Supreme Court dismisses appeal against second instance judgment for alleged contradiction between reasoning and operative part.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Athens Court of Appeal's final decision regarding a property dispute. The appellant argued the lower court contradicted itself by finding structural defects while rejecting the claim for the largest sum, yet the court found no such contradiction. The court ruled the appeal inadmissible because the alleged inconsistency existed only within the reasoning section, not between the reasoning and the operative part of the judgment.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(1) and 559(2) of the Code of Civil Procedure; An appeal is admissible only if a substantive law rule was violated, which requires a contradiction between the operative part and the reasoning, or a violation of the operative part itself.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 662 / 2021 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 662/2021
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Λέκκα Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αλτάνα Κοκκοβού, Αγγελική Τζαβάρα, Θωμά Γκατζογιάννη - Εισηγητή και Χρήστο Τζανερρίκο, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 4 Μαρτίου 2019, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Γ. Α. του Κ., κατοίκου …, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Διονύσιο Πελέκη και κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσιβλήτου: Ομόρρυθμης Εταιρείας με την επωνυμία "Σ. Α. – Κ. Α. Ο.Ε." (πρώην "Π. Α. – Ι. Α. Ο.Ε."), που εδρεύει στο Ηράκλειο Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ελευθέριο Μαυρή με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 23/3/2006 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου και την από 26/11/2008 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4203/2012 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 5141/2017 του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 10/1/2018 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη από 10-1-2018 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία 5141/2017 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Με την απόφαση αυτή, το Εφετείο δέχθηκε και κατ' ουσίαν εν μέρει την έφεση και τους πρόσθετους λόγους έφεσης, που είχε ασκήσει ο ήδη αναιρεσείων κατά της 4203/2012 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία είχε γίνει εν μέρει δεκτή η εναντίον του από 23-3-2006 αγωγή της αναιρεσίβλητης και είχε απορριφθεί η από 26-11-2008 αγωγή του ιδίου. Μετά, δε, την εξαφάνιση της εκκαλούμενης ως άνω απόφασης, το Εφετείο απέρριψε την αγωγή της αναιρεσίβλητης, κατά το εκκληθέν μέρος της (περί καταδίκης του αναιρεσείοντος σε δήλωση βουλήσεως) και δέχθηκε εν μέρει την προαναφερόμενη αγωγή του αναιρεσείοντος, υποχρεώνοντας την αντίδικό του να του καταβάλει το ποσό των 10.000 ευρώ, ως χρηματική ικανοποίηση για την ηθική του βλάβη. Η αίτηση αναίρεσης, ασκήθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα (άρθρα 495 και 564 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα.
Η παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, δηλαδή με απόδοση στον κανόνα δικαίου έννοιας μη αληθινής ή μη αρμόζουσας, ή έννοιας περιορισμένης ή στενής, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013). Με τον ως άνω λόγο αναίρεσης, ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς.
Ελέγχεται δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ, ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ` ουσίαν (ΟλΑΠ 27 και 28/1998). Εξάλλου, κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης για έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης ιδρύεται, όταν από τις αιτιολογίες της δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είναι αναγκαία για να κριθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συντρέχουν οι νόμιμοι όροι της ουσιαστικής διάταξης που εφαρμόσθηκε ή δεν συντρέχουν, ώστε να αποκλείεται η εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση δεν έχει καθόλου, ή έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (Ολ.ΑΠ 1/1999, ΟλΑΠ 28/1997, ΟλΑΠ 12/1995).
Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης του νομικού συλλογισμού προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα του ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως, έστω και με συνοπτικές αιτιολογίες, από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες (ΑΠ 413/1993).
Δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες οι ελλείψεις που ανάγονται στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα στην αξιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς (ΟλΑΠ 661/1984). Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, καθώς και η έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης, κρίνονται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας επί των ζητημάτων που ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, όπως διατυπώνονται στην ελάσσονα πρόταση του δικαστηρίου και με βάση τα οποία τούτο, ως αναγκαία, κατέληξε στην κρίση περί παραδοχής ή απόρριψης της αγωγής, της ένστασης ή αντένστασης.
