Supreme Court dismisses appeal on land expropriation damages, ruling facts were clearly established and no legal error occurred.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the Court of Appeal's final decision regarding land expropriation compensation. The appellant argued that the court erred in evaluating evidence and failed to recognize her withdrawal of rights, claiming she was unaware of the zoning plan approval. The court found the evidence presented in the lower court's decision was clear, convincing, and logically sequenced, thereby rejecting the appellant's claims as inadmissible and unfounded.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(19) and 561 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court holds that when the lower court's reasoning on evidence evaluation is clear, convincing, and logically sequenced, the appeal alleging error in this regard is inadmissible and lacks legal basis.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 664 / 2013 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 664/2013
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Γιαννούλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γρηγόριο Κουτσόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή, Δημητρούλα Υφαντή και Βασίλειο Λαμπρόπουλο, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 8 Φεβρουαρίου 2013, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Κ. συζ. Α. Μ., το γένος Κ. Χ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου της Εμμανουήλ Γιαννακάκη και κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1. Ι. Ν. του Π., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου του Βασίλειο Παπαγεωργίου και κατέθεσε προτάσεις. 2. Π. Π. του Α., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου του Βασίλειο Παπαγεωργίου και κατέθεσε προτάσεις, 3. Α. Π. του Π., κατοίκου ..., 4. Α. Π. του Ι., κατοίκου ..., 5. Μ.-Μ. Π. του Ι., κατοίκου ..., οι οποίοι 3ος, 4ος και 5ος δεν παραστάθηκαν και δεν εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο, 6. Δ. συζ. Ι. Β., το γένος Α. Χ., κατοίκου ...,η οποία παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου της Βασίλειο Παπαγεωργίου και κατέθεσε προτάσεις, 7. Ν. Ε. του Γ., κατοίκου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε και δεν εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο, 8. Του τέως Δήμου Αναβύσσου και ήδη Δήμου Σαρωνικού Αττικής, νομίμως εκπροσωπούμενου, ο οποίος εκπροσωπήθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου του Ευάγγελο Χατζηγιαννάκη και κατέθεσε προτάσεις και 9. Του εδρεύοντος Συνεταιρισμού με την επωνυμία "ΣΥΝΕΤΑΙΡΙΣΜΟΣ ΑΤΤΙΚΗ ΣΥΝ.Π.Ε.", ο οποίος εκπροσωπήθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου του Γεώργιο Σαράντη και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την 624/2009 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία καθορίσθηκε προσωρινή τιμή μονάδος αποζημίωσης σε απαλλοτριούμενες εκτάσεις. Με τις από 14-11-2009, 7-12-2009,7-12-2009 και 10-12-2009 αιτήσεις και τις από 16-9-2010 ανταιτήσεις των ήδη διαδίκων, που κατατέθηκαν στο Εφετείο Αθηνών. Αφού συνεκδικάσθηκαν, εκδόθηκε η απόφαση: 6098/2011 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 25-4-2012 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης, Δημητρούλα Υφαντή, ανέγνωσε την από 28-1-2013 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, οι πληρεξούσιοι των 1ου, 2ου, 6ης, 8ου και 9ουτων αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Από τις υπ' αριθ. 969, 968, 967/17-7-2012 και 983/20-7-2012 εκθέσεις επιδόσεως, της δικαστικής επιμελήτριας του Πρωτοδικείου Αθηνών ..., που προσκομίζει και επικαλείται η αναιρεσείουσα προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως, με την κάτω από αυτή πράξη ορισμού δικασίμου, για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας συνεδρίαση, καθώς και κλήση προς συζήτηση της αιτήσεως, επιδόθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα στην τρίτη, τέταρτο, πέμπτη και έβδομο των αναιρεσιβλήτων, οι οποίοι όμως δεν εμφανίσθηκαν κατά την ως άνω συνεδρίαση, κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε στη σειρά της από το πινάκιο. Επομένως και σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 576 παρ.1 και 3 ΚΠολΔ πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση που επισπεύδεται από την αναιρεσείουσα, παρά την απουσία των πιο πάνω τρίτης, τετάρτου, πέμπτης και έβδομου των αναιρεσιβλήτων Α. Π., Α. Π., Μ.-Μ. Π. και Ν. Ε. αντίστοιχα.
ΙΙ. Κατά τη διάταξη του αρθρ. 559 αρ. 1 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνον αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 7/2006, 4/2005).
Με το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (παραβίαση κανόνα του ουσιαστικού δικαίου) ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λ.π.
ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (Ολ.ΑΠ 27 και 29/1998). Εξάλλου. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (Ολ.ΑΠ 1/1999).
Ο προβλεπόμενος από το άρθρο 599, αριθ. 19 λόγος αναίρεσης για έλλειψη νόμιμης βάσης με την έννοια της ανεπαρκούς αιτιολογίας αφορά ελλείψεις αναγόμενες αποκλειστικά στη διατύπωση του αιτιολογικού πορίσματος αναφορικά με τη συνδρομή ή μη γεγονότων, που στη συγκεκριμένη περίπτωση συγκροτούν το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, έτσι ώστε, από την ανεπαρκή ή αντιφατική έκθεση τους, να μην μπορεί να κριθεί αν η απόφαση στηρίζεται ή όχι νομικώς (Ολ.ΑΠ 13/1995).
Η ύπαρξη νόμιμης βάσης και η αντίστοιχη έλλειψη της πρέπει να προκύπτουν αμέσως από την προσβαλλόμενη απόφαση, ο δε Άρειος Πάγος διαπιστώνει την ύπαρξη ή την ανυπαρξία του προκειμένου λόγου αναίρεσης, ελέγχοντας μόνο την προσβαλλόμενη απόφαση και το αιτιολογικό της και όχι το περιεχόμενο άλλων εγγράφων ή αποφάσεων σε εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ.
Αντίθετα, δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές το πόρισμα και για το λόγο αυτό γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος.
Περαιτέρω, από το συνδυασμό των άρθρων 966 - 968 και 971 ΑΚ προκύπτει ότι τα κοινόχρηστα πράγματα, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται και οι οδοί, εφόσον δεν ανήκουν σε δήμο ή κοινότητα, ή ο νόμος δεν ορίζει διαφορετικά, ανήκουν στο Δημόσιο, είναι δε πράγματα εκτός συναλλαγής (extra commercium), εκτός αν απέβαλαν την ιδιότητα τους αυτή, γιατί έπαυσε ο προορισμός τους για κοινή χρήση, από τότε όμως η κυριότητα τους εξακολουθεί να ανήκει κατά περίπτωση στο Δημόσιο, σε δήμο ή σε κοινότητα και υπάγεται στην ιδιωτική τους περιουσία.
