Legislator Case Law & Legislation
664/2006 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds and failure to cite evidence clearly in civil case.

Case Number 664/2006
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court rejected the appeal filed by three individuals against a Court of First Instance decision regarding property inheritance. The appellants argued that the Court of Appeal had improperly considered tax declarations and a 1976 distribution agreement without proper citation during the hearing. The court found that the respondent had clearly cited these documents in her own submissions, rendering the appeal arguments baseless.

Legislator headnote

AI generated

Art. 559 para. 11 lit. b C.P.D.; Art. 240 C.P.D.: An appeal based on the failure to cite evidence is inadmissible if the evidence was clearly and specifically invoked by the opposing party in their submissions.

Keywords

AI generated
Civil Procedure Code Appeal Admissibility Evidence Citation Tax Declarations Inheritance Dispute Procedural Default Specific Invocation

Cited Legislation

AI generated
Art. 559 para. 11 lit. b C.P.D.
Art. 240 C.P.D.
Art. 106 C.P.D.
Art. 237 C.P.D.
Art. 346 C.P.D.
Art. 453 para. 1 C.P.D.
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 664 / 2006 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 664/2006

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Γκιάφη, Αντιπρόεδρο, Αλέξανδρο Κασιώλα, Χαράλαμπο Αντωνιάδη, Γεώργιο Φώσκολο και Βασίλειο Νικόπουλο, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 15 Φεβρουαρίου 2006, με την παρουσία και της γραμματέως Γραμματικής Κονταξή, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων : 1) Γ. Σ. του Α., κατοίκου ..., 2) Α. Σ. του Γ., κατοίκου ... και 3) Α. Σ. του Γ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Ράνια Μπουρδάκη.

Της αναιρεσίβλητης : Ά. χήρας Σ. Β. και νυν συζύγου Ε. Ζ., το γένος Ε. Π., κατοίκου ..., που δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15-7-1999 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Χανίων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 139/2002 του ίδιου Δικαστηρίου και 319/2003 του Εφετείου Κρήτης. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 4-9-2003 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκαν μόνο οι αναιρεσείοντες όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Αλέξανδρος Κασιώλας ανέγνωσε την από 27-12-2004 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την αναίρεση της προσβαλλομένης αποφάσεως.

Η πληρεξούσια των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη της αντιδίκου στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή, από τις διατάξεις του άρθρου 576 παρ. 1, 2 και 3 του Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι, αν κάποιος από τους διαδίκους δεν εμφανιστεί κατά τη συζήτηση της υποθέσεως ή εμφανιστεί και δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο 'Αρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως ποιος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο απολειπόμενος διάδικος, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι, αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικός του, τότε ερευνάται αν ο απολειπόμενος, ή ο μη παριστάμενος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα.

Αν η κλήση για συζήτηση δεν επιδόθηκε ή επιδόθηκε αλλά όχι νόμιμα και εμπρόθεσμα ο 'Αρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση και η υπόθεση επαναφέρεται με νέα κλήση. Εξάλλου, κατά τη γενική διάταξη του άρθρου 226 παρ. 1 εδ. 3 και 4 Κ.Πολ.Δ., αν η συζήτηση αναβληθεί, ο γραμματέας είναι υποχρεωμένος αμέσως μετά το τέλος της συνεδριάσεως να μεταφέρει την υπόθεση στη σειρά των υποθέσεων που πρέπει να συζητηθούν κατά τη δικάσιμο που ορίστηκε.

Κλήση του διαδίκου για εμφάνιση στη δικάσιμο αυτή δεν χρειάζεται και η αναγραφή της υποθέσεως στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων. Κατά την έννοια της τελευταίας αυτής διατάξεως, η αναβολή της συζητήσεως και η εγγραφή αυτής στο πινάκιο του δικαστηρίου για τη μετ' αναβολή δικάσιμο, ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων για τη δικάσιμο αυτήν και επομένως δεν χρειάζεται νέα κλήση του διαδίκου, όταν ο απολειπόμενος κατά τη μετ' αναβολή δικάσιμο διάδικος, είχε νομίμως κλητευθεί να παραστεί κατά τη δικάσιμο κατά την οποία αναβλήθηκε η συζήτηση, ή είχε παραστεί νομίμως κατά την ίδια δικάσιμο, και επομένως με τη νόμιμη παράσταση και μη εναντίωσή του καλύφθηκε τυχόν ακυρότητα της κλητεύσεώς του κατά την αρχική δικάσιμο.

