Supreme Court allows bank's appeal against state guarantee case, remanding for retrial due to legal error.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court granted the Eurobank's appeal against a final judgment regarding a state guarantee for a loan default. The court found the lower court erred in applying the statute of limitations for the state's liability, which the bank argued was not yet established. Consequently, the case was remanded for retrial before a different panel of judges, and the state was ordered to pay the bank's legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArticles 552, 553, 556, 558, 564, 566 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court must allow an appeal if the lower court incorrectly applied substantive law regarding the establishment of state liability for guarantees, necessitating a retrial by a new panel.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 662 / 2025 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 662/2025
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μαρία Κουφούδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Παναγιώτη Βενιζελέα, Γεώργιο Σχοινοχωρίτη, Κορνηλία Πανούτσου και Ευαγγελία Γίτση - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 23 Σεπτεμβρίου 2024, με την παρουσία και της γραμματέως Θ. Π., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "Τράπεζα Eurobank Ανώνυμη Εταιρεία", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Μπάκα, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.
Του αναιρεσιβλήτου: Ελληνικού Δημοσίου, το οποίο εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών. Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσιά του Ευτυχία Τσούντου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20-10-2010 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1161/2016 του ίδιου Δικαστηρίου και 1681/2018 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 17-3-2020 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η υπό κρίση από 17.3.2020 αίτηση για αναίρεση της εκδοθείσας αντιμωλία των διαδίκων κατά την τακτική διαδικασία με αριθμό 1681/2018 τελεσίδικης απόφασης του Εφετείου Αθηνών που ασκήθηκε από την ανώνυμη τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία 'Τράπεζα Eurobank Ανώνυμη Εταιρεία', υπό την ιδιότητά της ως οιονεί καθολικής διαδόχου της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία 'Τράπεζα Eurobank Ergasias Ανώνυμη Εταιρεία' λόγω της διάσπασης δι' απόσχισης του κλάδου της τραπεζικής δραστηριότητας της τελευταίας με σύσταση της ως άνω αναιρεσείουσας νέας εταιρείας-,ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 Κ.
Πολ. Δ.), αφού η προσβαλλόμενη απόφαση, της οποίας δεν προκύπτει η επίδοση, δημοσιεύθηκε στις 2.4.2018 και η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε στις 22.5.2020, δεδομένου ότι, κατά τις διατάξεις των άρθρων 74 παρ. 1 του Ν.4690/2020 και 83 παρ. 1 του Ν.4790/2021, (όπως αυτή ερμηνεύθηκε και συμπληρώθηκε με την διάταξη του άρθρου 25 Ν. 4792/2021), τα χρονικά διαστήματα της επιβολής του μέτρου της προσωρινής αναστολής της λειτουργίας των δικαστηρίων και των εισαγγελιών της Χώρας (13/3/2020 - 31/5/2020 και 7/11/2020 - 5/4/2021 αντιστοίχως), λόγω των μέτρων προστασίας από την εξάπλωση της πανδημίας του κορονοϊού Covid19, δεν υπολογίζονται, μεταξύ άλλων, και στις νόμιμες και δικαστικές προθεσμίες για τη διενέργεια διαδικαστικών και εξώδικων πράξεων, ενώ, κατά το άρθρο 49 παρ.1 Ν.4963/2022 "κατά την αληθή έννοια του πρώτου εδαφίου της παρ. 1 του άρθρου 74 του ν. 4690/2020 και του πρώτου εδάφιου της περ.
α' της παρ. 1 του άρθρου 83 του ν. 4790/2021 ως προθεσμίες άσκησης ενδίκων βοηθημάτων και μέσων που ανεστάλησαν κατά το διάστημα από 13.3.2020 ως 31.5.2020 και από 7.11.2020 έως 5.4.2021, νοούνται και οι προθεσμίες της παρ. 3 του άρθρου 564 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας" [ΑΠ 1338/2023] και επομένως, στην συγκεκριμένη περίπτωση, η καταχρηστική προθεσμία των δύο ετών του άρθρου 564 παρ. 3 του ΚΠολΔ για την άσκηση της αναίρεσης, δεν είχε λήξει όταν ασκήθηκε αυτή.
Συνεπώς η αίτηση αναίρεσης είναι παραδεκτή και πρέπει να εξετασθεί για το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 1, 3 Κ. Πολ. Δ.).
Σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. 2322/1995 "Παροχή της εγγύησης του Ελληνικού Δημοσίου για τη χορήγηση δανείων και πιστώσεων και άλλες διατάξεις", όπως ίσχυε κατά τον κρίσιμο εν προκειμένω χρόνο παροχής της επίδικης εγγύησης, πριν τα άρθρα 1 έως 12 αυτού καταργηθούν με το άρθρο 106 παρ. 1 του Ν.4549/2018 (ο οποίος στα άρθρα 91 επ. αυτού θέσπισε αντίστοιχες - διατάξεις), ρυθμίστηκαν η διαδικασία, οι προϋποθέσεις και οι όροι χορήγησης δανείων με την εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου. Η εγγύηση παρέχεται με απόφαση του Υπουργού, η οποία δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβέρνησης (άρθρο 12), άλλως είναι ανυπόστατη (ΟλΝΣΚ 39/2009), εκδίδεται δε μετά από σύμφωνη γνώμη Τριμελούς Διυπουργικής Επιτροπής, που συνιστάται με το άρθρο 5 του νόμου και επικουρείται από την υπό του άρθρου 6 προβλεπομένη Υποεπιτροπή.
