Legislator Case Law & Legislation
663/2008 AI generated

Supreme Court dismisses appeal arguing lower court ignored quantitative indeterminacy claim and evidence.

Case Number 663/2008
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Athens Court of Appeal's decision regarding a divorce property dispute. The appellant argued the lower court failed to consider his claim of quantitative indeterminacy in the wife's lawsuit and ignored specific evidence submitted by him. The court rejected these arguments, finding that the appellate court had explicitly addressed and rejected the indeterminacy claim and had properly evaluated the submitted evidence regarding the husband's financial contribution.

Legislator headnote

AI generated

Art. 559 no. 8 para. b' C.P.D.; Art. 559 no. 11 C.P.D.: An appeal ground based on the failure to consider a claim is unfounded if the court of first instance did consider the claim and rejected it for any reason, and an appeal ground based on failure to consider evidence is unfounded if the decision clearly demonstrates that all evidence was taken into account and weighed.

Keywords

AI generated
quantitative indeterminacy appeal grounds evidence evaluation divorce property dispute court of appeal legal reasoning dismissal of appeal

Cited Legislation

AI generated
Art. 559 no. 8 para. b' C.P.D.
Art. 559 no. 11 C.P.D.

Cited Case Law

AI generated
AP 12/19.91
AP 221/05

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 663 / 2008 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 663/2008

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Καλαμίδα, Αντιπρόεδρο, Ρένα Ασημακοπούλου, Ιωάννη Ιωαννίδη, Χαράλαμπο Ζώη και Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 26 Νοεμβρίου 2007, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Χ1, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσιο δικηγόρο του Ελένη Βλάχου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ..

Της αναιρεσίβλητης:........, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Κωνσταντόπουλο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ..

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 8-12-2000 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2714/2002 που παρέπεμψε την υπόθεση στο Μονομελές Πρωτοδεικείο Αθηνών, λόγω αρμοδιότητας, 184/2005 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και 5840/2006 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά ο αναιρεσείων με την από 13-1-2007 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Χαράλαμπος Ζώης ανέγνωσε την από 13-11-2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Ο από το άρθρο 559 αρ.8 περ.β' ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, διότι το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη, αυτοτελή ισχυρισμό (ένσταση) του αναιρεσείντος περί ποσοτικής αοριστίας της εναντίον του αγωγής του αντιδίκου του, ο οποίος προτάθηκε παραδεκτώς στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και επαναφέρθηκε στο δευτεροβάθμιο, αν η υπόθεση διήλθε και τους δυο βαθμούς δικαιοδοσίας, δεν ιδρύεται, αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (Ολ.ΑΠ 12/19.91) Στην προκειμένη περίπτωση με τον τρίτο λόγο αναίρεσης ο αναιρεσείων, κατ' επίκληση παραβίασης από το παραπάνω άρθρο 559 αρ.8 περ.β' ΚΠολΔ αποδίδει στο εφετείο την αιτίαση ότι παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη τον ασκούντα ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ισχυρισμό του, που προέβαλε παραδεκτώς στο πρωτοβάθμιο και επανέφερε με λόγο έφεσης στο δευτεροβάθμιο, ότι η εναντίον του αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης είναι αόριστη, διότι δεν αναφέρεται στο δικόγραφο αυτής η αξία της περιουσίας του κατά την τέλεση του μεταξύ τους γάμου και εκείνη κατά την γέννηση της σχετικής περί αποκτημάτων αξίωσης της ενάγουσας. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι από την προσβαλλόμενη προκύπτει, ότι το εφετείο έλαβε υπόψη τον άνω ισχυρισμό και τον απέρριψε ως αβάσιμο.

ΙΙ. Κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης για έλλειψη νόμιμης βάσης ιδρύεται, όταν από τις αιτιολογίες της απόφασης δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είναι αναγκαία για τη κρίση του δικαστηρίου, στη συγκεκριμένη περίπτωση, περί της συνδρομής των νομίμων όρων και προϋποθέσεων της διάταξης που εφαρμόσθηκε, η περί της μη συνδρομής τούτων, που αποκλείει την εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση την έκβαση της δίκης (Ολ.

