Supreme Court allows partial restitution of loan funds and costs after annulment of final judgment.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court annulled the final judgment of the Athens Court of Appeal and remanded the case for retrial by a different panel. The Court held that the appellant's request for restitution of principal, interest, and costs was valid only regarding amounts voluntarily paid under the previous judgment. Consequently, the respondent was ordered to repay the specific sum of 54,870.45 euros plus legal interest from the date of this decision.
Legislator headnote
AI generatedArticles 361, 806-809 of the Civil Code; Article 579(2) of the Code of Civil Procedure: Upon annulment of a final judgment that extinguished the first-instance decision and ordered payment, the appellant may request restitution of amounts paid voluntarily; the court must order repayment of the principal, interest, and costs paid, plus legal interest from the date of the annulment decision.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 663 / 2010 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 663/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ιωάννη Παπανικολάου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεώργιο Χρυσικό, Νικόλαο Λεοντή, Γεώργιο Γεωργέλλη και Δημήτριο Τίγγα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 1 Μαρτίου 2010, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΝΕΑ ΚΕΡΑΦΙΝΑ ΑΝΩΝΥΜΗ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΣΥΜΒΟΥΛΕΥΤΙΚΗ ΚΑΙ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ", που εδρεύει στην Καλλιθέα Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αναστάσιο Αβραντίνη.
Του αναιρεσιβλήτου: ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αντώνιο Ρουπακιώτη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 29 Ιουνίου 2004 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4685/2006 οριστική απόφαση του ιδίου Δικαστηρίου και 7890/2007 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 17 Απριλίου 2008 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Γεωργέλλης, ανέγνωσε την από 19 Φεβρουαρίου 2010 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτός ο τρίτος λόγος της αναίρεσης κατά το δεύτερο μέρος του και ν' απορριφθούν οι λοιποί.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 361, 806-809 ΑΚ και 216 παρ. 1 ΚΠολΔ, ουσιώδη στοιχεία της σύμβασης δανείου, τα οποία πρέπει να αναφέρονται στο δικόγραφο της αγωγής αποδόσεώς του, για το ορισμένο αυτής, είναι α) μεταβίβαση της κυριότητας χρημάτων ή άλλων αντικαταστατών πραγμάτων από τον δανειστή στον οφειλέτη, με αποκλειστικό σκοπό τη χρησιμοποίησή τους και μάλιστα την ανάλωσή τους από τον δεύτερο και β) συμφωνία των ανωτέρω περί αποδόσεως άλλων πραγμάτων της ιδίας ποιότητας και ποσότητας.
Για το ορισμένο της αγωγής αποδόσεως του δανείου δεν απαιτείται να αναφέρεται σ' αυτή εάν το δάνειο είναι έντοκο ή άτοκο, ορισμένου ή αορίστου χρόνου. Εξάλλου, η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής που υπάρχει όταν δεν αναφέρονται όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά νόμο για τη θεμελίωση του αιτήματος της αγωγής, ελέγχεται ως παραβίαση από τους αριθμούς 14 ή 8 του ΚΠολΔ.
Σε κάθε όμως περίπτωση, η ποιοτική ή ποσοτική αοριστία του δικογράφου της αγωγής πρέπει να προτείνεται στο δικαστήριο της ουσίας για να δημιουργείται λόγος αναίρεσης σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, δεδομένου ότι ο σχετικός ισχυρισμός δεν είναι από εκείνους, οι οποίοι κατ` εξαίρεση λαμβάνονται υπόψη και χωρίς να προταθούν στο δικαστήριο της ουσίας και ειδικώς δεν αφορά τη δημόσια τάξη.
Στο δικόγραφο της αγωγής εξέθεσε ο ενάγων, κατ'εκτίμηση, όπως προκύπτει από το δικόγραφό της αλλά δέχθηκε και το Εφετείο και κατά το μέρος που ενδιαφέρει εδώ, ότι μετά τη σύσταση της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας ανώνυμης εταιρίας ( 5-1-1998) συμφώνησε με τον νόμιμο εκπρόσωπό της να της καταβάλλει αυτός λόγω δανείου το ποσό των 10.000.000 δραχμών το οποίο και κατέβαλε στις 31-3-1998.
Ότι αυτός με την από 8-12-2000 εξώδικη δήλωσή του που επιδόθηκε στην εναγομένη κατήγγειλε την εν λόγω σύμβαση και ζήτησε την απόδοση του δανείου με τους νόμιμους τόκους υπερημερίας. Με βάση το περιεχόμενο αυτό ζήτησε ο ενάγων να υποχρεωθεί η εναγομένη να του καταβάλλει το ποσό των 29.347,00 ευρώ με το νόμιμο τόκο υπερημερίας.
