Supreme Court dismisses appeal on ground that recalling a non-final accounting order does not deprive the court of jurisdiction.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellants' request to overturn a final judgment based on the ground that a lower court had recalled a non-final order for an accounting. The appellants argued this recalled order deprived the Supreme Court of jurisdiction, but the court held that recalling an accounting order does not strip the court of its power to decide the main case. Consequently, the appeal was rejected as unfounded, and the appellants were ordered to pay the respondent's legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArt. 15 of Art. 559 of the Code of Civil Procedure; Art. 368 and 388 of the Code of Civil Procedure: An appeal based on the recall of a non-final accounting order is inadmissible because such recall does not deprive the court of jurisdiction to rule on the merits of the action.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 663 / 2024 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 663/2024
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χρήστο Κατσιάνη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, Ασημίνα Υφαντή, Στέφανο - Σπυρίδωνα Πανταζόπουλο, Γεώργιο Παπαγεωργίου και Φώτιο Μουζάκη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 20 Μαρτίου 2023, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "Π. Β. Α. Ε. - Π.", τελούσας υπό εκκαθάριση, που εδρεύει στην ..., και εκπροσωπείται νόμιμα από τους Π. Β. και Α. Β. οι οποίοι παραστάθηκαν μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου τους Μιχαήλ Ανδρεοπούλη που ανακάλεσε την από 16/3/2023 δήλωση για παράσταση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, παραστάθηκε στο ακροατήριο και κατέθεσε προτάσεις, 2) Π. Β., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου του Μιχαήλ Ανδρεοπούλη που ανακάλεσε την από 16/3/2023 δήλωση για παράσταση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, παραστάθηκε στο ακροατήριο και κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία "Τ. E. Α. Ε." και το διακριτικό τίτλο "E.", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, ως καθολικής διαδόχου της Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία "E.F.G. E. - Ε.Α.Ε." και διακριτικό τίτλο "E.-E.", η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Φλώρα Τριανταφύλλου με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 2/12/2005 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5393/2007 μη οριστική και 7141/2010 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και η 2372/2013 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησαν οι αναιρεσείοντες με την από 25/4/2016 αίτησή τους, επί της οποίας εκδόθηκε η 1054/2018 απόφαση του Αρείου Πάγου που ανέβαλε την συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως για τους λόγους που αναφέρονται στο διατακτικό αυτής. Την υπόθεση επανέφερε προς συζήτηση η αναιρεσείουσα με την από 7/9/2018 κλήση της. Με την υπ' αριθμ. 101/2022 Πράξη του Προέδρου του Α1' Πολιτικού Τμήματος, ορίστηκε, κατ' εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 307 του ΚΠολΔ, η δικάσιμος, που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Νόμιμα φέρεται προς περαιτέρω συζήτηση για τη σημερινή δικάσιμο η από 25.4.2016 αίτηση αναίρεσης των αναιρεσειόντων 1) ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία «Π. Β. Α. Ε.» - «Π.» και 2) Π. Β., ύστερα από την υπ' αριθμ.101/2022 πράξη του Προέδρου του Τμήματος, λόγω επανασυζήτησης, κατ' εφαρμογή του άρθρου 307 ΚΠολΔ, παρόντων των διαδίκων, όπως στα εισαγωγικά της απόφασης αναφέρεται, οι οποίοι κατέθεσαν προτάσεις.
Με την κρινόμενη, ως ανωτέρω, αίτηση αναίρεσης, προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία υπ' αριθμ. 2372/2013 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Αθηνών, το οποίο, συνεκδικάζοντας την από 7-1-2011 έφεση και τους από 17-1-2012 προσθέτους λόγους των αναιρεσειόντων-εκκαλούντων-εναγόντων, καθώς και την από 24-11-2011 έφεση της αναιρεσίβλητης-εφεσίβλητης(και εκκαλούσας)-εναγόμενης, κατά της 7141/2010 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών [με την οποία, αφού έγινε δεκτή ως παραδεκτή και νόμω βάσιμη η αγωγή, με την οποία ζητούσαν, αφ'ενός μεν, να αναγνωριστεί ότι η οφειλή τους από την προαναφερθείσα σύμβαση δανείου, υπάγεται στις διατάξεις του άρθρου 39 παρ.1 του ν.3259/2004 και διαμορφώνεται στο ποσό των 313.020,57 ευρώ και, αφ' ετέρου, να υποχρεωθεί η εναγόμενη να υπαγάγει την οφειλή τους στη χρονική ρύθμιση του εδ.
β' της παρ.2 της ιδίας ανωτέρω διατάξεως, ήτοι να οριστεί η αποπληρωμή της σε διάρκεια επτά ετών, εκ των οποίων τα δύο έτη θα αποτελούν περίοδο χάριτος, καθοριζόμενων επιπλέον και των ισόποσων περιοδικών δόσεων, οι οποίες θα είναι έντοκες, με το εκάστοτε ισχύον επιτόκιο υπερημερίας της ενήμερης οφειλής για όμοιες χρηματοδοτήσεις, αναβλήθηκε η έκδοση της οριστικής του αποφάσεως και διατάχθηκε η διενέργεια λογιστικής πραγματογνωμοσύνης, ακολούθως δε, μετά τη διενέργεια αυτής, με σχετική κλήση των εναγόντων εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 7141/2010 οριστική απόφαση, με την οποία, αφού ανακλήθηκε εν μέρει η υπ' αριθμ. 5393/2007 απόφαση, απορρίφθηκε, ως νόμω αβάσιμο το πρώτο αγωγικό της αίτημα με το οποίο, κρίθηκε νόμιμη η αγωγή, κατά δε το λοιπό περιεχόμενό της έγινε εν μέρει δεκτή, ως και ουσιαστικά βάσιμη και υποχρεώθηκε η εναγόμενη να υπαγάγει την συνολική οφειλή της πρώτης ενάγουσας από την υπ' αριθμ. 487/1988 δανειακή σύμβαση, την αποπληρωμή της οποίας έχει εγγυηθεί ο δεύτερος ενάγων, στη ρύθμιση της παρ.2 εδ.
δ' και ε' του άρθρου 39 του ν.3259/2004, περί αποπληρωμής αυτής, εντός χρονικού διαστήματος έως επτά ετών, με διετή περίοδο χάριτος και με ισόποσες περιοδικές δόσεις, έντοκες, με το ισχύον επιτόκιο της ενήμερης οφειλής για όμοιες χρηματοδοτήσεις], απέρριψε αυτές (εφέσεις) κατ' ουσίαν, επικυρώνοντας, έτσι, την εκκαλούμενη απόφαση.
Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, ήτοι εντός τριών ετών από τη δημοσίευση της προσβαλλόμενης απόφασης, δεδομένου ότι η τελευταία δεν επιδόθηκε και δημοσιεύθηκε πριν την 1-1-2016 (άρθρα 495, 552, 553, 556, 558, 564 §3, 566 §1 KΠολΔ, όπως ίσχυαν πριν τη θέση σε ισχύ του ν. 4335/2015 - βλ. και ΑΠ Ολ 10/2018), ενώ κατά την άσκησή της καταβλήθηκε (βλ.
υπ'αριθμ. 242/2016 έκθεση αναίρεσης) και το προσήκον παράβολο του Δημοσίου (άρθ. 495 παρ. 3 ΚΠολΔ). Επομένως είναι παραδεκτή (άρθρ. 577 §1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577 § 3 ΚΠολΔ).
Με τη διάταξη του άρθρ. 30 του ν. 2789/2000, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 42 του ν. 2912/2001, ορίσθηκε ότι κατ' εξαίρεση των κειμένων διατάξεων, η υφιστάμενη συνολική οφειλή από κάθε είδους συμβάσεις δανείων ή πιστώσεων, που έχουν συνομολογηθεί με πιστωτικά ιδρύματα και οι σχετικές συμβάσεις έχουν καταγγελθεί, ή, προκειμένου περί αλληλόχρεων λογαριασμών, έχουν κλείσει οριστικά ή, αν δεν συντρέχει τέτοια περίπτωση, η απαίτηση έχει καταστεί, εν όλω ή εν μέρει, ληξιπρόθεσμη και απαιτητή κατά τη σύμβαση ή το νόμο, μέχρι 31.12.2000, δεν δύναται να υπερβεί τα παρακάτω πολλαπλάσια του κατά περίπτωση ληφθέντος κεφαλαίου ή του αθροίσματος κεφαλαίων των περισσότερων δανείων ή, προκειμένου περί αλληλόχρεων λογαριασμών, του ποσού της οφειλής, όπως αυτή διαμορφώθηκε ένα (1) έτος μετά τη λήψη του ποσού της τελευταίας πιστώσεως δανείου, προσαυξημένων των ποσών αυτών με συμβατικούς τόκους μέχρι το 50% του ληφθέντος κεφαλαίου κατ' ανώτατο όριο.
