Legislator Case Law & Legislation
663/2023 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds due to inadmissible and insufficient grounds for review.

Case Number 663/2023
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request for cassation against the Thessaloniki Court of Appeal's final judgment. The appellant argued that the lower court failed to apply specific contract terms and provided insufficient reasoning, but the Court found the grounds for cassation inadmissible or vague. Consequently, the appeal was rejected, and the appellant was ordered to pay the intervening bank's legal costs.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559(19) and 576 of the Code of Civil Procedure; The Court of Cassation rejects a cassation request if the grounds are inadmissible, insufficient, or based on erroneous premises regarding the lower court's procedural handling.

Keywords

AI generated
cassation appeal inadmissible grounds insufficient reasoning Code of Civil Procedure legal costs procedural defect intervening party

Cited Legislation

AI generated
Article 576 paragraphs 1-3 of the Code of Civil Procedure
Article 559 paragraph 19 of the Code of Civil Procedure
Article 495 paragraph 3 of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183, 191 paragraph 2 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
Case 1377/2019
Case 206/2017

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 663 / 2023 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 663/2023

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ευδοξία Κιουπτσίδου - Στρατουδάκη, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, Ιωάννα Κλάπα - Χριστοδουλέα, Χρήστο Κατσιάνη, Ασημίνα Υφαντή και Κορνηλία Πανούτσου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 21 Νοεμβρίου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ε. Κ. του Α., κατοίκου ... ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Αναγνωστόπουλο και κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία "..." και τον διακριτικό τίτλο "...", που εδρεύει στo ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία δεν εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο.

Της Προσθέτως Παρεμβαίνουσας: Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία "..." (πρώην "..."), που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Πανταλώνα με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 13/11/2014 ανακοπή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2849/2016 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2040/2017 του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 31/1/2018 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1. Από τις διατάξεις των άρθρων 576 παρ. 1-3 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι, αν κατά τη συζήτηση της αίτησης για αναίρεση κάποιος από τους διαδίκους δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί και δε λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει ποιός επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο διάδικος που απουσιάζει, η υπόθεση συζητείται ως εάν ήταν παρόντες οι διάδικοι.

Αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικος του, ερευνάται, αν ο διάδικος που δεν εμφανίσθηκε ή αν και εμφανίσθηκε δεν έλαβε μέρος στη συζήτηση με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα από τον επισπεύδοντα τη συζήτηση. Στην περίπτωση που δεν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, η συζήτηση κηρύσσεται απαράδεκτη και η υπόθεση επαναφέρεται με νέα κλήτευση.

Αν όμως κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, προχωρεί στη συζήτηση, παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί (ΑΠ 1377/2019, ΑΠ 206/2017). Στη προκειμένη περίπτωση, από τη με αριθμό 3914 ΣΤ'/18.10.2021 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Πειραιώς και έδρα το Πρωτοδικείο Αθηνών, Γ. Π.. Π., την οποία προσκομίζει ο επισπεύδων τη συζήτηση της υπόθεσης αναιρεσείων, αποδεικνύεται, ότι ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο της κρινόμενης από 31.1.2018 αίτησης αναίρεσης κατά της με αριθμό 2040/2017 τελεσίδικης απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης, με τις συνημμένες σ'αυτή πράξεις καταθέσεως δικογράφου, ορισμού δικασίμου και κλήση για μετ' αναβολή εκ του οικείου πινακίου συζήτηση, για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως στην αναιρεσίβλητη τραπεζική εταιρεία.

Επομένως, εφόσον αυτή δεν εμφανίστηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε διά πληρεξουσίου Δικηγόρου ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, κατά την ως άνω δικάσιμο, κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο και συζητήθηκε νόμιμα, η συζήτηση πρέπει να προχωρήσει ως αν ήταν και αυτή παρούσα (αρθ. 576 παρ. 2 ΚΠολΔ). 2.

Από τη διάταξη του άρθρου 80 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι τρίτος μπορεί να ασκήσει σε εκκρεμή μεταξύ άλλων δίκη πρόσθετη παρέμβαση για την υποστήριξη κάποιου διαδίκου, μέχρι να εκδοθεί αμετάκλητη απόφαση, συνεπώς για πρώτη φορά και ενώπιον του Αρείου Πάγου, περιοριζόμενος σε μόνη την υποστήριξη ή αντίκρουση των λόγων της αναίρεσης, εφόσον έχει έννομο συμφέρον.

Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 81 παρ. 1 και 215 παρ. 1 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι η πρόσθετη παρέμβαση ασκείται σύμφωνα με τις διατάξεις που ισχύουν για την αγωγή, δηλαδή με κατάθεση του δικογράφου στη γραμματεία του δικαστηρίου, στο οποίο απευθύνεται, που είναι αναγκαίο στοιχείο της προδικασίας και ολοκληρώνεται με την κοινοποίηση αυτής στους διαδίκους, η οποία στην περίπτωση που ασκείται για πρώτη φορά στον Άρειο Πάγο, πρέπει, να γίνεται, σύμφωνα με το άρθρο 568 παρ. 4 ΚΠολΔ, σε όλους τους μέχρι της ασκήσεώς της διαδίκους, τουλάχιστον εξήντα ημέρες πριν από τη δικάσιμο, αν όλοι οι διάδικοι που καλούνται διαμένουν στην Ελλάδα (ΑΠ 1736/2017).