Περαιτέρω στο άρθρο 11 παρ. 4 του Ν. 2322/1995 προβλέπεται ειδική, αναγκαστικού δικαίου, διάταξη για την ελευθέρωση του εγγυητή Ελληνικού Δημοσίου από τη δοθείσα εγγύηση, δυναμένου, ότι σε περίπτωση που ενάγεται υπό την ιδιότητά του ως εγγυητή, να προβάλει σχετική ένσταση εφόσον: α) δεν συνέτρεχαν κατά τον χρόνο που δόθηκε η εγγύηση ή εξέλιπαν εκ των υστέρων οι προϋποθέσεις, υπό τις οποίες χορηγήθηκε αυτή, β) η παράβαση αυτή έγινε από υπαιτιότητα (δόλο ή αμέλεια) είτε του δανειστή είτε του πιστωτή είτε και των δύο και γ) η διαπίστωση της μη τήρησης των όρων γίνει από την αρμόδια κατά την παρ. 5 του Ν. 2322/1995 για τη βεβαίωση της πλήρωσης αυτών και την επακόλουθη πλήρη υποκατάσταση του Ελληνικού Δημοσίου στα έναντι του οφειλέτη πιστωτή δικαιώματα του δανειστή 25η Δ/νση Κίνησης Κεφαλαίων, Εγγυήσεων, Δανείων και Αξιών του Υπουργείου Οικονομικών, η οποία αποτελεί την αρμόδια υπηρεσία διαπίστωσης της πλήρωσης ή μη των όρων και προϋποθέσεων, υπό τις οποίες δόθηκε η εγγύηση.
Στο ανωτέρω άρθρο δεν τίθεται ως πρόσθετη προϋπόθεση, για την άσκηση του δικαιώματος του Δημοσίου να επικαλεστεί την ρήτρα ελευθέρωσής του από την εγγυητική του ευθύνη, η ανάκληση της Υπουργικής Απόφασης, με την οποία δόθηκε αυτή καθώς και των ατομικών διοικητικών πράξεων, με τις οποίες υλοποιήθηκε η Υπουργική Απόφαση στη συγκεκριμένη περίπτωση, ούτε και υφίσταται χρονικό όριο για την επίκληση αυτή, η οποία συνεπώς είναι δυνατή, ακόμη και αν το Δημόσιο έχει ήδη προβεί στην πληρωμή του πιστωτικού ιδρύματος.
Αντίθετη εκδοχή δεν μπορεί να συναχθεί από το άρθρο 6 της υπ' αριθ. 2/478/0025 Υπουργικής Απόφασης, που αναφέρει ότι το Δημόσιο, αν διαπιστωθεί η ελευθέρωσή του δια της ανωτέρω 25ης Δ/νσης του Υπουργείου Οικονομικών ανακαλεί την εγγύηση, αφού κατά την σαφή έννοια της διάταξης αυτής ως "ανάκληση της εγγύησης" δεν νοείται η ανάκληση της πράξης, με την οποία αυτή δόθηκε, αλλά η ενεργοποίηση της ρήτρας ελευθέρωσης, εφόσον η 25η Δ/νση διαπιστώσει τη μη τήρηση των τεθέντων όρων και προϋποθέσεων, και η διαγραφή της βεβαιούμενης απαίτησης και των τυχόν εντολών πληρωμής, κοινοποιώντας την πράξη αυτή και στον πρωτοφειλέτη, χωρίς να τίθεται ως προϋπόθεση για τη διαπίστωση της μη τήρησης των όρων και προϋποθέσεων η προηγούμενη ανάκληση της πράξης, με την οποία δόθηκε η εγγύηση.[ΑΠ 1903/22]
Περαιτέρω κατ' εξουσιοδότηση της προρρηθείσας διάταξης του άρθρου 1 του ν. 2322/1995, εκδόθηκε η υπ'αριθ. πρωτ. 2/4242/0025/01.03.2006 (ΦΕΚ Β'300/13.03.2006) απόφαση του Υπουργού Οικονομίας και Οικονομικών, όπως τροποποιήθηκε δυνάμει της υπ' αριθ. 2/45731/0025/2006 μεταγενέστερης υπουργικής απόφασης, με την οποία αποφασίστηκε η παροχή εγγύησης του Ελληνικού Δημοσίου προς τις τράπεζες για κεφάλαια κίνησης που θα χορηγηθούν σε πτηνοτροφικές επιχειρήσεις και εκμεταλλεύσεις, με τις προϋποθέσεις που τίθενται στην ως άνω απόφαση, μεταξύ των οποίων ορίστηκε ότι η διάρκεια των δανείων που θα χορηγηθούν στους πρωτοφειλέτες θα είναι δεκαετής, ότι το δάνειο θα είναι πληρωτέο σε εξάμηνες τοκοχρεωλυτικές δόσεις, με περίοδο χάριτος δυο ετών και με κεφαλαιοποίηση τόκων στο τέλος της περιόδου χάριτος. Η υπαγωγή της πρωτοφειλέτριας επιχείρησης στην ως άνω υπουργική απόφαση - είχε ως προϋπόθεση ειδικό αίτημα αυτής μέχρι τις 31.12.2006 και σύμφωνη γνώμη της 25ης Διεύθυνσης Κεφαλαίων, Εγγυήσεων, Δανείων και Αξιών του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους. Με την ίδια δε υπουργική απόφαση, το Ελληνικό Δημόσιο αναλάμβανε ως εγγυητής την υποχρέωση εξόφλησης των εγγυημένων απαιτήσεων των τραπεζών, που θα περιλαμβάνουν το ανεξόφλητο εγγυημένο ποσό κεφαλαίου, τους ανεξόφλητους τόκους (συμβατικούς και υπερημερίας μέχρι ενός τριμήνου) και τέλος, τα έξοδα επίδοσης της αναγγελίας κλεισίματος του λογαριασμού.