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα έγγραφα της δικογραφίας, οι αναιρεσείοντες είχαν επισπεύσει τη συζήτηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης για τη δικάσιμο της 19ης Ιανουαρίου 2005, που με επιμέλειά τους είχε αρχικώς ορισθεί, ενώ με παραγγελία του πληρεξουσίου τους δικηγόρου επιδόθηκε στην αναιρεσίβλητη, στις 4-1-2005, επικυρωμένο αντίγραφο της αίτησης αναίρεσης, με την περιλαμβανομένη σ' αυτή πράξη, με την οποία ορίσθηκε ως ημέρα για συζήτηση αυτής η παραπάνω δικάσιμος (βλ.

προσκ. υπ' αριθ. ... έκθεση επιδόσεως δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Χανίων Μ. Γ. - Κ.). Η κλήτευση αυτή δεν είναι εμπρόθεσμη, αφού δεν έγινε τουλάχιστον εξήντα ημέρες πριν από τη δικάσιμο, όπως επιτάσσει η διάταξη του άρθρου 568 παρ. 4 Κ.Πολ.Δ. πλην όμως η αναιρεσίβλητη παραστάθηκε κατά την παραπάνω δικάσιμο, δια του πληρεξουσίου δικηγόρου της Ευθύμιου Ευθυμιάδη, τον οποίο είχε διορίσει με το υπ' αριθ. ...

ειδικό πληρεξούσιο της συμβολαιογράφου Χανίων Γεωργίας Καβρουλάκη - Κακαβελάκη, που υπάρχει στη δικογραφία, χωρίς να εναντιωθεί για τη μη εμπρόθεσμη κλήτευσή της, η δε συζήτηση της υποθέσεως αναβλήθηκε για τη σημερινή δικάσιμο. Επομένως, εφόσον η αναιρεσίβλητη δεν εμφανίσθηκε κατά την τελευταία δικάσιμο, κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε νομίμως από τη σειρά του οικείου πινακίου, πρέπει, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 576 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., να προχωρήσει η συζήτηση της υπόθεσης παρά την απουσία της.

Επειδή, το ορισμένο ή το αόριστο της αγωγής ως προς την πληρότητα ή μη της περιγραφής σ' αυτήν των πραγματικών περιστατικών που απαρτίζουν την ιστορική αιτία αυτής, εκτιμά κυριαρχικώς το δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν τούτο έλαβε γεγονότα μη διαλαμβανόμενα στην αγωγή, που ασκούν επιρροή στην κρίση του επί της νομικής βασιμότητας αυτής ή αντιθέτως δεν έλαβε υπόψη τέτοια γεγονότα, καίτοι περιείχοντο στην αγωγή, οπότε υπάρχει ο από τον αριθ. 8 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ.

λόγος αναιρέσεως. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το δικόγραφο της ένδικης αγωγής της αναιρεσίβλητης, το οποίο εκτιμά, κατ' άρθρον 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., ως διαδικαστικό έγγραφο ο 'Αρειος Πάγος, η αναιρεσίβλητη ισχυρίστηκε τα εξής : Ότι τυγχάνει αποκλειστική κυρία, νομέας και κάτοχος ενός αγροτεμαχίου, εκτάσεως 5.500 τ.μ., που βρίσκεται στη θέση "..." της κτηματικής περιφέρειας της Κοινότητας ...

Ακρωτηρίου του Νομού Χανίων και συνορεύει βορείως με ιδιοκτησία Α., νοτίως με ιδιοκτησία των εναγομένων και ήδη αναιρεσειόντων, ανατολικώς με ιδιοκτησία Μ. Γ. και Ιεράς Μονής Αγίας Τριάδος και δυτικώς με ιδιοκτησία Κ., διαχωρίζεται δε σε δύο τεμάχια από ένα παλαιό μονοπάτι, το οποίο διανοίχθηκε περίπου προ δεκαετίας και δημιουργήθηκε αγροτικός δρόμος, πλάτους 3 μέτρων ο οποίος οδηγεί στην ..., και τα οποία τεμάχια εμφαίνονται στο επισυναπτόμενο σ' αυτήν (αγωγή) από 20-11-1996 τοπογραφικό διάγραμμα του πολιτικού μηχανικού Χανίων Γ.