Ο Άρειος Πάγος διαπιστώνει την ύπαρξη ή την ανυπαρξία των αντίστοιχων λόγων αναίρεσης, ελέγχοντας μόνο την προσβαλλόμενη απόφαση και το αιτιολογικό της, από την οποία πρέπει να προκύπτει αμέσως η αποδιδόμενη σ' αυτήν νομική πλημμέλεια και όχι από το περιεχόμενο άλλων εγγράφων ή αποφάσεων σε εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ (ΑΠ 156/2017).
Ιδρύεται, δε, ο από τις ανωτέρω διατάξεις αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση (ΑΠ 531/2014). Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 7/2006, ΑΠ 114/2016).
Εάν τα περιστατικά που προβάλλονται με τους λόγους αναίρεσης δεν αποτέλεσαν αντικείμενο έρευνας από το δικαστήριο ή αν αυτά ως εκ περισσού διατυπώθηκαν ως παραδοχές της απόφασης, χωρίς να είναι αναγκαία για τη θεμελίωση του αξιούμενου με την αγωγή δικαιώματος και τη στήριξη του διατακτικού της απόφασης με βάση τους προταθέντες ισχυρισμούς των διαδίκων ή αν οι παραδοχές της απόφασης ανάγονται σε μη προταθέντα κατ' ένσταση ή αντένσταση ισχυρισμό των διαδίκων, τότε, οι σχετικές προς θεμελίωση των λόγων αυτών αναίρεσης αιτιάσεις, στηρίζονται σε εσφαλμένη προϋπόθεση ή είναι αλυσιτελείς και οι λόγοι αναίρεσης απορρίπτονται ως αβάσιμοι (ΑΠ 2090/2017, ΑΠ 255/2010).
Ενόψει τούτων, για να είναι ορισμένος και άρα παραδεκτός ο λόγος της αναίρεσης με τον οποίο προσάπτεται στο δικαστήριο της ουσίας ευθεία ή εκ πλαγίου παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559 αρ. 1 και 19 ΚΠολΔ), δεν αρκεί να εκτίθενται στο αναιρετήριο το κατά την εκδοχή του αναιρεσείοντος πραγματικό μέρος της υπόθεσης, η έννοια που αποδίδει αυτός στη φερόμενη ως παραβιασθείσα διάταξη και το συμπέρασμα του δικαστηρίου που φέρεται ως προϊόν ερμηνευτικού ή υπαγωγικού σφάλματος, ούτε όλως περιορισμένες, μεμονωμένες και κατ' επιλογή του αποσπασματικές παραδοχές της απόφασης (ΑΠ 148/2008), αλλά πρέπει, επιπλέον, να αναφέρονται με πληρότητα και σαφήνεια τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε το δικαστήριο ως θεμελιωτικά της κρίσης του για το βάσιμο ή μη της αγωγής (ή άλλης αυτοτελούς αίτησης ή ανταίτησης).
Διότι η ευδοκίμηση της αναίρεσης εξαρτάται από την ορθότητα όχι του αιτιολογικού, αλλά του διατακτικού της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρο 578 ΚΠολΔ), το τελευταίο, δε, συνάπτεται αιτιωδώς με τις ουσιαστικές παραδοχές του δικαστηρίου. Επομένως, αν η προσβαλλόμενη με την αναίρεση απόφαση, αποφάνθηκε για την ουσία της υπόθεσης, η έκθεση στο αναιρετήριο των πραγματικών περιστατικών που δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας για τη θεμελίωση της κρίσης του για τη βασιμότητα της αγωγής ή των ισχυρισμών, και υπό τα οποία συντελέστηκε η προβαλλόμενη παραβίαση των κανόνων ουσιαστικού δικαίου, είναι αναγκαία προκειμένου να ελεγχθεί είτε αν η αποδιδόμενη στην απόφαση ευθεία παραβίαση ουσιαστικού νόμου οδήγησε σε εσφαλμένο διατακτικό, είτε αν τα πραγματικά γεγονότα που συγκροτούν την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού εκτίθενται επαρκώς και χωρίς αντιφάσεις (χωρίς, δηλαδή, η ύπαρξη του ενός να αποκλείει λογικά την ύπαρξη του άλλου), ώστε να αποβαίνει εφικτός ο έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, συνακόλουθα δε και ο έλεγχος του διατακτικού της απόφασης, από το οποίο εξαρτάται, τελικά, η ευδοκίμηση της αναίρεσης (ΟλΑΠ 27/1998, ΑΠ 532/2017, ΑΠ 1376/2011) Περαιτέρω, η αοριστία του αναιρετικού λόγου, εξαιτίας μη αναφοράς των παραδοχών του δικαστηρίου της ουσίας, δεν μπορεί να θεραπευθεί με παραπομπή στο δικόγραφο της αγωγής ή της έφεσης ή στις προτάσεις του αναιρεσείοντος (ΟλΑΠ 57/1990), ούτε να συμπληρωθεί το αναιρετήριο με την παραπομπή στην προσβαλλόμενη απόφαση ή σε άλλα διαδικαστικά έγγραφα (ΟλΑΠ 27/1998, ΟλΑΠ 32/1996, ΑΠ 1938/2017).