Εξάλλου, με την ως άνω υπουργική απόφαση ρυθμίστηκαν και οι προϋποθέσεις κατάπτωσης του εγγύησης του Ελληνικού Δημοσίου, σε περίπτωση που οι πρωτοφειλέτες δεν εξοφλήσουν δύο ολόκληρες τοκοχρεωλυτικές δόσεις. Η ως άνω εγγύηση του Δημοσίου διέπεται καταρχήν από τις ειδικές ρυθμίσεις του ν. 2322/1995, σε συνδυασμό με τις υπουργικές αποφάσεις που εκδόθηκαν κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 1 αυτού.
Οι διατάξεις του Αστικού Κώδικα που διέπουν την εγγύηση (ΑΚ 847 επ.) εφαρμόζονται συμπληρωματικά, εφόσον αυτό δεν αποκλείεται από τις ειδικές ρυθμίσεις του ν. 2322/1995 και των συναφών υπουργικών αποφάσεων (ΑΠ 1903/2022, ΑΠ 1000/2006 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Ειδικότερα, οι υπουργικές αποφάσεις χορήγησης της εγγύησης του Δημοσίου αποτελούν το αντίστοιχο της δήλωσης παροχής εγγύησης, που θα απαιτούνταν στην περίπτωση ιδιώτη εγγυητή (ΓνωμΝΣΚ 18/2013), από δε τη δημοσίευση στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως των υπουργικών αποφάσεων που εκδόθηκαν κατ’ εξουσιοδότηση του άρθρου 1 του ν. 2322/1995, ήδη παρέχεται η εγγύηση του Δημοσίου προς όλες τις επιχειρήσεις - που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της συγκεκριμένης υπουργικής απόφασης (ΓνωμΝΣΚ 18/2013).
Στο πλαίσιο του Αστικού Κώδικα, για την παροχή εγγύησης αρκεί η σύμβαση μεταξύ δανειστή και εγγυητή, χωρίς να απαιτείται η σύμπραξη του οφειλέτη. Κατ' απόκλιση από τον παραπάνω κανόνα, η εγγύηση του Δημοσίου προϋποθέτει την υποβολή αιτήματος εκ μέρους της πρωτοφειλέτριας επιχείρησης. Ομοίως, απαιτείται αίτημα υπαγωγής εκ μέρους της (οφειλέτιδας εταιρίας), που ανάγεται αποκλειστικά στη σφαίρα επιλογής της (τελευταίας) στην νεότερη υπουργική απόφαση που αφορά στην εκ νέου ρύθμιση προϋφιστάμενων οφειλών για τις οποίες είχε ήδη παρασχεθεί η εγγύηση του Δημοσίου, δυνάμει προγενέστερης υπουργικής απόφασης.
Ακόμη, από το νομικό πλαίσιο που διέπει τις εγγυήσεις του Δημοσίου δεν προκύπτει υποχρέωση των πιστωτικών ιδρυμάτων να προβούν σε χρηματοδοτήσεις προς τις υπέρ ων η εγγύηση επιχειρήσεις. Οι τράπεζες διατηρούν την ευχέρεια να προβαίνουν ή όχι στις χρηματοδοτήσεις, στο πλαίσιο της επιχειρηματικής τους δραστηριότητας, χωρίς να δεσμεύονται προς τούτο από την έκδοση και τη δημοσίευση στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως της υπουργικής απόφασης για την παροχή εγγύησης.
Για τον ίδιο λόγο η δυνάμει νεότερων υπουργικών αποφάσεων ρύθμιση υφιστάμενων και ήδη εγγυημένων από το Δημόσιο οφειλών (με τροποποίηση προγενέστερων υπουργικών αποφάσεων για την παροχή εγγύησης του Δημοσίου, ιδίως ως προς τους όρους αποπληρωμής των εγγυημένων οφειλών, πχ με αναστολή συγκεκριμένων δόσεων ή επιμήκυνση του χρόνου αποπληρωμής) δεν είναι υποχρεωτική για τη δανείστρια τράπεζα, αλλά εναπόκειται στη διακριτική της ευχέρεια, εφόσον με την τροποποίηση του τρόπου αποπληρωμής των εγγυημένων οφειλών, κατ' αποτέλεσμα τροποποιούνται και οι όροι κατάπτωσης της εγγύησης του Δημοσίου που προϋποθέτουν ύπαρξη ληξιπρόθεσμων οφειλών στο πρόσωπο του πρωτοφειλέτη (πρβ. 738/2023).
Περαιτέρω κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, δηλαδή εσφαλμένη υπαγωγή σε αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης, που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα, με τη μορφή του διατακτικού Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικά και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά, που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή δεν αποδείχθηκαν (ΟλΑΠ 3/2020, ΟλΑΠ 6/2019].
Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, που παραδεκτά επισκοπείται κατ' άρθρο,561 παρ 2 του ΚΠολΔ δέχθηκε κατά το ενδιαφέρον, τον αναιρετικό έλεγχο μέρος τα ακόλουθα Η εφεσίβλητη τραπεζική εταιρεία με τις από 17-10-2006, 31-10-2006 επιστολές της προς την 25η Διεύθυνση Κίνησης Κεφαλαίων, Εγγυήσεων, Δανείων και Αξιών του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους αιτήθηκε τη σύμφωνη γνώμη της ως άνω Διεύθυνσης, προκειμένου να χρηματοδοτήσει την πτηνοτροφική επιχείρηση με την επωνυμία "ΑΦΟΙ Π.
Ο.Ε." με το ποσό των 167.000 ευρώ στο πλαίσιο της ως άνω με αριθ. 2/4242/0025/1-3-2006 υπουργικής απόφασης παροχής εγγύησης, όπως αυτή τροποποιήθηκε με την ως άνω υπ' αριθ. ...-2006 υπουργική απόφαση. Η εν λόγω διεύθυνση του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους με το υπ' αριθ. πρωτ. ...-2006 έγγραφο της απάντησε στην εφεσίβλητη ότι μπορεί να προβεί στην εκταμίευση του ως άνω ποσού του δανείου στην ανωτέρω πτηνοτροφική επιχείρηση με την εγγύηση του εκκαλούντος, εφόσον πληρούνται οι όροι των προρρηθεισών υπουργικών αποφάσεων.
Εν συνεχεία, μεταξύ της εφεσίβλητης και της ως άνω ομόρρυθμης εταιρείας καταρτίστηκε η με αριθ. ...-2006 σύμβαση τοκοχρεωλυτικού δανείου ύφους 167.000 ευρώ, την αποπληρωμή του οποίου, ως εκ τρίτου συμβαλλόμενοι στην ως άνω δανειακή σύμβαση, αλλά και υπογράφοντας την από 12-12-2006 σύμβαση εγγύησης, εγγυήθηκαν, ενεχόμενοι εις ολόκληρον με την ως άνω δανειολήπτρια εταιρεία, ως αυτοφειλέτες, οι Γ.
Π., Σ. Π. και Δ. Π. Η δανειακή αυτή σύμβαση επιδόθηκε στο εκκαλούν και στην προαναφερόμενη Διεύθυνση του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους (βλ. τις με αριθμούς ...-2007, ...-2007 εκθέσεις επίδοσης του Δικαστικού Επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών, Χ. Π.). Από τον ισολογισμό της πρωτοφειλέτριας ομόρρυθμης εταιρείας για τη χρήση 2004 προκύπτει ότι ο κύκλος εργασιών της ανήλθε σε 2.783.410,39 ευρώ και συνεπώς το ανωτέρω ποσό της δανειακής σύμβασης βρίσκεται εντός των ορίων που τέθηκαν με την υπ' αριθ. 2/4242/0025/1-3-2006 υπουργική απόφαση παροχής εγγύησης, όπως αυτή τροποποιήθηκε με τη υπ' αριθ. ...-2006 υπουργική απόφαση, σύμφωνα με την οποία η προς την εφεσίβλητη παρεχόμενη εγγύηση του εκκαλούντος χορηγείται μέχρι του ποσού που αντιστοιχεί σε ποσοστό 6,6% επί του κύκλου εργασιών χρήσης 2004 της ως άνω ομόρρυθμης εταιρείας, ήτοι μέχρι του ποσού των (2.783.410,39X6.6%=) 183.705,09 ευρώ.
Ειδικότερα, συμφωνήθηκε ότι το ως άνω δάνειο χορηγείται υπό την εγγύηση του εκκαλούντος για κεφάλαιο κίνησης της εν λόγω ομόρρυθμης εταιρείας, κατ' εφαρμογή της ως άνω υπουργικής απόφασης, ότι θα εξοφληθεί σε οκτώ εξαμηνιαίες τοκοχρεωλυτικές δόσεις με περίοδο χάριτος και με το συμβατικό επιτόκιο και επιτόκιο υπερημερίας που συμφωνήθηκε στα άρθρα 3 και 6, αντιστοίχως, της ως άνω δανειακής σύμβασης, των τόκων κεφαλαιοποιημένων στο τέλος της περιόδου χάριτος.
Περαιτέρω, συμφωνήθηκε ότι η εφεσίβλητη θα έχει το δικαίωμα να καταγγείλει εγγράφως την ένδικη δανειακή σύμβαση σε περίπτωση που η ως άνω ομόρρυθμη εταιρεία καθυστερήσει την εξόφληση δύο (2) τοκοχρεωλυτικών δόσεων. Για το ως άνω δάνειο συμφωνήθηκε (άρθρο 10.02 της δανειακής σύμβασης) η εφεσίβλητη να τηρεί στα βιβλία της λογαριασμό, στον οποίο να καταχωρίζονται στη μεν στήλη χρέωσης οι εκταμιεύσεις του δανείου, οι πάσης φύσης τόκοι και φόροι, στη δε στήλη πίστωσης οι καταβολές του οφειλέτη.
Επιπροσθέτως, συμφωνήθηκε το εξαχθέν απόσπασμα από τα βιβλία της εφεσίβλητης, το οποίο θα εμφανίζει τον ανωτέρω λογιστικό λογαριασμό και το υπόλοιπο που θα οφείλεται να αποτελεί πλήρη απόδειξη της απαίτησής της (δηλ. της εφεσίβλητης) κατά της ως άνω πρωτοφειλέτριας εταιρείας. Σε εκτέλεση της ένδικης δανειακής σύμβασης η εφεσίβλητη χορήγησε στην ως άνω ομόρρυθμη εταιρεία το ποσό των 167.000 ευρώ την 15-12-2006.