Προκειμένου για τον καθορισμό της βάσης υπολογισμού της οφειλής μετά την προσαύξηση των συμβατικών τόκων, τυχόν υπερβάλλον ποσό πέραν του 50% του ληφθέντος κεφαλαίου δεν υπολογίζεται πριν πολλαπλασιασθεί κατά περίπτωση: α) το τετραπλάσιο, εάν οι σχετικές συμβάσεις έχουν συναφθεί μέχρι τις 31.12.1985 ή, προκειμένου περί αλληλόχρεων λογαριασμών, η λήψη της τελευταίας πιστώσεως δανείου έγινε μέχρι την ημερομηνία αυτή, β) το τριπλάσιο, εάν τα άνω περιστατικά συνέβησαν μετά την υπό (α) ημερομηνία και μέχρι τις 31.12.1990, γ) το διπλάσιο, εάν συνέβησαν μετά την υπό (β) ημερομηνία και μέχρι τις 31.12.2000.
Σε κάθε περίπτωση, στο ποσό που λαμβάνεται ως βάση, σύμφωνα με τα παραπάνω, δεν υπολογίζονται τόκοι εξ ανατοκισμού (παρ. 1). Όλες οι καταβολές που έχουν γίνει οποτεδήποτε ή, προκειμένου περί αλληλόχρεων λογαριασμών, μετά από τη λήψη ποσού της οφειλής, όπως αυτή διαμορφώθηκε ένα (1) έτος μετά τη λήψη του ποσού της τελευταίας πιστώσεως δανείου, υπό των οφειλετών ή τρίτων χάριν αυτών, αφαιρούνται από τη συνολική οφειλή, όπως αυτή θα προσδιορισθεί σύμφωνα με την παράγραφο 1 του παρόντος.
Το αυτό ισχύει και για εισπραχθέντα από τα πιστωτικά ιδρύματα ποσά από διαδικασίες ατομικής ή συλλογικής εκτέλεσης, τηρουμένων κατά τα λοιπά των διατάξεων του ΚΠολΔ...(παρ. 2 ). Περαιτέρω, με το άρθρο 39 παρ. 1, 2, 3, 4 και 12 του επιγενομένου και ισχύοντος από 4-8-2004 ν. 3259/2004, ορίζονται τα εξής : "Η συνολική ληξιπρόθεσμη οφειλή από κάθε είδους συμβάσεις δανείων ή πιστώσεων, οι οποίες συνομολογούνται ή έχουν συνομολογηθεί πριν από την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου με πιστωτικά ιδρύματα, δεν δύναται να υπερβαίνει το τριπλάσιο του κατά περίπτωση ληφθέντος κεφαλαίου εκάστου δανείου ή πίστωσης ή του αθροίσματος των ληφθέντων κεφαλαίων περισσότερων δανείων ή πιστώσεων ή προκειμένου περί αλληλόχρεων λογαριασμών, του ποσού της οφειλής, όπως αυτή διαμορφώθηκε κατά την τελευταία εκταμίευση του λογαριασμού, με την επιφύλαξη των παραγράφων 4 και 5 του παρόντος άρθρου (παρ. 1).
Τα πιστωτικά ιδρύματα οφείλουν να αναπροσαρμόσουν το ύψος των απαιτήσεων τους σύμφωνα με τη διάταξη της προηγούμενης παραγράφου του παρόντος άρθρου. Τα πιστωτικά ιδρύματα οφείλουν να μην προχωρήσουν σε έναρξη διαδικασιών αναγκαστικής εκτέλεσης για την είσπραξη τους ούτε σε συνέχιση διαδικασιών που έχουν ήδη αρχίσει, μέχρι την 31η Δεκεμβρίου 2004 ή εφόσον εκκρεμεί η αίτηση του επόμενου εδαφίου για τη συνομολόγηση της ρύθμισης ή για όσο χρόνο ο οφειλέτης είναι ενήμερος.
Μέχρι την 31η Οκτωβρίου 2004 οι οφειλέτες ή οι εγγυητές πρέπει να υποβάλουν στα πιστωτικά ιδρύματα αίτηση για την υπαγωγή τους στη ρύθμιση. Η αποπληρωμή της προκύπτουσας κατά τα ως άνω οφειλής πρέπει να έχει διάρκεια πέντε (5) έως επτά (7) ετών, εκ των οποίων δύο (2) έτη θα αποτελούν περίοδο χάριτος και η αποπληρωμή θα γίνεται με ισόποσες περιοδικές δόσεις, εκτός και αν τα δύο μέρη συμφωνήσουν διαφορετικά.
Η οφειλή θα είναι έντοκη με το εκάστοτε ισχύον επιτόκιο της ενήμερης οφειλής για όμοιες χρηματοδοτήσεις (παρ.2). Παρέλευση της προθεσμίας της προηγούμενης παραγράφου άπρακτης ή καθυστέρηση στην εξόφληση δόσης που έχει συμφωνηθεί με τη ρύθμιση πέραν των ενενήντα (90) ημερών παρέχει το δικαίωμα στο πιστωτικό ίδρυμα να αρχίσει ή να συνεχίσει τις διαδικασίες αναγκαστικής εκτέλεσης για την είσπραξη της ανεξόφλητης οφειλής, όπως αυτή έχει διαμορφωθεί σύμφωνα με τα ανωτέρω... (παρ. 3).
Στην περίπτωση απαιτήσεων από κάθε είδους συμβάσεις δανείων ή πιστώσεων που είχαν συνομολογηθεί κατά την ισχύ του ν. 2789/2000 και το ύψος των οποίων υπερβαίνει τα 2.201.000 ευρώ, όπως αυτές είχαν διαμορφωθεί την 31.12.1999 με το κεφάλαιο, τους συμβατικούς τόκους χωρίς ανατοκισμό και λοιπά έξοδα, ή το αρχικό κεφάλαιο υπερβαίνει τις 400.000 ευρώ, δεν εφαρμόζονται οι διατάξεις της παρ. 1 και του α' εδαφίου της παρ. 2 του παρόντος άρθρου.
Και στην περίπτωση αυτή δεν επιτρέπεται η έναρξη διαδικασιών αναγκαστικής εκτέλεσης ούτε η συνέχιση διαδικασιών που έχουν αρχίσει μέχρι την 31η Δεκεμβρίου 2004 ή εφόσον εκκρεμεί η αίτηση του επόμενου εδαφίου για τη συνομολόγηση της ρύθμισης ή για όσο χρόνο ο οφειλέτης είναι ενήμερος. Τα πιστωτικά ιδρύματα θα προχωρήσουν, κατά τους όρους των τελευταίων δύο εδαφίων της παρ. 2 του παρόντος άρθρου, σε ρύθμιση της εξόφλησης της κατά περίπτωση συνολικής οφειλής που απορρέει από τις παραπάνω συμβάσεις, μετά από αίτηση των οφειλετών ή των εγγυητών που πρέπει να υποβληθεί στα πιστωτικά ιδρύματα μέχρι την 31η Οκτωβρίου 2004 το αργότερο.
Μη εμπρόθεσμη υποβολή αίτησης κατά τα προαναφερθέντα ή καθυστέρηση στην εξόφληση δόσης που έχει συμφωνηθεί με τη ρύθμιση πέραν των ενενήντα (90) ημερών, παρέχει το δικαίωμα στο πιστωτικό ίδρυμα να αρχίσει ή να συνεχίσει τις διαδικασίες αναγκαστικής εκτέλεσης για την είσπραξη της ανεξόφλητης οφειλής... (παρ. 4)...Κατά τα λοιπά ισχύουν αναλόγως οι διατάξεις του άρθρ. 30 του ν. 2789/2000, όπως ισχύει (παρ. 12)".
Περαιτέρω, με το άρθρο 8 παρ. 1 του ν. 3723/2008 προστέθηκε στο τέλος του πρώτου εδαφίου της παρ. 4 του άρθρου 39 του ν. 3259/2004 εδάφιο το οποίο ορίζει : " η αληθής έννοια του παραπάνω εδαφίου είναι ότι σε περίπτωση περισσοτέρων συμβάσεων δανείων ή πιστώσεων λαμβάνεται υπόψη το ληφθέν κεφάλαιο του κάθε δανείου ή πίστωσης χωριστά και ότι τα τιθέμενα ως άνω όρια του αρχικού κεφαλαίου των 400.000 ευρώ και της οφειλής των 2.201.000 ευρώ, όπως αυτή είχε διαμορφωθεί την 31.12.1999, λαμβάνονται υπόψη διαζευκτικά και όχι σωρευτικά".
