Legislator Case Law & Legislation
664/2007 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds regarding service of writs and contractual notice periods.

Case Number 664/2007
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the First Instance Court's rejection of her objection to a payment order. The appellant argued the objection was untimely, but the lower court found it was filed after the statutory 15-day and 10-day periods following two separate service dates. The court upheld this decision, noting that the contractual clause appointing the bank secretary as a substitute defendant did not mandate service on the bank itself, and the appointment of a public official as a substitute defendant was legally ineffective.

Legislator headnote

AI generated

Articles 632(1) and 633(2) of the Code of Civil Procedure; Article 142(4) of the Code of Civil Procedure: An objection must be filed within the strict statutory period following service; a contractual clause appointing a specific person as a substitute defendant does not extend this period unless explicitly stated, and the appointment of a public official as a substitute defendant is legally ineffective.

Keywords

AI generated
objection to payment order statutory time limits service of process substitute defendant contractual notice procedural inadmissibility code of civil procedure

Cited Legislation

AI generated
Article 632(1) of the Code of Civil Procedure
Article 633(2) of the Code of Civil Procedure
Article 142(4) of the Code of Civil Procedure
Article 559(14) of the Code of Civil Procedure
Article 559(19) of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
Supreme Court 372/1975

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 664 / 2007 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 664/2007

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Χλαμπουτάκη, Αντιπρόεδρο, Νικόλαο Κασσαβέτη, Ιωάννη Παπανικολάου, Ρένα Ασημακοπούλου και Χαράλαμπο Ζώη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 15 Ιανουαρίου 2007, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: ..... η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Αθανασόπουλο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.

Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ" που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Αικατερίνη Θεοφανοπούλου.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15-3-2000 ανακοπή και τους από 25-11-2000 πρόσθετους λόγους ανακοπής, της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Πειραιά. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2988/2002 του ίδιου Δικαστηρίου και 90/2005 του Εφετείου Πειραιώς. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητά η αναιρεσείουσα με την από 4-1-2007 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ρένα Ασημακοπούλου ανέγνωσε την από 4-1-2007 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση του δικαστηρίου αυτού Αρεοπαγίτη Δημητρίου Δαλιάνη, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινομένης αίτησης αναίρεσης. Η πληρεξούσια της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις διατάξεις των άρθρων 632 παρ.1 και 633 παρ.2 ΚΠολΔ προκύπτει ότι εκείνος κατά του οποίου έχει εκδοθεί διαταγή πληρωμής δικαιούται, εντός δέκα πέντε εργασίμων ημερών από την επίδοσή της, να ασκήσει κατ' αυτής ανακοπή, σε περίπτωση δε παρελεύσεως άπρακτης της εν λόγω προθεσμίας και εφόσον του επιδοθεί εκ νέου η διαταγή πληρωμής, έχει το δικαίωμα να ασκήσει ανακοπή εντός προθεσμίας δέκα εργασίμων ημερών από τη νέα επίδοση.

Εξάλλου, η παράγραφος 4 του άρθρου 142 του ΚΠολΔ ορίζει στο εδάφιο α' ότι "μπορεί να διοριστεί έγκυρα αντίκλητος και με ρήτρα σε σύμβαση", στο εδάφιο β' ότι "στον αντίκλητο που διορίστηκε με τον τρόπο αυτόν, και μάλιστα στη διεύθυνσή του που αναφέρεται στη σύμβαση, ύστερα από παραγγελία του αντισυμβαλλομένου ή των καθολικών ή ειδικών διαδόχων του, γίνεται η επίδοση όλων των εξώδικων ή διαδικαστικών πράξεων που έχουν σχέση με τη σύμβαση, στις οποίες περιλαμβάνονται και οι αποφάσεις ή πράξεις που επιβάλλουν αυτοπρόσωπη ενέργεια από τον παραλήπτη της επίδοσης, εκτός αν η σύμβαση έχει ρητά διαφορετική ρύθμιση" και στο εδάφιο γ' ότι "σε περίπτωση αμφιβολίας η επίδοση στον αντίκλητο που διορίστηκε με σύμβαση είναι δυνητική".

Στο τελευταίο τούτο εδάφιο περιέχεται ενδοτικού δικαίου ειδικός ερμηνευτικός κανόνας, κατά τον οποίο, αν από τη σχετική ρήτρα της συμβάσεως δεν προκύπτει με σαφήνεια συμφωνία των συμβαλλομένων περί επιδόσεως των άνω πράξεων, υποχρεωτικώς, στον αντίκλητο, τότε η επίδοσή τους μπορεί κατ' επιλογή του επισπεύδοντος, να γίνει εγκύρως είτε στον αντίδικό του είτε (και) στον αντίκλητο.