Κατά δε τις διατάξεις των άρθρων 12 και 13 ν. ΔΝΖ/1912 και του άρθρου 241 παρ.1 δ' του Π.Δ/τος 410/1995 περί Δημοτικού και Κοινοτικού Κώδικα, σε συνδυασμό και με τα άρθρα 968 και 970 ΑΚ, τα κοινόχρηστα ακίνητα που βρίσκονται στην περιφέρεια δήμου ή κοινότητας περιέρχονται στην κυριότητα τους. Τέλος κατά το άρθρο 4 του Ν. 3155/1955 περί κατασκευής και συντηρήσεως οδών, δημοτικές και κοινοτικές οδοί είναι εκείνες που εξυπηρετούν τις κάθε φύσης ανάγκες ενός δήμου ή μιας κοινότητας εντός των διοικητικών τους ορίων.
Οι ανωτέρω δημοτικές και κοινοτικές οδοί αποκτούν την ιδιότητα του κοινοχρήστου α) με πράξη της διοίκησης για ρυμοτομία και τη συντέλεση της σύμφωνα με τους νόμους περί σχεδίων πόλεων και αναγκαστικής απαλλοτριώσεως, β) με τη βούληση του ιδιοκτήτη που θέτει στην κοινή χρήση συγκεκριμένο ακίνητο, είτε με νομότυπη δικαιοπραξία (διαθήκη ή δωρεά υπό τρόπο) κατά τις διατάξεις των άρθρων 1715, 2014 και 503 ΑΚ, είτε με παραίτηση από την κυριότητα, που πρέπει να περιβληθεί τον συμβολαιογραφικό τόπο και να μεταγραφεί κατ' αρθρ. 369 και 1192 εδ.1 ΑΚ και γ) με την από το β.ρ.δ. (ν.3 παν. 43.7) προβλεπομένη αμνημόνευτου χρόνου αρχαιότητα (verustas), δηλαδή με την άσκηση της κοινής χρήσης επί τόσο χρόνο, ώστε η παρούσα γενεά από δική της αντίληψη και από πληροφορίες της προηγουμένης έτσι γνώρισε την παρούσα κατάσταση στα τελευταία 80 χρόνια.
Ενόψει όμως του ότι ο θεσμός αυτός δεν αναγνωρίζεται από τον ΑΚ, για την εφαρμογή του πρέπει οι παραπάνω προϋποθέσεις να είχαν ολοκληρωθεί μέχρι την εισαγωγή του ανωτέρω Κώδικα (23-2-1946), μετά την οποία ωστόσο βρίσκει επαρκές έρεισμα στο άρθρο 281 του ιδίου Κώδικα και μπορεί να προταθεί με την excertio doli generalis κατά του ιδιοκτήτη, ο οποίος για μακρό χρονικό διάστημα άφησε το πράγμα εκτεθειμένο στην κοινή χρήση.
Εξάλλου, κατά την παράγραφο 1 του άρθρου 1 του ν. δτος 690/1948 "περί συμπληρώσεως των περί σχεδίων πόλεων διατάξεων", οι κοινόχρηστοι χώροι (πλατείες, οδοί, άλση, κήποι κ.λ.π.) που καθορίζονται από τα σχέδια ρυμοτομίας συνοικισμών, τα οποία εγκρίθηκαν μέχρι την έναρξη ισχύος του παρόντος, με επίσπευση των ιδιοκτητών, θεωρούνται ότι περιήλθαν στην κοινή χρήση από την έγκριση του σχεδίου του συνοικισμού, που καθόρισε αυτούς, η έγκριση δε του σχεδίου που επιδίωξαν αυτοί είχε ως αναγκαίο, κατ' αμάχητο τεκμήριο, επακόλουθο την, κατά την ελεύθερη βούληση τους, παραίτηση αυτών από την κυριότητα, νομή και κατοχή των καταλαμβανόμενων από τους παραπάνω χώρους γηπέδων, χωρίς την οποία δεν ήταν δυνατή η έγκριση του σχεδίου και η διάθεση των οικοδομήσιμων χώρων που ορίστηκαν από αυτό για οποιοδήποτε σκοπό.
Οι διατάξεις αυτές, αποβλέπουν στην εξασφάλιση των κοινόχρηστων χώρων με την αποξένωση των ιδιοκτητών από τα δικαιώματα τους επί των χώρων αυτών και στην περίπτωση ακόμη που δεν επιβλήθηκε αυτό κατά την έγκριση του σχεδίου. Το παραπάνω τεκμήριο ισχύει και για τους κληρονόμους αυτών που επέσπευσαν την έγκριση, κατά δε την παράγρ.2 του ίδιου άρθρου 1 και στην περίπτωση μεταγενέστερης τροποποίησης του ρυμοτομικού σχεδίου και ισχύει και για τους κληρονόμους και εν γένει διαδόχους των ιδιοκτητών.
Οι προϋποθέσεις για την παραδοχή του εν λόγω τεκμηρίου είναι: α) η έγκριση του ρυμοτομικού σχεδίου, αρχικού ή κατά τροποποίηση με επέκταση με το οποίο καθορίζονται ορισμένες εκτάσεις ως κοινόχρηστοι χώροι, να έγινε με επίσπευση εκείνων που ήσαν ιδιοκτήτες ή είχαν αναλάβει την εκμετάλλευση των εκτάσεων αυτών, β) εκείνοι που επέσπευσαν να ήσαν κύριοι της προς ρυμοτομία έκτασης κατά το χρόνο επίσπευσης και όχι απαραίτητα κατά το χρόνο έγκρισης του σχεδίου και γ) η διοίκηση να αποδέχεται το σχέδιο που προτείνουν οι ιδιοκτήτες ως προς τους κοινόχρηστους χρόνους.
Ο ιδιοκτήτης που δεν επισπεύδει την έγκριση του σχεδίου, έχει όλα τα δικαιώματα και κάθε ευχέρεια εναντίωσης στην έγκριση του σχεδίου που προβλέπουν οι σχετικές διατάξεις, ώστε να μπορεί να υπερασπίσει τα έννομα συμφέροντά του, αν νομίζει ότι δεν συντρέχει λόγος για την απαλλοτρίωση της περιουσίας του, ανεξάρτητα του ποιος είναι ο επισπεύδων.