Από το συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων, οι οποίες εγκαθίδρυσαν υποχρέωση των πιστωτικών ιδρυμάτων για τον επανακαθορισμό των προς αυτά οφειλών από συμβάσεις δανείων ή πιστώσεις, προκύπτει ότι με το άρθρο 39 του ν. 3259/2004, βελτιώθηκαν οι ρυθμίσεις του άρθρου 30 παρ.1 του ν. 2789/2000, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 42 παρ. 1 του ν. 2912/2001, και περιορίσθηκε το οριζόμενο ως ανώτατο όριο, του τετραπλασίου της απαίτησης από κάθε είδους συμβάσεις δανείων ή πιστώσεων με πιστωτικά ιδρύματα, στο τριπλάσιο αυτής και δεν καταργήθηκαν οι ως άνω διαβαθμίσεις των οφειλών ανάλογα με το χρόνο κλεισίματος του λογαριασμού, ούτε αποκλείσθηκαν της ρύθμισης εκείνες οι οφειλές που δεν υπερέβαιναν το τριπλάσιο του ληφθέντος δανείου (ΑΠ 195/2022, ΑΠ 763/2019, ΑΠ 488/2017, ΑΠ 1433/2015).
Περαιτέρω, στην ευνοϊκή για τους οφειλέτες ρύθμιση του άρθρου 39 παρ. 1 και 2 εδ. α' ν. 3259/2004 για τον επανακαθορισμό του ύψους της οφειλής τους εμπίπτουν οι οφειλέτες των τραπεζών, των οποίων οι οφειλές υπερβαίνουν το τριπλάσιο του κατά περίπτωση ληφθέντος κεφαλαίου εκάστου δανείου ή πίστωσης ή του αθροίσματος των ληφθέντων κεφαλαίων περισσοτέρων δανείων ή πιστώσεων ή προκειμένου περί αλληλόχρεων λογαριασμών, το τριπλάσιο του ποσού της οφειλής, όπως αυτή διαμορφώθηκε κατά την τελευταία εκταμίευση του λογαριασμού.
Η διάταξη της παρ. 1 του ως άνω άρθρου, που θέτει τις προϋποθέσεις που πρέπει να πληρούνται για την υπαγωγή της οφειλής στη ρύθμιση του νόμου, τελεί υπό τη ρητή επιφύλαξη της παραγράφου 4 του ίδιου άρθρου, που ορίζει σαφώς ότι δεν εφαρμόζονται οι διατάξεις της παρ. 1 και του α' εδαφίου της παρ. 2 του άρθρου 39 ν. 3259/2004 επί απαιτήσεων το ύψος των οποίων υπερβαίνει τα 2.201.000 ευρώ, όπως αυτές είχαν διαμορφωθεί την 31-12-1999 με το κεφάλαιο, τους συμβατικούς τόκους, χωρίς ανατοκισμό και λοιπά έξοδα, ή το αρχικό κεφάλαιο κάθε δανείου ή πίστωσης τα 400.000 ευρώ, δηλαδή θέτει τις αρνητικές προϋποθέσεις εφαρμογής των ως άνω διατάξεων (ΑΠ 1002/2019, ΑΠ 1406/2018, ΑΠ 1549/2013).
Ενώ, δηλαδή, με την παρ. 1 θεσπίστηκε ορισμένο ποσοτικό όριο μέχρι του οποίου είναι δυνατός ο επανακαθορισμός και η ρύθμιση των οφειλών από λόγους γενικότερου κοινωνικού συμφέροντος, δηλαδή της προστασίας των οφειλετών μεσαίων επιχειρήσεων ή των οφειλετών που ήταν σχετικά συνεπείς στις υποχρεώσεις τους και δεν άφησαν τα χρέη τους να διογκωθούν, με την παρ. 4 αποκλείσθηκαν από την ευνοϊκή ρύθμιση για επανακαθορισμό της οφειλής τους κατά την παρ. 1 του ως άνω άρθρου οι λεγόμενοι "μεγαλοοφειλέτες", δηλαδή εκείνοι των οποίων το συνολικό ύψος της οφειλής υπερβαίνει το ποσόν των 2.201.000 ευρώ ή το αρχικό κεφάλαιο κάθε δανείου ή πίστωσης υπερβαίνει το ποσό των 400.000 ευρώ (ΑΠ 1318/2022, ΑΠ 424/2020).
Αντίστοιχη ρύθμιση ως προς το ύψος της οφειλής, που απέβλεπε στον αποκλεισμό από την ευνοϊκή ρύθμιση των μεγαλοοφειλετών, είχε περιληφθεί στο άρθρο 30 παρ. 9 περ. δ' ν. 2789/2000 για οφειλές που υπερέβαιναν το ποσόν των 750.000.000 δρχ. ή 2.201.000 ευρώ. Επομένως, στην περίπτωση που συντρέχει οποιαδήποτε από τις δύο αρνητικά διατυπωμένες περιπτώσεις της παρ. 4 δεν έχει εφαρμογή η παρ. 1 και το εδ.
α' της παρ. 2 του άρθρου 39 του ν. 3259/2004 (ΑΠ 1318/2022, ΑΠ 244/2021). Οι οφειλέτες που αποκλείονται του δικαιώματος επανακαθορισμού της οφειλής των κατά την παρ. 4 δικαιούνται, σύμφωνα με τα εδ. β' και γ' της παρ. 4, να ζητήσουν τη ρύθμισή της σύμφωνα με τα οριζόμενα στα δύο τελευταία εδάφια της παρ. 2, δηλαδή να αποπληρώσουν αυτήν σε χρονικό ορίζοντα επτά (7) ετών, διετή περίοδο χάριτος και περιοδικές ισόποσες δόσεις, εφόσον ήθελε υποβληθεί σχετική αίτηση από τον οφειλέτη μέσα στην προθεσμία που τάσσει ο νόμος (ΑΠ 244/2021, ΑΠ 1002/2019, 45/2016, ΑΠ 1549/2013, ΑΠ 782/2009).
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 7/2006).
Με το λόγο αυτό ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ, ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ` ουσίαν (ΟλΑΠ 27/1998, ΑΠ 1318/2022).
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ` ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση.
Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 8/2018, ΟλΑΠ 7/2006, ΑΠ 1318/2022, ΑΠ 1132/2019).
Περαιτέρω, κατά την έννοια του λόγου αναίρεσης από τον αριθμό 19 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υπάρχει συνεπώς εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι να μην μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε (ΟλΑΠ 1/1999, 26/2004, ΑΠ 2267/2013).
Αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή στην κατάλυση του επίδικου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.
Αντίστοιχα ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει, όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε στην ένδικη περίπτωση, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι δε και όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 15/2006).
Για να είναι ορισμένος και άρα παραδεκτός ο προβλεπόμενος από τη διάταξη αυτή λόγος αναίρεσης, πρέπει στο αναιρετήριο να αναφέρεται, μεταξύ των άλλων, οι πραγματικές παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, οι οποίες πρέπει να παρατίθενται σ' αυτό με σαφήνεια και πληρότητα και δεν αρκούν περιορισμένες, μεμονωμένες, κατ' επιλογή του αναιρεσείοντος, αποσπασματικές παραδοχές της απόφασης (ΟλΑΠ 32/1996, ΑΠ 182/2023, ΑΠ 763/2018, 739/2011), το ζήτημα, η επιρροή που ασκεί στην έκβαση της δίκης, οι αιτιολογίες που λείπουν και αν πρόκειται για αντιφατική αιτιολογία σε τι συνίσταται η αντίφαση, καθώς και ποιος είναι ο κανόνας του ουσιαστικού δικαίου σε σχέση με την εφαρμογή του οποίου υπάρχει έλλειψη νομίμου βάσεως της απόφασης ώστε να είναι δυνατή η εκτίμηση της νομιμότητας του αναιρετικού αυτού λόγου.
Ως ζητήματα των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση, νοούνται μόνον οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν δηλαδή στη θεμελίωση ή την κατάλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσον όχι όμως και τα πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για την οποία η έλλειψη αιτιολογίας ή η αντιφατικότητα αυτής δεν ιδρύει λόγο (ΑΠ 182/2023).
