Supreme Court dismisses appeal on sale contract breach, ruling twenty-year limitation bars refund claim.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellants' request to overturn the Court of Appeal's judgment regarding a sales contract dispute. The appellants argued that the lower court erred in applying limitation periods and substantive laws concerning defects and rescission. The court held that the claim for a refund was subject to a twenty-year limitation period, rendering the defense of prescription valid and the appeal baseless.
Legislator headnote
AI generatedArt. 534, 540, 547, 261, 274, 559, 562 of the Civil Code; The claim for restitution following rescission is a primary claim subject to the twenty-year limitation period, not a secondary claim exempt from it.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 663 / 2016 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 663/2016
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2’ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αντώνιο Ζευγώλη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, κωλυομένης της Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Δήμητρας Παπαντωνοπούλου και του αρχαιοτέρου Αρεοπαγίτη Κωνσταντίνου Τσόλα, Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Γεώργιο Κοντό, Αβροκόμη Θούα και Μιλτιάδη Χατζηγεωργίου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 26 Σεπτεμβρίου 2016, με την παρουσία και της γραμματέως, Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Ομόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, 2) Ι. Π. του Α., κατοίκου ..., 3) Ν. Π. του Α., κατοίκου ... και 4) Σ., χήρας Δ. Π., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Σπυρίδωνα Τσαντίνη με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.
Της αναιρεσίβλητης: Ε. συζύγου Ζ. Σ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξουσίους δικηγόρους της Βασίλειο Χατζηιωάννου και Γεώργιο Βροντάκη
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 28-9-2007 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Χανίων.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 219/2008 παραπεμπτική του ίδιου Δικαστηρίου, το οποίο κήρυξε εαυτόν αναρμόδιο και παρέπεμψε την υπόθεση προς εκδίκαση στο αρμόδιο καθ’ ύλη και κατά τόπο Δικαστήριο, ήτοι στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών, 3553/2013 οριστική του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και 2561/2015 οριστική του Εφετείου Αθηνών.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 26-6-2015 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Αντώνιος Ζευγώλης, ανέγνωσε την από 15-9-2016 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης.
Οι πληρεξούσιοι της αναιρεσίβλητης ζήτησαν την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 534 ΑΚ (όπως αντικαταστάθηκε τόσο αυτό όσο και τα επόμενα έως 561 άρθρα με το ν. 3043/21.08.2002, Φ.Ε.Κ. Α` 192/2002) "ο πωλητής υποχρεούται να παραδώσει το πράγμα με τις συνομολογημένες ιδιότητες και χωρίς πραγματικά ελαττώματα". Πραγματικό ελάττωμα νοείται κάθε ατέλεια του πράγματος, που αφορά την ιδιοσυστασία ή την κατάσταση του πράγματος κατά τον κρίσιμο χρόνο ευθύνης του πωλητή, η οποία (ατέλεια) έχει αρνητική επίδραση στην αξία ή τη χρησιμότητα του πράγματος (ΟλΑΠ 29/1990, ΑΠ 1544/2008).
Εξάλλου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 540 παρ. 1 ΑΚ "στις περιπτώσεις ευθύνης του πωλητή για πραγματικό ελάττωμα ή για έλλειψη συνομολογημένης ιδιότητας ο αγοραστής δικαιούται κατ` επιλογήν του: 1. να απαιτήσει, χωρίς επιβάρυνσή του, τη διόρθωση ή αντικατάσταση του πράγματος με άλλο, εκτός εάν μία τέτοια ενέργεια είναι αδύνατη ή απαιτεί δυσανάλογες δαπάνες. 2, να μειώσει το τίμημα. 3.
να υπαναχωρήσει από τη σύμβαση, εκτός αν πρόκειται για επουσιώδες πραγματικό ελάττωμα". Από τα δικαιώματα αυτά η υπαναχώρηση, με την άσκηση της οποίας καταλύεται εξ ολοκλήρου η αρχική σύμβαση της πώλησης και στη θέση της εντάσσεται η αποκαλούμενη σχέση της εκκαθάρισης, συνιστά διαπλαστικό δικαίωμα, αφού με την άσκηση της διαπλάσσεται μία νέα έννομη κατάσταση, κατά την οποία είναι υπόχρεοι να αποδώσουν ο μεν αγοραστής το πράγμα και τα ωφελήματα του πράγματος που αποκόμισε ο δε πωλητής το τίμημα και τα έξοδα της πώλησης.