Με τους ανωτέρω λόγους δεν επιτρέπεται να πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου (ΟλΑΠ 57/1990, ΑΠ 472/2017, ΑΠ 532/2017). Στην προκείμενη περίπτωση, ο αναιρεσείων με τον πρώτο λόγο της αναίρεσης, προσβάλλει την απόφαση με την, εκ του αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι παραβίασε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 681 ΑΚ, διότι: 1) ενώ η αναιρεσίβλητη εργολάβος δεν εκπλήρωσε τη συμβατική της υποχρέωση να εκτελέσει το αναληφθέν έργο κατάλληλο για να εγκατασταθεί ο ίδιος σ' αυτό, καθόσον τούτο φέρει τα επικαλούμενα ελαττώματα, ουσιώδεις παράνομες παραλείψεις, αυθαίρετες και αντισυμβατικές κατασκευές και κακοτεχνίες, το Εφετείο δέχθηκε ότι εκτέλεσε και παρέδωσε τούτο και 2) ενώ ο ίδιος δεν είναι εργοδότης όλης της πολυκατοικίας, αλλά ελάχιστου ποσοστού, παράνομα επέβαλε σ' αυτόν να διορθώσει τις ελλείψεις-ελαττώματα όλης της οικοδομής ήτοι και τα ελαττώματα των κοινόχρηστων μερών αυτής.
Με το δεύτερο λόγο της αναίρεσης, προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση το σφάλμα ότι, παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 688 και 690 ΑΚ, καθώς και τα διδάγματα κοινής πείρας. Ειδικότερα διατείνεται: α) ότι, επιβάλλοντας σ' αυτόν την υποχρέωση να αποκαταστήσει με δαπάνες του τα ελαττώματα των κοινόχρηστων μερών του έργου, τις οποίες ακολούθως θα αναζητήσει, παραβίασε το δίδαγμα κοινής πείρας σύμφωνα με το οποίο, η διόρθωση των ελαττωμάτων των κοινόχρηστων χώρων και της αντιπαροχής ενός κτιρίου, συνεπάγεται δαπάνες ανάλογες ή δυσανάλογες προς την αντιπαροχή και αφού αυτές διαπιστωθούν επακριβώς, με τεχνική έκθεση πολιτικού μηχανικού, θα πρέπει, εφόσον κριθούν δυσανάλογες, να μην επιβληθούν στον εργοδότη οικοπεδούχο που είναι άσχετος με την κατασκευή οικοδομών, δεν μπορεί να τις προσδιορίσει, να τις καλύψει οικονομικά και να τις πραγματώσει τεχνικά, β) ότι χαρακτηρίζει τα αποδειχθέντα ελαττώματα του έργου με τον μη αναγνωριζόμενο, από τις διατάξεις των άρθρων 688 επ.