Με τον πρώτο από τους λόγους αναιρέσεως, οι αναιρεσείοντες ισχυρίζονται ότι, η παρ. 4 του άρθρου 39 του ν. 3259/2004 εφαρμόζεται μόνον σε συμβάσεις δανείου η πιστώσεων που συνήφθησαν υπό την ισχύ του Ν. 2789/2000 κι εντεύθεν και δεν καταλαμβάνει τις συμβάσεις που είχαν συναφθεί προ της ισχύος του, δηλαδή τις συναφθείσες προ του έτους 2000, ότι ο τελευταίος νόμος δεν έχει αναδρομική ισχύ, αφού σύμφωνα με το άρθρο 31 αυτού, ισχύει κι εφαρμόζεται από τη δημοσίευσή του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως που έλαβε χώρα στις 11.02.2000 (ΦΕΚ 21/11.02.2000) και ότι, εν προκειμένω, η ένδικη σύμβαση δανείου υπ' αρ. 487/1988 συνήφθη στις 30.11.1988, ήτοι προ της 11ης Φεβρουαρίου 2000, ημερομηνίας έναρξης ισχύος του Ν. 2789/2000 κατά τ' ανωτέρω και, κατά συνέπεια, στην ένδικη διαφορά δεν εφαρμόζεται η διάταξη της παρ. 4 του άρθρου 39 ν. 3259/2004, αφού η τελευταία καταλαμβάνει απαιτήσεις από κάθε είδους συμβάσεις δανείων ή πιστώσεων που είχαν συνομολογηθεί κατά την ισχύ του Ν.2789/2000 και όχι όσες συμβάσεις δανείων η πιστώσεων είχαν συνομολογηθεί σε χρόνο προγενέστερο της ισχύος του Ν.2789/2000, όπως η ένδικη σύμβαση δανείου …/30.11.1988.
Περαιτέρω δε, με τον δεύτερο από τους λόγους αναιρέσεως, ισχυρίζονται ότι, αφ'ενός μεν, εφόσον με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση κρίθηκε, αν και εσφαλμένα, κατά τα διαλαμβανόμενα στον 1° λόγο αναιρέσεως, ότι η οφειλή τους δεν υπάγεται στη διάταξη της παρ.1 του άρθρου 39 του ν. 3259/04, έπρεπε να γίνει δεκτό ότι, σε κάθε περίπτωση και υπό την εκδοχή της μη εφαρμογής της παρ. 1 άρθρου 39 ν.3259, εφαρμοστέες είναι και αυτεπαγγέλτως - των οποίων, μάλιστα, γίνεται επίκληση ως εφαρμοστέων στην αγωγή - οι διατάξεις του άρθρου 30 του ν.2789/2000, ως αντικαταστάθηκαν από το άρθρο 42 ν. 2912/2001, και ότι με το άρθρο 39 ν. 3259/04 δεν καταργήθηκαν οι λοιπές διαβαθμίσεις των οφειλών ανάλογα με το χρόνο κλεισίματος του λογαριασμού, που αντικαταστάθηκε από το άρθρο 42 παρ.1 ν.2912/2001 και συνακόλουθα προεβλέποντο αρχικά από το άρθρο 30 παρ.1 ν.2789/2000 όπως και ότι, για τις οφειλές που αφορά η παρ. 4 του άρθρου 39 ν.3259 υπάρχει ανώτατο όριο οφειλής και αντίστοιχη υποχρέωση των τραπεζών να αναπροσαρμόσουν το συνολικό ύψος των απαιτήσεών τους και να αναγνωρίσει ότι, κατ' εφαρμογή αυτών, η οφειλή τους ανερχόταν σε 313.020,57 ευρώ, κατά παραδοχή του 1ου αιτήματος της από 2.12.2005 αγωγής τους κατά το β' σκέλος αυτού, προβαίνοντας στον ορθό υπολογισμό του ύψους αυτής, ως αναλύεται και στο αγωγικό δικόγραφο (σελ. 8 έως 12 και ιδίως σελ. 11 και 12 όπου διαλαμβάνονται αναλυτικά οι καταβολές στις οποίες προέβησαν προς εξυπηρέτηση του δανείου, συνολικού ύψους 1.158.234 ευρώ και οι γενόμενες εκταμιεύσεις κεφαλαίου από την αντίδικο τους ύψους 490.418,90 ευρώ) και, επομένως, ισχυρίζονται ότι, με όσα ανωτέρω δέχθηκε η αναιρεσιβαλλόμενη, παραβίασε τους κανόνες ουσιαστικού δικαίου του άρθρου 30 ν.2789/2000, ως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 42 ν.2912/2001 που δεν εφάρμοσε ευθέως ή με ανάλογη εφαρμογή, ενώ συνέτρεχαν όλες οι προϋποθέσεις εφαρμογής τους, προκειμένου να υπολογισθεί ορθά το αληθές και νόμιμο ύψος της οφειλής τους, σε συνδυασμό με τις παρ. 1, 2 και 12 του άρθρου 39 ν.3259/2004 τις οποίες επίσης παραβίασε η αναιρεσιβαλλόμενη με ψευδή ερμηνεία αυτών, με αποτέλεσμα να απορρίψει την από 7-1-2011 έφεσή τους, ενώ εάν ερμήνευε κι εφάρμοζε ορθά τις προαναφερθείσες διατάξεις θα είχε δεχθεί την έφεση και την από 2-12-2005 αγωγή τους, ως προς το αγωγικό αίτημα να αναγνωρισθεί ότι το συνολικό ύψος της οφειλής ανέρχεται σε 313.020,57 ευρώ, το οποίο είχε απορριφθεί ως μη νόμιμο από την 7141/2010 πρωτόδικη απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.
Αφ'ετέρου δε, ισχυρίζονται ότι, αν και δέχθηκε το δευτεροβάθμιο δικαστήριο ότι ο ν. 2789/2000 θεσπίσθηκε προκειμένου, χάριν του γενικότερου συμφέροντος, να παράσχει διευκολύνσεις στους τραπεζικούς οφειλέτες και μάλιστα για τις οφειλές αυτών στο σύνολό τους και όχι μόνο ως προς τα ποσά του ανατοκισμού, εντούτοις δεν εφήρμοσε τις διατάξεις του ν. 2789/2000 και συγκεκριμένα το άρθρο 30 αυτού (τροποποίηση του οποίου απετέλεσε το άρθρο 39 ν.3259/2004), προκειμένου, όπως έπρεπε, να υπολογισθεί το αληθές και νόμιμο ύψος της οφειλής τους στο σύνολό της και να αναγνωρισθεί ως ανερχόμενο σε 313.020,57 ευρώ, με αποτέλεσμα η αναιρεσιβαλλόμενη να στερείται νομίμου βάσεως και να πρέπει να αναιρεθεί και για τον λόγο αυτό.
Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή κατά το άρθρο 561§2 ΚΠολΔ επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο, με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του, αφού προέβη σε ανάλυση του νομικού καθεστώτος, στο οποίο έκρινε, μετ'αναλυτική αναφορά των σχετικών διατάξεων, ότι εμπίπτει η υπό κρίση υπόθεση, δέχθηκε ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή τους τα ακόλουθα: "...
Από την ρητή γραμματική διατύπωση της ανωτέρω παραγράφου 4 του άρθρου 39 του ν. 3259/2004 και από τη συστηματική αντιπαραβολή της προς τις διατάξεις των παραγράφων 1 και 2 του ίδιου άρθρου, προκύπτει ότι και στην περίπτωση των οφειλών στις οποίες αφορά η παράγραφος 4, δηλαδή αυτών που υφίσταντο κατά το χρόνο ισχύος του Ν. 2789/2000 και είτε α) υπερέβαιναν, όπως είχαν διαμορφωθεί κατά την 31-12-1999, το ποσό των 2.201.000 ευρώ (χωρίς κονδύλια ανατοκισμού), είτε β) το αρχικό τους κεφάλαιο υπερέβαινε το ποσό των 400.000 ευρώ (για τις οποίες, κατ' εξαίρεση από τα προβλεπόμενα στην παρ.1 και στο εδάφιο α' της παρ.2 του άρθρου 39, δεν προβλέπεται ανώτατο συνολικό όριο οφειλής ούτε κατ' επέκταση, υποχρέωση των τραπεζών να αναπροσαρμόσουν το ύψος των συνολικών απαιτήσεών τους), εισάγεται υποχρέωση των τραπεζών να ρυθμίσουν τον τρόπο αποπληρωμής τους, σύμφωνα με τα οριζόμενα στα δύο τελευταία εδάφια της παρ.2, δηλαδή αποπληρωμή με χρονικό ορίζοντα επτά ετών, διετή περίοδο χάριτος και περιοδικές ισόποσες δόσεις, εφόσον ήθελε υποβληθεί σχετική αίτηση από τον οφειλέτη εντός της τασσόμενης στο νόμο προθεσμίας.