Μάλιστα στην περίπτωση της παραγράφου 3 του άρθρου 1 του παραπάνω νόμου, ο επισπεύσας ιδιοκτήτης δηλώνει προς το κοινό ότι επιθυμεί την κοινοχρησία των χώρων και τους διαφημίζει για να προσελκύσει αγοραστές ή μεγαλύτερο τίμημα, χωρίς να περιμένει να εγκριθεί το σχέδιο, αναλαμβάνοντας έτσι και τον κίνδυνο από τη μη έγκρισή του.
Με τον τρόπο αυτό παραιτήθηκε οριστικά και χωρίς κανένα όρο ή επιφύλαξη από τα δικαιώματά του επί των κοινοχρήστων, τους οποίους διαφήμιζε και βάσει αυτών πουλούσε, δηλώνοντας έτσι ότι τους θέτει στη χρήση του κοινού, ανεξάρτητα από το αν θα εγκριθούν ή όχι. Με τη χρησιμοποίηση του όρου "επισπεύδων", ο νομοθέτης, για τη δημιουργία του παραπάνω τεκμηρίου, δεν απαιτεί την "τυπική υποβολή αίτησης", προς τη Διοίκηση, έγκρισης του σχεδίου, αλλά αρκείται στην με οποιοδήποτε τρόπο εκδήλωση της βούλησης του ιδιοκτήτη να εγκριθεί το σχέδιο, είτε ρητώς, είτε σιωπηρώς, ήτοι ο ανωτέρω ιδιοκτήτης που αποδέχθηκε με τον παραπάνω τρόπο την έγκριση του σχεδίου, οποτεδήποτε, έστω και σιωπηρώς, χωρίς εκδήλωση, εγγράφως, οιασδήποτε αντίθεσης έως την έναρξη ισχύος του ν.690/1948, και μετά την τελευταία (δηλαδή την έναρξη ισχύος) έως τη δημοσίευση της εγκριτικής πράξης στην εφημερίδα της κυβερνήσεως, παραιτείται από την κυριότητα, τη νομή και την κατοχή του και από κάθε δικαίωμα αυτού επί των εδαφικών αυτών εκτάσεων για να δημιουργηθούν οι προβλεπόμενοι από το σχέδιο κοινόχρηστοι χώροι (Ολομ.Α.Π. 228/1983.
Α.Π. 1459/2003, 442/2003, 1169/2000). Τέλος από την εισηγητική έκθεση του άρθρου 1 του ν.δ. 690/1948 σε συνδυασμό με το εδ. α' της παρ.8 του ίδιου άρθρου ότι "οι διατάξεις του άρθρου τούτου εφαρμόζονται και επί των μετά την ισχύ του παρόντος εγκριθησομένων συνοικισμών ή και επεκτάσεων συνοικισμών ή γενικώς σχεδίων πόλεως και κωμών τη επισπεύσει οιουδήποτε φυσικού ή νομικού προσώπου ή και των ιδιοκτητών των εκτάσεων", προκύπτει ότι οι διατάξεις του άρθρου 1 του ίδιου ν.δ/τος εφαρμόζονται μετά την έναρξη ισχύος του και στο μέλλον δηλ.
επί επεκτάσεων εγκεκριμένων σχεδίων πόλεων, με την επίσπευση οποιουδήποτε φυσικού ή νομικού προσώπου (Α.Π. 1459/2003, αφορώσα επέκταση ρυμοτομικού σχεδίου με διαδικασία που άρχισε το 1956).
Στην προκειμένη περίπτωση με την προσβαλλόμενη απόφαση έγιναν δεκτά τα ακόλουθα κατά την ανέλεγκτη εκτίμηση επί της ουσίας των αποδείξεων: "Με πρωτοβουλία του οικοδομικού συνεταιρισμού με την επωνυμία "Συνεταιρισμός Αττικής Συν Π.Ε." εγκρίθηκε , με το από 22-2-1965 Β. Διάταγμα, που δημοσιεύθηκε στο υπ' αριθμό Δ 47/23-3-1965 ΦΕΚ, η επέκταση του ρυμοτομικού σχεδίου Αναβύσσου Αττικής στη θέση "...".
Της ανωτέρω δημοσίευσης του εγκριτικού του άνω ρυμοτομικού σχεδίου διατάγματος, προηγήθηκε η έκδοση των υπ' αριθμούς 46/13-12-1963 και 10-2-1964 πράξεων - αποφάσεων του τέως Κοινοτικού Συμβουλίου της τέως κοινότητας Αναβύσσου Αττικής. Με την πρώτη απ' αυτές το ανωτέρω κοινοτικό συμβούλιο, επί σχετικού ερωτήματος του Συμβουλίου Έργων, το οποίο με την υπ' αριθμό 409/1963 πράξη αυτού ενέκρινε τη ρυμοτομική μελέτη στη θέση ...
της παραλιακής λεωφόρου Αθηνών - Σουνίου, αποφασίζει - γνωμοδοτεί ότι: "Αποφασίζει -γνωμοδοτεί όπως η υπό του Συμβουλίου Δημοσίων Έργων και δια της υπ' αριθμό 409/63 πράξεως αυτού γενομένη γνωμοδότησις πραγματοποιηθεί υπό τον όρον ότι ουδεμίαν δέσμευσιν αναλαμβάνει η κοινότης της παραιτήσεως από των κοινοχρήστων εκτάσεων και των αγροτικών οδών άνευ αγοράς των υπό του ενδιαφερομένου συνεταιρισμού ως και δια τας εντός του προς έγκρισιν ρυμοτομικού σχεδίου ευρισκομένας εκτάσεις διαφόρων δημοτών, καθ' όσον η επέκτασις του σχεδίου εις την περί ής περιοχήν θέλει ωφελήσει την Κοινότητα", ενώ με" τη δεύτερη, επί σχετικών ενστάσεων των: 1) Κ.