Περαιτέρω, προκειμένου να υπάρχει πραγματική δυνατότητα περιελεύσεως του επιδιδόμενου εγγράφου στον ενδιαφερόμενου, πρέπει να γίνει δεκτό ότι συμβατικός αντίκλητος, κατά την έννοια του άρθρου 142 παρ.4 ΚΠολΔ, μπορεί να διορισθεί μόνο συγκεκριμένο πρόσωπο ειδικώς προσδιοριζόμενο και όχι απροσώπως ο εκάστοτε φορέας δημόσιας αρχής, όπως ο γραμματέας ορισμένου δικαστηρίου υπό την ιδιότητά του αυτή (Ολ.ΑΠ 372/1975).

Εν προκειμένω, με την προσβαλλόμενη απόφαση απερρίφθη η κατά της αναιρεσίβλητης Τράπεζας από 23-4-2003 έφεση της αναιρεσείουσας κατά της πρωτόδικης αποφάσεως, με την οποία η από 15-3-2000 ανακοπή της αναιρεσείουσας κατά της εκδοθείσας σε βάρος της και υπέρ της αναιρεσίβλητης 10/1997 διαταγής πληρωμής του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς είχε απορριφθεί ως απαράδεκτη, διότι ασκήθηκε στις 20-3-2000, ήτοι μετά την παρέλευση των προβλεπόμενων στα άρθρα 632 παρ.1 και 633 παρ.2 ΚΠολΔ προθεσμιών (δεκαπενθήμερης και δεκαήμερης αντιστοίχως) από τις δύο επιδόσεις της εν λόγω διαταγής, που έγιναν προς την αναιρεσείουσα στις 11-2-1997 (η πρώτη) και 24-3-1997 (η δεύτερη).

Στην απόρριψη της εφέσεως κατέληξε το εφετείο, κρίνοντας ότι ναι μεν στην αποτελούσα τη βάση εκδόσεως της άνω διαταγής πληρωμής και καταρτισθείσα μεταξύ της αναιρεσίβλητης (ως δανείστριας) και της εταιρείας "MAINE SHIPPING S.A" (ως δανειοληπτριας) από 14-7-1989 σύμβαση δανείου, την οποία έχει υπογράψει και η αναιρεσείουσα (ως εγγυήτρια), περιέχεται ο όρος ότι "ο δανειζόμενος και ο εγγυητής δηλούν ότι διορίζουν και καθιστούν δια της παρούσης συμβάσεως αντίκλητον την ....

και τον Γραμματέα των εν Πειραιεί Πρωτοδικών εις ένα εκ των οποίων κατ' επιλογήν της Τράπεζας θα κοινοποιείται παν σχετικόν προς την παρούσα σύμβαση έγγραφον απευθυνόμενον αυτοίς", πλην όμως εφόσον οι ανωτέρω δύο επιδόσεις της διαταγής πληρωμής εγκύρως έγιναν μόνο στην ίδια την αναιρεσείουσα δεν ήταν υποχρεωτική για την αναιρεσίβλητη η επίδοση και στους διορισμένους αντικλήτους, αφού κάτι τέτοιο δεν αναφέρεται ρητώς στον εν λόγω συμβατικό όρο, ενώ ως προς τον Γραμματέα του Πρωτοδικείου Πειραιώς, ο διορισμός αυτού ως αντικλήτου, με μόνη την ιδιότητά του ως φορέα δημόσιας αρχής "λογίζεται ως μη γενόμενος", στερούμενος εννόμων συνεπειών.

Με την κρίση του αυτή το εφετείο δεν υπέπεσε στην προβλεπόμενη από το άρθρο 559 αρ.14 ΚΠολΔ πλημμέλεια της παρά τον νόμο κηρύξεως απαράδεκτης της ανακοπής. Επομένως, ο πρώτος λόγος του αναιρετηρίου με τον οποίο, κατ' εκτίμηση, αποδίδεται στο εφετείο η ανωτέρω πλημμέλεια, είναι αβάσιμος. Ο δεύτερος λόγος, με τον οποίο-υπό την επίκληση του άρθρου 559 αρ.19 ΚΠολΔ-ψέγεται το εφετείο για ανεπαρκή αιτιολόγηση της προαναφερθείσας κρίσεώς του, είναι απαράδεκτος, διότι η απόρριψη της ανακοπής ως εκπρόθεσμης και εντεύθεν απαράδεκτης αποκλείει την ίδρυση του λόγου τούτου.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 18-11-2005 αίτηση της .... για αναίρεση της υπ'αριθμ. 90/2005 αποφάσεως του Εφετείου Πειραιώς.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, την οποία ορίζει σε χίλια εκατόν εβδομήντα (1170) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 21 Φεβρουαρίου 2007.

Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο στις 26 Μαρτίου 2007.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