Β., με τα στοιχεία Α και Β', ήτοι το μεν Α τεμάχιο με τα στοιχεία Α-Β-Γ-Δ-Ε-Ζ-Η-Θ-Ι-Α, εκτάσεως 4.052,87 τ.μ., το δε Β' τεμάχιο, που είναι επίδικο, με τα στοιχεία Ο-Κ-Λ-Μ-Ν-Ξ-Ο, εκτάσεως 1.496,75 τ.μ., το οποίο συνορεύει βορείως με αγροτική οδό ... - ... ύπερθεν της οποίας κείται το ως άνω Α' τεμάχιο της ιδιοκτησίας της), νοτίως με ιδιοκτησία αναιρεσιβλήτων, ανατολικώς με ιδιοκτησία Μ.

Γ. και Ιεράς Μονής Αγίας Τριάδος και δυτικώς με ιδιοκτησία κληρονόμων Κ.. Ότι το όλο παραπάνω ακίνητο ανήκε στον πατέρα της Ε. Π., ο οποίος κατείχε και νεμόταν αυτό από το έτος 1939, ασκώντας σ' αυτό τις αναφερόμενες πράξεις νομής, μετά δε τον κατά το έτος 1974 θάνατο αυτού και ύστερα από άτυπη διανομή που έγινε μεταξύ αυτής και των συγκληρονόμων αδελφών της περιήλθε σ' αυτήν, η οποία συνέχισε τις αναφερόμενες πράξεις νομής, μάλιστα δε κατά το έτος 1996 το ως άνω Β' τεμάχιο περιέφραξε με συρματόπλεγμα, και ότι κατά τον μήνα Δεκέμβριο του έτους 1996 η δικαιοπάροχος των εναγομένων Α.

συζ. Α. Σ. προέβη στην αφαίρεση του συρματοπλέγματος από το ως άνω Β' τεμάχιο και κατέλαβε αυτό, στη συνέχεια δε με το ... συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Χανίων Βασιλικής Ορφανουδάκη μεταβίβασε αυτό στους εναγομένους και ειδικότερα εις μεν τον πρώτο, λόγω γονικής παροχής, κατ' επικαρπία, εις δε τους δεύτερο και τρίτο, λόγω δωρεάς, κατά ψιλή κυριότητα, οι οποίοι έκτοτε και κατέχουν αυτό, αρνούμενη την κυριότητά της επ' αυτού.

Με βάση τα περιστατικά αυτά ζήτησε να αναγνωρισθεί η κυριότητά της επί του παραπάνω τεμαχίου, την οποία απέκτησε με έκτακτη χρησικτησία, και να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι να της το αποδώσουν. Εξάλλου, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση το Εφετείο δέχθηκε τα εξής : Η ενάγουσα είναι κυρία ενός αγροτεμαχίου, εκτάσεως περίπου 5.000 τ.μ., που βρίσκεται στη θέση "..." της κοινότητας ...

Ακρωτηρίου και συνορεύει βόρεια με ιδιοκτησία Α., νότια με ιδιοκτησία εναγομένων και πέραν αυτής με ιδιοκτησία Δ. Λ., ανατολικά με ιδιοκτησία εν μέρει Μ. Γ. και εν μέρει εναγομένων και δυτικά με ιδιοκτησία εν μέρει Κ. και εν μέρει εναγομένων. Το ακίνητο αυτό διαχωριζόταν από ένα παλαιό μονοπάτι σε δύο τμήματα, ένα βόρειο και ένα νότιο. 'Ηδη το μονοπάτι αυτό από του έτους 1980 έχει διαπλατυνθεί από την κοινότητα ...

και έχει διαμορφωθεί σε αγροτικό δρόμο, πλάτους 3 μέτρων, που οδηγεί από ... σε .... 'Ετσι με τη διαπλάτυνση του παραπάνω αγροτικού δρόμου δημιουργήθηκαν δύο τμήματα του ακινήτου, ήτοι : α) το βόρειο τμήμα, που αποτυπώνεται με τα στοιχεία Α-Β-Γ-Δ-Ε-Ζ-Η-Θ-Ι-Α, στο επισυναπτόμενο στην αγωγή από 20-11-1996 τοπογραφικό διάγραμμα του πολιτικού μηχανικού Γ.

Β., έκτασης 4.052,87 τ.μ., και β) το νότιο τμήμα, που αποτελεί το επίδικο, που στο παραπάνω τοπογραφικό διάγραμμα αποτυπώνεται με τα στοιχεία Ο-Κ-Λ-Μ-Ν-Ξ-Ο, έκτασης 1.496,75 τ.μ. και συνορεύει βόρεια με την προαναφερθείσα αγροτική οδό ... - ..., σε μήκος 39,20 μ. και πέρα αυτής με συνεχόμενη ιδιοκτησία ενάγουσας, νότια με ακίνητο εναγομένων και πέραν αυτού Δ.