Η ρύθμιση αυτή της παρ. 4 του άρθρου 39 του ανωτέρω νόμου, η οποία εισάγει απόκλιση από τη ρύθμιση των παρ. 1 και 2 εδ. α' μόνον ως προς την επιβολή ανωτάτου ορίου οφειλής, είναι σαφής, προκύπτουσα τόσο από τη γραμματική διατύπωση της εν λόγω διατάξεως όσο και από το σκοπό και τη βούληση του νομοθέτη, εγκειμένων, όχι μόνον στον περιορισμό της επιβαρύνσεως των οφειλετών από τις υπερβολικές οφειλές εξ ανατοκισμού αλλά και στην παροχή διευκολύνσεων προς τους τραπεζικούς οφειλέτες που βρίσκονται μπροστά σε πολλαπλάσια χρέη σε σχέση με την αρχική οφειλή τους όχι μόνον λόγω του ανατοκισμού και των περιόδων αυτού (μικρότερων του εξαμήνου) αλλά και των υψηλών επί μεγάλο χρονικό διάστημα επιτοκίων (συμβατικών και υπερημερίας).
Λόγω ακριβώς αυτών των αιτίων ο νομοθέτης και με τον προγενέστερο Ν. 2789/2000 θέλησε χάριν του γενικότερου συμφέροντος της πορείας της οικονομίας να παράσχει διευκολύνσεις στους τραπεζικούς οφειλέτες κατά την εξόφληση των οφειλών τους στο σύνολό τους και όχι μόνον ως προς τα ποσά που αναλογούν στον ανατοκισμό.
Αντίθετη εκδοχή, κατά την οποία η ρύθμιση της ανωτέρω παρ.4 ισχύει μόνον εάν και εφόσον η συνολική οφειλή (χορηγηθέν κεφάλαιο με τις επιβαρύνσεις του, χωρίς ανατοκισμό) υπερβαίνει συγχρόνως και το τριπλάσιο του ληφθέντος κεφαλαίου, δεν ευρίσκει έρεισμα ούτε στο γράμμα αλλά και ούτε και στον προαναφερθένατα νομοθετικό σκοπό.
Αν ο νομοθέτης ήθελε την σωρευτική συνδρομή και της προυποθέσεως αυτής για την εφαρμογή της παρ.4 του άρθρου 39, να υπερβαίνει δηλαδή η τελική οφειλή και το τριπλάσιο του αρχικώς ληφθέντος κεφαλαίου, θα το όριζε ρητώς στην τελευταία αυτή διάταξη, προς άρση πόσης αμφισβητήσεως. Αντίθετα όμως, ως οφειλές επί των οποίων ισχύει η διαφοροποιημένη σε σχέση προς την παρ.1 και το εδ.
α' της παρ. 2 ρύθμιση της παρ.4, ορίζονται ρητά από τον ίδιο το νομοθέτη είτε εκείνες που υπερβαίνουν την 31-12-1999 το ποσό των 2.201.000,00 ευρώ είτε εκείνες που το αρχικό κεφάλαιό τους υπερβαίνει τις 400.000 ευρώ. Η κατά τον πιο πάνω τρόπο ρύθμιση των απαιτήσεων των τραπεζών για οφειλές που υπερβαίνουν το ποσό των 2.201.000,00 ευρώ κατά την 31-12-1999, για τις οποίες όπως προαναφέρθηκε, προβλέπεται επίσης σταδιακή αποπληρωμή και περίοδο χάριτος, δεν αντίκειται στις διατάξεις των άρθρων 5 παρ. 1 και 25 παρ. 1 εδ.
δ' του Συντάγματος, διότι ναι μεν ο νομοθέτης δεν επιτρέπεται να επεμβαίνει σε συμβατικές σχέσεις και να τις τροποποιεί, αυξάνοντας ή μειώνοντας αναλόγως ή καταργώντας δικαιώματα και υποχρεώσεις, μπορεί όμως να εισάγει περιορισμούς στην οικονομική ελευθερία, εφόσον αυτοί είναι αντικειμενικοί και δικαιολογούνται από λόγους γενικότερου δημοσίου ή κοινωνικού συμφέροντος, τέτοιος λόγος δε κοινωνικού συμφέροντος είναι και η παροχή διευκολύνσεων στους δανειολήπτες προς εξόφληση των οφειλών τους, οι οποίες, λόγων των υψηλών επιτοκίων και του νομοθετικού καθεστώτος που επέτρεπε τον εκτοκισμό των τόκων, είχαν διογκωθεί υπερμέτρως κατά τα τελευταία έτη, φαινόμενο που κατέστησε αναγκαία άλλωστε την επέμβαση του νομοθέτη για την αντιμετώπισή του (........).
Στην προκειμένη περίπτωση, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στο δικόγραφο της κρινομένης αγωγής, όπως αυτό αναπτύχθηκε παραπάνω, η εναγόμενη χορήγησε στην πρώτη ενάγουσα, με την υπ' αρ. …/88 δανειακή σύμβαση, την αποπληρωμή της οποίας εγγυήθηκε ο δεύτερος ενάγων, τοκοχρεωλυτικό δάνειο, ύψους 557.593,54 ευρώ, εκ του οποίου εκταμιεύτηκε, όπως οι ίδιοι οι ενάγοντες εκθέτουν στο δικόγραφό τους το ποσό των 490.418,19 ευρώ.
Πρόκειται συνεπώς για σύμβαση δανείου, που είχε συνομολογηθεί κατά την ισχύ του νόμου 2789/2000, το αρχικό καταβληθέν κεφάλαιο της οποίας υπερβαίνει το ποσό των 400.000 ευρώ που θέτει η διάταξη του άρθρου 39 παρ.4 του ν.3259/2004 και για το λόγο αυτό εξαιρείται της ευνοϊκής ρυθμίσεως της παρ.1 του ίδιου άρθρου, σύμφωνα με τα όσα αναπτύχθηκαν στη νομική σκέψη που προηγήθηκε.
Το αίτημα επομένως της κρινομένης αγωγής να αναγνωριστεί ότι η οφειλή τους από την επίδικη σύμβαση δανείου, υπάγεται στις διατάξεις της παρ.1 του άρθρου 39 του ν. 3259/2004 και διαμορφώνεται στο ποσό των 313.020,57 ευρώ, είναι μη νόμιμο και για το λόγο αυτό απορριπτέο. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, που με την εκκαλουμένη απόφασή του, έκρινε μη νόμιμο και για το λόγο αυτό απέρριψε το ανωτέρω αίτημα, ορθά το νόμο εφάρμοσε και τα αντίθετα, που υποστηρίζουν οι εκκαλούντες της πρώτης των ανωτέρω εφέσεων, με τον τρίτο λόγο αυτής και τον πρόσθετο επ' αυτής λόγο, κρίνονται αβάσιμα.
Περαιτέρω το δεύτερο αίτημα της κρινομένης αγωγής, περί υποχρεώσεως της εναγόμενης στην υπαγωγή της οφειλής των εναγόντων, στη χρονική ρύθμιση αποπληρωμής της κατά τους όρους της παρ.2 του άρθρου 39 του ν.3259/2004, παρά το ότι η επίδικη οφειλή δεν υπάγεται στην ευνοϊκή ρύθμιση της παρ.1 του ιδίου άρθρου, είναι, σύμφωνα με την νομική σκέψη που αναπτύχθηκε παραπάνω νόμιμη, αφού και στην περίπτωση αυτή υφίσταται τοιαύτη υποχρέωση της εναγομένης, κατά τα προαναφερόμενα.
Επομένως το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, που με την εκκαλουμένη απόφασή του, έκρινε όμοια, σχετικά με την νομιμότητα του ανωτέρω αιτήματος, ορθά το νόμο εφάρμοσε και τα αντίθετα που υποστηρίζει η εκκαλούσα εναγόμενη, με τον πρώτο και δεύτερο λόγο της κρινομένης ανωτέρω δευτέρας εφέσεως κρίνονται αβάσιμα".
Περαιτέρω δε, το Εφετείο δέχθηκε, μετ' ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων, τα ακόλουθα: "Από την εκτίμηση της υπ' αρ. …/2008 πραγματογνωμοσύνης, του πραγ/να Α. Δ., που διενεργήθηκε με βάση την υπ' αρ. 5393/2007 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και των εγγράφων που νόμιμα προσκομίζουν και επικαλούνται οι διάδικοι είτε για να ληφθούν υπόψη ως αυτοτελή αποδεικτικά μέσα, είτε για να χρησιμεύσουν ως δικαστικά τεκμήρια, αποδεικνύονται τα ακόλουθα:
δυνάμει της υπ' αρ. …/30-11- 1988 συμβάσεως, χορηγήθηκε από την εναγόμενη τράπεζα, στην πρώτη ενάγουσα, τοκοχρεωλυτικό δάνειο, ύψους 190.000.000 δρχ. ή 557.593,54 ευρώ, από το οποίο εκταμιεύτηκε το ποσό των 167.110.000 δρχ., ή 490.418,19 ευρώ. Στην ανωτέρω σύμβαση υπέγραψε ως εγγυητής ο δεύτερος ενάγων. Το δάνειο ορίστηκε με την ίδια σύμβαση να αποπληρωθεί σε 17 εξαμηνιαίες δόσεις.