ΑΚ, όρο, "μικροελλείψεις", με σκοπό να μην εφαρμοστεί το άρθρο 23 παρ. 5 του …/…-4-2002 προσυμφώνου μεταβίβασης ποσοστών οικοπέδου και εργολαβικού, με βάση το οποίο βάσιμα μπορεί να αρνηθεί την παραλαβή της αντιπαροχής του, με συνέπεια να χαρακτηρισθεί αντισυμβατική και παράνομη η μη παραλαβή των οριζόντιων ιδιοκτησιών του, να κριθεί αυτός υπερήμερος εργοδότης ως προς την παραλαβή τους και να επιβάλει παράνομα σ' αυτόν την καταβολή ποινικής ρήτρας, γ) ότι δεν εφάρμοσε, αν και έπρεπε, τη διαζευκτική επιλογή που προβλέπει η διάταξη του άρθρου 688 ΑΚ και να επιβάλει μείωση της αμοιβής της αναιρεσίβλητης εργολάβου και να μη υποβάλει αυτόν στη διόρθωση των ελαττωμάτων, με βάση και την αρχή της αναλογικότητας, δ) ότι είναι αναιτιολόγητη και αυθαίρετη η κρίση της απόφασης για την καταβολή από αυτόν τεράστιου ποσού ποινικής ρήτρας στην αναιρεσίβλητη, ενόψει της πρόβλεψης του άρθρου 23 της ως άνω εργολαβικού, σύμφωνα με το οποίο δεν παρακωλύεται να αρνηθεί αυτός την παραλαβή της οικοδομής ακόμη και λόγω μικροελλείψεων στην κατασκευή της.
Με τον τρίτο αναιρετικό λόγο μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση ότι στερείται νόμιμης βάσης. Ειδικότερα ισχυρίζεται: α) ότι εσφαλμένα δέχεται εκτέλεση και παράδοση του επίδικου έργου, χαρακτηρίζοντας τα ελαττώματα αυτού ως "μικροελλείψεις", β) ότι ενώ διαπιστώνει 51 παρανομίες στην κατασκευή του κτιρίου και ελλείψεις συνομολογηθεισών ιδιοτήτων, δέχεται παράδοση του έργου, μολονότι, κατά τη σύμβαση και το νόμο, η αναιρεσίβλητη εργολάβος ήταν υποχρεωμένη να παραδώσει έργο το οποίο να μην είναι ελαττωματικό, γ) ότι δεν αιτιολογεί πόσα και ποια ελαττώματα είναι ουσιώδη και ποια επουσιώδη και ποιες οι συμφωνημένες ιδιότητες που λείπουν, ώστε να στηρίζεται η κρίση της ότι η διόρθωση των επουσιωδών ελαττωμάτων δεν απαιτεί "δυσανάλογες δαπάνες" και ότι αυτός, με τη μη παραλαβή του έργου, καθίσταται υπερήμερος, δ) ότι δεν αιτιολογεί την κρίση της περί της υπερημερίας αυτού ως προς την παραλαβή του έργου, μολονότι διαπιστώνονται ελαττώματα και ελλείψεις αυτού από υπαιτιότητα της αναιρεσίβλητης εργολάβου και πριν η τελευταία τα διορθώσει, ούτε, ενόψει αυτών, αιτιολογεί γιατί δεν μειώνει την υποχρέωσή του προς τον εκείνη, ή δεν μειώνει την αμοιβή της, ε) ότι εφαρμόζει παράνομα το άρθρο 23 του εργολαβικού συμβολαίου, ενώ δέχεται ότι κατά την εκτέλεση του έργου έγιναν παραβάσεις όλων των αναφερόμενων στην κατασκευή μιας πολυκατοικίας νόμων, και συνεπώς θα έπρεπε να θεωρήσει ότι όλο το κτίριο είναι ελαττωματικό, στερείται συμφωνημένων ιδιοτήτων, κυρίως στην αντιπαροχή του, στερείται αρτιότητας και νομιμότητας, με συνέπεια να είναι νόμιμη η άρνηση της παραλαβής του και ότι, συνεπώς, δεν παραδόθηκε, και έτσι να απαλλάξει τούτον από την καταβολή ποινικής ρήτρας, να καταδικάσει την αναιρεσίβλητη στην αποκατάσταση της ηθικής του βλάβης και να επιδικάσει υπέρ αυτού ποινική ρήτρα, αλλά και να μειώσει την εργολαβική αμοιβή.