Έννομο συμφέρον για την άσκηση της πρόσθετης παρέμβασης υφίσταται, όταν με την πρόσθετη παρέμβαση μπορεί να προστατευθεί δικαίωμα του παρεμβαίνοντος ή να αποτραπεί η δημιουργία σε βάρος του νομικής υποχρέωσης, που είτε απειλείται από τη δεσμευτικότητα και την εκτελεστότητα της αποφάσεως που θα εκδοθεί είτε υπάρχει κίνδυνος προσβολής του από τις αντανακλαστικές συνέπειές της, ως τρίτος δε, κατά την έννοια της ίδιας διατάξεως του άρθρου 80 ΚΠολΔ, νοείται εκείνος ο οποίος δεν είχε προσλάβει την ιδιότητα του διαδίκου με οποιοδήποτε τρόπο στην αρχική δίκη ή σε στάδιο προηγούμενης δίκης επί της υποθέσεως (ΑΠ 1329/2017, ΑΠ 611/2013, ΑΠ 1171/2012).

Εξάλλου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 83 ΚΠολΔ, αν η ισχύς της απόφασης στην κύρια δίκη εκτείνεται και στις έννομες σχέσεις εκείνου που άσκησε πρόσθετη παρέμβαση προς τον αντίδικό του, εφαρμόζονται οι διατάξεις των άρθρων 76 μέχρι 78 του ιδίου κώδικα. Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι αποφασιστικό κριτήριο για το χαρακτηρισμό της πρόσθετης παρέμβασης ως αυτοτελούς είναι η επέκταση της ισχύος της απόφασης, δηλαδή των υποκειμενικών ορίων του δεδικασμένου, της εκτελεστότητας και της διαπλαστικής ενέργειας αυτής στις έννομες σχέσεις του τρίτου προς τον αντίδικό του.

Το δικονομικό δικαίωμα της άσκησης αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης παρέχεται όχι λόγω της πιθανής εκδήλωσης δυσμενών ενεργειών της απόφασης σε βάρος τρίτου, αλλά λόγω της δεσμευτικότητας αυτών που θα κριθούν στην ήδη εκκρεμή δίκη, όσον αφορά στις σχέσεις του παρεμβαίνοντος προς τον αντίδικό του, χωρίς να υπάρχει δυνατότητα άλλης διαδικασίας.

Με την άσκηση της αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης ο παρεμβαίνων, χωρίς να εισάγει στη δίκη μια νέα έννομη σχέση, αντιδικεί για την ήδη εκκρεμή έννομη σχέση, η διάγνωση της οποίας επισύρει την επέκταση της ισχύος της απόφασης. Η ασκούμενη κατά το άρθρο 83 ΚΠολΔ αυτοτελής πρόσθετη παρέμβαση δημιουργεί περιορισμένου περιεχομένου επιγενόμενη αναγκαία ομοδικία του παρεμβαίνοντος με το διάδικο υπέρ του οποίου η παρέμβαση, στο μέτρο που ο παρεμβαίνων θεωρείται κατά πλάσμα δικαίου ως αναγκαίος ομόδικος με τις παρεχόμενες δικονομικές εξουσίες αυτού, χωρίς όμως να έχει στη διάθεσή του διαδικαστικές ευχέρειες που προσιδιάζουν αποκλειστικά στο πρόσωπο του κυρίου διαδίκου (ΑΠ 267/2021, ΑΠ 362/2020, ΑΠ 368/2019, ΑΠ 1485/2006, ΑΠ 91/2005).

Ως αυτοτελής πρόσθετη παρέμβαση πρέπει να θεωρηθεί και εκείνη, την οποία ασκεί αυτός που έγινε διάδοχος του διαδίκου όσο διαρκούσε η δίκη ή μετά το πέρας αυτής (άρθρο 225 παρ. 2 ΚΠολΔ), αφού το δεδικασμένο από τη δίκη ισχύει υπέρ και κατά αυτού κατά το άρθρο 325 αριθ. 2 ΚΠολΔ (ΑΠ267/2021, ΑΠ368/2019, ΑΠ 1564/2017, ΑΠ 1731/2011).

Τέλος, από το συνδυασμό των διατάξεων του άρθρου 576 παρ. 2 και 3 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι σε περίπτωση αναγκαστικής ομοδικίας στη δίκη επί της αιτήσεως αναιρέσεως, αν κάποιος από τους αναγκαίους ομοδίκους δεν εκπροσωπηθεί από πληρεξούσιο δικηγόρο, πλην, όμως, έχει κλητευτεί νομίμως είτε από τον αντίδικό του, είτε από αναγκαίο ομόδικο, τότε η συζήτηση χωρεί νομίμως και ως προς τον απολιπόμενο αυτόν αναγκαίο ομόδικο (ΑΠ 756/2017, ΑΠ 681/2016), αφού, αν και δεν παραστάθηκε, θεωρείται ότι αντιπροσωπεύεται από τον αναγκαίο ομόδικό του (ΑΠ368/2019).

Στη προκειμένη περίπτωση, η εδρεύουσα στο ... και νόμιμα εγκατεστημένη στην Ελλάδα, μέσω υποκαταστήματος στην …, ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "..." με το από 2.6.2021 ιδιαίτερο δικόγραφο που κατατέθηκε στη Γραμματεία αυτού του Δικαστηρίου στις 17.6.2021 και επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως στον αναιρεσείοντα και στην αναιρεσίβλητη εταιρεία (σχετ.