ΑΠ 28/1997, Ολ. ΑΠ 30/1997). Αντιθέτως, δεν ιδρύεται, λόγος αναιρέσεως κατά τη διάταξη αυτή, όταν οι ελλείψεις της αποφάσεως, ανάγονται στη μείζονα πρόταση του νομικού συλλογισμού, ή αναφέρονται στην εκτίμηση των αποδείξεων, στην ανάλυση και στάθμιση τους και στην αιτιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, αρκεί τούτο να διατυπώνεται σαφώς.

Εξάλλου η έλλειψη μείζονος προτάσεως, η παράλειψη δηλαδή παραθέσεως των διατάξεων στις οποίες ευρίσκει, έρεισμα το αγωγικό αίτημα, δεν καθιστά την απόφαση αναιρετέα, διότι η συνταγματική επιταγή της ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογήσειος των αποφάσεων (άρθρο 93 παρ. 3 του Συντάγματος) δεν καθιερώνει ούτε επιβάλλει αντίστοιχο αναιρετικό έλεγχο, ο δε κοινός νομοθέτης στο πεδίο της πολιτικής δίκης προβλέπει ως λόγο αναίρεσης την έλλειψη νομίμου βάσεως "ιδίως αν (η απόφαση) δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ).

Ως αιτιολογίες όμως νοούνται στην διάταξη αυτή μόνο οι ουσιαστικές παραδοχές, η έλλειψη, αντίφαση ή ανεπάρκεια των οποίων καθιστά ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου. Οι νομικές διατάξεις που στηρίζουν το αγωγικό αίτημα αρκεί, έστω και αν δεν μνημονεύονται στη προσβαλλόμενη απόφαση, να υφίστανται και να δικαιολογούν, βάσει των ουσιαστικών παραδοχών της, το διατακτικό της.

οπότε ο Άρειος Πάγος μπορεί να τις συμπληρώσει, σύμφωνα με το άρθρο 578 ΚΠολΔ (ΑΠ 354/04). Για να είναι ορισμένος και άρα παραδεκτός ο από τη διάταξη αυτή λόγος αναίρεσης πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο α) ότι η απόφαση στερείται παντελώς αιτιολογιών ή έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες, στην περίπτωση δε της ανεπάρκειας ή αντίφασης των αιτιολογιών, ποίες επί πλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιέχει, στη δε περίπτωση των αντιφατικών αιτιολογιών, πού εντοπίζεται η αντίφαση β) ο πραγματικός ισχυρισμός (αγωγικός, ένσταση κλπ) και τα περιστατικά που προτάθηκαν προς θεμελίωση του, και η σύνδεση του με το διατακτικό γ) η νόμιμη βάση ήτοι η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκε και μάλιστα ενάριθμα και δ) οι παραδοχές του δικαστηρίου, με πληρότητα και όχι αποσπασματικά, υπό τις οποίες συντελέστηκε η παραβίαση.