Ειδικότερα, οι αξιώσεις που απορρέουν για τα μέρη σε περίπτωση υπαναχώρησης από την πώληση ρυθμίζονται από το άρθρ. 547 του ΑΚ, σύμφωνα με το οποίο, όπως ισχύει μετά την τροποποίησή του με το ν.3043/2002, ο μεν αγοραστής έχει υποχρέωση να αποδώσει το πράγμα ελεύθερο από κάθε βάρος που αυτός πρόσθεσε, καθώς και τα ωφελήματα που αποκόμισε από το πράγμα, ο δε πωλητής υποχρεούται να επιστρέψει εντόκως το τίμημα, τα έξοδα της πώλησης, καθώς και όσα ο αγοραστής δαπάνησε για το πράγμα.
Το δικαίωμα υπαναχώρησης της πώλησης ενδέχεται να έχει ασκηθεί εξώδικα και αρκεί προς τούτο η άτυπη δήλωση του αγοραστή από την περιέλευση της οποίας στον πωλητή ανατρέπεται αμέσως και αναδρομικά η σύμβαση της πώλησης, το γεγονός δε αυτό, δηλαδή της εξώδικης υπαναχώρησης από την πώληση μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο αναγνωριστικής αγωγής κατά το άρθρ. 70 ΚΠολΔ.
Επίσης μπορεί να ασκηθεί και με σχετική αγωγή, η οποία όμως έχει στην περίπτωση αυτή διαπλαστικό χαρακτήρα, και παραδεκτά μπορούν να σωρευθούν σ` αυτή και οι δευτερογενείς αξιώσεις από την υπαναχώρηση της πώλησης (ΑΠ 1596/2014, ΑΠ 733/2001). Σε κάθε όμως περίπτωση το δικαίωμα της υπαναχώρησης πρέπει να ασκηθεί πριν τη συμπλήρωση της αποσβεστικής προθεσμίας του άρθρ. 554 του ΑΚ, σύμφωνα με το οποίο, όπως ισχύει, τα δικαιώματα του αγοραστή (για υπαναχώρηση ή μείωση του τιμήματος ή για αποζημίωση λόγω ελαττώματος) παραγράφονται μετά την πάροδο δύο ετών για τα κινητά, με έναρξη της παραγραφής, όπως το άρθρ. 555 του ίδιου Κώδικα ορίζει από την παράδοση του πράγματος στον αγοραστή (ΑΠ 1596/2014).
Δηλαδή στην αποσβεστική αυτή διετή προθεσμία για τα κινητά, υπόκειται το ανωτέρω, πρωτογενές, δικαίωμα του αγοραστή για υπαναχώρηση, λόγω της ύπαρξης των πραγματικών ελαττωμάτων, και όχι και οι δευτερογενείς αξιώσεις του, εκ του άρθρου 547 ΑΚ, που απορρέουν από την άσκηση του δικαιώματος της υπαναχώρησης- όπως η απόδοση του καταβληθέντος τιμήματος- που υπόκεινται στη συνήθη παραγραφή, εφόσον βεβαίως ασκήθηκε εμπρόθεσμα, κατά τα ανωτέρω, το πρωτογενές δικαίωμα της υπαναχώρησης, καθόσον ανατρέπονται τα δικαιοπρακτικά αποτελέσματα της σύμβασης της πώλησης, λόγω λύσης αυτής, εξαιτίας της έγκυρης άσκησης της υπαναχώρησης, ώστε να μην υπάρχει νόμιμη αιτία καταβολής του τιμήματος (πρβλ.
ΑΠ 1596/2014). Τέλος, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 274 ΑΚ: "όταν παραγραφεί η κύρια αξίωση, συμπαραγράφονται και οι παρεπόμενες από αυτήν αξιώσεις, και αν ακόμη δεν συμπληρώθηκε η παραγραφή που ισχύει γι` αυτές". Οι προϋποθέσεις εφαρμογής της διατάξεως αυτής είναι αφενός η παραγραφή της κυρίας αξιώσεως και αφετέρου η ύπαρξη παρεπομένων αξιώσεων.