Η αγωγή με το ανωτέρω περιεχόμενο και αίτημα είναι επαρκώς ορισμένη και δεν απαιτούντο για τη πληρότητα (ποσοτική) αυτής περισσότερα στοιχεία. Επομένως το Εφετείο που έκρινε ορισμένη την αγωγή δεν παρέλειψε παρά το νόμο να κηρύξει απαράδεκτο γι'αυτό και ο δεύτερος λόγος της αναίρεσης από την ΚΠολΔ 559 αρ. 14 με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα είναι αβάσιμος.
Από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 περ.γ' ΚΠολΔ με την οποία ορίζεται ότι επιτρέπεται αναίρεση (και) αν το δικαστήριο, παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα τα οποία οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν, προκύπτει ότι ο λόγος αυτός της αναιρέσεως θεμελιώνεται στην περίπτωση κατά την οποία το δικαστήριο της ουσίας δεν βεβαιώνει ότι έλαβε υπόψη, στα πλαίσια των άρθρων 335 και 338 έως 341 του ίδιου Κώδικα και τα έγγραφα τα οποία προσκόμισαν και επικαλέσθηκαν οι διάδικοι αλλά και όταν υπάρχουν αμφιβολίες περί του αν έχουν ληφθεί υπόψη από το δικαστήριο τα αποδεικτικά μέσα που προσκομίσθηκαν με επίκληση ή, παρά την περί αυτού βεβαίωση, δεν καθίσταται απολύτως βέβαιο ότι έχουν ληφθεί υπόψη όλα ή ορισμένα από τα εν λόγω έγγραφα.
Εξάλλου κατά το άρθρο 23α παρ. 2 του ν. 2190/1920 "Απαγορεύεται και είναι άκυρη η σύναψη οποιωνδήποτε άλλων συμβάσεων της εταιρείας με τα πρόσωπα της παραγράφου 5 χωρίς ειδική άδεια της γενικής συνέλευσης. Η απαγόρευση αυτή δεν ισχύει προκειμένου για πράξεις που δεν εξέρχονται των ορίων των τρεχουσών συναλλαγών της εταιρείας με τους τρίτους".
Στη προκειμένη περίπτωση με το δεύτερο μέρος του τρίτου λόγου της αναίρεσης από τον αριθ.11 περ.γ' του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη του τα παρακάτω έγγραφα τα οποία προσκόμισε και επικαλέστηκε η εναγομένη με τις ενώπιον του Εφετείου προτάσεις της προς απόδειξη του προβληθέντος επικουρικού ισχυρισμού της περί ακυρότητας της συμβάσεως του ένδικου δανείου λόγω του ότι ο ενάγων στις 31-3-1998 που φέρεται ότι καταβλήθηκε το ποσό του δανείου από τον ενάγοντα στην εναγομένη είχε εκλεγεί μέλος του Δ.Σ της εναγομένης και δεν υπήρχε σχετική απόφαση της Γενικής Συνέλευσης για την σύμβαση δανείου ήτοι:
α) Το υπ αριθ. 1 πρακτικό της έκτακτης γενικής συνέλευσης των μετόχων της ανωνύμου εταιρίας με την επωνυμία ΝΕΑ ΚΕΡΑΦΙΝΑ ΑΝΩΝΥΜΗ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΣΥΜΒΟΥΛΕΥΤΙΚΗ ΚΑΙ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ με ημερομηνία 31-3-1998 από το οποίο αποδεικνυόταν η εκλογή του ενάγοντος ως μέλους του ΔΣ της αναιρεσείουσας στις 31-3-1998 και όχι στις 29-5-1998 που δέχθηκε η απόφαση β) το υπ'αριθ. 87/1999 ΦΕΚ ΤΑΕ ΚΑΙ ΕΠΕ από το οποίο αποδεικνυόταν η καταχώριση του προαναφερθέντος πρακτικού στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, γ) το πρακτικό της 7-3-2001της αναιρεσείουσας από το οποίο αποδεικνυόταν η ανάκληση του αναιρεσιβλήτου από μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου της αναιρεσείουσας, γ) το πρακτικό της έκτακτης γενικής συνέλευσης μετόχων της ανώνυμης βιομηχανικής εμπορικής και τουριστικής εταιρείας "ΚΕΡΑΦΙΝΑ Α.Β.Ε.Τ.Ε." ΤΗΣ 29-5-1998 από το οποίο προέκυπτε η εκλογή του αναιρεσιβλήτου όχι στο Δ.Σ.