Με το πρώτο μέρος του τέταρτου αναιρετικού λόγου, μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση, ότι παραβίασε τη διάταξη του άρθρου 932 ΑΚ, απορρίπτοντας το αίτημά του για επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης. Προς τούτο υποστηρίζει ότι στις από 4-1-2013 προτάσεις του ενώπιον του Εφετείου, εκθέτει τις αδικοπρακτικές συμπεριφορές της αναιρεσίβλητης που θεμελιώνουν το αίτημά του (ήτοι τις μηνύσεις κατ' αυτής, την καταδικαστική ποινική απόφαση, τις πολεοδομικές και κτιριολογικές παραβάσεις που κατάγγειλε στις αρμόδιες αρχές και οι οποίες αποτελούν πειθαρχικού και ποινικού χαρακτήρα παραβάσεις, όπως ενδεικτικά η παράνομη τροποποίηση της αρχικής άδειας για πέντε καπνοδόχους, το σύνολο των ελαττωμάτων που συνιστούν αδικοπραξία αυτής, τη διαρκή καταταλαιπώρησή του με αναφορές, μηνύσεις και την υποβολή του σε δαπάνες αναγκαίες για την προσφυγή του σε διάφορες Υπηρεσίες προκειμένου να κατασκευαστεί το κτίριο σύμφωνα με τους νόμους και τις συμβατικές ρυθμίσεις).
Με το δεύτερο μέρος του ίδιου λόγου της αναίρεσης, επικαλείται παράβαση των άρθρων 404 και 405 παρ. α' ΑΚ, διότι, α) σε υπερημερία περιήλθε η αναιρεσίβλητη εργολάβος, η οποία δεν εκπλήρωσε την υποχρέωσή της να παραδώσει το έργο χωρίς ελαττώματα και με τις συμφωνημένες ιδιότητες και όχι ο ίδιος, καθόσον αυτός παρακωλύθηκε να εκπληρώσει την παροχή του να παραλάβει το έργο, επειδή τούτο παραδόθηκε σ' αυτόν βεβαρυμένο με σωρεία ελαττωμάτων, που πλήρως έχουν καταγραφεί και έχουν αποδειχθεί, και β) η επιδικασθείσα σε βάρος του ποινική ρήτρα είναι υπέρμετρη και έπρεπε, αν δεν απαλλασσόταν αυτής εντελώς, να περιοριστεί στο προσήκον μέτρο των 10.000 ευρώ.
Οι ανωτέρω λόγοι της αναίρεσης είναι, προεχόντως, απαράδεκτοι, καθόσον είναι αόριστοι. Τούτο διότι ο αναιρεσείων, αν και το Εφετείο, σύμφωνα με όσα εκτίθενται στο αναιρετήριο, ερεύνησε την ουσία της υπόθεσης, προβάλει, δε, αυτός αιτιάσεις από τους αρ. 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, δεν εκθέτει τις κρίσιμες, σχετικά με τα, αποτελούντα τη βάση των αναιρετικών λόγων, ζητήματα, παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ως αποδειχθέντα, και με βάση τα οποία έκρινε τους προβληθέντες με τις, εξετασθείσες από αυτήν, αγωγές, ισχυρισμούς περί υπερημερίας του ιδίου ως προς την παραλαβή του εκτελεσθέντος έργου που παρέδιδε η εργολάβος αναιρεσίβλητη, ή περί υπερημερίας της τελευταίας ως προς την υποχρέωσή της για εκτέλεση και παράδοση του έργου που είχε αναλάβει με τη μεταξύ τους σύμβαση να εκτελέσει, περί των ελαττωμάτων που εμφάνιζε το εκτελεσθέν έργο, της έλλειψης συμφωνημένων ιδιοτήτων σ' αυτό, τις προϋποθέσεις της κατάπτωσης και προσδιορισμού του μεγέθους της συμφωνηθείσας ποινικής ρήτρας υπέρ της αναιρεσίβλητης και του υπέρμετρου αυτής, των πραγματικών περιστατικών για την τέλεση σε βάρος του αδικοπρακτικής συμπεριφοράς από την αναιρεσίβλητη και των στοιχείων προσδιορισμού του ύψους της επιδικασθείσας χρηματικής ικανοποίησης για την ηθική βλάβη αυτού.
Ο αναιρεσείων αρκείται στη γενική αναφορά στο αναιρετήριο ότι το Εφετείο εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου ως άνω διατάξεις, ή ότι στερείται νόμιμης βάσης, λόγω ανεπαρκών αιτιολογιών, εκθέτοντας το κατά τη δική του εκδοχή πραγματικό μέρος της υπόθεσης, η έννοια που αποδίδει αυτός στις φερόμενες ως παραβιασθείσες διατάξεις και το συμπέρασμα του δικαστηρίου που φέρεται ως προϊόν του αποδιδόμενου ερμηνευτικού και υπαγωγικού σφάλματος.