Τέτοιες είναι εκείνες, των οποίων η γένεση προϋποθέτει κυρία αξίωση, η οποία παραγράφηκε, και δεν συμπεριλαμβάνονται σ’ αυτές, οι εκ του άρθρου 547 ΑΚ δευτερογενείς αξιώσεις που απορρέουν από την άσκηση του δικαιώματος της υπαναχώρησης- όπως η απόδοση του καταβληθέντος τιμήματος- καθόσον οι τελευταίες αποτελούν την αναγκαία συνέπεια της ενέργειας της υπαναχώρησης και συνιστούν κύρια αξίωση του αγοραστή ως συνέπεια της λύσης της σύμβασης πωλήσεως λόγω της ασκηθείσης εγκύρως απ’ αυτόν της υπαναχώρησης.
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται για ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου αν το δικαστήριο της ουσίας, με βάση τα αναιρετικώς ανέλεγκτα γενόμενα δεκτά από εκείνο, ως αποδειχθέντα, πραγματικά περιστατικά, δεν εφαρμόσει τον συγκεκριμένο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή εφαρμόσει αυτόν, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμόσει αυτόν εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται, είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη ή μη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών στον κανόνα δικαίου (Ολ.
Α.Π. 36/88, Ολ Α.Π. 4/2006). Στην προκειμένη περίπτωση από την παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της υποθέσεως, προκύπτουν, κατά το μέρος που ενδιαφέρει εν προκειμένω, τα ακόλουθα: Με την από 28-9-2007 αγωγή της, ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Χανίων η ενάγουσα (ήδη αναιρεσίβλητη) ισχυρίσθηκε, ότι με σύμβαση πωλήσεως που καταρτίσθηκε μεταξύ αυτής και της πρώτης εναγομένης ομόρρυθμης εταιρίας, της οποίας ομόρρυθμοι εταίροι είναι οι λοιποί εναγόμενοι (ήδη αναιρεσείοντες), η πρώτη τούτων (εταιρία), εκπροσωπούμενη νομίμως από τον δεύτερο, πώλησε και μεταβίβασε σ’ αυτήν στις 24-01-2005 τα περιγραφόμενα οκτώ μηχανήματα ως καινούργια και κατάλληλα, για τον εξοπλισμό της επιχείρησης πλυντηρίου-καθαριστηρίου, που διατηρεί η ίδια στα Χανιά, αντί συμφωνημένου τιμήματος, διακριτού ανά μηχάνημα, συνολικού ποσού 222.650 ευρώ, το οποίο η ίδια κατέβαλε στην πρώτη εναγομένη τμηματικά, τις αναφερόμενες ημεροχρονολογίες.
Ότι τα μηχανήματα αυτά κατά το χρόνο παράδοσής τους είχαν τα ιστορούμενα πραγματικά ελατώματα που ήταν ουσιώδη και αφορούσαν την χρησιμότητά τους, τα οποία γνώριζε ο εκπρόσωπος της πωλήτριας εταιρίας κατά το χρόνο εκείνο, αλλά και κατά τον χρόνο κατάρτισης της σύμβασης και δολίως της τα απέκρυψε προς αποφυγή ματαίωσης της πώλησής τους.
Ότι λόγω της ύπαρξης των ελαττωμάτων αυτών των μηχανημάτων και επειδή απέβησαν άκαρπες όλες οι προσπάθειες επισκευής τους, η ενάγουσα άσκησε το δικαίωμα της υπαναχώρησης από τη σύμβαση πωλήσεως, με την από 27-3-2006 εξώδικη δήλωσή της, την οποία κοινοποίησε στην εναγομένη πωλήτρια στις 4-4-2006, αξιώνοντας την επιστροφή του καταβληθέντος τιμήματος πωλήσεως των 222.650 ευρώ, με προσφορά των μηχανημάτων στην εναγομένη εταιρία, η οποία όμως αμφισβήτησε το δικαίωμά της αυτό.