προσκ. με αριθμούς 1081Ε'/ 13.7.2021 και 1084 Ε'/14.7.2021 εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Εφετείο Θεσσαλονίκης, Σ. Α.. Π., αντιστοίχως) άσκησε το πρώτον ενώπιον του Αρείου Πάγου, πρόσθετη παρέμβαση υπέρ της αναιρεσίβλητης εταιρείας, επικαλούμενη ως έννομο συμφέρον της το γεγονός, ότι κατέστη ειδική διάδοχος αυτής, βάσει της από 1.1.2018 συμφωνίας μεταβίβασης απαιτήσεων και μεταφοράς της επιχειρηματικής δραστηριότητος, καθώς και ότι μεταξύ των απαιτήσεων που μεταβιβάστηκαν στο πλαίσιο της άνω συμφωνίας ήταν και η ένδικη απαίτηση της δικαιοπαρόχου της αναιρεσίβλητης, υπέρ ης η πρόσθετη παρέμβαση κατά του αναιρεσείοντος.

Ειδικότερα, όπως από την παραδεκτή κατ'άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ επισκόπηση των εγγράφων της δικογραφίας προκύπτει, η προσθέτως παρεμβαίνουσα εταιρεία με την επωνυμία "..." μετά την έκδοση της με αριθμό 2040/2017 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης (αναιρεσιβαλλομένης) κατέστη ειδική διάδοχος της αναιρεσίβλητης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "...", δυνάμει της από 1.1.2018 συμφωνίας που καταχωρίστηκε στο ΓΕΜΗ με κωδικό αριθμό 1401344/2018, μεταξύ δε, των στοιχείων του ενεργητικού που μεταβιβάστηκαν δυνάμει της ανωτέρω συμφωνίας περιελήφθη και η ένδικη απαίτηση της αναιρεσίβλητης κατά του αναιρεσείοντος, που απορρέει από τη με αριθμό 3109/24.2.2005 σύμβαση τοκοχρεωλυτικού δανείου "NEW HOUSE".

Συνεπώς, η ως άνω πρόσθετη παρέμβαση, η οποία, σύμφωνα και με τις προεκτεθείσες σκέψεις, έχει σαφώς χαρακτήρα αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης, είναι παραδεκτή και νόμιμη, κατ'άρθρο 80 και 83 ΚΠολΔ, με αποτέλεσμα μεταξύ της κυρίας διαδίκου αναιρεσίβλητης και της προσθέτως υπέρ αυτής παρεμβαίνουσας να δημιουργείται σχέση επιγενόμενης αναγκαίας ομοδικίας και πρέπει ως εκ τούτου να συνεκδικασθεί με την νομότυπα και παραδεκτά (άρθρο 495, 552,553,556,558,564,566 παρ.1 ΚΠολΔ) ασκηθείσα αίτηση αναίρεσης (αρθ. 577 παρ.1 ΚΠολΔ και αρθ. 246 και 573 ΚΠολΔ). Τέλος, δεδομένου ότι η υπέρ ης η αυτοτελής πρόσθετη παρέμβαση-αναιρεσίβλητη δεν εμφανίστηκε ούτε εκπροσωπήθηκε με οποιοδήποτε τρόπο κατά την εκφώνηση της υποθέσεως, παρότι κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα από την αυτοτελώς προσθέτως παρεμβαίνουσα προκειμένου να παρασταθεί κατά την αρχικώς προσδιορισθείσα δικάσιμο της 20ης.9.2021 κατά την οποία η υπόθεση αναβλήθηκε νόμιμα εκ του οικείου πινακίου για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, θεωρείται ότι αντιπροσωπεύεται από την τελευταία, αναγκαία ομόδικό της, ώστε η συζήτηση της πρόσθετης παρέμβασης θα χωρήσει ως εάν ήταν και αυτή παρούσα (αρθ. 576 παρ. 2 ΚΠολΔ).

3. Από την παραδεκτή, κατά το άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ, επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης προκύπτει, ότι ο αναιρεσείων με την από 13.11.2014 ανακοπή του, ζήτησε να ακυρωθεί η με αριθμό 17.121/2014 διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, με την οποία υποχρεώθηκε να καταβάλει στην καθής η ανακοπή, ήδη αναιρεσίβλητη τραπεζική εταιρεία, το χρηματικό ποσό των 112.406,91 ευρώ, νομιμοτόκως από 20.4.2012, ως οφειλόμενο υπόλοιπο από σύμβαση τοκοχρεωλυτικού δανείου ύψους 150.000 ευρώ, για τους στην ανακοπή αναφερόμενους λόγους.

Στο ίδιο δικόγραφο ο ανακόπτων-αναιρεσείων σώρευσε και ανακοπή κατά της από 20.10.2014 επιταγής προς πληρωμή, με την οποία η καθής η ανακοπή επέσπευσε κατ' αυτού αναγκαστική εκτέλεση δυνάμει της παραπάνω διαταγής πληρωμής, για συνολικώς επιτασσόμενο ποσό, αυτό των 135.103,35 ευρώ. Με τη με αριθμό 2849/2016 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, έγινε δεκτός ο δεύτερος λόγος ανακοπής, σύμφωνα με τον οποίο η απαίτηση για την οποία εκδόθηκε η ανακοπτομένη διαταγή πληρωμής, περιείχε παράνομες χρεώσεις από τον ανατοκισμό της εισφοράς του ν. 128/1975 με άμεση συνέπεια την αδυναμία προσδιορισμού της πραγματικής οφειλής και αφού κρίθηκε ότι παρείλκε η εξέταση των λοιπών λόγων ανακοπής, ακυρώθηκε στο σύνολό της η με αριθμό 17.121/2014 διαταγή πληρωμής.