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης ο αναιρεσείων κατ' επίκληση παραβίασης από το άρθρο 559 αρ.19 ΚΠολΔ, αποδίδει στο εφετείο την αιτίαση, ότι δεχόμενο το εφετείο, όπως επί λέξει αναφέρει, ότι "Εξ άλλου, κατά το διάστημα της μνηστείας της με τον εκκαλούντα είχε καταβάλει για την ανέγερση του επιδίκου διαμερίσματος το ποσό των 2.000.000 δρχ., κατά το οποίο ποσό ο εκκαλών έγινε αδικαιολογήτως πλουσιότερος σε βάρος της περιουσίας της" υπέπεσε στην από το άρθρο 559 αρ.19 ΚΠολΔ πλημμέλεια διότι, όπως επίσης επί λέξει αναφέρει "στη ρηθείσα παραδοχή του δεν προσδιορίζει τη νομική βασιμότητα του ρηθέντος αγωγικού σιτήματος της αντιδίκου, το οποίο τελείως αυθαίρετα έκανε δεκτό, χωρίς να το υπαγάγει στον εφαρμοστέο κανόνα δικαίου, χωρίς να εκθέσει τα πραγματικά περιστατικά που αποδεικνύουν την ουσιαστική βασιμότητα του, χωρίς καν να προσδιορίζεται τοπικά και χρονικά η υποτιθέμενη καταβολή, με αποτέλεσμα από το αιτιολογικό της εφετειακής αποφάσεως να μη προκύπτουν τα πραγματικά περιστατικά για την υπαγωγή στις εφαρμοσθείσες από το εφετείο διατάξεις" Ο λόγος αυτός αναίρεσης, ως προς το σκέλος του με το οποίο, κατ' εκτίμηση αποδίδεται η αιτίαση της μη αναφοράς της ουσιαστικού δικαίου διάταξης που εφάρμοσε το εφετείο, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι, όπως παραπάνω αναφέρθηκε, η έλλειψη αυτή δεν στερεί την απόφαση νόμιμης βάσης.

Ως προς τις λοιπές αιτιάσεις ο ίδιος λόγος είναι απορριπτέος ως αόριστος διότι α) δεν αναφέρει ο αναιρεσείων επί ποιου και με ποιο νόμιμο τρόπο προβληθέντος, ουσιώδους για την έκβαση της δίκης, ισχυρισμού, έκρινε το εφετείο όπως παραπάνω και ποια επίδραση, είχε η κρίση αυτή στο διατακτικό της προσβαλλόμενης β) δεν αναφέρει την κατ' αυτόν παραβιασθείσα ουσιαστικού δίκαιου διάταξη γ) δεν αναφέρει με πληρότητα αλλά εντελώς αποσπασματικά τις παραδοχές του εφετείου, υπό τις οποίες συντελέστηκε η προβαλλόμενη παραβίαση και δ) δεν εξειδικεύει το σφάλμα του εφετείου, αν δηλαδή η απόφαση στερείται παντελώς αιτιολογιών η περιέχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες.

III. Επειδή, κατά το άρθρο 559 αριθ. 11 του ΚΠολΔ επιτρέπεται αναίρεση και αν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 335, 338, 340 και 346 ιδίου κώδικα το δικαστήριο της ουσίας έχει υποχρέωση να λαμβάνει υπόψη τα αποδεικτικά αυτά μέσα προς σχηματισμό της δικανικής πεποίθησής του για την αλήθεια ή όχι πραγματικών γεγονότων που ασκούν αμέσως ή εμμέσως ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.

Στην πολιτική δίκη αποδεικτικά μέσα είναι, μεταξύ άλλων, κατά το άρθρο 339 ΚΠολΔ, και τα έγγραφα και τα δικαστικά τεκμήρια. Τα τελευταία είναι συμπεράσματα τα οποία συνάγει το δικαστήριο από αποδεδειγμένα γεγονότα για την ύπαρξη ή ανυπαρξία άλλων γεγονότων. Έτσι, αν ο διάδικος επικαλείται και προσκομίζει κάποιο έγγραφο, που έχει αποδεικτική δύναμη υπό τις προϋποθέσεις των άρθρων 438, 439 και 443 ΚΠολΔ, προς απόδειξη πραγματικού γεγονότος από την αλήθεια του οποίου ο δικαστής λαμβάνοντας υπόψη και τα διδάγματα της κοινής πείρας, κατόπιν συλλογισμού μπορεί να σχηματίσει δικανική πεποίθηση για την αλήθεια ή αναλήθεια πραγματικών γεγονότων, τα οποία αποτελούν άμεσα στοιχεία του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, το δικαστήριο οφείλει να το λάβει υπόψη και να το αξιολογήσει μαζί με τα άλλα τυχόν προσκομιζόμενα αποδεικτικά μέσα, άλλως καθιστά την απόφαση του αναιρετέα κατά το άρθρο 559 αριθ. 11 ΚΠολΔ (ΑΠ 221/05).