Με βάση δε το περιεχόμενο αυτό της αγωγής της η ενάγουσα, κατά το μέρος που ενδιαφέρει εν προκειμένω, κατ’ εκτίμηση, ζήτησε: α) να αναγνωρισθεί η συντέλεση του ασκηθέντος με την άνω εξώδικη δήλωση του δικαιώματός της υπαναχωρήσεως από την ένδικη σύμβαση πωλήσεως και β) να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι να της καταβάλουν, εις ολόκληρον ο καθένας, νομιμοτόκως, το ποσό των 222.650 ευρώ, ως απόδοση του καταβληθέντος τιμήματος, λόγω της κατά τα άνω έγκυρης άσκησης του δικαιώματος υπαναχώρησης και της λύσης συνεπεία τούτου της σύμβασης πωλήσεως, αποτέλεσμα της οποίας είναι η έντοκη επιστροφή του τιμήματος, λόγω ανατροπής των αποτελεσμάτων της πώλησης και της χωρίς αιτία πλέον καταβολής του τιμήματος.
Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η υπ’ αριθ. 219/2008 παραπεμπτική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Χανίων, το οποίο, αφού κήρυξε εαυτό αναρμόδιο, παρέπεμψε την υπόθεση στο αρμόδιο καθ’ ύλην και κατά τόπον δικαστήριο, ήτοι το Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Με την από 23-10-2008 κλήση της ενάγουσας η αγωγή ήλθε προς συζήτηση ενώπιον του ως άνω δικαστηρίου και ορίσθηκε δικάσιμος για την συζήτησή της η 6-5-2010, κατά την οποία όμως αναβλήθηκε εκ του πινακίου για τη δικάσιμο της 18-10-2012, οπότε και ματαιώθηκε λόγω στάσης εργασίας των δικαστικών υπαλλήλων και αποχής των δικηγόρων από τα καθήκοντά τους.
Η υπόθεση επανήλθε προς συζήτηση με την από 31-10-2012 κλήση της ενάγουσα και προσδιορίσθηκε για την δικάσιμο της 21-3-2013, οπότε και συζητήθηκε. Με τις προτάσεις που κατέθεσαν οι εναγόμενοι κατά τη συζήτηση της υπόθεσης προέβαλαν την ένσταση παραγραφής εν επιδικία της αξίωσης της ενάγουσας για απόδοση του τιμήματος των πωληθέντων σ’ αυτήν μηχανημάτων, καθόσον ανάμεσα σε δύο διαδικαστικές πράξεις και δη από την ορισθείσα δικάσιμο της 6-5-2010, κατά την οποία η συζήτηση της υπόθεσης αναβλήθηκε για τη δικάσιμο της 18-10-2012, είχε παρέλθει ολόκληρος ο χρόνος παραγραφής της αξίωσης επιστροφής του τιμήματος μετά την υπαναχώρηση (δύο έτη κατ’ άρθρο 554 ΑΚ), χωρίς να μεσολαβήσει νέα διακοπή της παραγραφής.
Με την προσθήκη των προτάσεών της η ενάγουσα αρνήθηκε την νομιμότητα της ένστασης αυτής, αντιτείνοντας ότι η ως άνω αξίωσή της δεν έχει υποπέσει σε παραγραφή, καθόσον η τελευταία υπόκειται στην εικοσαετή παραγραφή του άρθρου 249 του ΑΚ. Το Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών με την υπ’ αριθ. 3555/2013 οριστική απόφασή του, δέχθηκε εν μέρει την αγωγή και αναγνώρισε ότι συντελέσθηκε εν μέρει η ασκηθείσα κατά τα άνω με την εξώδικη δήλωση υπαναχώρηση της ενάγουσας από την επίδικη σύμβαση πωλήσεως ως προς δύο εκ των πωληθέντων μηχανημάτων και συγκεκριμένα ως προς το σιδηρωτικό κύλινδρο για τον οποίο καταβλήθηκε τίμημα 105.000 ευρώ και την τροφοδοτική μηχανή για την οποία το καταβληθέν τίμημα ήταν 15.000 ευρώ, δηλαδή η συντελεσθείσα υπαναχώρηση αφορούσε μηχανήματα συνολικού καταβληθέντος τιμήματος 120.000 ευρώ.
