Legislator Case Law & Legislation
662/2022 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against debt restructuring judgment due to inadmissible procedural grounds and lack of specific appeal reasons.

Case Number 662/2022
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's appeal against a final debt restructuring judgment rendered in absentia. The court found the appeal inadmissible because the contested decision was final and did not require a prior ruling on nullity, and the specific grounds cited did not match the statutory requirements for appeals against single-judge court decisions. Consequently, the appeal was rejected without awarding legal costs, as the special debt restructuring law explicitly prohibits such awards in this context.

Legislator headnote

AI generated

Articles 739-741 of the Code of Civil Procedure; Article 14 of Law 3869/2010: An appeal against a final decision rendered in absentia under the debt restructuring regime is inadmissible if the decision is already final and does not require a prior ruling on nullity, and the appeal grounds must strictly comply with the specific limitations of Article 560 of the Code of Civil Procedure.

Keywords

AI generated
debt restructuring regime appeal inadmissibility single judge court final decision nullity legal costs prohibition procedural exhaustion statutory limitations

Cited Legislation

AI generated
Articles 739 to 741 of the Code of Civil Procedure
Article 15 of Law 3869/2010
Article 14 of Law 3869/2010
Article 560 of the Code of Civil Procedure
Article 559 of the Code of Civil Procedure
Article 495(4)(e) of the Code of Civil Procedure
Article 746 of the Code of Civil Procedure
Article 8(6)(b) of Law 3869/2010

Cited Case Law

AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 662 / 2022 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 662/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ευστάθιο Νίκα, Μαρία Βάρκα, Άννα Αγγελάτου - Βασιλείου και Αθανάσιο Τσουλό, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 14 Ιανουαρίου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ε. Σ. του Β., συζ. Γ. Τ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Βροχίδη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "..." (πρώην "...") και ήδη "...", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, 2) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "..." και δ.τ. "...", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα και 3) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, εκ των οποίων η 1η εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Φώτιο Σαρρή, που δήλωσε στο ακροατήριο καθώς και με τις κατατεθείσες προτάσεις του την ως άνω μεταβολή της αναιρεσίβλητης εταιρείας, ενώ οι 2η και 3η δεν παραστάθηκαν.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15-2-2018 αίτηση της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Φλώρινας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 43/2018 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 212/2019 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Φλώρινας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 14-5-2020 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγητή τον Αρεοπαγίτη Αθανάσιο Τσουλό, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκαν μόνο η αναιρεσείουσα και η 1η των αναιρεσιβλήτων όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της 1ης αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την υπό κρίση από 14.5.2020 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η εκδοθείσα κατά την διαδικασία της εκουσίας δικαιοδοσίας (άρθρα 739 έως 741 επ. του Κ.Πολ.Δικ., σε συνδυασμό με άρθρο 15 του Ν. 3869/2010 "ρύθμιση των οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων"), υπ` αριθμ. 212/2019 απόφαση του, ως Εφετείου, δικάσαντος Μονομελούς Πρωτοδικείου Φλώρινας, ερήμην της εκκαλούσας και ήδη αναιρεσείουσας.

Παρά, όμως, την ανωτέρω ερημοδικία, η προσβαλλομένη απόφαση είναι τελεσίδικη και η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε παραδεκτά από αυτή, διότι, σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 14 του Ν. 3869/2010, δεν υπόκειται σε ανακοπή ερημοδικίας και, συνακολούθως, δεν μπορεί να γίνει λόγος για την αρχή της διαδοχικής άσκησης των ενδίκων μέσων, σύμφωνα με την οποία η ερήμην οριστική απόφαση του εφετείου υπόκειται σε αναίρεση μόνον αφότου έπαυσε να υπόκειται σε ανακοπή ερημοδικίας (ΑΠ 153/2017).

Από τις προσκομιζόμενες και επικαλούμενες από την αναιρεσείουσα υπ` αριθμ. 2052 Δ/3-11-2020 και 3208 Β/4.11.2020 εκθέσεις επιδόσεως των δικαστικών επιμελητών του Εφετείου Αθηνών Α. Μ. και Κ. Μ., αντίστοιχα, προκύπτει ότι ακριβή επικυρωμένα αντίγραφα της υπό κρίση από 14.5.2020 αίτησης για αναίρεση της προαναφερόμενης απόφασης του, ως Εφετείου, δικάσαντος Μονομελούς Πρωτοδικείου Φλώρινας, με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για την προκείμενη δικάσιμο της 14.1.2022, επιδόθηκαν νομότυπα και εμπρόθεσμα από την αναιρεσείουσα, η οποία επισπεύδει την συζήτηση, στις δεύτερη και τρίτη των αναιρεσιβλήτων.