Ι., 2) Α. Λ., Ε. Λ., Σ. Κ., Π. Σ., 3) Π. Χ., 4) Ά. Π., 5) Οικοδομικού Συνεταιρισμού Τ. Ε. Αττική, 6) Δ. Χ. Π., 7) Γ. Θ., 8) Ε. Χ. και 9) Χ. Τ., εναντίον των ανωτέρω πράξεων με αριθμούς 46/1963 του ανωτέρω κοινοτικού Συμβουλίου και 409/1963 του Συμβουλίου Δημοσίων Έργων, με τις οποίες (ενστάσεις) τα ανωτέρω πρόσωπα διαμαρτυρήθηκαν για την εξαφάνιση των ιδιοκτησιών τους λόγω της τοποθέτησης, με την υπό έγκριση προαναφερόμενη ρυμοτομική μελέτη, των οδών στο μέσο (ιδιοκτησιών) και για την εν γένει επιζήμια ρυμοτόμηση, γνωμοδοτεί: "όπως αι υποβληθείσαι ενστάσεις υπό των προαναφερομένων μεταξύ των οποίων και ο ενδιαφερόμενος συνεταιρισμός γίνουσι δεκταί και το προτεινόμενον ρυμοτομικόν διάγραμμα ματαιωθεί τροποποιουμένου άνευ απώλειας των ιδιοκτησιών και κατόπιν προηγουμένης τακτοποιήσεως και των μεταξύ των δημοτών και της Κοινότητος αφενός και του συνεταιρισμού (Η ΑΤΤΙΚΗ) αφ' ετέρου εκκρεμοτήτων, ήτοι της αγοράς των εκτάσεων τούτων υπό του συνεταιρισμού ή άλλης τίνος μεταξύ των συμφωνίας", με τη σημείωση ότι το ανωτέρω Β.
Δγμα, προκειμένου να εκδοθεί έλαβε υπόψη του τις προαναφερόμενες πράξεις του Κοινοτικού Συμβουλίου Αναβύσσου. Για την εκτέλεση του ανωτέρω εγκεκριμένου ρυμοτομικού σχεδίου και κατόπιν αιτήσεων της αιτούσας της πρώτης αίτησης, του αιτούντος της τρίτης αίτησης και του Κ. Μ. του Α. εκδόθηκε από το τμήμα πολεοδομίας και πολεοδομικών εφαρμογών Μαρκοπούλου Μεσογαίας της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης Ανατολικής Αττικής η ένδικη υπ' αριθμό 5/2006 πράξη τακτοποίησης, αναλογισμού και αποζημίωσης λόγω ρυμοτομίας ιδιοκτησιών που βρίσκονται στον ...
του Δήμου Αναβύσσου στα Ο. Τ. 37, 39, 40, 41 και 42 και εκτός σχεδίου περιοχή. Στην ανωτέρω πράξη, που είναι συμπληρωματική και εκδόθηκε σε συνέχεια της με αριθμό 151/1977 πράξης, η οποία κυρώθηκε με την υπ' αριθμό 4582/282/3-5-1978 απόφαση του Νομάρχη Ανατολικής Αττικής, αναφέρεται ότι " Έχοντας υπόψη τις διατάξεις : 1)..., 10) Το Π.Δ.
από 22-2-1965 (ΦΕΚ 47 Δ23-3-1965, με το οποίο εγκρίθηκε το ρυμοτομικό σχέδιο του Οικοδομικού Συνεταιρισμού "Η Αττική" και με το οποίο καθορίστηκαν οι όροι δόμησης των οικοπέδων αυτού ... στα Ο.Τ. ..., ..., ... και ... της Κοινότητας Αναβύσσου". Η προαναφερόμενη με αριθμό 5/2006 ένδικη πράξη τακτοποίησης κλπ κυρώθηκε με την υπ' αριθμό 11497/1093/06/20-11-2006 απόφαση του Νομάρχη της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης Ανατολικής Αττικής.
Σύμφωνα με την ανωτέρω ένδικη πράξη και τα συνοδεύοντα αυτή κτηματολογικό διάγραμμα και κτηματολογικό πίνακα που έχει συντάξει κατά το μήνα Ιούλιο του έτους 2005 ο αγρονόμος - τοπογράφος μηχανικός Δ. Ν., οι διάδικοι, που φέρονται ως ιδιοκτήτες εδαφικών εκτάσεων ευρισκομένων στα προαναφερόμενα Ο.Τ., εμφανίζονται να έχουν τις εξής λόγω ρυμοτομίας υποχρεώσεις προς αποζημίωση και να δικαιούνται αντίστοιχα αποζημιώσεις για τα εξής εδαφικά τμήματα, ήτοι:
Ι) Η αιτούσα της πρώτης από 17-11-2009 αίτησης ως ιδιοκτήτρια κληροτεμαχίου με αριθμό 65, Α) ως ιδιοκτήτρια οικοπέδου στο Ο.Τ. ..., υποχρεούται να αποζημιώσει α) λόγω προσκυρώσεως 1) το Δήμο Αναβύσσου για το τμήμα με στοιχεία 227-232-252-253-227, δηλαδή για έκταση 177,85 τ.μ. και 2) το Ν. Ε. για το τμήμα με στοιχεία 227-236-228-227, ήτοι για έκταση 53,64 τ.μ και β) λόγω ρυμοτομίας το Ν.
Ε., για το τμήμα με στοιχεία 227-233-237-23, ήτοι για έκταση 132,03 τ.μ και συνολικά για εδαφική έκταση 363,52 τ.μ,
ΙΙ) Οι δύο καθών η πρώτη αίτηση Π. και Ι. Π., με την ιδιότητα των συνεπικαρπωτών οικοπέδου (κληροτεμαχίου με αριθμό 58/Θ) που βρίσκεται στο Ο.Τ. με αριθμό ..., αλλά και οι λοιποί τρεις καθών Α., Α. και Μ. -Μ. Π., με την ιδιότητα των εχόντων δικαίωμα ψιλής κυριότητας στο ανωτέρω οικόπεδο, ήτοι οι πέντε αιτούντες της τέταρτης των συνεκδικαζομένων αιτήσεων, υποχρεούνται να αποζημιώσουν την αιτούσα της ανωτέρω αίτησης για τα εξής εδαφικά τμήματα λόγω ρυμοτομίας, ήτοι: 1) για το ήμισυ του τμήματος με στοιχεία 202-203-204220-206-257-202, ήτοι για 38,35 τ.μ., β) για το τμήμα με στοιχεία 209-211-210-209, δηλαδή για 1,91 τ.μ και γ) για το ήμισυ του τμήματος με στοιχεία 205-206-257-207-211-209-208-240-205, ήτοι για 92,37 τ.μ. και συνολικά για έκταση 132,63 τ.μ,