Επί της από 5.10.2016 εφέσεως που άσκησε η ηττηθείσα καθής η ανακοπή τραπεζική εταιρεία εκδόθηκε από το Μονομελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, αντιμωλία των διαδίκων, η με αριθμό 2040/2017 τελεσίδικη απόφασή του, η οποία εξαφάνισε την εκκαλουμένη απόφαση κατ' αποδοχή λόγου εφέσεως ως βασίμου, διακράτησε την υπόθεση και δικάζοντας επί όλων των λόγων ανακοπής απέρριψε αυτούς και την ανακοπή στο σύνολό της.

Κατά της αμέσως παραπάνω απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης, ασκήθηκε η κρινόμενη από 31.1.2018 αίτηση αναίρεσης, νόμιμα και εμπρόθεσμα καταβληθέντος και του προσήκοντος παραβόλου του Δημοσίου (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ.1 ΚΠολΔ). Επειδή, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 577 παρ.1 ΚΠολΔ "Το δικαστήριο πρώτα συζητεί για το παραδεκτό της αναίρεσης" ενώ κατά τη διάταξη του άρθρου 566 ΚΠολΔ παρ.1 "Το έγγραφο της αναίρεσης πρέπει να περιέχει τα στοιχεία που απαιτούνται κατά τα άρθρα 118 έως 120, να αναφέρει τη προσβαλλομένη απόφαση, τους λόγους της αναίρεσης, αίτηση για την αναίρεση ολική ή εν μέρει της προσβαλλομένης απόφασης και αίτηση για την ουσία της υπόθεσης".

Από τις ως άνω διατάξεις συνάγεται , ότι μεταξύ των προϋποθέσεων του παραδεκτού της αιτήσεως αναιρέσεως είναι και αίτηση για την ουσία της υποθέσεως, η οποία δεν είναι ανάγκη να διατυπώνεται πανηγυρικά, αλλ` αρκεί να συνάγεται σαφώς από το όλο περιεχόμενο και το αιτητικό της αιτήσεως αναιρέσεως. Αν δεν περιέχεται στο αναιρετήριο τέτοια αίτηση ούτε μπορεί αυτή να υποβληθεί βάσιμα, διότι η υπόθεση δεν έχει μεταβιβαστεί στο δικαστήριο, που εξέδωσε την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση κι επομένως δεν υπάρχει στάδιο εξετάσεως της ουσίας της υποθέσεως σε περίπτωση αναιρέσεως της αποφάσεως και παραπομπής της υποθέσεως στο προηγούμενο ή σε άλλο ομοιόβαθμο δικαστήριο, η αίτηση αναιρέσεως απορρίπτεται ως απαράδεκτη και αυτεπαγγέλτως (ΑΠ 1893/2017, ΑΠ 1353/2008, ΑΠ 1835/2007, ΑΠ 875/2006).

Στη προκειμένη περίπτωση με τις νομότυπα και εμπρόθεσμα κατατεθείσες προτάσεις της η προσθέτως παρεμβαίνουσα επικαλείται απαράδεκτο της κρινόμενης αίτησης αναιρέσεως για το λόγο ότι δεν διαλαμβάνεται σ'αυτή αίτημα για την ουσία της υπόθεσης. Aπό την παραδεκτή επισκόπηση του δικογράφου της αίτησης αναίρεσης προκύπτει ότι ο αναιρεσείων ζητεί την αναίρεση και εξαφάνιση της αναιρεσιβαλλομένης απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης καθ'όλα αυτής τα κεφάλαια καθώς και την παραπομπή της προς νέα κατ' ουσίαν κρίση ενώπιον του αυτού δικαστηρίου με διαφορετική σύνθεση.

Ουδεμία, συνεπώς, αμφιβολία δημιουργείται ως προς το αληθές περιεχόμενο της αίτησης για την ουσία της υπόθεσης που όπως είναι φανερό αναφέρεται στην ανακοπή του αναιρεσείοντος επί της οποίας εκδόθηκαν οι προδιαληφθείσες αποφάσεις. Επομένως, η παραδεκτώς προταθείσα ένσταση περί απαραδέκτου της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης είναι απορριπτέα ως αβάσιμη, η δε παραδεκτή αίτηση αναίρεσης (αρθ. 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ.3 ΚΠολΔ).

4. Κατά το άρθρ. 623 του ΚΠολΔ, μπορεί, κατά την ειδική διαδικασία των άρθρ. 624 έως 634 του Κώδικα αυτού, να ζητηθεί η έκδοση διαταγής πληρωμής για χρηματικές απαιτήσεις ή απαιτήσεις παροχής χρεογράφων, εφόσον η απαίτηση και το οφειλόμενο ποσό αποδεικνύονται με δημόσιο ή ιδιωτικό έγγραφο. Η απαίτηση, που μπορεί να αποδεικνύεται και από συνδυασμό περισσότερων τέτοιων εγγράφων, πρέπει κατά το άρθρ. 624 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα να μην εξαρτάται από αίρεση, προθεσμία, όρο ή αντιπαροχή και να είναι ορισμένο το οφειλόμενο ποσό χρημάτων ή χρεογράφων (ΑΠ 872/2017, ΑΠ 1349/2013).