Σε εξυπηρέτηση του δανείου αυτού τηρήθηκε από την εναγόμενη ο υπ' αρ. … λογαριασμός. Λόγω οικονομικής δυσπραγίας των εναγόντων, δεν κατέστη δυνατή η ακριβής χρονική καταβολή των οφειλομένων δόσεων και έτσι η εναγομένη προέβη στις 2-4-1999, στην καταγγελία της εν λόγω συμβάσεως, με οφειλόμενο υπόλοιπο 1.231.186,85 ευρώ και στην μεταφορά του υπολοίπου αυτού σε λογαριασμό επισφάλειας.
Μετά τη θέση σε ισχύ του ν 3259/ 2004, οι ενάγοντες υπέβαλαν εμπρόθεσμα στις 27-10- 2004, στην εναγομένη αίτηση για την υπαγωγή της ανωτέρω οφειλής τους στην ρύθμιση του άρθρου 39 του προαναφερθέντος νόμου. Επί της αιτήσεως αυτής η εναγομένη με την από 27-1-2005 απαντητική της επιστολή, γνωστοποίησε στους ενάγοντες ότι "με βάση τη γραμματική ερμηνεία του άρθρου 39 του ν.3259/2004, η περίπτωσή σας, δεν φαίνεται κατ' αρχήν να εμπίπτει στην προβλεπόμενη από το εν λόγω άρθρο ρύθμιση.
Πάντως η τράπεζα εξετάζει το αίτημά σας και εφόσον χρειαστεί θα απευθυνθεί στο αρμόδιο υπουργείο για την διευκρίνηση των ανωτέρω". Ακολούθως όμως η εναγομένη, ζήτησε και πέτυχε, την έκδοση της υπ' αρ. 3727/2005 διαταγής πληρωμής του δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία οι ενάγοντες υποχρεώθηκαν στην καταβολή χρηματικού ποσού 1.000.000 ευρώ, πλέον τόκων και εξόδων, για την εξόφληση μέρους μόνο της συνολικής οφειλής τους, που προέκυψε μετά την καταγγελία της επιδίκου δανειακής συμβάσεως.
Ανεξάρτητα όμως από την εξαίρεση της επίδικης οφειλής, της ευνοϊκής ρυθμίσεως της παρ.1 του ίδιου ανωτέρω άρθρου 39 του ν.3259/2004, κατά τα προαναφερόμενα, υπάρχει υποχρέωση της εναγομένης να ρυθμίσει, εφόσον ζητηθεί, όπως εν προκειμένω ζητήθηκε με την προαναφερθείσα αίτηση των εναγόντων, την αποπληρωμή της οφειλής των τελευταίων, ως έχει, κατά τους όρους των δύο τελευταίων εδαφίων της παρ.2 του ιδίου άρθρου, σύμφωνα με τα όσα εκτέθηκαν παραπάνω.
Επομένως η κρινόμενη αγωγή πρέπει να γίνει δεκτή κατά ένα μέρος και να υποχρεωθεί η εναγόμενη να υπαγάγει την οφειλή της πρώτης ενάγουσας, από την υπ' αρ. …/1988 δανειακή σύμβαση, την αποπληρωμή της οποίας έχει εγγυηθεί ο δεύτερος ενάγων, στη ρύθμιση της παρ.2 εδ. δ' και ε' του άρθρου 39 του άρθρου 39 του ν.3259/2004, περί αποπληρωμής αυτής, εντός χρονικού διαστήματος έως επτά ετών, με διετή περίοδο χάριτος και με ισόποσες περιοδικές δόσεις, έντοκες με το ισχύον επιτόκιο της ενήμερης οφειλής για όμοιες χρηματοδοτήσεις.
Η εναγόμενη ισχυρίστηκε στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και τον ισχυρισμό της αυτό επαναφέρει με σχετικό λόγο της κρινομένης εφέσεώς της, ότι η άσκηση του δικαιώματος των εναγόντων να υπαχθεί η οφειλή τους στην προεκτεθείσα νομική ρύθμιση, παρίσταται καταχρηστική αφού: η πρώτη ενάγουσα, που τελεί σε κατάσταση πτωχεύσεως από το έτος 1998, μαζί με τις ανώνυμες εταιρίες "Τ.
ΑΕ" και "Σ. Μ. ΑΕ", που ανήκουν σε όμιλο εταιριών του δευτέρου ενάγοντος, ρύθμισαν στις 30-1-2003, τις προς αυτήν συνολικές οφειλές τους, αναγνωρίζοντας το ύψος αυτών, χωρίς όμως να ανταποκριθούν στις αναληφθείσες από τη σύμβαση αυτή υποχρεώσεις τους. Ο ισχυρισμός αυτός πρέπει να απορριφθεί, ως μη νόμιμος, αφού τα ως άνω περιστατικά και αληθή υποτιθέμενα δεν καθιστούν την άσκηση του κρινομένου δικαιώματος των εναγόντων για την εφαρμογή εν προκειμένου του τρόπου αποπληρωμής της οφειλής τους, με βάση την διάταξη του άρθρου 39 του προαναφερθέντος νόμου) αφού τα γεγονότα αυτά έλαβαν χώρα, πολύ πριν την ισχύ του νόμου αυτού.
Ούτε άλλωστε το άρθρο 39 του προαναφερθέντος νόμου απαιτεί ως προϋπόθεση για την υπαγωγή των οφειλετών στις ευνοϊκές ρυθμίσεις αυτού την φερεγγυότητα των τελευταίων, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται η εναγομένη αντίθετα ο νόμος αυτός θεσπίστηκε ακριβώς για την παροχή διευκολύνσεων στους δανειολήπτες προς εξόφληση των οφειλών τους, οι οποίες, λόγω των υψηλών επιτοκίων και του νομοθετικού καθεστώτος που επέτρεπε τον εκτοκισμό των τόκων είχαν διογκωθεί υπερμέτρως κατά τα τελευταία έτη, φαινόμενο που κατέστησε αναγκαία άλλωστε την επέμβαση του νομοθέτη κατά τα προαναφερθέντα".
Μετά ταύτα, το Εφετείο απέρριψε ως αβάσιμη κατ' ουσίαν την ασκηθείσα από τους ενάγοντες κατά της απόφασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου έφεση και τους προσθέτους λόγους, όπως και την έφεση που άσκησε η εναγόμενη. Με αυτά δε που δέχθηκε και έτσι που έκρινε με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του το Εφετείο, ότι δηλαδή ο κατά το άρθρο 39 παρ. 4 ν. 3259/2004 προσδιορισμός των απαιτήσεων για τον καθορισμό του ύψους της οφειλής κατά την 31-12-1999, προκειμένου να κριθεί εάν αυτή υπερβαίνει ή όχι τα 2.201.000 ευρώ, και εντεύθεν αν υπάγεται στις ρυθμίσεις της παρ. 1 και του α' εδ.
της παρ. 2 του άρθρου 39 περί επανακαθορισμού των οφειλών προς τα πιστωτικά ιδρύματα από συμβάσεις ή πιστώσεις, γίνεται, με το κεφάλαιο και τους συμβατικούς τόκους (χωρίς ανατοκισμό και λοιπά έξοδα), δεν παραβίασε, ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου, τις διατάξεις των παραγράφων 1 και 4 του άρθρου 39 ν. 3259/2004, η τελευταία από τις οποίες αποκλείει την εφαρμογή της παρ. 1 (για τον περιορισμό της συνολικής οφειλής), αν συντρέχει έστω και μία από τις διαζευκτικά τιθέμενες αρνητικές προϋποθέσεις (ΑΠ 424/2020), δηλαδή αν η απαίτηση, όπως είχε διαμορφωθεί στις 31-12-1999, με το κεφάλαιο, τους συμβατικούς τόκους (χωρίς ανατοκισμό) και λοιπά έξοδα, υπερβαίνει το ποσό των 2.201.000 ευρώ ή το αρχικό κεφάλαιο κάθε δανείου υπερβαίνει το ποσόν των 400.000 ευρώ.
Ειδικότερα αναφορικά με την πρώτη αρνητική προϋπόθεση της παρ. 4 του άρθρου 1 ν. 3259/2004, με την οποία αποκλείσθηκαν από την ευνοϊκή ρύθμιση για επανακαθορισμό της οφειλής τους κατά την παρ. 1 του ως άνω άρθρου οι λεγόμενοι "μεγαλοοφειλέτες", δηλαδή εκείνοι των οποίων το συνολικό ύψος της οφειλής υπερβαίνει το ποσόν των 2.201.000 ευρώ, η εξεύρεση και ο προσδιορισμός των απαιτήσεων για τον καθορισμό του ύψους της οφειλής, γίνεται, κατά τα αναγραφόμενα ρητά στην ως άνω διάταξη, και σύμφωνα με όσα εκτίθενται στη μείζονα σκέψη, με το κεφάλαιο, τους συμβατικούς τόκους (χωρίς ανατοκισμό) και λοιπά έξοδα και όχι μόνο με το κεφάλαιο και τους συμβατικούς τόκους (χωρίς ανατοκισμό και λοιπά έξοδα).