Ωστόσο, έκρινε νόμιμη κατ’ ουσίαν βάσιμη την άνω ένσταση παραγραφής εν επιδικία που προέβαλαν οι εναγόμενοι ως προς την επίδικη αξίωση, δεχόμενο ότι η αξίωση αυτή της ενάγουσας έχει υποπέσει εν επιδικία στην διετή παραγραφή του άρθρου 554 ΑΚ, αφού από τις 6-5-2010, κατά την οποία η υπόθεση αναβλήθηκε για να συζητηθεί για τη δικάσιμο της 18-10-2012 είχε παρέλθει ο χρόνος της διετούς παραγραφής της αξίωσης επιστροφής του τιμήματος μετά την υπαναχώρηση, που προβλέπεται στην ανωτέρω διάταξη, χωρίς να μεσολαβήσει νέα διακοπή της παραγραφής, απορρίπτοντας εν τέλει την αγωγή (εκτός των άλλων που δεν ενδιαφέρουν εν προκειμένω) και ως προς την αξίωση επιστροφής του τιμήματος των 120.000 ευρώ, για το οποίο είχε αναγνωρίσει ότι συντελέσθηκε η κατά τα άνω υπαναχώρηση της ενάγουσας από τη σύμβαση πωλήσεως.
Επί των αντιθέτων εφέσεων που άσκησαν οι διάδικες πλευρές κατά της ως άνω πρωτόδικης απόφασης, εκδόθηκε η προσβαλλόμενη υπ’ αριθ. 2561/2015 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, το οποίο, κρίνοντας ομοίως με την πρωτόδικη απόφαση, δέχθηκε ότι συντελέσθηκε εν μέρει η ασκειθείσα κατά τα άνω με την εξώδικη δήλωση υπαναχώρηση της ενάγουσας από την επίδικη σύμβαση πωλήσεως ως προς τα δύο εκ των πωληθέντων μηχανημάτων και συγκεκριμένα ως προς το σιδηρωτικό κύλινδρο για τον οποίο καταβλήθηκε τίμημα 105.000 ευρώ και την τροφοδοτική μηχανή για την οποία το καταβληθέν τίμημα ήταν 15.000 ευρώ, δηλαδή η συντελεσθείσα υπαναχώρηση αφορούσε μηχανήματα συνολικού καταβληθέντος τιμήματος 120.000 ευρώ.
Ακολούθως δε κρίνοντας επί της ως άνω ενστάσεως της παραγραφής εν επιδικία της άνω αξίωσης της ενάγουσας, την οποία οι αναιρεσείοντες επανέφεραν με τις προτάσεις του προς αντίκρουση του λόγου εφέσεως της αναιρεσίβλητης, δέχθηκε τα ακόλουθα: <<Λόγω της προαναφερόμενης εμπρόθεσμης άσκησης του πρωτογενούς δικαιώματος υπαναχώρησης της ενάγουσας αγοράστριας από της ένδικης σύμβασης πωλήσεως, συνεπεία της ύπαρξης πραγματικών ελατωμάτων του σιδερωτικού κυλίνδρου με τη τροφοδοτική μηχανή, η δευτερεύουσα ένδικη αξίωσή της, εκ του άρθρου 547 ΑΚ, για απόδοση του καταβληθέντος τιμήματος τούτων, ποσού 120.000 ευρώ, η οποία απορρέει από την άσκηση της υπαναχώρησης αυτής, υπόκειται στη συνήθη, εικοσαετή παραγραφή, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη.
Για το λόγο αυτό η ένσταση της παραγραφής εν επιδικία της αξίωσης αυτής, την οποία πρότειναν οι εναγόμενοι, κατ’ άρθρον 261 και 254 ΑΚ, λόγω παρόδου διετίας μεταξύ δύο διαδικαστικών πράξεων - από την προσδιορισθείσα για τη συζήτηση στις 6-5-2010 μέχρι την νέα ορισθείσα, μετά την αναβολή συζήτηση αυτής, στις 18-10-2012- είναι μη νόμιμη.
Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλουμένη απόφασή του έκρινε νόμιμη την ένσταση αυτή των εναγομένων και μετά από ουσιαστική παραδοχή της απέρριψε την ένδικη δευτερογενή αξίωση της ενάγουσας, για απόδοση του καταβληθέντος τιμήματος πωλήσεως του σιδερωτικού κυλίνδρου και της τροφοδοτικής μηχανής, ως ουσιαστικά αβάσιμη, λόγω συμπλήρωσης της διετούς παραγραφής του άρθρου 554 ΑΚ -παρότι αναγνώρισε συντελεσθείσα την υπαναχώρηση της ενάγουσας από την ένδικη σύμβαση πωλήσεως ως προς τα μηχανήματα αυτά- έσφαλε κατά την ερμηνεία και εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 261, 547 και 544 ΑΚ, όπως βάσιμα ισχυρίζεται και η εκκαλούσα-ενάγουσα με το σχετικό λόγο της έφεσής της...
