικών μέσων δέχθηκε, ως προς την ουσία του κρισίμου ως άνω ζητήματος, τα ακόλουθα: "... η ενάγουσα (αναιρεσείουσα) εξάλλου προς απόκρουση της προβληθείσας ένστασης παραγραφής ισχυρίζεται ότι ....
α ...β... γ) με την υπ' αριθμ. 402/19-3-2002 βεβαίωση της εναγομένης (αναιρεσίβλητης) αναγνωρίζεται οφειλή της προς την ανάδοχο εταιρεία ύψους 112.627,19 Ε...δ...ε...ζ) με το από 7-9-2006 έγγραφο του Γενικού Διευθυντή της εναγομένης και με τα από 20-6-2007 και 16-7-2008 έγγραφα του Διευθυντή της Οικονομικής Υπηρεσίας αυτής η τελευταία αναγνώρισε ότι της οφείλει 112,627,19 €.
Ο ισχυρισμός αυτός πρέπει ν' απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος ως προς τα επικαλούμενα ως άνω υπό στοιχ. γ και ζ διακοπτικά της παραγραφής γεγονότα καθόσον α) η 402/19-3-2002 βεβαίωση, που απευθύνεται στην ανάδοχο εταιρία, με την οποία ο Προϊστάμενος Διοικητικής και Οικονομικής Υπηρεσίας της εναγομένης, Κ. Γ. , βεβαιώνει "...ότι το συνολικό ποσό των πιστοποιημένων εργασιών του έργου: "Ύδρευση -Αποχέτευση Β' φάσης δίκτυα ακαθάρτων και ομβρίων Κομοτηνής - Κλάδος 45" είναι 238.339.855 δρχ., έναντι αυτού του ποσού έχετε εισπράξει 199.962.139 δρχ.
Υπόλοιπο ανεξόφλητο ποσό 38.377.716 δρχ. ή 112.627,19 €...", δεν προέρχεται από το όργανο που διοικεί την εναγομένη, ο δε, ως άνω, βεβαιών δεν είχε κατά το Ν. 1069/1980 τέτοια αρμοδιότητα, ούτε και η ενάγουσα επικαλείται ότι ενήργησε εν γνώσει και κατ' εντολήν του διοικούντος την εναγομένη οργάνου ή ότι εγκρίθηκε εκ των υστέρων απ' αυτό και β) οι επικαλούμενες από 7-9-2006, 20-6-2007 και 16-7-2008, έγγραφες αναγνωρίσεις περί της οφειλής της εναγομένης, ποσού 112,627,19 € που, συντάχθηκαν στα πλαίσια του ελέγχου των οικονομικών καταστάσεων της εναγομένης από ορκωτούς ελεγκτές λογιστές, απευθύνονται όχι προς την δανείστρια - ενάγουσα (αναιρεσείουσα), η οποία, όπως προαναφέρθηκε ήδη από την 8η-12-2003, υποκαταστάθηκε αυτοδικαίως, σε όλα εν γένει τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις του αποσχισθέντος και απορροφηθέντος απ' αυτήν (ενάγουσα) κατασκευαστικού κλάδου της αναδόχου εταιρίας από την επίδικη σύμβαση], αλλά στην εταιρία "ΘΗΤΑ ΙΝΤΕΡΚΑΤ Α.Ε." (ανάδοχο και μη δικαιούχο πλέον του υπολοίπου της αμοιβής) και, υπογράφονται από το Γενικό Διευθυντή της εναγομένης Α.
Τ. (η 1η), και από το Διευθυντή της Οικονομικής & Διοικητικής Υπηρεσίας της εναγομένης, Κ. Γ. (η 2η και η 3η), ήτοι από πρόσωπα που δεν είχαν κατά το Ν. 1069/1980 τέτοια αρμοδιότητα, ούτε και η ενάγουσα επικαλείται ότι ενήργησαν εν γνώσει και κατ' εντολήν του διοικούντος την εναγομένη οργάνου ή ότι εγκρίθηκε η γενομένη αναγνώριση εκ των υστέρων απ' αυτών".
Έτσι που έκρινε το Εφετείο, το οποίο ακολούθως απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη την προβληθείσα αντένσταση διακοπής της παραγραφής, δεν παραβίασε, κατά τη γνώμη που πλειοψήφησε, με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τις, ουσιαστικού δικαίου, διατάξεις των άρθρων 6,17 ν.1069/80, 67 και 260 ΑΚ αναφορικά με το κρίσιμο για την έκβαση της δίκης ζήτημα της εγκυρότητας της χωρήσασας αναγνώρισης της αγωγικής αξίωσης της αναιρεσείουσας, διαλαβόν στην προσβαλλομένη απόφασή του πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες τόσο ως προς το ζήτημα της - ύπαρξης αντιπροσωπευτικής εξουσίας των προαναφερθέντων διευθυντικών υπαλλήλων της αναιρεσίβλητης όσο και ως προς από της ιδιότητας του προσώπου προς το οποίο απευθύνθηκε η εν λόγω αναγνωριστική της αξίωσης ενέργεια των παραπάνω υπαλλήλων, δεχθείσα ως προς μεν το πρώτο ότι τόσο η 402/19-3-2002 βεβαίωση του Προϊσταμένου Διοικητικής και Οικονομικής Υπηρεσίας της αναιρεσίβλητης Κ.