Τηρήθηκε δε για την εξυπηρέτηση τού ως άνω δανείου ο με αριθμό ... λογαριασμός. Από το απόσπασμα κίνησης του ως άνω λογαριασμού που προσκομίζει και επικαλείται η εφεσίβλητη αποδεικνύεται ότι η πρωτοφειλέτρια ως άνω ομόρρυθμη εταιρεία δεν κατέβαλε τη δόση της 15-6-2009 ποσού 21.398,94 ευρώ μετά των τόκων ποσού 4.314,43 ευρώ, ήτοι οφειλή συνολικού ύψους 25.713,37 ευρώ καθώς και τη δόση της 15-12-2009 ποσού 22.449,69 ευρώ, μετά των τόκων ποσού 2.632,01 ευρώ, ήτοι οφειλή συνολικού ποσού 25.081,70 ευρώ.
Εν συνεχεία ανοίχτηκαν και τηρήθηκαν από την εφεσίβλητη ο με αριθ. ... λογαριασμός ληξιπρόθεσμων δόσεων του ως άνω δανείου, ο με αριθ. ... λογαριασμός οφειλόμενων τόκων υπερημερίας και ο με αριθμό ... λογαριασμός οριστικής καθυστέρησης. Στη συνέχεια η εφεσίβλητη λόγω της καθυστέρησης εξόφλησης από την πρωτοφειλέτρια εταιρεία των προρρηθεισών δύο (2) τοκοχρεωλυτικών δόσεων προέβη σε καταγγελία της ως άνω δανειακής σύμβασης με την από 15-3-2010 επιστολή της, την οποία κοινοποίησε την 16-3-2010, στην ως άνω πρωτοφειλέτρια εταιρεία, στους ως άνω εγγυητές - εκ τρίτου συμβαλλόμενους στην ανωτέρω δανειακή σύμβαση - και στο εκκαλούν (βλ.
τις με αριθμούς ...-2010, ...-2010, ...-2010, ...-2010, ...-2010 και ...-2010 εκθέσεις επίδοσης του Δικαστικού Επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών, Χ. Π.). Με την ως άνω καταγγελία η εφεσίβλητη κατέστησε ληξιπρόθεσμο και απαιτητό ολόκληρο το μη ληξιπρόθεσμο κεφάλαιο του δανείου που ανερχόταν κατά το χρόνο της ως άνω καταγγελίας στο ποσό των 94.946,07 ευρώ.
Ειδικότερα, η εφεσίβλητη, πιστώτρια Τράπεζα κοινοποίησε στο εκκαλούν (και ειδικότερα στη Γενική Γραμματεία Δημοσιονομικής Πολιτικής/ΓΕΝΙΚΟ ΛΟΓΙΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΚΡΑΤΟΥΣ/ΓΕΝΙΚΗ ΔΙΕΥΘΥΝΣΗ ΘΗΣΑΥΡΟΦΥΛΑΚΙΟΥ ΚΑΙ ΠΡΟΫΠΟΛΟΓΙΣΜΟΥ - Διεύθυνση: 25η Κίνησης Κεφαλαίων, Εγγυήσεων, Δανείων και Αξιών) την υπ' αριθμ. ....2010 επιστολή της προς την πιστούχο, πρωτοφειλέτρια άνω εταιρεία με την οποία της γνωστοποιούσε την καταγγελία της δανειακής σύμβασης κατά την ίδια άνω ημερομηνία λόγω μη καταβολής των οφειλόμενων την 15.6.2009 και την 15.12.2009 δόσεων με αποτέλεσμα να καθίσταται ληξιπρόθεσμο και απαιτητό ολόκληρο το ποσό του δανείου.
Στη συνέχεια η εφεσίβλητη με την υπ' αριθμ. ....2010 επιστολή της ζήτησε λόγω της μη καταβολής των ως άνω ποσών την κατάπτωση της παρασχεθείσας εγγύησης του Ελληνικού Δημοσίου. Προς τούτο δε, υπέβαλε και τα σχετικά δικαιολογητικά. Σε απάντηση του εν λόγω αιτήματος στις 4-11-2010 (αρ. πρωτ. ...) η ως άνω υπηρεσία του Δημοσίου επικαλέστηκε την υπ' αριθμ. ....2008 τροποποιητική τής υπ' αριθμ. ....2006 υπουργικής απόφασης, όπως είχε ήδη τροποποιηθεί με την υπ' αριθμ. ....2006 όμοια, σύμφωνα με την οποία η διάρκεια εκάστου δανείου (το οποίο έχει ήδη συναφθεί στο πλαίσιο της αρχικής απόφασης) ορίστηκε σε δέκα έτη, εξοφλούμενού σε εξαμηνιαίες τοκοχρεωλυτικές δόσεις και με περίοδο χάριτος τριών ετών (από δύο έτη), των τόκων κεφαλαιοποιούμενων στο τέλος της περιόδου χάριτος.
Μάλιστα, στο ίδιο έγγραφο η Υπηρεσία αυτή του Δημοσίου, με το οποίο επέστρεφε στην εφεσίβλητη όλα τα δικαιολογητικά που είχε υποβάλει, επεσήμανε ότι δεν μπορεί να κινηθεί η διαδικασία για την κατάπτωση της εγγύησης του Ελληνικού Δημοσίου. Επακολούθησε το με αριθμ. πρωτ. ....2013 έγγραφο της εφεσίβλητης προς την ίδια άνω υπηρεσία του εκκαλούντος, στο οποίο επανέλαβε όσα είχε αναφέρει στο προηγούμενο έγγραφο της.