Λ., δυτικά με ιδιοκτησία εναγομένων και ανατολικά επίσης με ιδιοκτησία εναγομένων και πέραν αυτής με ιδιοκτησία Ιεράς Μονής Αγίας Τριάδος. Το όλο ακίνητο περιήλθε στην ενάγουσα από άτυπη διανομή της κληρονομίας του κατά το έτος 1974 αποβιώσαντος, χωρίς διαθήκη, πατέρα της Ε. Π., η οποία έλαβε χώραν στις 18-4-1976 μεταξύ των κληρονόμων του.

Από της ανωτέρω άτυπης διανομής η ενάγουσα κατείχε και νεμόταν το επίδικο ακίνητο, ασκώντας τις αναφερόμενες υλικές πράξεις νομής και έτσι έγινε κυρία αυτού με έκτακτη χρησικτησία και ότι κατά το μήνα Δεκέμβριο του έτους 1996 η δικαιοπάροχος των εναγομένων Α. συζ. Α. Σ. προέβη στην αφαίρεση του συρματοπλέγματος, που είχε τοποθετήσει η ενάγουσα για την περίφραξη του επιδίκου, και κατέλαβε αυτό, στη συνέχεια δε με το ...

συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Χανίων Βασιλικής Ορφανουδάκη μεταβίβασε αυτό στους εναγομένους και ειδικότερα εις μεν τον πρώτο, λόγω γονικής παροχής, κατ' επικαρπία, εις δε τους δεύτερο και τρίτο, λόγω δωρεάς, κατά ψιλή κυριότητα, οι οποίοι έκτοτε κατέχουν αυτό, αρνούμενοι την κυριότητά της επ' αυτού. Με βάση τις παραπάνω παραδοχές το Εφετείο έκρινε ως και κατ' ουσίαν βάσιμη την παραπάνω αγωγή και απέρριψε κατ'ουσία την έφεση των αναιρεσειόντων κατά της αποφάσεως του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, που είχε κρίνει όμοια.

Κρίνοντας έτσι το Εφετείο δεν έλαβε, για τον προσδιορισμό της ταυτότητας του επιδίκου, υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν, παρόλο που δέχεται μικρή διαφοροποίηση ως προς τα ονόματα των ιδιοκτητών των ομόρων ακινήτων, η οποία προέκυψε από τις αποδείξεις και τα οποία ονόματα προφανώς δεν γνώριζε. Επίσης με το να επιδικάσει στην αναιρεσίβλητη το επίδικο ακίνητο, το οποίο και προσδιορίζεται στο επισυναπτόμενο στην αγωγή της ως άνω τοπογραφικό διάγραμμα, δεν επιδίκασε κάτι που δεν ζητήθηκε.

Επομένως, οι πρώτος και πέμπτος, από τους αριθ. 8 περ. α' και 9 περ. α' του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι.

2. Επειδή, ο λόγος αναιρέσεως από τον αριθ. 11γ του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. απορρίπτεται ως ουσιαστικά αβάσιμος, αν αποδεικνύεται από την προσβαλλομένη απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν νόμιμα οι διάδικοι για την απόδειξη των ισχυρισμών τους. Προς τούτο αρκεί η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου (μάρτυρες, έγγραφα κ.λ.π.) χωρίς ανάγκη ειδικής αξιολογήσεως του καθενός απ' αυτά και χωρίς διάκριση από ποια μέσα προκύπτει άμεση και από ποια έμμεση απόδειξη.

Στην προκειμένη περίπτωση, από την υπάρχουσα στην προσβαλλομένη απόφαση βεβαίωση, κατά την οποία τα περιστατικά που έγιναν δεκτά από το Εφετείο ω αποδεικνυόμενα, αναφορικά με τους ισχυρισμούς των διαδίκων, αποδείχθηκαν, εκτός των άλλων, και από όλα τα έγγραφα που προσκομίζουν και επικαλούνται οι διάδικοι, σε συνδυασμό με το όλο περιεχόμενο της απόφασης, δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι το Εφετείο, κατά την εκτίμηση των αποδείξεων έλαβε υπόψη και εκτίμησε και την αναφερόμενη στο δεύτερο λόγο αναίρεσης υπ' αριθ. 462/1997 απόφαση του Ειρηνοδικείου Χανίων, διαδικασίας ασφαλιστικών μέτρων, για την οποία άλλωστε και γίνεται αναφορά στην προσβαλλομένη απόφαση.