Δεν εκθέτει, όπως είναι αναγκαίο για το ορισμένο της προβολής των λόγων αυτών, με πληρότητα και σαφήνεια τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε το Εφετείο, ως θεμελιωτικά της κρίσης του για την ουσιαστική βασιμότητα των δύο αγωγών, της αντιδίκου του και του ιδίου, καθώς και των αυτοτελών ισχυρισμών αυτών, με τις οποίες παραδοχές συνάπτεται αιτιωδώς το διατακτικό της απόφασής του και από τα οποία εξαρτάται και θα κριθεί η ορθότητα αυτού.
Χωρίς, όμως, την παράθεση των παραδοχών αυτών, δεν είναι εφικτός ο έλεγχος της αποδιδόμενης παράβασης των επικαλούμενων διατάξεων του ουσιαστικού δικαίου, ούτε εάν είναι σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις, οι αιτιολογίες του αποδεικτικού πορίσματος του Δικαστηρίου της ουσίας, ενόψει του ότι η παράβαση κρίνεται από το περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης, το οποίο πρέπει να εκτίθεται στο αναιρετήριο, ώστε να προκύπτει από αυτό, ενώ δεν είναι δυνατή η συμπλήρωσή του με παραπομπή σε άλλα διαδικαστικά έγγραφα.
Εξάλλου, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), οι αναιρετικές αιτιάσεις στηρίζονται, κατά τα ακόλουθα μέρη τους, σε εσφαλμένη βάση. Ειδικότερα, αντίθετα προς τα υποστηριζόμενα από τον αναιρεσείοντα, 1) η προσβαλλόμενη απόφαση, χαρακτηρίζει τις ελλείψεις (στις οποίες εντάσσει τα ελαττώματα και τις ελλείψεις συμφωνημένων ιδιοτήτων) που κατά τις παραδοχές της εμφάνιζε το έργο, ότι "είναι επουσιώδεις σε σχέση ιδίως με το μέγεθος του όλου έργου", ήτοι με τον όρο που προσδιορίζονται τα ελαττώματα στα άρθρα 688 και 689 ΑΚ, διευκρινίζοντας πλέον ότι πρόκειται για μικροελλείψεις ("ήτοι πρόκειται") οι οποίες δεν παρεμποδίζουν τη χρήση των οριζόντιων ιδιοκτησιών από τον αναιρεσείοντα. 2) Το Εφετείο, δεν επιβάλει σ' αυτόν ως εργοδότη, τη συμπλήρωση και διόρθωση των ελλείψεων και ελαττωμάτων του έργου (της ιδιοκτησίας του και των κοινόχρηστων μερών), αλλά δεχόμενο ότι πρόκειται περί επουσιωδών ελαττωμάτων, διευκρινίζει (ανεξαρτήτως της ορθότητας της σχετικής κρίσης του) τα παρεχόμενα, κατά τα άρθρα 687 και 688 ΑΚ, σ' αυτόν δικαιώματα, τα οποία μπορεί να επιλέξει και να ασκήσει, ήτοι είτε τη διόρθωσή τους από την εργολάβο αναιρεσίβλητη μέσα σε εύλογη προθεσμία, είτε την εκτέλεση από τον ίδιο της διόρθωσης σε βάρος εκείνης. 3) Με την προσβαλλόμενη απόφαση το Εφετείο έκρινε ότι η συμφωνηθείσα ποινική ρήτρα υπέρ της εργολάβου αναιρεσίβλητης, η οποία κατέπεσε λόγω της υπερημερίας του αναιρεσείοντος ως προς την παραλαβή του έργου, ήταν δυσανάλογα μεγάλη και μείωσε αυτήν στο κριθέν προσήκον μέτρο.
Ο αναιρεσείων, αν και προβάλει (αβάσιμα) την αιτίαση ότι δεν μειώθηκε η συμφωνηθείσα ποινή, επικαλούμενος παράβαση του άρθρου 405 περ. α' ΑΚ, δεν ισχυρίζεται ότι είχε προβάλει παραδεκτά και νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, ισχυρισμό περί δυσανάλογα μεγάλης ποινής και αίτημα περί μειώσεως αυτής στο μέτρο που αρμόζει, σύμφωνα με το άρθρο 409 ΑΚ. 4) Περαιτέρω, το Εφετείο δέχθηκε ότι τα διαλαμβανόμενα στην απόφασή του πραγματικά περιστατικά, συνιστούν αδικοπραξία σε βάρος του αναιρεσείοντος και προκάλεσαν σ' αυτόν ηθική βλάβη, για την αποκατάσταση της οποίας έκρινε ότι πρέπει να καταβληθεί σ' αυτόν, ως εύλογη χρηματική ικανοποίηση, το επιδικασθέν ποσό των δέκα χιλιάδων ευρώ.