Ήτοι τα λοιπά έξοδα, συνυπολογίζονται για τον κατά το άρθρο 39 παρ. 4 ν. 3259/2004 προσδιορισμό του ύψους της οφειλής κατά την 31-12-1999 (ΑΠ 1002/2019), προκειμένου να κριθεί η εφαρμογή ή μη της παρ. 1 και του α' εδ. της παρ. 2 του άρθρου 39 περί επανακαθορισμού των οφειλών προς τα πιστωτικά ιδρύματα από συμβάσεις ή πιστώσεις, ενώ τέτοια αφαίρεση εξόδων, επιβάλλεται στην τελική οφειλή, η οποία θα προκύψει σύμφωνα με την παρ. 1 του άρθρου 39 του ν. 3259/2004, όχι όμως για τη διαπίστωση της συνδρομής περίπτωσης εξαίρεσης της παρ. 4 του ίδιου άρθρου, σύμφωνα με την οποία η απαίτηση υπολογίζεται με το κεφάλαιο, τους συμβατικούς τόκους (χωρίς ανατοκισμό) και με τα λοιπά έξοδα.
Καθόσον δε αφορά, στην προβαλλόμενη, ειδικότερα, αιτίαση των αναιρεσειόντων ότι, η αληθής έννοια της παρ. 4 του άρθρου 39 είναι ότι αφορά όχι αδιακρίτως όλες τις συμβάσεις δανείου η πιστώσεων ανεξαρτήτως χρόνου συνομολογήσεώς τους, αλλά μόνον όσες συνήφθησαν κατά την ισχύ του ν. 2789/2000 , ήτοι από 11.02.2000 κι εντεύθεν και δεν εφαρμόζεται στις συναφθείσες προ της 11ης Φεβρουάριου 2000 συμβάσεις , στις οποίες επομένως εφαρμόζονται η παρ. 1 και 2° του άρθρου 39, ακόμη και εάν το ύψος οφειλής υπερβαίνει τα όρια της παρ. 4, σημειώνονται τα ακόλουθα:
Όπως προκύπτει από τη ρητή διάταξη του άρθρου 30 του ν. 2789/2000, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 42 του ν. 2912/2001, ορίσθηκε ότι "κατ' εξαίρεση των κειμένων διατάξεων, η υφιστάμενη συνολική οφειλή από κάθε είδους συμβάσεις δανείων ή πιστώσεων, που έχουν συνομολογηθεί με πιστωτικά ιδρύματα και οι σχετικές συμβάσεις έχουν καταγγελθεί, ή, προκειμένου περί αλληλόχρεων λογαριασμών, έχουν κλείσει οριστικά ή, αν δεν συντρέχει τέτοια περίπτωση, η απαίτηση έχει καταστεί, εν όλω ή εν μέρει, ληξιπρόθεσμη και απαιτητή κατά τη σύμβαση ή το νόμο, μέχρι 31.12.2000,....".
Από τη σαφή διατύπωση της διατάξεως αυτής, σε συνδυασμό με όσα στη συνέχεια προβλέφθηκαν με τις παραπάνω αναφερόμενες διατάξεις του άρθρου 39 παρ. 1, 2, 3, 4, 12 και 30 του ν. 3259/2004 και όπως ερμηνεύτηκαν με το άρθρο 8 παρ. 1 του ν. 3723/2008 με όσα, κατά τ'ανωτέρω, προστέθηκαν στο τέλος του πρώτου εδαφίου της παρ. 4 του άρθρου 39 του ν. 3259/2004, προκύπτει ότι η διάταξη αυτή, εφαρμόζεται και σε όσες συμβάσεις ήταν υφιστάμενες κατά την ισχύ του ν. 2789/2000 και όχι μόνο σε όσες συνήφθησαν υπό την ισχύ του, από 11-2-2000 και εντεύθεν, όπως οι αναιρεσείοντες ισχυρίζονται, αφού αναφέρεται σε υφιστάμενη συνολική οφειλή για συμβάσεις, πιστώσεις κλπ που έχουν συνομολογηθεί και οι σχετικές συμβάσεις έχουν καταγγελθεί (όπως εν προκειμένω), δηλαδή σε ήδη υφιστάμενες συμβάσεις και όχι μόνο σε όσες συνομολογηθούν μετά τη θέση σε ισχύ του νόμου αυτού.
Επομένως, ο από το άρθρο 559 αρ. 1 KΠολΔ πρώτος λόγος της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια της παραβίασης των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων της παρ. 4 του άρθρου 39 του ν. 3259/2004, με την επίκληση ότι αυτές καταλαμβάνουν απαιτήσεις από κάθε είδους συμβάσεις δανείων ή πιστώσεων που έχουν συνομολογηθεί κατά την (μετά την θέση σε) ισχύ του Ν.2789/2000 και όχι όσες συμβάσεις δανείων η πιστώσεων είχαν συνομολογηθεί σε χρόνο προγενέστερο της ισχύος του Ν.2789/2000, όπως η ένδικη σύμβαση δανείου …/30.11.1988, τυγχάνει αβάσιμος και ως εκ τούτου απορριπτέος.
Υπό τις ανωτέρω, όμως, παραδοχές, αλυσιτελώς και, σε κάθε περίπτωση, αβασίμως, προβάλλεται από τους αναιρεσείοντες και ο δεύτερος από τους λόγους αναιρέσεως, σε σχέση με ότι, οι διατάξεις του άρθρου 30 του ν.2789/2000 ως αντικαταστάθηκαν από το άρθρο 42 ν. 2912/2001 έπρεπε να εφαρμοστούν και ότι με το άρθρο 39 ν. 3259/04 δεν καταργήθηκαν οι λοιπές διαβαθμίσεις των οφειλών ανάλογα με το χρόνο κλεισίματος του λογαριασμού, που αντικαταστάθηκε από το άρθρο 42 παρ.1 ν.2912/2001 και συνακόλουθα προεβλέποντο αρχικά από το άρθρο 30 παρ.1 ν.2789/2000 και, επομένως, συνέτρεχαν όλες οι προϋποθέσεις εφαρμογής τους προκειμένου να υπολογισθεί ορθά το αληθές και νόμιμο ύψος της οφειλής των αναιρεσειόντων, σε συνδυασμό με τις παρ. 1, 2 και 12 του άρθρου 39 ν.3259/2004, αφού, κατά τα ανωτέρω στη μείζονα σκέψη εκτιθέμενα, η διάταξη της παρ.1 του άρθρου 39 του Ν.3259/2004 , που θέτει τις προϋποθέσεις, που πρέπει να πληρούνται για την υπαγωγή της οφειλής στη ρύθμιση του νόμου, τελεί υπό τη ρητή επιφύλαξη της παρ. 4 του ίδιου άρθρου, με βάση τις προβλέψεις της οποίας αποκλείσθηκαν από την ευνοϊκή ρύθμιση για επανακαθορισμό της οφειλής τους, κατά την παρ. 1 του ως άνω άρθρου, οι λεγόμενοι "μεγαλοοφειλέτες", δηλαδή εκείνοι των οποίων το συνολικό ύψος της οφειλής υπερβαίνει το ποσόν των 2.201.000 ευρώ ή το κεφάλαιο κάθε δανείου ή πιστώσεως υπερβαίνει τις 400.000 ευρώ..., με συνέπεια, στην περίπτωση που συντρέχει οποιαδήποτε από τις δύο αρνητικώς διατυπωμένες περιπτώσεις της παρ. 4 [όπως εν προκειμένω που συνήφθη τοκοχρεωλυτικό δάνειο, ύψους 557.593,54 ευρώ, εκ του οποίου εκταμιεύτηκε, όπως οι ίδιοι οι ενάγοντες εκθέτουν στο δικόγραφό τους το ποσό των 490.418,19 ευρώ και πρόκειται για σύμβαση δανείου, που είχε συνομολογηθεί κατά την ισχύ του νόμου 2789/2000, το αρχικό καταβληθέν κεφάλαιο της οποίας υπερβαίνει το ποσό των 400.000 ευρώ], να μην έχει εφαρμογή η παρ. 1 και το εδ.
