Legislator Case Law & Legislation
663/2007 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against divorce judgment for lack of grounds and failure to consider evidence.

Case Number 663/2007
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Second Instance Court's divorce judgment. The appellant argued the lower court failed to consider a specific declaration regarding the separation of the spouses and lacked sufficient reasoning. The court rejected these claims, finding the lower court had properly evaluated all evidence and provided adequate justification for its decision.

Legislator headnote

AI generated

Art. 559 para. 19, Art. 559 para. 11, Art. 335, 338, 339, 349 of the Code of Civil Procedure; An appeal is inadmissible if the grounds are unfounded or if the court of second instance has properly considered and weighed all evidence presented by the parties.

Keywords

AI generated
divorce proceedings appeal grounds evidence evaluation judicial reasoning Code of Civil Procedure separation of spouses court costs

Cited Legislation

AI generated
Art. 559 para. 19 of the Code of Civil Procedure
Art. 559 para. 11 of the Code of Civil Procedure
Art. 335 of the Code of Civil Procedure
Art. 338 of the Code of Civil Procedure
Art. 339 of the Code of Civil Procedure
Art. 349 of the Code of Civil Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 663 / 2007 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 663/2007

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Χλαμπουτάκη, Αντιπρόεδρο, Νικόλαο Κασσαβέτη, Ιωάννη Παπανικολάου, Δημήτριο Δαλιάνη και Χαράλαμπο Ζώη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 11 Δεκεμβρίου 2006, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Χ1 , η οποία δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.

Του αναιρεσιβλήτου: .... , ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Μπίλη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 27-6-2002 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2412/2004 του ίδιου Δικαστηρίου και 8924/2005 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητά η αναιρεσείουσα με την από 19-4-2006 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο ο αναιρεσίβλητος, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Χαράλαμπος Ζώης ανέγνωσε την από 27-11-2006 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως, την καταδίκη της αντιδίκου στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Όπως προκύπτει από την υπ' αριθμ.6.876/28.09.2006 έκθεση επίδοσης του αρμοδίου δικαστικού επιμελητή Αθηνών .... , την οποία επικαλείται και προσκομίζει ο παριστάμενος αναιρεσίβλητος, που επισπεύδει τη συζήτηση της αναίρεσης, ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης από 19.07.2006 αίτησης της Χ1 , για αναίρεση της υπ' αριθμ. 8.924/2005 απόφασης του Εφετείου Αθηνών, με την κάτω από αυτή πράξη κατάθεσης και ορισμού δικασίμου και κλήση για συζήτηση κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο του δικαστηρίου τούτου (11.12.2006), επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως στην αναιρεσείουσα, με εντολή του πληρεξουσίου δικηγόρου του αναιρεσίβλητου Δημητρίου Μπίλη. Κατά τη συζήτηση της αναίρεσης, που έγινε με εκφώνηση της με τη σειρά από το πινάκιο, κατά την παραπάνω αναφερόμενη δικάσιμο, εμφανίστηκε μόνο ο αναιρεσίβλητος, εκπροσωπούμενος νομίμως από τον προαναφερόμενο πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Μπίλη, δεν εμφανίστηκε όμως, ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο η αναιρεσείουσα. Επομένως, σύμφωνα με το άρθρο 576παρ.2 ΚΠολΔ, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση της αναίρεσης παρά την απουσία της αναιρεσείουσας.

Κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ ανεπαρκής ή αντιφατική αιτιολογία, που έχει ως συνέπεια την έλλειψη νόμιμης βάσης, συνεπεία της οποίας καθίσταται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος, υπάρχει όταν από το αιτιολογικό της απόφασης δεν προκύπτουν κατά τρόπο σαφή και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία σύμφωνα με το νόμο είναι αναγκαία για τη θεμελίωση του κανόνα δικαίου που εφαρμόστηκε στη συγκεκριμένη περίπτωση ή ότι δεν συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής του.

Ιδρύεται δηλαδή ο λόγος αυτός αναίρεσης όταν από τις παραδοχές της απόφασης δημιουργούνται αμφιβολίες για τον αν παραβιάστηκε ή όχι ορισμένη διάταξη ουσιαστικού νόμου και όχι όταν υπάρχουν ελλείψεις ή αντιφάσεις αναγόμενες στην ανάλυση και στάθμιση των αποδείξεων, που το πόρισμα της εκτίθεται σαφώς.

Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσείουσα ζητεί την αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης του Εφετείου, με την οποία απορρίφθηκε ως ουσιαστικά αβάσιμη έφεση αυτής και επικυρώθηκε η απόφαση του πρωτοβαθμίου Πολυμελούς Πρωτοδικείου, με την οποία έγινε δεκτή αγωγή του αναιρεσίβλητου συζύγου της και λύθηκε ο μεταξύ τους υφιστάμενος νόμιμος γάμος, για τον προβλεπόμενο από το άρθρο 1439 παρ.2 ΑΚ λόγο διαζυγίου (τετραετής διάσταση), αποδίδοντας στο εφετείο την αιτίαση, ότι με το να δεχθεί ότι ο ενάγων εγκατάλειψε τη συζυγική οικία με σκοπό να μη έχει πλέον κοινωνία βίου με την εναγομένη, κατά μήνα Απρίλιο 1997 και έκτοτε διακόπηκε η έγγαμη συμβίωση η δε διακοπή αυτής διήρκεσε μέχρι και την πρώτη συζήτηση της αγωγής (27.10.2003), υπέπεσε στην από το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ πλημμέλεια, διότι χωρίς αιτιολογίες άλλως με ανεπαρκείς αιτιολογίες, στην κρίση του αυτή κατέληξε, λαμβάνοντας υπόψη και συνεκτιμώντας ως αξιόπιστη και την περί τούτου κατάθεση της εξετασθείσης από τον ενάγοντα μάρτυρα, η οποία δεν είχε ιδία αντίληψη για το χρόνο διακοπής της έγγαμης συμβίωσης των διαδίκων (1ος και τέταρτος λόγοι αναίρεσης).