ΙΙΙ) Η καθής η πρώτη αίτηση Δ. συζ. Ι. Β., το γένος Α. Χ., ήτοι η αιτούσα της δεύτερης των συνεκδικαζομένων αιτήσεων ως ιδιοκτήτρια του εκτός σχεδίου κληροτεμαχίου με αριθμό 64 υποχρεούται να αποζημιώσει λόγω ρυμοτομίας την αιτούσα της ανωτέρω αίτησης για τα εδαφικά τμήματα: 1) για το ήμισυ του τμήματος με στοιχεία 214-250-249-214, ήτοι για έκταση 11,30 τ.μ και 2) για το τμήμα με στοιχεία 214-256-255-216-250-214, ήτοι για έκταση 235,58 τ.μ και συνολικά για έκταση 246,88 τ.μ,
IV) Ο καθού η πρώτη αίτηση Ι. Ν. και αιτών της τρίτης των συνεκδικαζομένων αιτήσεων, ως ιδιοκτήτης του με στοιχεία 03 οικοπέδου που βρίσκεται στο υπ' αριθμό ... Ο.Τ. υποχρεούται να αποζημιώσει την αιτούσα της ανωτέρω αίτησης λόγω ρυμοτομίας για τα εξής εδαφικά τμήματα, ήτοι: 1) για το 1/3 του τμήματος με στοιχεία 60-63-64-89-88-87-86-83-60, ήτοι για έκταση 55,33 τ.μ., 2) για το ήμισυ του τμήματος με στοιχεία 83-84-86-83, ήτοι για έκταση 2,5 τ.μ, 3) για το τμήμα με στοιχεία 84-85-90-239-226-261-222-223-87-86-84, ήτοι για έκταση 307,82 τ.μ και 4) για το ήμισυ του τμήματος με στοιχεία 88-238-89-88, ήτοι για έκταση 0,89 τ.μ και συνολικά για έκταση 366,54 τ.μ και
V) Ο καθού η πρώτη αίτηση Δήμος Αναβύσσου, υποχρεούται να αποζημιώσει την αιτούσα της ανωτέρω αίτησης για τα εξής εδαφικά τμήματα λόγω ρυμοτομίας του οικοπέδου της,-ήτοι: 1) για το υπόλοιπο του τμήματος του οικοπέδου της που βρίσκεται στο υπ' αριθμό ... Ο.Τ με στοιχεία 205-240-208-209-212-213-214-249-254-247-246-206-205, ήτοι για έκταση 481,64 τ.μ, 2) για το υπόλοιπο του τμήματος του οικοπέδου της που βρίσκεται στο υπ' αριθμό ...
Ο.Τ με στοιχεία 103-108-239-240-241-242-243-202-203-200-106-105-104-103, ήτοι για έκταση 162,73 τ.μ, 3) για το υπόλοιπο του τμήματος του οικοπέδου της που βρίσκεται σε επαφή και εκτός του εγκεκριμένου ρυμοτομικού σχεδίου με στοιχεία 224-244-230-247-254-249-250-251-224, ήτοι για έκταση 23,88 τ.μ, 4) για το τμήμα με στοιχεία 217-219-218-217, ήτοι για έκταση 7,34 τ.μ και 5)για το τμήμα με στοιχεία 209-210-248-215-255-256-214-213-212-209, ήτοι για έκταση 215,68 τ.μ και συνολικά 891,27 τ.μ, με αποτέλεσμα η αιτούσα της πρώτης αίτησης να φέρεται με την ένδικη πράξη τακτοποίησης κλπ, που εκδόθηκε σε εκτέλεση του ανωτέρω εγκεκριμένου ρυμοτομικού σχεδίου της παραπάνω περιοχής, ως υπόχρεη και δικαιούχος αποζημίωσης των ανωτέρω ρυμοτομουμένων και απαλλοτριουμένων εδαφικών τμημάτων της ιδιοκτησίας της και των ιδιοκτησιών των ανωτέρω καθών η πρώτη αίτηση αλλά και αιτούντων, συνολικής έκτασης 2000,84τ.μ, (ήτοι 363,52 + 132,63 + 246,88+366,54+891,27), που επιμερίζεται σε έκταση των ιδιοκτησιών των καθών η πρώτη αίτηση 363,52 τ.μ και σε έκταση της ιδιοκτησίας της πρώτης αιτούσας 1.637,32 τ.μ (2000,84-363,52).
Το προαναφερόμενο με αριθμό 65 κληροτεμάχιο που αναφέρεται στην ένδικη πράξη τακτοποίησης κλπ, που αποτελεί τη ρυμοτομούμενη ιδιοκτησία της πρώτης αιτούσας, η τελευταία απέκτησε με τον εξής παράγωγο τρόπο: Ο πατέρας της Κ. Χ. του Γ., ο οποίος, με προσωρινό παραχωρητήριο του Υπουργείου Γεωργίας είχε αποκτήσει τον ευρισκόμενο στην περιοχή που επεκτάθηκε το ρυμοτομικό σχέδιο της Αναβύσσου με το ανωτέρω εγκεκριμένο ρυμοτομικό διάταγμα, γεωργικό κλήρο, αποτελούμενο από 5 τεμάχια συνολικής εκτάσεως 24.283τ.μ, μεταξύ των οποίων το τέταρτο με αριθμό 65 κατηγορίας Θ είχε έκταση 8.840 τ.μ, δυνάμει του υπ' αριθμό .../27-7-1958 προσυμφώνου συστάσεως προικός υπέρ αυτής (αιτούσας) και του μέλλοντος συζύγου της άνω αιτούσας Α.
Μ., ανέλαβε την υποχρέωση και υποσχέθηκε να συστήσει υπέρ του άνω ζεύγους προίκα, στην οποία θα περιελάμβανε και το προαναφερόμενο κληροτεμάχιο, υπό τον όρο τελέσεως του γάμου του Α. Μ. με την άνω αιτούσα εντός τριμήνου από την κατάρτιση του άνω προσυμφώνου. Ο προαναφερόμενος γεωργικός κλήρος, που περιελάμβανε με τα ανωτέρω στοιχεία και το ανωτέρω κληροτεμάχιο, περιήλθε οριστικά στον πατέρα της άνω αιτούσας με το υπ' αριθμό .../5-9-1961 οριστικό παραχωρητήριο - τίτλο ιδιοκτησίας του Διοικητή της Αγροτικής Τράπεζας της Ελλάδος, που μεταγράφηκε νόμιμα.
Ωστόσο, ο πατέρας της άνω αιτούσας δεν εκπλήρωσε την υποχρέωση του, έως το χρόνο του θανάτου του κατά την 14-4-1965, αν και ο γάμος της άνω αιτούσας με τον Α. Μ. τελέσθηκε νόμιμα στις 27-7-1958. Στην εξ αδιαθέτου κληρονομιά του πατέρα της άνω αιτούσας, στην οποία περιλαμβανόταν και το ανωτέρω κληροτεμάχιο, εγκαταστάθηκαν η τελευταία, η μητέρα αυτής και σύζυγος του κληρονομουμένου Μ.