Εξάλλου, κατά την παρ. 2 του άρθρου 626 ΚΠολΔ, όπως ίσχυε πριν την αντικατάστασή του με το ν. 4335/2015, το δικόγραφο της αίτησης για έκδοση διαταγής πληρωμής πρέπει να περιέχει: α) όσα ορίζουν τα άρθρα 118 και 117 και το άρθρο 119 παρ.1 του κώδικα αυτού, β) αίτηση για την έκδοση διαταγής πληρωμής και γ) την απαίτηση και το ακριβές ποσό των χρημάτων ή των χρεογράφων, με τους τυχόν οφειλόμενους τόκους των οποίων ζητείται η καταβολή, κατά δε την παρ.3 του ίδιου άρθρου στην αίτηση του δικαιούχου για την έκδοση διαταγής πληρωμής πρέπει να επισυνάπτονται και όλα τα έγγραφα από τα οποία προκύπτει η απαίτηση και το ποσό της.

Από τις διατάξεις αυτές, που δεν περιλαμβάνουν παραπομπή στο άρθρο 216 παρ.1 περ.α ΚΠολΔ, σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 623 του ίδιου κώδικα, σύμφωνα με την οποία μπορεί κατά την ειδική διαδικασία των άρθρ. 624 έως 634 να ζητηθεί η έκδοση διαταγής πληρωμής για χρηματικές απαιτήσεις ή απαιτήσεις παροχής χρεογράφων, εφόσον η απαίτηση και το οφειλόμενο ποσό αποδεικνύονται με δημόσιο ή ιδιωτικό έγγραφο, προκύπτει ότι στο δικόγραφο της αίτησης για την έκδοση διαταγής πληρωμής, για τον προσδιορισμό της χρηματικής απαίτησης για την οποία ζητείται η έκδοσή της, ούτως ώστε να πληρούται ο αντίστοιχος νόμιμος όρος, δεν απαιτείται να παρατίθεται το σύνολο των γενεσιουργών της απαίτησης περιστατικών, αλλά αρκεί η παράθεση πραγματικών περιστατικών που εξατομικεύουν την απαίτηση από την άποψη αντικειμένου, είδους και τρόπου γένεσής της και που δικαιολογούν συμπέρασμα αντίστοιχης συγκεκριμένης οφειλής εκείνου κατά του οποίου απευθύνεται η αίτηση έναντι του αιτούντος (ΑΠ 330/2012, ΑΠ 15/2007), όπως η σύμβαση μεταξύ των διαδίκων, ή συμφωνία περί αναγωγής των βιβλίων της τράπεζας σε έγγραφο απόδειξης της απαίτησης και του ύψους αυτής, και το κλείσιμο του λογαριασμού, χωρίς να είναι ανάγκη να εμπεριέχονται στο περιεχόμενο της αίτησης τα επιμέρους κονδύλια χρεοπιστώσεων του λογαριασμού και τέλος, απαιτείται να επισυνάπτονται στην αίτηση τα έγγραφα εκείνα από τα οποία προκύπτει η απαίτηση και το ποσό της.

Περαιτέρω από τις αυτές ως άνω διατάξεις σε συνδυασμό με αυτές των άρθρων 630 και 631 ΚΠολΔ συνάγεται ότι η διαταγή πληρωμής η οποία αποτελεί μόνον εκτελεστό τίτλο και όχι δικαστική απόφαση ώστε να έχει ανάγκη πλήρους αιτιολογικού, αρκεί πλην άλλων στοιχείων, να εμπεριέχει απλώς την αιτία της πληρωμής, ήτοι να προσδιορίζεται έστω και συνοπτικά το είδος της δικαιοπραξίας από την οποία απορρέει η απαίτηση, δίχως να δημιουργείται αμφιβολία ως προς την αιτία της πληρωμής, χωρίς να απαιτείται να περιγράφονται ειδικότερα τα πραγματικά περιστατικά που συνιστούν την αιτία καθώς και το ποσό των χρημάτων ή χρεογράφων που πρέπει να καταβληθεί.

Επομένως, επί διαταγής πληρωμής που εκδόθηκε βάσει δανειακής σύμβασης μετά τραπέζης, αρκεί να αναφέρεται σ'αυτή συνοπτικά ότι το διατασσόμενο χρηματικό ποσό αποτελεί το χρεωστικό υπόλοιπο εις βάρος του οφειλέτη, χωρίς να απαιτείται η πλήρης αναφορά της κίνησης των χρεοπιστωτικών κονδυλίων του λογαριασμού κίνησης της σύμβασης(ΑΠ 1131/2020, ΑΠ 999/2019, ΑΠ 368/3019, ΑΠ 1071/2017, ΑΠ 1512/2006, ΑΠ 192/2005). 5.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Κανόνες του ουσιαστικού δικαίου είναι αυτοί που ρυθμίζουν τις βιοτικές σχέσεις και δη, τη κτήση, αλλοίωση ή κατάργηση των δικαιωμάτων και τη γένεση των υποχρεώσεων και επιβάλλουν κυρώσεις για τη μη τήρησή τους (ΑΠ 887/2019, ΑΠ 659/2015, ΑΠ 1343/2007).

Οι κανόνες του ουσιαστικού δικαίου αντιδιαστέλλονται από τους δικονομικούς κανόνες (ΑΠ 398/2011) δηλαδή αυτούς που καθορίζουν τον τρόπο (διαδικασία), τα όργανα και τη μορφή της ένδικης προστασίας για τη πραγμάτωση των δικαιωμάτων του ουσιαστικού δικαίου (ΑΠ 562/2019, ΑΠ 894/2018, ΑΠ 1658/2009).Ο κανόνας ουσιαστικού δικαίου παραβιάζεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας, με βάση τα αναιρετικώς ανέλεγκτα γενόμενα απ` αυτό δεκτά ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, δεν εφαρμόσει τον κανόνα δικαίου, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή, αν εφαρμόσει αυτόν, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμόσει αυτόν εσφαλμένα, η δε παραβίαση, εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη ή μη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών στον κανόνα δικαίου (ΟλΑΠ 1/2020, ΟλΑΠ 4/2018, ΟλΑΠ 6/2017, ΟλΑΠ 7/2006).