Γ. όσο και οι από 7-9-2006, 20-6-2007 και 16-7-2008 έγγραφες βεβαιώσεις του Γενικού Διευθυντή (η πρώτη) και του Διευθυντή της Οικονομικής Υπηρεσίας (οι λοιπές) δεν δεσμεύουν την αναιρεσίβλητη με την υποστηρίζουσα την παραδοχή αυτή ορθή αιτιολογία ότι οι υπογράφοντες τα εν λόγω έγγραφα υπάλληλοι δεν είχαν κατά το ν. 1069/80 τέτοια αρμοδιότητα ούτε η αναιρεσείουσα επικαλέσθηκε ότι αυτοί ενήργησαν εν γνώσει και κατ' εντολή του οργάνου διοίκησης αυτής ή ότι εγκρίθηκε η ενέργειά τους αυτή εκ των υστέρων, ως προς δε το δεύτερο ότι οι παραπάνω έγγραφες αναγνωρίσεις της επίδικης αξίωσης δεν απευθυνόταν προς τη αναιρεσείουσα, η οποία είχε την ιδιότητα της δανείστριας από 8-12-2003 όταν, κατά προαναφερθέντα, έλαβε χώρα αυτοδίκαιη υποκατάσταση αυτής σε όλα τα δικαιώματα και της υποχρεώσεις της αρχικής δανείστριας - αναδόχου κατασκευής του έργου (ΘΗΤΑ ΙΝΤΕΡΚΑΤ Α.Ε) αλλά προς την τελευταία η οποία όμως, μετά την επελθούσα υποκατάσταση, (8-12-2003) έπαψε να έχει την ιδιότητά της δανείστριας, αφού δεν ήταν δικαιούχος του υπολοίπου της οφειλομένης εργολαβικής αμοιβής, και συνακόλουθα, ως τρίτη (δεν ήταν δεκτική αποδοχής της παραπάνω αναγνωριστικής συμπεριφοράς, η οποία, κατά τα εκτεθέντα στη μείζονα σκέψη, αποτελεί την προϋπόθεση της εγκυρότητας αυτής, ως διακοπτικού της παραγραφής γεγονότος.
Υπό τις παραδοχές αυτές, οι οποίες καλύπτουν πλήρως την ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού που αναφέρεται στις παραπάνω εφαρμοσθείσες διατάξεις και δικαιολογούν απολύτως το αποδεικτικό πόρισμα της προσβαλλομένης, καθιστώσες εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο, δεν ευρίσκουν έρεισμα εφαρμογής, κατά την πλειοψηφίσασα γνώμη, οι προβαλλόμενες, από το αρθ. 559 αρ. 1 και 19 ΚΠολΔ, αιτιάσεις οι οποίες, για το λόγο αυτό κρίνονται απορριπτέες ως αβάσιμες.
Κατά τη γνώμη όμως του Εισηγητή αρεοπαγίτη Αθανασίου Καγκάνη οι εν λόγω αιτιάσεις έπρεπε να γίνουν δεκτές ως και ουσιαστικά βάσιμες καθόσον με την παραπάνω, απορριπτική της αντένστασης διακοπής της παραγραφής, κρίση της η προσβαλλομένη παραβίασε τις, ουσιαστικού δικαίου, διάταξης των άρθρων 6,7 ν.1069/80, 67 και 260 Α.Κ αναφορικά με το κρίσιμο εν προκειμένω ζήτημα της υπάρξεως υλικό αρμοδιότητας και συνακόλουθα της αντιπροσωπευτικής εξουσίας των παραπάνω διευθυντικών υπαλλήλων της αναιρεσίβλητης ως προς τις εγγράφως χορηγηθείσες βεβαιώσεις της προκύπτουσας, από τα τηρούμενα στις αντίστοιχες υπηρεσίες τους παραστατικά, οφειλής αυτής προς την αναιρεσείουσα, στις οποίες η τελευταία θεμελιώνει την προβληθείσα ως άνω αντένσταση διακοπής της παραγραφής, καθόσον, αν και δέχθηκε, με την προσβαλλομένη απόφασή του, ότι με τα υπ' αρθ. 402/19-3-2002 καθώς και τα από 7-9-2006 , 20-6-2007 και 16-7-2008 έγγραφα, που υπογράφονται τα μεν δύο πρώτα από το Γενικό Διευθυντή της αναιρεσίβλητης Α.