Οι εν λόγω όμως αναιρεσίβλητες, όπως προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του Δικαστηρίου τούτου, δεν εμφανίστηκαν, ούτε έλαβαν μέρος με οποιονδήποτε νόμιμο τρόπο στην συζήτηση αυτή, κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε με την σειρά της από το οικείο πινάκιο.

Συνεπώς, παρά την απουσία τους, το Δικαστήριο πρέπει να προχωρήσει στην συζήτηση της υπόθεσης (άρθρο 576 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δικ.).

Η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης έχει ασκηθεί, συμφώνως και με τα προεκτεθέντα, νομότυπα (άρθρα 552, 553 παρ. 1, 556, 558, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ. σε συνδ. 741 και 769 ΚΠολΔ) και εμπρόθεσμα, προ πάσης επιδόσεως και εντός της προβλεπόμενης εκ του άρθρου 564 παρ. 3 ΚΠολΔ διετούς προθεσμίας από τη δημοσίευση της προσβαλλόμενης απόφασης, επισημαινόμενου περαιτέρω και του ότι στη θέση της αρχικώς πρώτης αναιρεσίβλητης τραπεζικής εταιρείας, με την επωνυμία "...", υπεισήλθε ως καθολική διάδοχός της η ανώνυμη τραπεζική εταιρεία, με την επωνυμία "...", λόγω διασπάσεως της πρώτης με απόσχιση του κλάδου τραπεζικής δραστηριότητας της και σύσταση της δεύτερης τραπεζικής εταιρείας (άρθρο 16 ν. 2515/1997 και άρθρα 57 παρ. και 59-74 του ν. 4601/2019).

Κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αριθμ. 1 του ΚΠολΔ "κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων, που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση μόνο: 1) αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου.

Η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναίρεσης μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ' αυτούς...". Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006).

Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ 319/2017, ΑΠ 130/2016, ΑΠ 1420/2013).

Για το ορισμένο του ανωτέρω από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ λόγου αναίρεσης πρέπει να διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο τόσο η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε, όσο και το αποδιδόμενο στην προσβαλλομένη απόφαση νομικό σφάλμα, στη δε περίπτωση της κατ' ουσίαν έρευνας της υπόθεσης πρέπει επίσης να παρατίθενται στο αναιρετήριο οι παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά από αυτήν και υπό τα οποία συντελέσθηκε η επικαλουμένη παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 20/2005).

Μάλιστα δεν αρκεί η μνεία αποσπασματικών παραδοχών της αναιρεσιβαλλομένης απόφασης κατ' επιλογή του αναιρεσείοντος, αλλά πρέπει να αναφέρεται το σύνολο των πραγματικών περιστατικών που έγιναν δεκτά με την προσβαλλόμενη απόφαση, έστω και κατά τρόπο συνοπτικό, με βάση τα οποία η προσβαλλομένη κατέληξε σε δυσμενές για τον αναιρεσείοντα συμπέρασμα (ΟλΑΠ 28/1998, ΑΠ 319/2017, ΑΠ 901/2010, ΑΠ 2173/2007).

Συνακόλουθα η παραβίαση του κανόνα του ουσιαστικού δικαίου, οσάκις το δικαστήριο ερεύνησε την υπόθεση κατ' ουσία, πρέπει να προκύπτει από τη διατυπωθείσα προς στήριξη του διατακτικού της προσβαλλομένης απόφασης ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού αυτής, δηλαδή από τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας επί των ζητημάτων που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και με βάση τις οποίες το δικαστήριο, ως αναγκαίες, κατέληξε στην κρίση περί παραδοχής ή απόρριψης της αγωγής, της ένστασης ή της αντένστασης (ΑΠ 1420/2013) και κατά τούτο συνιστούν, κατά τα ήδη προεκτεθέντα, στοιχεία του ορισμένου του προβαλλομένου στο αναιρετήριο σχετικού λόγου αναίρεσης.