Ενόψει, δε, αυτής της κρίσης, ο αναιρεσείων δεν εντοπίζει τη νομική πλημμέλεια στην οποία υπέπεσε το Εφετείο ως προς την παραβίαση της διάταξης του άρθρου 932 ΑΚ, με τη μη επιδίκαση του συνολικού ποσού του σχετικού αιτήματός του. 5) Επίσης, ενώ αιτιάται σφάλμα του Εφετείου διότι, παρά την ύπαρξη ελαττωμάτων στο έργο, δεν μείωσε την αμοιβή της εργολάβου αναιρεσίβλητης, δεν επικαλείται ότι ο ίδιος είχε επιλέξει την άσκηση του αντίστοιχου δικαιώματος και είχε υποβάλει, παραδεκτά και νόμιμα, σχετικό ισχυρισμό και αίτημα στο δικαστήριο της ουσίας.
Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 20 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, παραμόρφωση υπάρχει όταν το δικαστήριο της ουσίας υποπίπτει σε διαγνωστικό λάθος (εσφαλμένη ανάγνωση), αποδίδει, δηλαδή, ύστερα από εσφαλμένη ανάγνωση του κειμένου αποδεικτικού, σύμφωνα με τα άρθρα 432 επ.
ΚΠολΔ, εγγράφου, περιεχόμενο προφανώς διαφορετικό εκείνου που πραγματικά έχει, και κατά προφανή παρανόηση δέχεται ως μνημονευόμενα σε αυτό πραγματικά περιστατικά, τα οποία όμως είναι καταδήλως διάφορα των πράγματι διαλαμβανομένων στο έγγραφο, ακολούθως δε στηριζόμενο αποκλειστικά στο ίδιο έγγραφο ή κυρίως σε αυτό, οδηγείται σε ουσιαστική κρίση βλαπτική για τον επικαλούμενο τον πιο πάνω αναιρετικό λόγο.
Ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας, εκτιμώντας το έγγραφο ως αποδεικτικό μέσο, δεν υπέπεσε σε διαγνωστικό σφάλμα, αλλά αναγιγνώσκοντας το περιεχόμενο του εγγράφου αυτού όπως αυτό πραγματικά έχει, προβαίνει σε εκτίμηση του αληθινού περιεχομένου του, δηλαδή σε αποδεικτική αξιολόγησή του, και συνάγει εξ αυτού, έστω και εσφαλμένα, αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που θεωρεί ορθό ο αναιρεσείων.
Τούτο, διότι, αυτή η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας που εξάγεται από το αληθινό περιεχόμενο του εγγράφου, είναι, κατά τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, αναιρετικώς ανέλεγκτη, η δε σχετική αιτίαση αφορά στην εκτίμηση πραγμάτων (ΟλΑΠ 2/2008, ΑΠ 1071/2015, ΑΠ 825/2014). Παραμόρφωση εγγράφου συνιστά πάντως και η παράλειψη του δικαστηρίου να αναγνώσει μέρος του εγγράφου, όταν το μέρος αυτό είναι κρίσιμο για την ουσία της υπόθεσης (ΑΠ 516/2016, ΑΠ 886/2008).
Σ' αυτή την περίπτωση, προϋπόθεση για να ιδρυθεί ο λόγος αναίρεσης, είναι να μπορούσαν οι κρίσιμες περικοπές που παραλείφθηκαν να οδηγήσουν σε διαφορετικό διατακτικό από εκείνο στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο, χωρίς να λάβει αυτές υπόψη (ΑΠ 2236/2009). Εξάλλου, για το ορισμένο του εκ του άρθρου 559 αρ. 20 ΚΠολΔ λόγου αναίρεσης, πρέπει να αναφέρεται στην αίτηση το αληθές περιεχόμενο του εγγράφου που φέρεται ότι παραμορφώθηκε, το περιεχόμενο που δέχθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση ότι έχει, ώστε εκ της συγκρίσεως αυτών να παρέχεται στον Άρειο Πάγο η δυνατότητα να κρίνει αν υφίσταται διαγνωστικό λάθος, το επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα αποδεικτικό πόρισμα του δικαστηρίου περί της συνδρομής ή μη κρίσιμων γεγονότων, στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο εξαιτίας της παραμόρφωσης του εγγράφου και ο ουσιώδης πραγματικός ισχυρισμός για την απόδειξη ή ανταπόδειξη του οποίου χρησιμοποιήθηκε το επίμαχο έγγραφο (ΑΠ 11/2016, ΑΠ 305/2016, ΑΠ 177/2016).