Επί του εγγράφου αυτού η ίδια άνω υπηρεσία του Ελληνικού Δημοσίου απήντησε, συντάσσοντας το με αριθμ. πρωτ. ...-2013 έγγραφο της. Στο απαντητικό αυτό έγγραφο η υπηρεσία του εκκαλούντος επεσήμανε ότι η εφεσίβλητη όφειλε πριν από την καταγγελία της σύμβασης δανείου να είχε ενημερώσει τη δανειολήπτρια άνω πρωτοφειλέτρια εταιρεία και να είχε προηγουμένως εξετάσει το ενδεχόμενο υπαγωγής των εγγυημένων οφειλών της τελευταίας στις διατάξεις της άνω υπουργικής απόφασης.
Ανέφερε, ακόμη, ότι σε περίπτωση υπαγωγής των ένδικων εγγυημένων οφειλών στην άνω τροποποιητική υπουργική απόφαση η πρώτη δόση του εγγυημένου δανείου θα καθίστατο απαιτητή στις 15.6.2010. Έτσι, η οφειλή θα παρέμενε ενήμερη και δε θα συνέτρεχε λόγος καταγγελίας της ένδικης σύμβασης δανείου και άρα δεν θα επέρχετο η κατάπτωση της ένδικης εγγύησης.
Με τα δεδομένα αυτά αποδεικνύεται πέραν πάσης αμφιβολίας ότι η εφεσίβλητη από δική της υπαιτιότητα κατήγγειλε άκαιρα (πρόωρα) στις 16.3.2010 την επίδικη δανειακή σύμβαση, εφόσον, κατά τα προαναφερθέντα, παρέλειψε από πταίσμα των προστηθέντων υπαλλήλων της να ενημερώσει την ως άνω πρωτοφειλέτρια εταιρεία και να εξετάσει, όπως την επίτασσε να πράξει τούτο, η ως άνω τροποιητική υπουργική απόφαση, τη δυνατότητα υπαγωγής του ένδικου δανείου (των εγγυημένων οφειλών της πρωτοφειλέτριας) στο νέο χρονικό πλαίσιο χάριτος αποπληρωμής του ένδικου δανείου.
Ειδικότερα, η εφεσίβλητη αγνόησε παντελώς το γεγονός ότι μετά την ισχύ τής ως άνω, ήδη από το έτος 2008 τροποποιητικής υπουργικής απόφασης, η περίοδος χάριτος για τα δάνεια αυτά είχε επιμηκυνθεί από δύο σε τρία έτη, και η πρώτη δόση της επίδικης καταβολής καθίστατο απαιτητή για την πρωτοφειλέτρια εταιρεία μόλις στις 15.6.2010, ήτοι σε χρόνο μεταγενέστερο από την καταγγελία του ένδικου δάνειο (16.3.2010).
Έτσι, όμως που ενήργησε η εφεσίβλητη οι όροι της εγγύησης εξέλιπαν μετά, από υπαιτιότητά της, κατά τα αναλυθέντα στο οικείο μέρος της μείζονος σκέψης. Στον αντίποδα της άρνησης του Ελληνικού Δημοσίου να στέρξει στο αίτημα της εφεσίβλητης για την κατάπτωση της ένδικης εγγύησης βρίσκονται τα επιχειρήματα (ισχυρισμοί) που επαναφέρει ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου με τις έγγραφες προτάσεις της η τελευταία.
Ειδικότερα, αυτή διατείνεται ότι: α) στη διακριτική αυτής ευχέρεια εναπόκειται η τήρηση ή μη του χρόνου επιμήκυνσης χάριτος του συναφθέντος δανείου, ο οποίος προβλέφθηκε κατά τα ανωτέρω μετά την κατάρτιση της επίδικης σύμβασης, Είναι γεγονός ότι κατ' αρχήν τα ημεδαπά, όπως η εφεσίβλητη πιστωτικά τραπεζικά ιδρύματα, δεν είναι υποχρεωμένα να προβούν σε χρηματοδοτήσεις προς τις υπέρ ων η εγγύηση επιχειρήσεων.
Ωστόσο, μετά τη σύναψη δανείου με την εγγύηση κατά τα ανωτέρω του Ελληνικού Δημοσίου και την ανάληψη από αυτό της ευθύνης (ενδεχομένως και του κινδύνου) της εμπρόθεσμης εξυπηρέτησης του δανείου από την πιστούχο επιχείρηση, δημιουργούνται αναμφισβήτητα δεσμεύσεις ως προς άπαντα τα συμβαλλόμενα στη σύναψη του δανείου μέρη Ειδικότερα, σύμφωνα με την παρ. 6 εδ.
β' της ως άνω υπ' αριθμ. ...-2008 απόφασης του Υφυπουργού Οικονομίας και Οικονομικών ορίζεται ότι: " ... Τροποποιούμε την υπ' αριθμ. ....2006 ... όπως τροποποιημένη ισχύει, ως προς την προϋπόθεση 2) παροχής της εγγύησης του Ελληνικού Δημοσίου, ως εξής: Ή διάρκεια εκάστου δανείου ορίζεται δεκαετής, εξοφλούμενου σε εξαμηνιαίες τοκοχρεολυτικές δόσεις και με περίοδο χάριτος τριών ετών (από δύο έτη), των τόκων κεφαλοποιουμένων στο τέλος της περιόδου χάριτος.".