Η κατά τα άνω αοριστία του αναιρετικού λόγου δεν μπορεί να θεραπευθεί με παραπομπή σε άλλα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης (ΟλΑΠ 27/1998, ΟλΑΠ 32/1996), ούτε και με τις πριν τη συζήτηση της αναίρεσης κατατεθείσες προτάσεις του αναιρεσείοντος. Τέλος ο παρών λόγος ιδρύεται και αν το δικαστήριο της ουσίας παραβίασε δίδαγμα της κοινής πείρας, που αφορά την ερμηνεία των κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ'αυτούς, ενώ δεν δημιουργείται τέτοιος λόγος, αν το δικαστήριο της ουσίας χρησιμοποίησε τέτοιο δίδαγμα προς έμμεση απόδειξη ή προς εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των αποδεικτικών μέσων που προσκομίσθηκαν (ΑΠ 36/08, 5/04).

Στην προκείμενη περίπτωση με τον πρώτο εκ του άρθρου 560 αρ. 1 του Κ.Πολ.Δ. λόγο αναίρεσης, η αναιρεσείουσα προβάλλει την αιτίαση, ότι το ως εφετείο δικάσαν ως άνω Δικαστήριο, με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του, παραβίασε την διάταξη του άρθρου 1 παρ. 1 του ν. 3869/2010, δεχόμενο ότι αυτή δεν υπάγεται στη ρύθμιση του νόμου αυτού, επειδή δεν έχει περιέλθει σε μόνιμη και γενική αδυναμία πληρωμής των ληξιπροθέσμων οφειλών της.

Ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι απορριπτέος προεχόντως ως αόριστος, αφού πέραν ενός (μικρού) αποσπάσματος της προσβαλλόμενης (αναφορικά και μόνο με το ύψος των μηνιαίων δανειακών υποχρεώσεων της και των οικογενειακών βιοτικών της αναγκών) δεν εκτίθενται σ' αυτόν οι πλήρεις παραδοχές (συμπεριλαμβανόμενων ιδίως εκείνων αναφορικά με τα οικογενειακά εισοδήματά της) του ως Εφετείου δικάσαντος Δικαστηρίου, με τις οποίες εχώρησε η προβαλλόμενη από την αναιρεσείουσα παραβίαση της ως άνω διάταξης, ένεκα της μη εφαρμογής της, έτσι ώστε να είναι δυνατός ο σχετικός αναιρετικός έλεγχος.

Έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης, για την οποία ιδρύεται ο από το άρθρο 560 αριθμ. 6 Κ.ΠολΔ λόγος αναίρεσης, υπάρχει όταν δεν προκύπτουν σαφώς από το αιτιολογικό της τα περιστατικά που είναι αναγκαία για την κρίση του δικαστηρίου, στην συγκεκριμένη περίπτωση, περί της συνδρομής των νομίμων όρων και προϋποθέσεων της ουσιαστικού δικαίου διάταξης που εφαρμόστηκε ή περί της μη συνδρομής τούτων που αποκλείει την εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Ο λόγος αυτός αναίρεσης δεν ιδρύεται όταν η έλλειψη, ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα των αιτιολογιών ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγησή τους, το εκ των οποίων πόρισμα εκτίθεται σαφώς. Για να είναι ορισμένος και άρα παραδεκτός ο από τη διάταξη αυτή λόγος αναίρεσης πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο:

α) ότι η απόφαση στερείται παντελώς αιτιολογιών ή έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες, στην περίπτωση μεν της ανεπάρκειας ή αντίφασης των αιτιολογιών, ποιές επί πλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιέχει, στη δε περίπτωση των αντιφατικών αιτιολογιών, που εντοπίζεται η αντίφαση, β) ο πραγματικός ισχυρισμός (αγωγικός, ένσταση κλπ) και τα περιστατικά που προτάθηκαν προς θεμελίωσή του και η σύνδεσή του με το διατακτικό, γ) η νόμιμη βάση, ήτοι η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκε και μάλιστα ενάριθμα και δ) οι παραδοχές του δικαστηρίου, με πληρότητα και όχι αποσπασματικά, υπό τις οποίες συντελέστηκε η παραβίαση.