Επομένως, ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Επίσης απορριπτέος ως αβάσιμος είναι και ο τέταρτος λόγος αναιρέσεως από τον αριθ. 11 περ. α' του άρθρoυ 559 Κ.Πολ.Δ.., με τον οποίο προβάλλεται ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει και συγκεκριμένα τα αντίγραφα των φορολογικών δηλώσεων των ετών 1995 και 1997 που υποβλήθηκαν από την αναιρεσίβλητη προς την αρμόδια Οικονομική Εφορία, στις οποίες είχε περιλάβει και το επίδικο ακίνητο, καθόσον οι δηλώσεις αυτές αποτελούν έγγραφα, που μπορεί να εκτιμηθούν από το δικαστήριο της ουσίας, χωρίς βέβαια από μόνα τους να μπορούν να αποδείξουν το αληθές του περιεχομένου των δηλώσεων αυτών.

3. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. β' Κ.Πολ.Δ. επιτρέπεται αναίρεση αν το δικαστήριο, παρά το νόμο, έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίσθηκαν. Κατά την αληθινή έννοια της διατάξεως αυτής, που προκύπτει και από το συνδυασμό της προς τις διατάξεις των άρθρων 106, 237 εδ. 1 στοιχ. β', 346 και 453 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ., ως αποδείξεις που δεν προσκομίσθηκαν νοούνται και εκείνες των οποίων δεν έγινε σαφής και ορισμένη επίκληση με τις προτάσεις του διαδίκου που τις προσκόμισε.

Σαφής και ορισμένη είναι η επίκληση εγγράφου όταν είναι ειδική και από αυτήν προκύπτει η ταυτότητά του. Η επίκληση αυτή μπορεί να γίνει είτε με τις προτάσεις της συζήτησης μετά την οποία εκδόθηκε η απόφαση, είτε με αναφορά δια των προτάσεων αυτών σε συγκεκριμένο μέρος των προσκομιζομένων προτάσεων προηγουμένης συζητήσεως, όπου γίνεται σαφής και ορισμένη επίκληση του εγγράφου, κατ' ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 240 Κ.Πολ.Δ.

Η διάταξη αυτή αναφέρεται στον τρόπο επαναφοράς "ισχυρισμών", έχει όμως εφαρμογή και για την επίκληση αποδεικτικών μέσων, λόγω της ταυτότητας του νομικού λόγου. Στην προκειμένη περίπτωση οι αναιρεσείοντες με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως προβάλλουν ότι το Εφετείο υπέπεσε στην από τον αριθ. 11 περ. β' του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ.

πλημμέλεια διότι έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε για να στηρίζει την κρίση του περί του ότι το επίδικο ακίνητο περιήλθε στην αναιρεσίβλητη με άτυπη διανομή που έγινε το έτος 1976, έγγραφα και συγκεκριμένως το από 18-4-1976 ιδιωτικό συμφωνητικό διανομής της κληρονομιαίας περιουσίας του κατά το έτος 1974 αποβιώσαντος πατέρα τους, καθώς και τις δηλώσεις της αναιρεσίβλητης προς την Οικονομική Εφορία των ετών 1997 - 1998, τα οποία έγγραφα η αναιρεσίβλητη δεν επικαλέστηκε κατά την ενώπιον αυτού συζήτηση της υποθέσεως.

Όμως, όπως προκύπτει από τις από 10-2-2003 προτάσεις της αναιρεσίβλητης που κατέθεσε κατά τη συζήτηση μετά την οποία εκδόθηκε η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση, έγινε από την αναιρεσίβλητη σαφής και ορισμένη επίκληση των παραπάνω εγγράφων και όχι με αναφορά στις προτάσεις της που κατέθεσε στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο.

Επομένως, ο παραπάνω, από τον αριθ. 11 περ. β του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., λόγος αναιρέσεως είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 4 Σεπτεμβρίου 2003 αίτηση των Γ. Σ. κ.λ.π. για αναίρεση της υπ' αριθμ. 319/2003 αποφάσεως του Εφετείου Κρήτης.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 14 Μαρτίου 2006. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 6 Απριλίου 2006.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