Από τη διατύπωση αυτή συνάγεται αβίαστα ότι στη σχετική ρύθμιση εμπίπτει "κάθε δάνειο" και όχι μόνο όσα δάνεια θα καταρτισθούν στο μέλλον, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται η εφεσίβλητη με τις έγγραφες προτάσεις της, καλυπτομένων έτσι και των περιπτώσεων των ήδη καταρτισμένων δανείων για τα οποία είχε ήδη εγγυηθεί το Ελληνικό Δημόσιο.
Εξάλλου, όπως προαναφέρθηκε, σύμφωνα με το άρθρο 1 του άνω ν. 2322/1995, στον υπουργό οικονομικών ανατίθεται η αρμοδιότητα να παρέχει με απόφασή του την εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου σε τραπεζικές επιχειρήσεις. Η σχετική αρμοδιότητα του υπουργού οικονομικών δεν υπόκειται σε κανένα χρονικό περιορισμό, όπως σε κανένα χρονικό περιορισμό δεν υπόκειται και η δυνατότητα τροποποίησης των όρων αποπληρωμής (παράταση του χρόνου χάριτος) των εγγυημένων από το Ελληνικό Δημόσιο δανείων, οποτεδήποτε, σε κάθε δε περίπτωση προτού η οφειλή καταστεί, όπως εν προκειμένω, απαιτητή, και μάλιστα όταν αυτό το επιβάλλουν λόγοι δημοσίου συμφέροντος.
Ουδεμία αμφιβολία καταλείπεται, λοιπόν, ότι με την ανωτέρω επιμήκυνση της περιόδου χάριτος του επίδικου δανείου που δίδεται σε πτηνοτροφικές επιχειρήσεις και εκμεταλλεύσεις, όπως της πρωτοφειλέτριας, εξαιτίας έκτακτων ζημιογόνων γεγονότων (νόσος πτηνών), εξυπηρετούνται προς ώθηση της ανάπτυξης σκοποί δημοσίου συμφέροντος Ωστόσο πρέπει να επισημανθεί ότι για την άσκηση του εκ της ελευθερώσεως του εκκαλούντος σχετικού δικαιώματος του, δεν απαιτείται, όπως αβάσιμα επικαλείται η εφεσίβλητη με τις έγγραφες προτάσεις της, προηγουμένως οποιαδήποτε ανάκληση των εντολών πληρωμής".
Με τις ανωτέρω παραδοχές το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε την έφεση του εκκαλούντος και ήδη αναιρεσίβλητου Ελληνικού Δημοσίου, εξαφάνισε την εκκληθείσα απόφαση, κράτησε και δίκασε την υπόθεση, έκρινε την αγωγή της εφεσίβλητης και ήδη αναιρεσείουσας νόμιμη, ερειδόμενη στις διατάξεις του ν 2322/95 και των με αριθμ.2/4242/2006 [ΦΕΚ Β 300/2006], 2/οικ45731/0025/2006 [ΦΕΚ Β 1202/2006] και ....2008 υπουργικών αποφάσεων και την απέρριψε κατ' ουσία, δεχόμενη ως νόμω και ουσία βάσιμη την πρωτοδίκως υποβληθείσα από το εκκαλούν και ήδη αναιρεσίβλητο και νομίμως επαναφερθείσα στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο ένσταση περί ελευθέρωσής του από την εγγύηση.
Έτσι που έκρινε το Εφετείο, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 1 παρ. 1 παρ. α', περ. ββ\ 11 παρ. 4 και 5 του ν. 2322/1995 και των υπ. αριθμ. ....2006 [ΦΕΚ Β 300/13.3.2006] και ....2006 [ΦΕΚ Β 1202/31.8.2006] κανονιστικών αποφάσεων του Υφυπουργού Οικονομίας και Οικονομικών, που εκδόθηκαν κατ' εξουσιοδότηση του ως άνω ν. 2322/1995, καθόσον, σύμφωνα και με τα αναγραφόμενα στη μείζονα σκέψη ,για την άσκηση του δικαιώματος του αναιρεσίβλητου Ελληνικού Δημοσίου να επικαλεστεί την ρήτρα ελευθέρωσής του από την εγγυητική του ευθύνη, δεν απαιτείται ως πρόσθετη προϋπόθεση, η ανάκληση της Υπουργικής Απόφασης, με την οποία δόθηκε αυτή καθώς και των ατομικών διοικητικών πράξεων, με τις οποίες υλοποιήθηκε η Υπουργική Απόφαση όπως και των εντολών πληρωμής. Επομένως είναι αβάσιμος ο σχετικός πρώτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ πλημμέλεια, που συνίσταται στην ευθεία παράβαση των ανωτέρω διατάξεων αναφορικά με τις πρόσθετες προϋποθέσεις που απαιτούνται για την άσκηση του δικαιώματος ελευθέρωσης του Ελληνικού Δημοσίου από την εγγυητική του ευθύνη.