Πρέπει, επομένως, να εξαφανισθεί η εκκαλουμένη απόφαση (και) κατά το μέρος που απέρριψε την αξίωση της ενάγουσας για απόδοση του καταβληθέντος τιμήματος ποσού 120.000 ευρώ των ανωτέρω δύο μηχανημάτων και αφού κρατηθεί και δικασθεί η υπόθεση κατά το μέρος αυτό από το Δικαστήριο τούτο, πρέπει να γίνει δεκτή η αγωγή κατά τούτο, ως βάσιμη και να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι, η πρώτη ως πωλήτρια και οι λοιποί ως ομόρρυθμοι ετέροι της, να καταβάλουν στην ενάγουσα, εις ολόκληρον καθένας το ποσό των 120.000 ευρώ (με το νόμιμο τόκο, κατά τις αναφερόμενες στην απόφαση διακρίσεις)".
Κρίνοντας έτσι το Εφετείο, με το να απορρίψει την ως άνω περί παραγραφής εν επιδικία ένσταση των αναιρεσειόντων, κατά παραδοχή της προρρηθείσης αντένστασης της αναιρεσίβλητης, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις προπαρατεθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 261, 554, 547 του Α.Κ., τις οποίες δεν παραβίασε, καθόσον τα δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά δεν πληρούσαν το πραγματικό των διατάξεων αυτών.
Ειδικότερα, δέχθηκε το Εφετείο, ότι συντελέσθηκε εν μέρει η ασκηθείσα κατά τα άνω με την εξώδικη δήλωση υπαναχώρηση της ενάγουσας-αγοράστριας από την επίδικη σύμβαση πωλήσεως ως προς τα δύο εκ των πωληθέντων μηχανημάτων και συγκεκριμένα ως προς το σιδηρωτικό κύλινδρο για τον οποίο καταβλήθηκε τίμημα 105.000 ευρώ και την τροφοδοτική μηχανή για την οποία το καταβληθέν τίμημα ήταν 15.000 ευρώ, δηλαδή η συντελεσθείσα υπαναχώρηση αφορούσε μηχανήματα συνολικού καταβληθέντος τιμήματος 120.000 ευρώ και ότι λόγω της προαναφερόμενης εμπρόθεσμης άσκησης του πρωτογενούς δικαιώματος υπαναχώρησης της ενάγουσας-αγοράστριας από την ένδικη σύμβασης πωλήσεως, συνεπεία της ύπαρξης πραγματικών ελατωμάτων του σιδερωτικού κυλίνδρου με τη τροφοδοτική μηχανή, η δευτερεύουσα ένδικη αξίωσή της, εκ του άρθρου 547 ΑΚ, για απόδοση του καταβληθέντος τιμήματος τούτων, ποσού 120.000 ευρώ, η οποία απορρέει από την άσκηση της υπαναχώρησης αυτής, υπόκειται στη συνήθη, εικοσαετή παραγραφή.
Ενόψει δε των ανωτέρω, εφόσον κατά τις παραδοχές του Εφετείου το δικαίωμα της υπαναχώρησης ασκήθηκε εν προκειμένω πριν τη συμπλήρωση της διετούς αποσβεστικής προθεσμίας του άρθρ. 554 του ΑΚ, ώστε να έχει συντελεσθεί το δικαίωμα αυτό της ενάγουσας-αγοράστριας ως προς τις ως άνω δύο ανεξάρτητες συμβάσεις πωλήσεως, δεν υπέκυψε στην προβαλόμενη από τους αναιρεσείοντες εν επιδικία παραγραφή η επίδικη αξίωση της ενάγουσας-αγοράστριας για επιστροφή του τιμήματος των 120.000 ευρώ, αφού, σύμφωνα με όσα αναφέρονται στην μείζονα σκέψη, στην αποσβεστική αυτή διετή προθεσμία για τα κινητά, υπόκειτο μόνο το ανωτέρω, πρωτογενές, δικαίωμα της αγοράστριας για υπαναχώρηση, λόγω της ύπαρξης των πραγματικών ελαττωμάτων των πωληθέντων πραγμάτων, και όχι και οι δευτερογενείς αξιώσεις του, εκ του άρθρου 547 ΑΚ, που απορρέουν από την άσκηση του δικαιώματος της υπαναχώρησης- όπως η απόδοση του καταβληθέντος τιμήματος- που υπόκεινται στη συνήθη εικοσαετή παραγραφή, λόγω της ανατροπής των δικαιοπρακτικών αποτελεσμάτων της σύμβασης της πώλησης, ως συνέπεια της λύσης αυτής, με αποτέλεσμα να μην υπάρχει νόμιμη αιτία καταβολής του τιμήματος.