το γένος Ι. Μ. και οι αδελφοί της Ε. και Χ. Χ. του Κ., σε ποσοστό 1/4 εξ αδιαιρέτου ο καθένας. Την ανωτέρω κληρονομιά αποδέχθηκαν οι προαναφερόμενοι κληρονόμοι με την υπ' αριθμό .../1969 πράξη δήλωσης αποδοχής κληρονομιάς του συμβ/φου Κερατέας Δ. Ανδρέου, που μεταγράφηκε νόμιμα. Περαιτέρω οι ανωτέρω συγγενείς της πρώτης αιτούσας, αν και είχαν υποχρέωση και είχαν οχληθεί προς τούτο αρνήθηκαν να προβούν στη σύσταση προικός του περιελθόντος σ' αυτούς ποσοστού 3/4 εξ αδιαιρέτου του άνω κληροτεμαχίου, με αποτέλεσμα να ασκήσει ο σύζυγος της κατ1 αυτών την από 30-11-1966 αίτηση, απευθυνόμενη στο Ειρηνοδικείο Λαυρίου και να εκδοθεί από το τελευταίο η αμετάκλητη απόφαση με αριθμό 27/1967, με την οποία υποχρεώθηκαν οι ανωτέρω τρεις κληρονόμοι σε επιχείρηση πράξεως, συνισταμένης στη σύσταση προικός, υπέρ της άνω αιτούσας και του συζύγου της, επί του άνω κληροτεμαχίου, η νομή του οποίου είχε παραχωρηθεί στο παραπάνω ζευγάρι ήδη.
από του έτους 1958. Η σύσταση της εν λόγω προίκας θεωρείται ότι συντελέσθηκε με την επελθούσα τελεσιδικία της άνω απόφασης (βλ. άρθρο 882 της ισχύουσας κατά το έτος 1967 Πολιτικής Δικονομίας), δεδομένου ότι οι ανωτέρω κληρονόμοι αν και προσκλήθηκαν νομίμως αρνήθηκαν να επιχειρήσουν την πράξη που τους διέταξε η ανωτέρω απόφαση του Ειρηνοδικείου, την οποία μετέγραψε νόμιμα η ανωτέρω αιτούσα, με αποτέλεσμα να περιέλθει στην τελευταία και στο σύζυγο της και το υπόλοιπο ποσοστό 3/4 της εξ αδιαιρέτου κυριότητας του κληροτεμαχίου αυτού και να φέρεται με τον τρόπο αυτόν η αιτούσα ως αποκλειστική κυρία αυτού μετά την κατά το έτος 1983 κατάργηση του θεσμού της προίκας (άρθρο 15 του ν. 1329/1983), με τη σημείωση ότι η έκταση αυτού (κληροτεμαχίου) περιορίσθηκε στα 8.341 τ.μ, επειδή το ανωτέρω ζεύγος κατόπιν αδείας του δικαστηρίου μεταβίβασε λόγω πωλήσεως τμήμα αυτού από 499 τ.μ με το υπ' αριθμό .../5-4-1969 συμβόλαιο του ανωτέρω συμβ/φου, που μεταγράφηκε νόμιμα.
Ωστόσο, από τα προαναφερόμενα αποδεικτικά στοιχεία σε συνδυασμό προς την ανωτέρω από 22-9-2001 τεχνική έκθεση του πολιτικού μηχανικού Κ. Κ., ο οποίος περιγράφοντας τη θέση που βρίσκεται η ανωτέρω ρυμοτομούμενη ιδιοκτησία αναφέρει ότι: " Η κατασκευή και λειτουργία της λεωφόρου συντέλεσε ώστε ευκατάστατοι πολίτες οι οποίοι οργανώθηκαν στον οικοδομικό συνεταιρισμό Αττική (Συνεταιρισμός Αττικής Συν.ΠΕ) αγόρασαν γη από ιδιώτες στην περιοχή του ...
πολεοδομώντας την περιοχή και εντάσσοντας την στο σχέδιο πόλης με μεγάλες πλατείες, μεγάλους δρόμους και έργα υποδομής", προκύπτει ότι την πρωτοβουλία για την ένταξη της περιοχής που βρίσκεται και το επίδικο κληροτεμάχιο της αιτούσας της πρώτης αίτησης, αλλά και οι λοιπές ιδιοκτησίες των λοιπών διαδίκων, στο ρυμοτομικό σχέδιο της Αναβύσσου και την έγκριση του τελευταίου, είχε ο ανωτέρω συνεταιρισμός και μάλιστα ότι το επίδικο ρυμοτομικό διάταγμα εγκρίθηκε από τις αρμόδιες υπηρεσίες του δημοσίου, αφού έλαβαν υπόψη τους τα σχεδιαγράμματα που υποβλήθηκαν από τον ανωτέρω οικοδομικό συνεταιρισμό (βλ.
την ανωτέρω τεχνική και ειδικότερα την έκφραση "πολεοδομώντας την περιοχή" σε συνδυασμό με την προαναφερόμενη περικοπή της ένδικης πράξεως τακτοποίησης και κλπ κατά την οποία: "Έχοντας υπόψη τις διατάξεις : 1) ..., 10) Το Π.Δ. από 22-2-1965 (ΦΕΚ 47 Δ23-3-1965), με το οποίο εγκρίθηκε το ρυμοτομικό σχέδιο του Οικοδομικού Συνεταιρισμού "Η Αττική").
Μάλιστα, ο ανωτέρω συνεταιρισμός, προκειμένου να επεκταθεί το ρυμοτομικό σχέδιο και στην άνω περιοχή που βρίσκονται οι ιδιοκτησίες των διαδίκων, παραιτήθηκε ρητώς και κατηγορηματικώς των δικαιωμάτων αυτού και των μελών του από; την κυριότητα και από όλα γενικώς τα δικαιώματα που συνοδεύουν τα εδαφικά τμήματα που προορίζονται για τη δημιουργία κοινοχρήστων χώρων (δρόμοι, πλατείες κλπ), όπως προκύπτει από την προαναφερόμενη με αριθμό 46/1963 πράξη - απόφαση του κοινοτικού συμβουλίου της τέως κοινότητας Αναβύσσου.