α' της παρ.2 του άρθρου 39 του Ν. 3259/2004 (ΑΠ 424/2020, Α.Π. 1549/2013, ΑΠ 117/2005) και, επομένως, οι κατά τα λοιπά διαβαθμίσεις, με βάση τις διατάξεις του άρθρου 30 του ν.2789/2000, ως αντικαταστάθηκαν από το άρθρο 42 ν. 2912/2001, οπότε αβασίμως προβάλλονται και οι αιτιάσεις περί ελλείψεως νομίμου βάσεως της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως για μη εφαρμογή του τελευταίου άρθρου (30 ν. 2789/2000) ως προς τις προβλεπόμενες με αυτό διαβαθμίσεις, παρότι δέχθηκε ότι ο ν. 2789/2000 θεσπίσθηκε προκειμένου, χάριν του γενικότερου συμφέροντος, να παράσχει διευκολύνσεις στους τραπεζικούς οφειλέτες και μάλιστα για τις οφειλές αυτών στο σύνολό τους και όχι μόνο ως προς τα ποσά του ανατοκισμού.
Περαιτέρω, με τον τρίτο από τους λόγους αναιρέσεως, από τον αριθμό 15 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, οι αναιρεσείοντες αιτιώνται πλημμέλεια της προσβαλλόμενης απόφασης, διότι το Εφετείο Αθηνών, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, που απέρριψε επί της ουσίας την έφεσή τους , μεταξύ άλλων απέρριψε και τον πρώτο λόγο αυτής, με τον οποίο παραπονέθηκαν για την ανάκληση, παρά το νόμο, όπως ισχυρίζονται, της με αριθμό 5393/2007 προδικαστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που είχε κρίνει ως νόμιμη την αγωγή κατά το πρώτο αίτημά τους.
Ειδικότερα δε διότι, ενώ με την υπ' αριθμ. 5393/2007 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών διατάχθηκε η διενέργεια λογιστικής πραγματογνωμοσύνης, ακολούθως με την υπ' αριθ. 7141/2010 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου ανακλήθηκε η, ως ανωτέρω, υπ' αριθμ. 5393/2007 απόφαση κατά το μέρος της που είχε κριθεί με αυτήν ως νόμιμο το 1° αίτημα της αγωγής, κατά το σκέλος της περί υπαγωγής της οφειλής στο άρθρο 39 παρ.1 του Ν.3259/2004, με την αιτιολογία ότι εσφαλμένα η εναγόμενη δεν υπήγαγε την ως άνω οφειλή της από σύμβαση δανείου στο νέο νομοθετικό καθεστώς, δεδομένου ότι η διάταξη του άρθρου 39 του Ν. 3259/2004 καταλαμβάνει όλες τις ληξιπρόθεσμες οφειλές που συνομολογούνται ή έχουν συνομολογηθεί πριν την έναρξη της ισχύος του (4-8-2004) και διέταξε, σχετικώς, την προαναφερθείσα πραγματογνωμοσύνη.
Από την διάταξη του άρθρου 309 εδάφ. α' και β'του ΚΠολΔ, η οποία ορίζει ότι "Οι αποφάσεις που αποφαίνονται οριστικά σε κύρια ή παρεμπίπτουσα αίτηση δεν μπορούν μετά την δημοσίευσή τους να ανακαλούνται από το δικαστήριο που τις εξέδωσε. Όσες δεν κρίνουν οριστικά μπορούν, είτε αυτεπαγγέλτως είτε με πρόταση κάποιου διαδίκου, που υποβάλλεται μόνο στη διάρκεια της συζήτησης της υπόθεσης και όχι αυτοτελώς, να ανακληθούν σε κάθε στάση της δίκης από το δικαστήριο που τις εξέδωσε εωσότου εκδοθεί οριστική απόφαση", συνάγεται, ότι οριστική είναι η απόφαση του δικαστηρίου ως προς την διάταξή της αυτή με την οποία γίνεται δεκτό ή απορρίπτεται κύριο ή παρεμπίπτον αίτημα της αγωγής ή ανταγωγής καθ'όλες ή μερικές από τις βάσεις του και απογυμνώνεται το δικαστήριο από οποιαδήποτε στη συνέχεια εξουσία ως προς το αίτημα αυτό της αγωγής ή της ανταγωγής για τις αντίστοιχες βάσεις (πρβλ.
ΑΠ 1347/2022). Αντίθετα, δεν είναι οριστική και, επομένως, μπορεί να ανακληθεί από το ίδιο δικαστήριο η απόφασή του, με την οποία έκρινε παραδεκτή και νόμιμη την αγωγή και, στη συνέχεια, ερευνώντας την ουσία δέχθηκε ότι πρέπει να αναβάλλει την οριστική κρίση του επί της ουσίας και διέταξε πραγματογνωμοσύνη, αφού από την κρίση αυτή δεν κωλύεται η επανεξέταση, σε άλλη στάση της δίκης, των όσων έχουν κριθεί, ακόμη δε και του παραδεκτού ή νομίμου της αγωγής ως προς ένα ή όλους τους διαδίκους (πρβλ.
ΑΠ 755/2012). Κατά συνέπεια, εφόσον με την διάταξη του αριθμού 15 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, η οποία ορίζει ότι αναίρεση επιτρέπεται "αν παρά το νόμο ανακλήθηκε οριστική απόφαση", ο λόγος αυτός αναιρέσεως θεμελιώνεται μόνο όταν το δικαστήριο απογυμνώθηκε από την εξουσία να κρίνει περαιτέρω επί της αγωγής και δεν ιδρύεται όταν ανακαλείται μη οριστική απόφαση (ΑΠ 504/2011, ΑΠ 140/2006).
Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 368 και 388 Κ.Πολ.Δ., προκύπτει ότι η απόφαση του Δικαστηρίου που διατάσσει τη διενέργεια πραγματογνωμοσύνης είναι μη οριστική, κατά την προαναφερθείσα έννοια, το δε Δικαστήριο σε μεταγενέστερη στάση δίκης έχει την ευχέρεια να ανακαλέσει την απόφαση αυτή αυτεπάγγελτα ή ύστερα από αίτημα κάποιου διαδίκου, εάν κατά τη διακριτική ανέλεγκτη επί της ουσίας κρίση του κρίνεται εν τέλει μη νόμιμη η αγωγή ή ότι δεν είναι αναγκαία η διενέργεια της πραγματογνωμοσύνης (πρβλ.
ΑΠ 1488/2010). Στην προκειμένη περίπτωση, εφόσον, κατά τα ανωτέρω, με την υπ' αριθμ. 5393/2007 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών διατάχθηκε η διενέργεια λογιστικής πραγματογνωμοσύνης και ανεξαρτήτως του ότι είχε κατ' αρχήν κριθεί παραδεκτή και νόμιμη η αγωγή των αναιρεσειόντων κατά το πρώτο αίτημά τους, κατά το σκέλος αυτού περί υπαγωγής της οφειλής στο άρθρο 39 παρ.1 του Ν.3259/2004, με την αιτιολογία ότι εσφαλμένα η εναγόμενη δεν υπήγαγε την ως άνω οφειλή της από σύμβαση δανείου στο νέο νομοθετικό καθεστώς, δεδομένου ότι η διάταξη του άρθρου 39 του Ν. 3259/2004 καταλαμβάνει όλες τις ληξιπρόθεσμες οφειλές που συνομολογούνται ή έχουν συνομολογηθεί πριν την έναρξη της ισχύος του (4-8-2004), δεν παραβίασε τη διάταξη του άρθρου 309 εδ.
α'ΚΠολΔ το πρωτοβάθμιο δικαστήριο όταν, ακολούθως, με την υπ' αριθμ. 7141/2010 απόφασή του ανακλήθηκε η υπ' αριθμ. 5393/2007 απόφαση, αφού δεν είχε απογυμνωθεί το δικαστήριο ως προς την κρίση του ως προς το 1° αίτημα της αγωγής, πολύ δε περισσότερο δεν παραβίασε την προαναφερόμενη διάταξη το Εφετείο που έκρινε τα αυτά, απορρίπτοντας τον σχετικό λόγο εφέσεως.
Επομένως , ο λόγος αυτός αναιρέσεως (από τον αριθμό 15 του άρθρου 559 ΚΠολΔ) πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
Κατόπιν αυτών και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης προς έρευνα, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο, ενόψει της ήττας των αναιρεσειόντων (άρθρ. 495 παρ. 3 του ΚΠολΔ ως ισχύει). Τέλος, πρέπει να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα της τελευταίας (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως αυτά ορίζονται ειδικότερα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 25-4-2016 αίτηση των 1) ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία «Π. Β. Α. Ε.» - «Π». και 2) Π. Β., για αναίρεση της υπ' αριθμ. 2372/2013 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.
Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος από τους αναιρεσείοντες παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο. Και
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 27 Μαρτίου 2024.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 10 Μαΐου 2024.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