Συνεπώς, οι διατάξεις των άρθρων 547 και 261 του ΑΚ, όπως η τελευταία ισχύει μετά την τροποποίησή της με το άρθρο 101 του ν. 4139/2013, δεν είχαν εν προκειμένω εφαρμογή, αφού η εν λόγω αξίωση υπόκειται σε εικοσαετή παραγραφή και επομένως, η ένσταση της παραγραφής εν επιδικία της αξίωσης αυτής, την οποία πρότειναν οι εναγόμενοι, κατ’ άρθρον 261 και 254 ΑΚ, λόγω παρόδου διετίας μεταξύ δύο διαδικαστικών πράξεων - από την προσδιορισθείσα για τη συζήτηση στις 6-5-2010 μέχρι την νέα ορισθείσα, μετά την αναβολή συζήτηση αυτής, στις 18-10-2012- είναι μη νόμιμη, όπως δέχθηκε και το Εφετείο. Επομένως, ο μοναδικός λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, κατά το μέρος που προβάλλονται αντίθετες αιτιάσεις, για παραβίαση των διατάξεων των άρθρων 561, 547 και 554 ΑΚ (υπό στοιχ.
ΙΙ 1 και 2), είναι αβάσιμος. Ο ίδιος, από την αυτή διάταξη λόγος αναιρέσεως (υπό στοιχ.
ΙΙ 3), με τον οποίο προβάλλεται επικουρικώς παραβίαση της διατάξεως του άρθρου 274 ΑΚ, ως έχουσα εφαρμογή στην προβληθείσα κατά τα άνω ένσταση της εν επιδικία παραγραφής της επίδικης αξίωσης, με έρεισμα την ως άνω διάταξη, είναι προεχόντως απορριπτέος ως απαράδεκτος, εφόσον το πρώτον προτείνεται ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου (άρθρο 562 ΚΠολΔ), πέραν του ότι για τους ίδιους λόγους που προαναφέρθηκαν είναι και αβάσιμος, αφού δεν συνέτρεχαν εν προκειμένω οι προϋποθέσεις εφαρμογής της άνω διάταξης, δεδομένου ότι, κατά τα αναφερόμενα στην μείζονα σκέψη, δεν συμπεριλαμβάνεται στις παρεμόμενες αξιώσεις που προβλέπονται στη διάταξη αυτή (άρθρο 274 ΑΚ), οι εκ του άρθρου 547 ΑΚ δευτερογενείς αξιώσεις που απορρέουν από την άσκηση του δικαιώματος της υπαναχώρησης- όπως η απόδοση του καταβληθέντος τιμήματος- καθόσον οι τελευταίες αποτελούν την αναγκαία συνέπεια της ενέργειας της υπαναχώρησης και συνιστούν κύρια αξίωση της αγοράστριας, ως συνέπεια της λύσης της σύμβασης πωλήσεως λόγω της ασκηθείσης εμπροθέσμως απ’ αυτήν και συντελεσθείσης εγκύρως υπαναχώρησης.
Κατ’ ακολουθία των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η από 26-06-2015 αίτηση των αναιρεσειόντων για αναίρεση της υπ’ αριθ. 2561/2015 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών, να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος από τους αναιρεσείοντες παραβόλου στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 4 ΚΠολΔ) και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα της, καταθέσασας προτάσεις, αναιρεσίβλητης (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 26-06-2015 αίτηση των αναιρεσειόντων για αναίρεση της υπ’ αριθ. 2561/2015 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.
Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος από τους αναιρεσείοντες παραβόλου στο δημόσιο ταμείο.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 15 Νοεμβρίου 2016.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 24 Νοεμβρίου 2016.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