Περαιτέρω με τις ανωτέρω παραδοχές το Εφετείο που με την προσβαλλόμενη απόφασή του έκρινε ουσία βάσιμη την ένσταση ελευθέρωσης του Ελληνικού Δημοσίου από την εγγύηση [και κατ' αποτέλεσμα απέρριψε την αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας Τράπεζας] δεχόμενο ότι είναι δεσμευτική για την αναιρεσείουσα η με αριθμό ....08 νεότερη υπουργική απόφαση [που τροποποίησε τη ρύθμιση της ήδη δυνάμει της με αριθμό ....2006 υπουργικής απόφασης υφιστάμενης και εγγυημένης οφειλής από το Δημόσιο], που παρέτεινε το χρόνο αποπληρωμής από δυο έτη σε τρία, καθώς και ότι η Τράπεζα παρ' ότι όφειλε, από δική της υπαιτιότητα, δεν ενημέρωσε την πρωτοφειλέτρια εταιρεία να εξετάσει την δυνατότητα υπαγωγής του ενδίκου δανείου στο νέο χρονικό πλαίσιο χάριτος, με το οποίο η πρώτη δόση καταβολής θα καθίστατο απαιτητή για την πρωτοφειλέτρια εταιρεία -σε χρόνο μεταγενέστερο της γενόμενης από αυτή καταγγελίας-, στις 15.6.2010 και μετά ταύτα έκρινε ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις περί κατάπτωσης της εγγύησης ,εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του άρθρου 11 παρ 4 του ν 2322/1995, και των με αριθμ. 2/4242/2006 [ΦΕΚ Β 300/2006], 2/οικ45731/0025/2006 [ΦΕΚ Β 1202/2006] και ....2008 κανονιστικών αποφάσεων του Υφυπουργού Οικονομίας και Οικονομικών, που εκδόθηκαν κατ' εξουσιοδότηση του ως άνω ν. 2322/1995.
Ενώ αν το Εφετείο ερμήνευε και εφάρμοζε ορθά τις ανωτέρω διατάξεις ,θα είχε απορρίψει ουσία αβάσιμη την ένσταση ελευθέρωσης του Ελληνικού Δημοσίου από την εγγύηση, καθόσον σύμφωνα και με τα αναγραφόμενα στην ανωτέρω νομική σκέψη, η με αριθμό ....08 νεότερη υπουργική απόφαση που τροποποίησε τη ρύθμιση της ήδη δυνάμει της με αριθμό ....2006 υπουργικής απόφασης υφιστάμενης και εγγυημένης οφειλής από το Δημόσιο, παρατείνοντας το χρόνο αποπληρωμής από δυο έτη σε τρία, δεν ήταν δεσμευτική για την αναιρεσείουσα Τράπεζα, [όπως δεν ήταν δεσμευτική και η χρηματοδότηση της πρωτοφειλέτριας από την έκδοση και τη δημοσίευση στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως της υπουργικής απόφασης για την παροχή εγγύησης], αλλά η εφαρμογή της ,εναπόκειτο στη διακριτική της ευχέρεια, μη εφαρμόζοντας δε αυτή η αναιρεσείουσα στην ένδικη τελούσα υπό την εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου δανειακή σύμβαση, που είχε καταρτισθεί δυνάμει της με αριθμό ....2006 Υπουργικής απόφασης [όπως τροποποιήθηκε με την με αριθμό ....2006], μεταξύ άλλων όρων και με αυτόν της αποπληρωμής του εν λόγω δανείου με περίοδο χάριτος δυο [2] ετών, η γενόμενη από την Τράπεζα -αναιρεσείουσα στις 15.3.2010 καταγγελία της ανωτέρω σύμβασης, λόγω της καθυστέρησης από την πρωτοφειλέτρια των δυο δόσεων στις 15.6.2009 και 15.12.2009 νομίμως έλαβε χώρα και έκτοτε στοιχειοθετείται η εγγυητική ευθύνη του Ελληνικού Δημοσίου.
Μετά ταύτα ο δεύτερος λόγος αναίρεσης με τον οποίο η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη την από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ πλημμέλεια για ευθεία παράβαση των ανωτέρω διατάξεων είναι βάσιμος Ενόψει του ότι, η αναιρετική εμβέλεια του ανωτέρω λόγου εκτείνεται στο σύνολο της προσβαλλόμενης απόφασης, και καθιστά αλυσιτελή την έρευνα των λοιπών λόγων αναίρεσης [οι οποίοι κατά τα αναφερόμενα στο αναιρετήριο τελούν υπό την προϋπόθεση ότι ήθελε γίνει δεκτή ως βάσιμη η ένσταση ελευθέρωσης του Ελληνικού Δημοσίου] πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από Δικαστές άλλους, εκείνων που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 580 αρ. 3 Κ.Πολ.Δ.).
Επίσης, πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή του παραβόλου στην αναιρεσείουσα (άρθρο 495 παρ.3 του ΚΠολΔ) και το αναιρεσίβλητο ως ηττώμενος διάδικος, πρέπει να καταδικαστεί στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσείουσας, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα της τελευταίας, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της [άρθρα 176,183,189 παρ. 1191 παρ. 2 του ΚΠολΔ], μειωμένων, όμως, κατά το μέτρο του άρθρου 22 του ν 3693/1957, που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 52 παρ. 18 ΕισΝΚΠολΔ, σε συνδ με την παρ. 2 της 134423/8.12.1992/20.1.1993 ΚΥΑ των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης, που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 12 παρ 5 του ν 1738/1987, όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
-Δέχεται την από 17.3.2020 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 1681/2018 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.
-Αναιρεί την υπ' αριθμ. 1681/2018 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών
-Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση της στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από άλλους Δικαστές, εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως.
-Διατάσσει την επιστροφή στην αναιρεσείουσα του παραβόλου που κατέθεσε.
Και
-Καταδικάζει το αναιρεσίβλητο Ελληνικό Δημόσιο στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει σε τριακόσια (300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 11 Νοεμβρίου 2024.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 14 Απριλίου 2025.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