Περαιτέρω, κατά την έννοια, της διάταξης του άρθρου 559 αριθ.19 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση όταν στο αιτιολογικό, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν αναφέρονται καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε.

Αντίθετα, η απόφαση δεν στερείται νόμιμης βάσης, όταν οι πιο πάνω ελλείψεις αφορούν την εκτίμηση των αποδείξεων (άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ) και, ειδικότερα, αναφέρονται στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση του πορίσματος που εξάγεται από αυτές, αρκεί μόνο το πόρισμα να εκτίθεται με σαφήνεια (ΟλΑΠ 24/1992).Περαιτέρω, ο λόγος αυτός αναφέρεται στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού και συνεπώς για τη στοιχειοθέτησή του προϋποθέτει ότι το δικαστήριο με την προσβαλλομένη απόφασή του εισήλθε στην ουσία της διαφοράς και διατύπωσε αποδεικτικό πόρισμα, ώστε αυτός δεν ιδρύεται όταν η προσβαλλομένη απόφαση απέρριψε τον ισχυρισμό ως απαράδεκτο, αόριστο, μη νόμιμο ή για άλλο τυπικό λόγο (ΟλΑΠ 3/1997, ΟλΑΠ 44/1990, ΑΠ 1346/2022, ΑΠ 1935/2017, ΑΠ 451/1996, ΑΠ 885/1994) .

Tέλος, ο από το άρθρο 559 αρ. 14 λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν το δικαστήριο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από το δικαίωμα ή απαράδεκτο. Ο λόγος αυτός αφορά σε ακυρότητες, απαράδεκτα και εκπτώσεις, που χαρακτηρίζονται ως δικονομικές, σχετίζονται δε με τα εισαγωγικά της δίκης έγγραφα (αγωγές, ανακοπές κλπ) ή δημιουργούνται κατά την ενώπιον του δικαστηρίου διαδικασία (ΟλΑΠ 1/2019, ΟλΑΠ 25/2008, ΑΠ 1383/2021).

Με την ως άνω διάταξη εισάγεται γενικός δικονομικός λόγος αναίρεσης με τον οποίο ελέγχεται κάθε μορφή ανισχύρου των διαδικαστικών πράξεων, που πηγάζει από άμεση παραβίαση διάταξης δικονομικής φύσης (ΟλΑΠ 2/2001, ΑΠ 933/2019). Ειδικότερα, με τον όρο "απαράδεκτο" νοείται το δικονομικό απαράδεκτο, δηλαδή αυτό που δημιουργείται από την αθέτηση-παραβίαση δικονομικής διάταξης, με αποτέλεσμα η δικονομική ενέργεια να στερείται των αναγκαίων προϋποθέσεων του κύρους της (ΟλΑΠ 2/2001, ΑΠ 480/2020, ΑΠ 175/2019, ΑΠ 1496/2017).

Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, το απαράδεκτο αφορά μόνο στις "επιτευκτικές" διαδικαστικές πράξεις, δηλαδή εκείνες που τείνουν στη δημιουργία των αναγκαίων όρων για την έκδοση συγκεκριμένης απόφασης, ώστε η κατ' αποτέλεσμα ενέργειά τους να εκδηλώνεται με την απόφαση και μόνον δυνάμει αυτής (ΑΠ 297/2019, ΑΠ 357/2018).'Ετσι με τον ανωτέρω, από το άρθρο 559 αρ. 14 ΚΠολΔ αναιρετικό λόγο, ελέγχονται, πλην άλλων, το παραδεκτό της ασκήσεως των ενδίκων μέσων (ΑΠ 371/2008) και προσθέτων λόγων αυτών, καθώς και το παραδεκτό της προβολής των ισχυρισμών (ΑΠ 1346/2022, ΑΠ 1206/2019, ΑΠ 2081/2018).

Στη προκειμένη περίπτωση με τον πρώτο λόγο ανακοπής του ο ανακόπτων, ήδη αναιρεσείων, ισχυρίστηκε ότι η με αριθμό 17.121/2014 διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης είναι ακυρωτέα λόγω της αοριστίας του περιεχομένου της, για το λόγο ότι δεν αναφέρεται σ'αυτή η ημεροχρονολογία εκταμίευσης του δανεισθέντος κεφαλαίου των 150.000 ευρώ, ούτε παρατίθενται αναλυτικά στην επισυναφθείσα στην αίτηση για την έκδοση της διαταγής πληρωμής, καρτέλα κίνησης του λογαριασμού του δανείου του, οι χρεοπιστώσεις και ιδιαιτέρως, τα πιστούμενα κονδύλια των καταβολών του, του χρονικού διαστήματος από 15.3.2005 έως 27.4.2014, με συνέπεια την αδυναμία ελέγχου του ορθού υπολογισμού του αιτουμένου ποσού.