Οι λόγοι αυτοί αναίρεσης είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι, διότι υπό την επίφαση παραβίασης από την προαναφερόμενη διάταξη πλήττεται πραγματικά η ανέλεγκτη, κατά το άρθρο 561παρ.1 ΚΠολΔ, περί την εκτίμηση των αποδείξεων κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ως προς το χρόνο της έναρξης της διακοπής της μεταξύ των συζύγων έγγαμης σχέσης, το εκ των οποίων πόρισμα εκτίθεται σαφώς.

Κατά το άρθρο 559 αρ. 10 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται και αν το δικαστήριο της ουσίας δέχτηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη. Ο όρος "πράγματα" της διάταξης αυτής έχει το ίδιο περιεχόμενο με τον αντίστοιχο όρο του άρθρου 559 αρ.8 ΚΠολΔ, περιλαμβάνει δηλαδή τους ισχυρισμούς των διαδίκων που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, οι οποίοι τείνουν σε θεμελίωση ή κατάργηση ή παρακώλυση δικαιώματος ουσιαστικού ή δικονομικού, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο.

Επομένως δεν αποτελούν πράγματα κατά την έννοια της διάταξης αυτής, οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, που ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως από την προσβαλλόμενη προκύπτει, το εφετείο κατάληξε στην κρίση του ότι η έγγαμη συμβίωση των διαδίκων διακόπηκε με την αποχώρηση του ενάγοντα από τη συζυγική οικία, κατά μήνα Απρίλιο 1997, με τη βούληση να μη έχει πλέον κοινωνία εγγάμου βίου με την εναγόμενη και η διάσταση μεταξύ των συζύγων συνεχίστηκε μέχρι και την πρώτη συζήτηση της αγωγής, αφού έλαβε υπόψη του τα αναφερόμενα στην προσβαλλόμενη απόφαση του αποδεικτικά μέσα (μάρτυρες και έγγραφα) που προσκόμισαν οι διάδικοι.

Επομένως ο δεύτερος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο η αναιρεσείουσα, κατ'επίκληση παραβίασης από το άρθρο 559 αρ. 10 ΚΠολΔ αποδίδει στο εφετείο την αιτίαση, ότι χωρίς απόδειξη δέχτηκε, ότι η συμβίωση των διαδίκων διακόπηκε με την αποχώρηση του ενάγοντος κατά μήνα Απρίλιο 1997 και έκτοτε συνεχίστηκε η διάσταση μεταξύ των συζύγων μέχρι και την πρώτη συζήτηση της αγωγής (27.10.2003), είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.11 περ.γ' ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης ιδρύεται και αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, για την απόδειξη ή ανταπόδειξη ισχυρισμών τους που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Εξ άλλου από τις διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339 και 349 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι το δικαστήριο, για να σχηματίσει τη δικανική του πεποίθηση συνεκτιμά όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλούνται και προσκομίζουν νομίμως οι διάδικοι για την απόδειξη ή ανταπόδειξη των ισχυρισμών τους.

Και έχει μεν το δικαστήριο την υποχρέωση να αιτιολογήσει την απόφαση του, να αναφέρει δηλαδή τους λόγους που το οδήγησαν στο σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης, όχι όμως και να κάνει ειδική μνεία καθενός από τα αποδεικτικά μέσα. Αν όμως από το όλο περιεχόμενο της απόφασης δεν καθίσταται αδίστακτος βέβαιο, ότι για το σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης, επί ουσιώδους για την έκβαση της δίκης ζητήματος, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε όλα τα αποδεικτικά μέσα, τότε ιδρύεται ο από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.11 περ.γ'ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης.

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο αναίρεσης, αποδίδεται στο εφετείο η αιτίαση, ότι με το να απορρίψει την έφεση της ήδη αναιρεσείουσας, δεχόμενο, όπως και το πρωτοβάθμιο, ότι η έγγαμη συμβίωση των διαδίκων διακόπηκε κατά μήνα Απρίλιο 1997 και έκτοτε συνεχίστηκε η διάσταση αυτών μέχρι 27.10.2003, δεν έλαβε υπόψη την από 13.2.2001 υπεύθυνη δήλωση, από την οποία αποδεικνύονταν ο ισχυρισμός της εναγομένης ότι ο ενάγων δεν είχε εγκαταλείψει τη συζυγική οικία με σκοπό να μη έχει κοινωνία εγγάμου βίου, και έτσι υπέπεσε κατ΄ορθή εκτίμηση στην από το άρθρο 559 αρ.Ι1περ.γ΄ΚΠολΔ πλημμέλεια.

Ο λόγος αυτός αναίρεσης, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι όπως από την προσβαλλόμενη προκύπτει, το δικαστήριο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε, μαζί με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα και την παραπάνω αναφερόμενη υπεύθυνη δήλωση, περί της οποίας μάλιστα γίνεται ρητή αναφορά στην προσβαλλόμενη απόφαση,

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 19 Απριλίου 2006 αίτηση της Χ1 για αναίρεση της υπ' αριθμ.8.924/2005 απόφασης του Εφετείου Αθηνών Και

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου από χίλια εκατόν εβδομήντα (1.170) ευρώ

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 18 Ιανουαρίου 2007.

Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο στις 26 Μαρτίου 2007.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