Μέχρι τη δημοσίευση του εγκριτικού του ρυμοτομικού σχεδίου διατάγματος, δηλαδή μέχρι την 23-3-1965, ούτε ο πατέρας της πρώτης αιτούσας, ο οποίος εξακολουθούσε έως τότε τουλάχιστον από την οριστική παραχώρηση του ανωτέρω γεωργικού κλήρου και του επίδικου κληροτεμαχίου, δηλαδή από 5-9-1961, να είναι κύριος του τελευταίου, κυρίως, αλλά ούτε και η αιτούσα ή ο σύζυγος αυτής, στους οποίους είχε παραχωρηθεί από του έτους 1958 η νομή του επιδίκου κληροτεμαχίου, αμφισβήτησαν ή εναντιώθηκαν με οποιονδήποτε τρόπο στην έγκριση του ρυμοτομικού σχεδίου, με αποτέλεσμα να θεωρείται κατ' αμάχητο τεκμήριο ότι παραιτήθηκαν των δικαιωμάτων της κυριότητας, της νομής και κατοχής και εκ παντός δικαιώματος αυτών επί των εδαφικών εκτάσεων, οι οποίες προβλέπονταν από το ρυμοτομικό σχέδιο για τη δημιουργία κοινοχρήστων χώρων, οι οποίοι με τη σειρά τους περιήλθαν αυτοδικαίως και χωρίς ανάγκη άλλης διαδικασίας στην τέως Κοινότητα Αναβύσσου, σύμφωνα με τις προαναφερόμενες διατάξεις του ν.
δτος 690/1948 και των άρθρων 966 - 968 του Α.Κ, δεδομένου ότι τα τρία προαναφερόμενα πρόσωπα δεν περιλαμβάνονται στα πρόσωπα, που εναντιώθηκαν στις ρυθμίσεις του ρυμοτομικού σχεδίου (Βλ. προαναφερόμενη με αριθμό 10/1964 πράξη-απόφαση του τέως Κοινοτικού Συμβουλίου Αναβύσσου). Η ρύθμιση αυτή του ν. δτος 690/1948, δεν είναι αντίθετη στην παρεχόμενη από το σύνταγμα (άρθρο 17) προστασία της ιδιοκτησίας, διότι με αυτή (ρύθμιση) δεν επιβάλλεται αναγκαστική στέρηση της τελευταίας επί των ακίνητων που καθίστανται κοινής χρήσεως, αλλά η απώλεια της είναι απόρροια της ελεύθερης βουλήσεως του ιδιοκτήτη - επισπεύδοντος με την ευρύτερη του όρου έννοια, που δόθηκε στην αρχή της παρούσας σκέψεως, ακόμη και αν υποτεθεί ότι αυτή (βούληση) συνάγεται εμμέσως από τις ενέργειες ή παραλείψεις του, όπως στην εξεταζόμενη περίπτωση (ΣτΕ 889/1994 Ολ.ΣτΕ 744/1987).
Περαιτέρω η αιτούσα της πρώτης αίτησης δεν αμφισβητεί, ότι η ανωτέρω ρυμοτομούμενη και απαλλοτριούμενη εδαφική έκταση του αγροτεμαχίου με αριθμό 65, η οποία ανέρχεται σε 1.637,32 τ.μ. και για την οποία φέρονται ως υπόχρεοι προς αποζημίωση όλοι οι καθών στρέφεται η πρώτη αίτηση, πλην του τελευταίου συνεταιρισμού με την επωνυμία "ΣΥΝΕΤΑΙΡΙΣΜΟΣ ΑΤΤΙΚΗ ΣΥΝ.Π.Ε", προορίζεται για τη δημιουργία κοινοχρήστων χώρων.
Επομένως, η ανωτέρω έκταση, αλλά και η υπόλοιπη από 363,52 τ.μ, για την οποία φέρεται να είναι υπόχρεη προς αποζημίωση η άνω αιτούσα, δεν ανήκε, ούτε ανήκει στην κυριότητα της τελευταίας αλλά είναι κοινόχρηστη και ως εκ τούτου ανήκει στην κυριότητα του Δήμου Αναβύσσου την οποία απέκτησε αυτοδικαίως από τη δημοσίευση του από 22-2-1965 εγκριτικού του σχεδίου της άνω περιοχής διατάγματος, ήτοι από 23-3-1965, και ουδέποτε απώλεσε, εφόσον δεν προκύπτει ότι παραιτήθηκε από το εν λόγω δικαίωμα του με σχετική μονομερή μη απευθυντέα δικαιοπραξία, περιβληθείσα τον τύπο συμβολαιογραφικού εγγράφου, νόμιμα μεταγεγραμμένου, ήτοι ότι παραιτήθηκε σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 369, 966, 967, 968 και 1192 του Α.Κ. (Α.Π. 308/1997).
Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, το δικαστήριο κρίνει ότι η αιτούσα της πρώτης αίτησης, λόγω της ανυπαρξίας εμπραγμάτου δικαιώματος αυτής στην προαναφερόμενη απαλλοτριωθείσα λόγω ρυμοτομίας συνολική εδαφική έκταση των 2000,84 τ.μ, χωρίς έννομο συμφέρον επιδιώκει τον καθορισμό οριστικής μονάδος αποζημίωσης για την έκταση αυτή, με αποτέλεσμα η ανωτέρω αίτηση να κρίνεται απορριπτέα ως απαράδεκτη, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 70, 73 ΚΠολΔ και 18 παρ. 1 εδ.
β του ΚΑΑΑ. Λόγω της απόρριψης της ανωτέρω αίτησης ως απαράδεκτης, οι συνεκδικαζόμενες με αυτή δύο ανταιτήσεις πρέπει επίσης να απορριφθούν ως απαράδεκτες, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 20 παρ. 5 του ΚΑΑΑ (Βλ. Α.Π. 1120/2006 ΤΝΠ Νόμος). Αντίθετα, με βάση τα ανωτέρω πραγματικά περιστατικά το δικαστήριο κρίνει ότι οι λοιπές συνεκδικαζόμενες τρεις αιτήσεις πρέπει να γίνουν δεκτές ως βάσιμες και από ουσιαστική άποψη κατά την κυρία τους βάση και να αναγνωρισθεί ότι οι αιτούντες των ανωτέρω τριών αιτήσεων δεν έχουν υποχρέωση προς αποζημίωση της καθής αυτές (αιτήσεις) απευθύνονται και αιτούσας της πρώτης αίτησης για τις εδαφικές εκτάσεις, οι οποίες για τον καθένα αιτούντα αναφέρονται αναλυτικά παραπάνω".
Το Εφετείο με το να απορρίψει με τις ανωτέρω σκέψεις την αίτηση της αναιρεσείουσας για έλλειψη εννόμου συμφέροντος στο πρόσωπο της από το γεγονός ότι σιωπηρά παραιτήθηκε των δικαιωμάτων της επί των ρυμοτομουμένων εδαφικών εκτάσεων κατ' εφαρμογή του άρθρου 1 του ν.δ. 690/1948 ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε, τις εφαρμοσθείσες ως άνω ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 1 του ν.δ. 690/1948, 966, 967, 968, 969, 970 και 971 του Α.Κ.