Ο λόγος αυτός ερευνήθηκε το πρώτον από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, μετά εξαφάνιση της εκκαλουμένης κατ'αποδοχή άλλου λόγου έφεσης, όπως προεκτέθηκε, και απορρίφθηκε ως μη νόμιμος, με την αιτιολογία ότι για το ορισμένο της διαταγής πληρωμής, κατ' άρθρο 630 περ. δ ΚΠολΔ , αρκεί να αναφέρεται η αιτία της οφειλής και το ποσό των χρημάτων ή των χρεογράφων που πρέπει να καταβληθεί.

Έτσι που έκρινε το Εφετείο και δεν ακύρωσε την διαταγή πληρωμής λόγω αοριστίας της, σύμφωνα με τον τον νόμο δεν κήρυξε απαράδεκτο και συνεπώς δεν υπέπεσε στην από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια, όπως προβάλλει ο αναιρεσείων με το πρώτο σκέλος του πρώτου λόγου αναίρεσής του, κατά προσήκουσα εκτίμηση του περιεχομένου του, και ως εκ τούτου κατά το σκέλος αυτό ο λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος.

Περαιτέρω, στον ίδιο πρώτο λόγο αναίρεσης, κατά το δεύτερο σκέλος αυτού, ο αναιρεσείων προσάπτει στη προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του ιδίου ως άνω άρθρου, επικαλούμενος ανεπαρκή αιτιολόγηση του υπόψη λόγου ανακοπής. Ο λόγος αυτός κατά τούτο είναι σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν, απαράδεκτος, καθόσον το σφάλμα της εκ πλαγίου παράβασης ουσιαστικού κανόνα δικαίου εντοπίζεται πάντοτε στην ελάσσονα πρόταση, ενώ εν προκειμένω, το Εφετείο με την προσβαλλομένη απόφασή του δεν προέβη σε εξέταση του λόγου ανακοπής από την άποψη της ουσιαστικής του βασιμότητας, δεν υπήρξε δηλαδή περιγραφή πραγματικών περιστατικών, αλλά απέρριψε αυτόν ως μη νόμιμο, τούτο δε, παρεκτός του ότι ο λόγος αυτός ιδρύεται μόνο αν παραβιάστηκε εκ πλαγίου κανόνας ουσιαστικού δικαίου, οι δε φερόμενες ως παραβιασθείσες διατάξεις (630-633 ΚΠολΔ) δεν είναι ουσιαστικού δικαίου, εφόσον δεν ρυθμίζουν δικαιώματα και υποχρεώσεις ή έννομες σχέσεις του ουσιαστικού δικαίου, αλλά καθιερώνουν διαδικαστικές προϋποθέσεις του παραδεκτού της διαταγής πληρωμής.

Με τον δεύτερο λόγο ανακοπής του ο ήδη αναιρεσείων επικαλέστηκε ακυρότητα της υπόψη διαταγής πληρωμής και για το λόγο, ότι παρανόμως ενσωματώθηκαν σ' αυτή τα ποσά από παράνομο εκτοκισμό και ανατοκισμό μη λογιστικοποιημένων τόκων και τόκων υπερημερίας , καθώς και της εισφοράς του ν. 128/1975, με συνέπεια την αδυναμία προσδιορισμού της πραγματικής οφειλής του προς την καθής η ανακοπή.

Ο λόγος αυτός, ο οποίος είχε γίνει δεκτός ως νόμιμος και βάσιμος και από ουσιαστική άποψη από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, απορρίφθηκε από την προσβαλλομένη κατ' αποδοχή του συναφούς λόγου έφεσης της καθής η ανακοπή - εκκαλούσας, ήδη αναιρεσίβλητης, προεχόντως ως αόριστος, καθόσον δεν παρατέθηκαν σ' αυτόν συγκεκριμένως τα ποσά, τα οποία, κατά τους ισχυρισμούς του ανακόπτοντος παρανόμως εκτοκίστηκαν και ανατοκίστηκαν και επιβάρυναν την οφειλή του, σε κάθε δε περίπτωση, ως μη νόμιμος ενόψει του επιτρεπτού της συμβατικής μετακύλισης της εν λόγω εισφοράς στον πιστολήπτη.

Με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης ο αναιρεσείων προσάπτει στη προσβαλλομένη την από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, ως προς αμφότερες τις επάλληλες αιτιολογίες της προσβαλλομένης, ισχυριζόμενος ότι όλως αναιτιολογήτως απορρίφθηκε ο παραπάνω λόγος ανακοπής, χωρίς δηλαδή μνεία του λόγου για τον οποίο η επιβάρυνση της οφειλής του με εκτοκισμό και ανατοκισμό μη λογιστικοποιημένων τόκων και τόκων υπερημερίας και την εισφορά του ν. 128/75 κρίθηκε νόμιμη, ενώ το παράνομο της επιβολής τους υπήρξε η αιτία της μη παραθέσεως των επί μέρους κονδυλίων που τους αφορούν, που είχε ως συνέπεια την κρίση περί αοριστίας του λόγου ανακοπής από την αναιρεσιβαλλομένη.

Ο λόγος αυτός, κατ' επίκληση της πλημμέλειας του αριθμού 19 είναι απαράδεκτος, καθόσον το Εφετείο για την απόρριψή του δεν εισήλθε στην ουσία της υπόθεσης, τούτο δε παρεκτός και πέραν του ότι σε περίπτωση διαδοχικής αιτιολογίας, ως εν προκειμένω, χρειάζεται η επιτυχής προσβολή όλων των αιτιολογιών (εκάστης αυτοτελώς) που στηρίζουν το διατακτικό της προσβαλλομένης προς το σκοπό της αναίρεσης της τελευταίας (ΟλΑΠ 25/2003, ΑΠ 763/2016, ΑΠ 675/2013, ΑΠ 1835/2007) που εν προκειμένω όμως δεν επλήγησαν επιτυχώς.