Και έχει μεν υποχρέωση το δικαστήριο να αιτιολογήσει την απόφαση του, να αναφέρει δηλαδή τους λόγους που το οδήγησαν στο σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης, επί ουσιώδους για την έκβαση της δίκης ισχυρισμού, όχι όμως και να κάνει ειδική μνεία καθενός από τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι για άμεση ή έμμεση απόδειξη.

Αν όμως από το όλο περιεχόμενο της απόφασης δεν καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο, ότι για το σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης επί ουσιώδους για την έκβαση της δίκης ζητήματος, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε όλα τα αποδεικτικά μέσα, τότε ιδρύεται ο από τη διάταξη αυτή λόγος αναίρεσης. Για να είναι ορισμένος και άρα παραδεκτός ο λόγος αυτός αναίρεσης απαιτείται να εξειδικεύεται στο αναιρετήριο το αποδεικτικό μέσο, κατά τρόπο που να προκύπτει η ταυτότητα του, να προσδιορίζεται το περιεχόμενο του και ο παραδεκτό της προσαγωγής του, ακόμη και αν έπρεπε να ληφθεί υπόψη αυτεπαγγέλτως, να καθορίζεται ο ισχυρισμός προς απόδειξη ή ανταπόδειξη του οποίου το αποδεικτικό μέσο προσκομίστηκε, καθώς και οι λόγοι για τους οποίους ο ισχυρισμός αυτός ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Στην προκειμένη περίπτωση με τον πρώτο λόγο αναίρεσης, ο αναιρεσείων, κατ' επίκληση παραβίασης από το άρθρο 559 αρ. 11 ΚΠολΔ αποδίδει στο εφετείο την αιτίαση, ότι παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη το υπ' αριθμ....... έγγραφο της ΔΕΗ, το οποίο αυτός προσκόμισε μετ' επικλήσεως νομίμως προς απόδειξη του ισχυρισμού του, ότι το διαμέρισμα του για την αποπεράτωση του οποίου, όπως με την αγωγή της εξέθετε η ενάγουσα, συνέβαλε για την αποπεράτωση του.

κατά τη διάρκεια του γάμου τους, είχε αποπερατωθεί πριν το γάμο τους, έτσι δε δέχτηκε ότι η ενάγουσα συνέβαλε με την καταβολή σ' αυτόν ποσού 2.000.000 δρχ. κατά μήνα Δεκέμβριο 1986. Ο λόγος αυτό είναι απορριπτέος, ως επί εσφαλμένης προϋποθέσεως ερειδόμενος, διότι από την προσβαλλόμενη απόφαση το εφετείου προκύπτει, ότι το εφετείο δέχτηκε ότι το άνω ποσό των 2.000.000 δρχ.

η ενάγουσα κατέβαλε σ' αυτόν πριν το γάμου τους και στη συνέχεια, επικυρώνοντας την απόφαση του πρωτοβαθμίου, αναγνώρισε ότι ο εναγόμενος υποχρεούται να καταβάλλει αυτό στην ενάγουσα, ως γενόμενος αδικαιολογήτως πλουσιότερος εις βάρος της περιουσίας του, όχι δε λόγιο συμβολής της στην αποπεράτωση του διαμερίσματος του εναγομένου κατά τη διάρκεια του γάμου τους.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 13.01.2007 αίτηση του Χ1 για αναίρεση της υπ' αριθμ. 5.840/2006 απόφασης του Εφετείου Αθηνών. Και

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης από ευρώ 1.800.-

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 18 Μαρτίου 2008. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 1 Απριλίου 2008.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