καθόσον τα ανελέγκτως πιο πάνω δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά ότι τόσο ο δικαιοπάροχος της αιτούσας πατέρας της όσο και η ίδια μέχρι τη δημοσίευση του εγκριτικού του ρυμοτομικού σχεδίου διατάγματος δηλαδή μέχρι την 23-3-1965, ουδέποτε αμφισβήτησαν ή εναντιώθηκαν στην έγκριση του ρυμοτομικού σχεδίου, ώστε κατ' αμάχητο τεκμήριο παραιτήθηκαν των δικαιωμάτων τους πληρούν το πραγματικό των νομικών εννοιών της κατ' αμάχητο τεκμήριο παραίτησης και δικαιολογούν την απόρριψη της αίτησης της αναιρεσείουσας και την παραδοχή των αντιθέτων αρνητικών ανταιτήσεων των αναιρεσιβλήτων ότι δεν υποχρεούνται σε αποζημίωση της αναιρεσείουσας.
Εξ άλλου, η προσβαλλόμενη με τις προαναφερθείσες παραδοχές της δεν παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 17 παρ.1 και 2, 20 παρ.1 και 4 παρ.1 του ισχύοντος Συντάγματος, 1 του πρόσθετου πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής Σύμβασης και 6 της ΕΣΔΑ. Επομένως, τα όσα αντίθετα υποστηρίζει η αναιρεσείουσα, με τον πρώτο, τρίτο και τέταρτο κατά ένα μέρος τους, λόγους του αναιρετηρίου, με τους οποίους αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθ.1 του άρθρ. 559 του ΚΠολΔ κρίνονται αβάσιμα και απορριπτέα, όπως και οι αντίστοιχοι λόγοι αναίρεσης.
Από τις ίδιες πιο πάνω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα προκύπτει ότι έχει νόμιμη βάση, και δη την απαιτούμενη αιτιολογία γιατί καλύπτεται χωρίς λογικά κενά και αντιφάσεις και με πληρότητα και σαφήνεια, χωρίς να χρειαζόταν οποιαδήποτε άλλη περαιτέρω παραδοχή, το πραγματικό των εφαρμοστέων εδώ κανόνων ουσιαστικού δικαίου των ίδιων πιο πάνω διατάξεων, τους οποίους η προσβαλλόμενη απόφαση δεν παραβίασε εκ πλαγίου με ανεπαρκείς αιτιολογίες, ενώ δεν ήταν αναγκαία η παράθεση και άλλων.
Επομένως, τα όσα αντίθετα υποστηρίζει, η αναιρεσείουσα με τους δεύτερο, τρίτο και τέταρτο, κατά το άλλο μέρος τους λόγους του αναιρετηρίου, με τους οποίους αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθ. 19 του αρθ. 559 του ΚΠολΔ κρίνονται αβάσιμα.
Εξ άλλου, οι ίδιοι δεύτερος, τρίτος και τέταρτος λόγοι της αναίρεσης κατά την σ' αυτούς κατά το άλλο μέρος τους περιλαμβανόμενη αιτίαση από τις διατάξεις των άρθρων 559 αριθ. 19 και 561 του ΚΠολΔ ότι υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης ή ανεπάρκεια των αιτιολογιών της προσβαλλόμενης απόφασης, σχετικά με την εκτίμηση των αποδείξεων, που αφορούν το ίδιο πιο πάνω προαναφερόμενο κρίσιμο ζήτημα του κατά πόσον δηλαδή η αναιρεσείουσα παραιτήθηκε σιωπηρά κατ' εφαρμογή του άρθρου 1 του ν.δ. 690/1948 των οποιονδήποτε δικαιωμάτων της επί των επιδίκων ρυμοτομουμένων εδαφικών τμημάτων και τα αντίστοιχα επιχειρήματα της αναιρεσείουσας και τα περί του αντιθέτου επιχειρήματα των αναιρεσιβλήτων, που έχουν σχέση με το τελικό αποδεικτικό πόρισμα στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο, και βρίσκονται κατά την αναιρεσείουσα σε αντίθεση:
α) με το ότι η ίδια και ο δικαιοπάροχος πατέρα της αγνοούσαν τη δημοσίευση-έγκριση του ρυμοτομικού διατάγματος, β) ούτε η ίδια ούτε ο πατέρας της ή ο σύζυγός της υπήρξαν μέλη του Συνεταιρισμού που επέσπευσε την έγκριση του ρυμοτομικού διατάγματος και γ) ότι η έκταση συνολικά των ρυμοτουμένων τμημάτων της 2000 τ.μ.
δημιουργεί ανισότητα σε σχέση με τους υπόλοιπους ιδιοκτήτες είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι αφού κατά τα προεκτιθέμενα, το από τις αποδείξεις πόρισμα εκτίθεται με σαφήνεια, πειστικότητα και κατά λογική ακολουθία τρόπο στην προσβαλλόμενη απόφαση, κατά τις προαναφερθείσες παραδοχές της με τους ίδιους δε λόγους κατά τα λοιπά, εκ του περιεχομένου των οποίων δεν συντρέχει εξαιρετική περίπτωση από εκείνες του αρθρ. 561 παρ.1 του ΚΠολΔ, πλήττεται πλέον, μέσω των προαναφερομένων επιχειρημάτων της αναιρεσείουσας, η ουσία αποκλειστικά της υπόθεσης, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.
Τέλος η προσβαλλόμενη απόφαση με το να απορρίψει με τις προαναφερθείσες αιτιολογίες την αίτηση της αναιρεσείουσας για έλλειψη εννόμου συμφέροντος δεν εκήρυξε παρά το νόμο απαράδεκτο και επομένως ο δεύτερος λόγος της αίτησης αναίρεσης κατά το άλλο μέρος του υπό την επίκληση πλημμέλειας από τον αριθ.14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ κρίνεται αβάσιμος.
Κατ' ακολουθία των ανωτέρω πρέπει ν' απορριφθεί και η κρινομένη αίτηση αναιρέσεως, καταδικασθεί δε η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα των παρόντων αναιρεσιβλήτων λόγω της ήττας τους (άρθρ. 183 Κ.Πολ.Δ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 25-4-2012 αίτηση αναιρέσεως της Κ. Μ. για αναίρεση της υπ' αριθ. 6098/2011 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη των παρόντων αναιρεσιβλήτων εκ δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 8 Μαρτίου 2013.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 12 Απριλίου 2013.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