της αναιρεσείουσας, όπως δέχθηκε η απόφαση αλλά στο Δ.Σ. της εταιρίας με την επωνυμία "ΚΕΡΑΦΙΝΑ Α.Β.Ε.Τ.Ε". Στη προσβαλλόμενη απόφαση αναφέρεται μεν ότι λήφθηκαν υπόψη τα έγγραφα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, από όλο όμως το περιεχόμενό της δεν προκύπτει χωρίς αμφιβολία ότι λήφθηκαν υπόψη και τα ανωτέρω κρίσιμα έγγραφα, αφού το Εφετείο για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα ότι η σύμβαση δανείου δεν ήταν άκυρη, σύμφωνα με την παρ. 2 του άρθρου 23α του ν. 2190/1920, και εντεύθεν να απορρίψει ως αβάσιμη τη σχετική ένσταση της αναιρεσείουσας, δέχθηκε ότι ο αναιρεσίβλητος ενάγων στις 31-3-1998 που καταρτίστηκε η σύμβαση δανείου και καταβλήθηκε το ποσό του δανείου από τον ενάγοντα (δανειστή) στην εναγομένη (οφειλέτη) δεν ήταν μέλος του Δ.Σ.
της εναγομένης αναιρεσείουσας, αλλά τέτοιος εξελέγη στις 29-5-1998, καίτοι από τα έγγραφα αυτά προκύπτει ότι ο ενάγων εξελέγη μέλος του Δ.Σ. της εναγομένης αναιρεσείουσας στις 31-3-1998 και ότι στις 29-5-1998 εξελέγη μέλος του Δ.Σ. άλλης εταιρίας με την επωνυμία "ΚΕΡΑΦΙΝΑ Α.Β.Ε.Τ.Ε".
Συνεπώς ο εξεταζόμενος λόγος της αναίρεσης είναι βάσιμος. Περαιτέρω, ο πρώτος λόγος αναίρεσης, κατά το πρώτο μέρος από τον αριθ. 8 της ΚΠολΔ 559 με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη τους ισχυρισμούς του ενάγοντος, τους οποίους αυτός δεν επανέφερε νομίμως στο δικαστήριο εκείνο σύμφωνα με την ΚΠολΔ 240, είναι αόριστος διότι δεν αναφέρονται στο αναιρετήριο οι συγκεκριμένοι ισχυρισμοί που λήφθηκαν υπόψη χωρίς να επαναφερθούν νομίμως στο Εφετείο.
Επίσης με το δεύτερο μέρος του πρώτου λόγου της αναίρεσης και το πρώτο μέρος του τρίτου λόγου από τον αριθ. 11 περ. β' του άρθρου 559 ΚΠολΔ προβάλλεται η αιτίαση ότι παρά το νόμο το Εφετείο έλαβε υπόψη του αποδείξεις που προσκόμισε ο ενάγων και συγκεκριμένα τις καταθέσεις των μαρτύρων που εξετάστηκαν στο ακροατήριο και τις υπ.
αριθ. ..., ... ένορκες βεβαιώσεις που δόθηκαν στη συμβολαιογράφο Αθηνών Βασιλική Πρέβεζα διότι δεν προσκομίστηκαν νόμιμα όπως απαιτείται κατά τη διάταξη του άρθρου 240 του Κ.Πολ.Δ αλλά δια ενσωματώσεως των πρωτόδικων προτάσεων στις προτάσεις που κατέθεσε ενώπιον του Εφετείου. Οι λόγοι αυτοί είναι αβάσιμοι διότι όπως προκύπτει από τις προτάσεις που κατέθεσε ενώπιον του Εφετείου ο αναιρεσίβλητος προσκόμισε και επικαλέστηκε τις ως άνω αποδείξεις παραδεκτά με τις προτάσεις αυτές όπου ειδικότερα ρητά αναφέρει ότι προσκομίζει και επικαλείται τα ταυτάριθμα πρακτικά των συνεδριάσεων του Πρωτοδικείου στις 25-11-2004 όπου περιέχονται οι καταθέσεις των μαρτύρων...
καθώς και ότι επαναπροσάγει και επικαλείται όλα τα έγγραφα που αναφέρονται στις προτάσεις του ενώπιον του Πρωτοδικείου τις οποίες ενσωματώνει και θεωρεί ως ενιαίο σύνολο με τις παρούσες με την ίδια αρίθμηση και έχουν επί λέξη ως εξής : Στη συνέχεια παρατίθεται το περιεχόμενο των πρωτόδικων προτάσεων όπου και ειδικά αναφέρονται και οι ανωτέρω ένορκες βεβαιώσεις τις οποίες κατά τα προεκτεθέντα ρητά δήλωσε ότι επαναπροσάγει και επικαλείται ο αναιρεσίβλητος.