Με τον τρίτο λόγο ανακοπής του ο ανακόπτων, ήδη αναιρεσείων, αιτήθηκε την ακύρωση της υπόψη διαταγής πληρωμής λόγω καταχρηστικότητας (αρθ. 2 παρ. 1, 7 περ. κζ' του ν. 2251/1994 σε συνδ.με αρθ. 281 του ΑΚ) συγκεκριμένων όρων της σύμβασης τοκοχρεωλυτικού δανείου που συνήψε με την καθής η ανακοπή, ήδη αναιρεσίβλητη, τους οποίους είτε αγνοούσε, είτε αντικειμενικώς δεν κατανοούσε, και συγκεκριμένα (α) του όρου με βάση τον οποίο συμφωνήθηκε, ότι τα αποσπάσματα των επισήμων λογιστικών βιβλίων της καθής η ανακοπή θα αποτελούσαν πλήρη απόδειξη της οφειλής του, εφόσον αυτός δεν θα προέβαλε αντιρρήσεις, με ταυτόχρονη παραίτηση του δικαιώματος αμφισβητήσεώς τους, (β) του όρου με βάση τον οποίο επιβλήθηκε προσαύξηση του συμβατικού επιτοκίου αλλά και του τόκου υπερημερίας που αφορούσε τις καθυστερούμενες καταβολές των δόσεων του δανείου του, τέλος δε (γ) του όρου που προέβλεπε την κατ' άρθρο 12 παρ. 1 ,2,3 του ν. 2601/1998 που αφορούσε τον ανά εξάμηνο ανατοκισμό των τόκων υπερημερίας.

Ο λόγος αυτός ανακοπής απορρίφθηκε ως προς άπαντα τα σκέλη του και δη ως προς το υπό στοιχείο (α) ως αβάσιμος προεχόντως διότι στη προκειμένη περίπτωση η έκδοση της προσβαλλομένης διαταγής πληρωμής δεν έγινε κατ' εφαρμογή του άνω όρου, ως προς το στοιχείο (β) ως αόριστος διότι δεν προσδιορίστηκε με τον λόγο ανακοπής το κατά τον ανακόπτοντα προσήκον ύψος του τόκου υπερημερίας και ο βάσει αυτού προσδιορισμός των επιμέρους σχετικών κονδυλίων της οφειλής του και ως προς το στοιχείο (γ) ως αόριστος λόγω μη προσδιορισμού του προσήκοντος κατά τον ανακόπτοντα τρόπος ανατοκισμού και η εντεύθεν διαμόρφωση της οφειλής του.

Με τον τρίτο λόγο αναίρεσης ο αναιρεσείων προσάπτει στις ανωτέρω παραδοχές της προσβαλλομένης την από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, ισχυριζόμενος ανεπαρκή αιτιολογία αυτών. Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος ως στηριζόμενος σε εσφαλμένη προϋπόθεση, κατά το μέρος που πλήττει την υπό στοιχείο (α) παραδοχή εφόσον το Εφετείο δέχθηκε ότι δεν εφαρμόστηκε ο φερόμενος ως αντίθετος προς τις ουσιαστικές διατάξεις του ν. 2251/1994 όρος της σύμβασης, αλλά και κατά το μέρος που με αυτόν πλήττονται οι υπό στοιχεία (β) και (γ) παραδοχές, καθόσον ο από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αναιρετικός λόγος προϋποθέτει έρευνα του δικαστηρίου επί της ουσίας της υπόθεσης και διατύπωση αποδεικτικού πορίσματος, ώστε να μην ιδρύεται όταν το δικαστήριο απέρριψε τον ισχυρισμό ως απαράδεκτο λόγο αοριστίας, ως εν προκειμένω.

Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, και μη υφισταμένου άλλου λόγου προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου αυτής στο δημόσιο ταμείο (αρθ. 495 παρ. 3 ΚΠολΔ). Δικαστικά έξοδα εις βάρος του ηττηθέντος αναιρεσείοντος δεν θα επιβληθούν λόγω ερημοδικίας της αναιρεσίβλητης που έτσι δεν υπέβαλε σχετικό αίτημα, ενώ ως προς την αυτοτελή πρόσθετη παρέμβαση, που γίνεται δεκτή, θα διαταχθεί η επιστροφή του παραβόλου στην καταθέσασα αυτό προσθέτως παρεμβάσασα ενώ η δικαστική δαπάνη της τελευταίας θα επιβληθεί εις βάρος του καθού η πρόσθετη παρέμβαση λόγω της ήττας του (αρθ. 176,183,191 παρ.2 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Συνεκδικάζει την από 31.1.2008 αίτηση αναίρεσης και την από 2.6.2021 αυτοτελή πρόσθετη παρέμβαση.

Απορρίπτει την αίτηση αναίρεσης κατά της με αριθμό 2040/2017 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου που κατέθεσε ο αναιρεσείων στο Δημόσιο Ταμείο.

Δέχεται την αυτοτελή πρόσθετη παρέμβαση.

Διατάσσει την επιστροφή του παραβόλου στην προσθέτως παρεμβαίνουσα.

Επιβάλλει την πληρωμή της δικαστικής δαπάνης της προσθέτως παρεμβαίνουσας στον καθού η πρόσθετη παρέμβαση, την οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.-

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 20 Φεβρουαρίου 2023.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 28 Απριλίου 2023.

H ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