Τ. τα δε λοιπά από τον προϊστάμενο της οικονομικής της υπηρεσίας Κ. Γ. και απευθύνονται προς την ανάδοχο του έργου "ΥΔΡΕΥΣΗ-ΑΠΟΧΕΤΕΥΣΗ Β' ΦΑΣΗ ΔΙΚΤΥΑ ΑΚΑΘΑΡΤΩΝ ΚΑΙ ΟΜΒΡΙΩΝ ΚΟΜΟΤΗΝΗΣ ΚΛΑΔΟΣ 45" ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία ΘΗΤΑ ΙΝΤΕΡΚΑΤ ΑΕ, η οποία, από 8-12-03 απορροφήθηκε από την αναιρεσείουσα, υπεισελθούσα αυτοδικαίως σε όλα τα δικαιώματα και υποχρεώσεις της αναδόχου, αναγνωρίστηκε οφειλή της αναιρεσίβλητης προς αυτήν (αναιρεσείουσα) ποσού 112,627,19 ευρώ, αποτελούσα το οφειλόμενο υπόλοιπο της εργολαβικής αμοιβής της τελευταίας [στην καταβολή του οποίου αφορά η ένδικη προσφυγή] και προκύπτουσα αφενός "από το συνολικό ποσό των πιστοποιημένων εργασιών του εν λόγω έργου" (υπ'αριθμ. 402/2002 έγγραφο) και αφετέρου από "τις συνταχθείσες οικονομικές καταστάσεις της εναγομένης στο πλαίσιο του ελέγχου από ορκωτούς λογιστές" (βλ.
τα λοιπά έγγραφα), έκρινε στη συνέχεια ότι η εν λόγω αναγνώριση δεν δεσμεύει την αναιρεσίβλητη με την αιτιολογία αφενός ότι οι υπογράψαντες τα παραπάνω έγγραφα υπάλληλοί της δεν είχαν την κατά τις διατάξεις του ν.1069/80 και 67 ΑΚ σχετική αρμοδιότητα και αντιπροσωπευτική εξουσία και αφετέρου ότι τα έγγραφα αυτά απευθύνονται προς την ανάδοχο του έργου και όχι προς την απορροφήσασα (από 8-12-03) αυτήν αναιρεσείουσα, κατ' εσφαλμένη όμως ερμηνεία και εφαρμογή, Ι) των περί αντιπροσωπευτικής εξουσίας και υλικής αρμοδιότητας των εν λόγω διευθυντικών στελεχών της αναιρεσίβλητης ως άνω διατάξεων καθόσον, υπό τις, αναφορικά με τις αρμοδιότητες του Γενικού Διευθυντή και του Προϊσταμένου της Οικονομικής Υπηρεσίας της αναιρεσίβλητης, παραδοχές της προσβαλλομένης συντρέχει η απαιτούμενη για τη δέσμευση της αναιρεσίβλητης προϋπόθεση, της ενεργείας, δηλαδή αυτών εντός του κύκλου των αρμοδιοτήτων τους αφού και η σύνταξη των ενιαυσίων οικονομικών καταστάσεων και συνακόλουθα και η βεβαίωση περί των διαλαμβανομένων σ' αυτές εγγραφών, μεταξύ των οποίων και η αναφερομένη στην προς την αναιρεσίβλητη οφειλή της αναιρεσείουσας, ανήκει στην αρμοδιότητα του προϊσταμένου της οικονομικής υπηρεσίας, β) και η βεβαίωση σχετικά τόσο με το μέγεθος των εκτελέσθεισών εργασιών όσο και με το ποσό στο οποίο ανέρχονται οι πιστοποιηθείσες εργασίες του έργου που διαλαμβάνεται στο ετήσιο προγραμματισμό εκτέλεσης έργων της αναιρεσείουσας και στο σχετικό προϋπολογισμό αλλά και στον ετήσιο απολογισμό ανήκει στην αρμοδιότητα του Γενικού Διευθυντή της τελευταίας, αφενός ως υπευθύνου για τη σύνταξη και κατάρτιση αυτού και αφετέρου ως διατάκτη "εν συμπράξει μετά του προϊσταμένου της οικονομικής υπηρεσίας" των δαπανών του αυτοτελούς προϋπολογισμού της ταμειακής υπηρεσίας (αρ. 17 ν.1069/80), οι οποίες αναφέρονται και στις ετησίως καταρτιζόμενες και υποβαλλόμενες προς έλεγχο από τους ορκωτούς λογιστές οικονομικές καταστάσεις της αναιρεσίβλητης, από το περιεχόμενο των οποίων βεβαιώθηκε από τον ως άνω Γενικό Διευθυντή η αναφερομένη στην οφειλή της τελευταίας προς την αναιρεσείουσα.