Διαφορετικά, αν τα προαναφερόμενα δεν περιλαμβάνονται με σαφήνεια και πληρότητα στο αναιρετήριο, ο σχετικός λόγος αναίρεσης είναι απαράδεκτος λόγω αοριστίας, η οποία δεν αίρεται με συμπλήρωση στις προτάσεις ή με παραπομπή σε άλλο διαδικαστικό έγγραφο (αγωγή ή έφεση) του αναιρεσείοντος (ΑΠ 1230/2014, 402/2014, 1586/2008, 1206/2008).

Με τον τρίτο λόγο αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση κατ' εκτίμηση, η από τον αριθμό 6 του άρθρου 560 ΚΠολΔ πλημμέλεια, λόγω ανεπαρκών αιτιολογιών αναφορικά με το ίδιο ως άνω κρίσιμο θέμα. Ωστόσο και αυτός ο λόγος αναίρεσης είναι απαράδεκτος ως αόριστος, αφού πέραν του ιδίου αποσπάσματος δεν εκτίθενται, όπως προαναφέρθηκε, οι πλήρεις ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, αναφορικά με το εν λόγω ουσιώδες θέμα περί της μη συνδρομής των προϋποθέσεων υπαγωγής της αιτούσας στις διατάξεις του ν. 3869/2010, λόγω της μη περιέλευσής της σε μόνιμη και γενική αδυναμία πληρωμής των ληξιπροθέσμων οφειλών της, ώστε να είναι δυνατός ο έλεγχος των επικαλούμενων από αυτήν ελλείψεων.

Από το άρθρο 560 του ΚΠολΔ, το οποίο καθορίζει περιοριστικά τους λόγους αναίρεσης κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και κατά των αποφάσεων των πολυμελών πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, προκύπτει ότι στους λόγους αναίρεσης δεν περιέχονται λόγοι αντίστοιχοι προς τους αριθμούς 11, 12 και 13 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ.

Οι ανωτέρω πλημμέλειες, επομένως, δεν αποτελούν λόγους αναιρέσεως κατά αποφάσεως πολυμελούς πρωτοδικείου, που εκδόθηκε επί εφέσεως κατά αποφάσεως ειρηνοδικείου (ΟλΑΠ 45/1987). Ο δεύτερος λόγος της αναίρεσης, συνεπώς, σύμφωνα με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα και ότι παραβίασε του όρους του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων και την κατανομή του βάρους της απόδειξης και, επομένως, υπέπεσε στις πλημμέλειες των αρ. 11, 12 και 13 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος (ΑΠ 180/2008, 1370/2008 1183/2010, 245/2012).

Κατ` ακολουθίαν των ανωτέρω, εφ` όσον δεν υπάρχει άλλος λόγος προς έρευνα, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου, που έχει καταθέσει η αναιρεσείουσα στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 4 εδάφ. ε` του Κ.Πολ.Δικ., όπως ισχύει και εφαρμόζεται στην παρούσα υπόθεση μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015, που ισχύει, κατ` άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 2 αυτού, για τα κατατιθέμενα, από 1-1-2016, ένδικα μέσα), χωρίς να περιληφθεί διάταξη για δικαστικά έξοδα, κατά το άρθρο 746 του Κ.Πολ.Δικ., έστω και αν πρόκειται για υπόθεση που κρίνεται κατά τους κανόνες της εκουσίας δικαιοδοσίας (άρθρο 3 εδάφ. β` του ν. 3869/2010), γιατί η δικαστική διαδικασία του εν λόγω νόμου δεν επιτρέπει την εφαρμογή του άρθρου αυτού, καθώς επικρατεί η ειδικότερη ρύθμιση που προβλέπει το άρθρο 8 παρ. 6 εδάφ. β` του πιο πάνω ν. 3869/2010, κατά το οποίο "...Δικαστική δαπάνη δεν επιδικάζεται", που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη (ΑΠ 951/2015).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 14.5.2020 και με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 4/2020 αίτηση για αναίρεση της υπ'αριθμ. 212/2019 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Φλώρινας.

Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος από την αναιρεσείουσα παραβόλου στο δημόσιο ταμείο.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 4 Μαρτίου 2022.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 19 Απριλίου 2022.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