Τέλος, παρέλκει να ερευνηθεί ο τρίτος λόγος της αναίρεσης από τον αρ. 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση της παραμόρφωσης των αναφερόμενων στο λόγο αυτό εγγράφων, αφού πρόκειται περί των ιδίων για τα οποία έγινε δεκτός ο λόγος από τον αριθμό 11 της ΚΠολΔ 559. Κατ' ακολουθίαν πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά το μέρος της που απέρριψε ως αβάσιμη κατ' ουσίαν την από τις διατάξεις των άρθρων 23α παρ. 2 ν. 2190/1920, 174 και 180 ΑΚ ένσταση της εναγομένης περί ακυρότητας της ένδικης σύμβασης δανείου και να παραπεμφθεί η υπόθεση κατά το αναιρούμενο μέρος προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο συντιθέμενο από άλλους δικαστές (ΚΠολΔ 580 παρ. 3).
Από τη διάταξη του άρθρου 579 παρ. 2 του ΚΠολΔ προκύπτει, ότι ο αναιρεσείων μετά την αναίρεση της εφετειακής απόφασης, η οποία με αποδοχή έφεσης εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση και διέταξε σε βάρος του ιδίου καταψηφιστική διάταξη έχει δικαίωμα να υποβάλει με τις κατατεθείσες, έως την προηγούμενη ημέρα της συζήτησης της αίτησης αναίρεσης, προτάσεις του, αίτημα επαναφοράς των πραγμάτων στην υπάρχουσα πριν από την εκτέλεση κατάσταση.
Με αυτό επιδιώκεται η, λόγω της προηγηθείσας εκούσιας ή αναγκαστικής εκτελέσεως της αναιρεθείσας ως άνω απόφασης, απόδοση των καταβληθέντων, από τον αναιρεσείοντα προς τον αναιρεσίβλητο, χρηματικών ποσών του κεφαλαίου, των τόκων και των δικαστικών εξόδων και την, επί του αθροίσματος αυτών, καταβολή νομίμων τόκων, οφειλόμενων μόνο από την επίδοση της διατάσσουσας την επαναφορά των πραγμάτων αναιρετικής απόφασης, γιατί από του χρόνου της επίδοσης αυτής, καθίσταται, κατ' άρθρο 340 ΑΚ υπερήμερος ο αναιρεσίβλητος.
Κατ' ακολουθίαν το παραδεκτά με τις προτάσεις που κατατέθηκαν στις 5-2-2010 υποβαλλόμενο από την αναιρεσείουσα αίτημα επαναφοράς των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση είναι νόμιμο κατά τις ανωτέρω διατάξεις μόνο κατά το μέρος που ζητείται η καταβολή του ποσού του κεφαλαίου, των τόκων τούτου και των επιδικασθέντων δικαστικών εξόδων που κατέβαλε αυτή στον αναιρεσίβλητο εκούσια με τους νόμιμους τόκους από της επίδοσης της παρούσας απόφασης, ενώ κατά τα λοιπά που ζητείται η καταβολή τόκων από της καταβολής είναι μη νόμιμο και απορριπτέο.
Από την από 30 Ιουνίου 2008 απόδειξη είσπραξης - εξόφλησης που προαποδεικτικά προσκομίζει και επικαλείται η αναιρεσείουσα αποδεικνύεται ότι αυτή συμμορφούμενη εκούσια στην εκτέλεση της αναιρούμενης υπ' αριθ. 7890/2007 απόφασης του Εφετείου Αθηνών κατέβαλε στον αναιρεσίβλητο για κεφάλαιο 29.347,03 ευρώ για τόκους υπερημερίας από 13-1-2001 μέχρι 30-6-2008 24.023,42 € και για δικαστικά έξοδα 1.500,00 ευρώ και συνολικά 54.870,45 ευρώ. Επομένως πρέπει να γίνει δεκτό το αίτημα επαναφοράς για το ανωτέρω συνολικό ποσό των 54.870,45 ευρώ με τους νόμιμους τόκους από της επίδοσης της παρούσας απόφασης.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΝΑΙΡΕί την υπ' αριθ. 7890/2007 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, όπως στο σκεπτικό.
ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ κατά τούτο την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο συντιθέμενο από άλλους δικαστές.
ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την επαναφορά των πραγμάτων στην πριν από την εκτέλεση κατάσταση.
ΥΠΟΧΡΕΩΝΕΙ τον αναιρεσίβλητο να καταβάλλει στην αναιρεσείουσα το ποσό των πενήντα τεσσάρων χιλιάδων οκτακοσίων εβδομήντα ευρώ και σαράντα πέντε λεπτών (54.870,45) με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της παρούσας. Και
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει σε τρεις χιλιάδες (3.000) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 16 Μαρτίου 2010. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 19 Απριλίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