Το γεγονός ότι η έγκριση των ετησίων οικονομικών καταστάσεων καθώς και του προϋπολογισμού, του απολογισμού αλλά και του προγράμματος εκτέλεσης έργων ανήκει στην αρμοδιότητα του Διοικητικού Συμβουλίου (αρθ. 5 ν.1069/40) δεν καθιστά αναρμοδίους τους υπογράψαντες τα παραπάνω έγγραφα διευθυντικούς υπαλλήλους αυτής, αφού οι διαλαμβανόμενες σ' αυτά (έγγραφα) βεβαιώσεις εγένοντο με βάση τις προκύπτουσες από τα νομίμως εγκριθέντα από το Διατακτικό Συμβούλιο της αναιρεσίβλητης και στις αντίστοιχες υπηρεσίες των κατά τα άνω υλικά αρμοδίων υπαλλήλων της τηρούμενα παραστατικά έγγραφα ως προς την ακρίβεια των οποίων άλλωστε η αναιρεσίβλητη δεν προέβαλλε αιτίαση, περιορισθείσα μόνο στην προβολή της έλλειψης της σχετικής αρμοδιότητας των εν λόγω υπαλλήλων της, η οποία όμως (έλλειψη) κατά προαναφερθέντα, δεν συνέτρεχε και επομένως η γενομένη από αυτούς αναγνώριση της αξίωσης της αναιρεσείουσας δεσμεύει την αναιρεσίβλητη ως λαβούσα χώρα από υπαλλήλους της ενεργήσαντες εντός του κύκλου των αρμοδιοτήτων τους ως αντιπρόσωποι της (αναιρεσίβλητης) (ΑΠ 1043/10, ΑΠ722/04) II) (κατά παράβαση) της ουσιαστικού δικαίου διάταξης του άρθρου 260AK καθόσον ναι μεν η αποστολή των παραπάνω από 7-9-2006, 20-6-2007 και 16-7-2008 αναγνωριστικών της οφειλής βεβαιώσεων έγινε προς την ανάδοχο εταιρεία ΘΗΤΑ ΙΝΤΕΡΚΑΤ ΑΕ και όχι προς την απορροφήσασα αυτήν από 8-12-03 αναιρεσείουσα πλην όμως το γεγονός αυτό δεν καθιστά ανίσχυρη τη γενομένη αναγνώριση αφού, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, για την επέλευση της κατά το άρθρο 260 ΑΚ προβλεπόμενης διακοπής της παραγραφής απαιτείται η αποδεικτική της αναγνώρισης της αξίωσης συμπεριφορά του οφειλέτη να έχει ως αποδέκτη και να περιέχεται στο δανειστή και όχι τρίτο πρόσωπο, προϋπόθεση η οποία συντρέχει στην ένδικη περίπτωση, αφού οι παραπάνω έγγραφες βεβαιώσεις, ναι μεν απευθύνθηκαν προς την μέχρι την 8-12-2003 έχουσα την ιδιότητα της δανείστριας ανάδοχο εταιρεία (ΘΗΤΑ ΙΝΤΕΡΚΑΤ ΑΕ), περιήλθαν, όμως τελικά δι' αυτής, στην διαδεχθείσα την τελευταία, και ως προς την ιδιότητα αυτή (της διανείστριας) αναιρεσείουσα, ως αποδέκτη αυτών (αναγνωρίσεων) λόγω της μεσολαβήσασας απορρόφησης της ως άνω διαδόχου (ΘΗΤΑ ΙΝΤΕΡΚΑΤ ) η οποία αναμφισβήτητα και δεν έχει, την ιδιότητα του τρίτου ως προς το παραπάνω κρίσιμο ζήτημα, η οποία (ιδιότητα) αν συνέρχεται θα καθιστούσε ανίσχυρη τη γενομένη αναγνώριση.
Κατ' ακολουθίαν των παραπάνω και ενόψει της μη υπάρξεως άλλου λόγου προς έρευνα πρέπει ν' απορριφθεί στο σύνολο της η ένδικη αίτηση αναίρεσης, να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (αρ. 495 παρ. 4 ΚΠολΔ) και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης (αρ. 176, 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 23-10-12 αίτηση αναίρεσης της 339/2012 τελεσίδικης απόφασης του Εφετείου Θράκης .
ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης ποσού δύο χιλιάδων επτακοσίων (2700)Ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε, στην Αθήνα, στις 18 Νοεμβρίου 2013.
Δημοσιεύθηκε, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 24 Μαρτίου 2014.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