Με το έτερο μέρος του δεύτερου αναιρετικού λόγου, ο αναιρεσείων πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση με την, εκ του αρ. 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πλημμέλεια. Ειδικότερα υποστηρίζει ότι η προσβαλλόμενη απόφαση "δεν διαβάζει σωστά το άρθρον 23 (αναφέρεται στο …./…-4-2002 προσύμφωνο μεταβιβάσεως ποσοστών οικοπέδου και εργολαβικό της συμβολαιογράφου Ερυθραίας Βερονίκης Γύπαρη), το οποίον με κατάδηλον παραμόρφωσιν του περιεχομένου του (αρ. 559 παρ. 20 Κ.Πολ.Δ.) ρητώς ορίζει στην παράγραφο 5 ότι "τυχόν μικροελλείψεις, που με βάση τις αρχές της καλής πίστεως δεν παρεμποδίζουν την χρήσιν των οριζόντιων ιδιοκτησιών ΔΕΝ ΠΑΡΕΜΠΟΔΙΖΟΥΝ ΑΡΝΗΣΗ ΤΗΣ ΠΑΡΑΛΑΒΗΣ ΑΥΤΩΝ".
Η προσβαλλόμενη απόφασις προφανώς δέχεται την εφαρμογήν του άρθρου 23 παρ. 5, αλλά επειδή παντελώς εσφαλμένως χαρακτηρίζει ως "μικροελλείψεις", ισοπεδώνουσα όλα τα αποδειχθέντα ελαττώματα εις ασήμαντα επουσιώδη τοιαύτα προς τον σκοπό να μη εφαρμοσθή το άρθρο 23 παρ. 5 κατ' αντιδιαστολήν, όπως βασίμως ισχυρίζομαι, της αρνήσεώς μου παραλαβής της αντιπαροχής μου, ούσης δικαιολογημένης συμφώνως με την κατ' αντιδιαστολήν ερμηνείαν και εφαρμογήν του εν λόγω άρθρου 23 παρ. 5 του εργολαβικού.....Προσοχή εις την διατύπωσιν: "Δεν επιτρέπουν την παραλαβήν αυτών", αλλά το αντίθετον "δεν παρεμποδίζουν την άρνηση της παραλαβής αυτών".
Με το εκτιθέμενο περιεχόμενο, ο λόγος της αναίρεσης είναι απαράδεκτος, αφενός μεν λόγω της αοριστίας του, καθόσον δεν αναγράφεται στο αναιρετήριο το ακριβές περιεχόμενο που δέχθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση ότι έχει ο σχετικός όρος του εργολαβικού συμβολαίου, ώστε από τη σύγκρισή του με το παρατιθέμενο αληθές περιεχόμενο αυτού, να προκύπτει η αποδιδόμενη παραμόρφωση του περιεχομένου του, ήτοι ότι το Εφετείο ανέγνωσε εσφαλμένα τον άνω όρο του συμβολαίου και, λόγω της, εκ της εσφαλμένης ανάγνωσης, παρανόησης, δέχεται ότι μνημονεύονται σ' αυτό συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά, καταδήλως διαφορετικά από εκείνα που πραγματικά αναγράφονται, αφετέρου, δε, διότι, με τον αναιρετικό λόγο, όπως προκύπτει από τη διατύπωσή του, δεν αποδίδεται εσφαλμένη ανάγνωση του περιεχομένου του όρου του άρθρου 23 παρ. 5 του συμβολαίου, αλλά εσφαλμένη εκτίμηση της έννοιας του όρου "μικροελλείψεις", σε σχέση με την κατά τον αναιρεσείοντα αληθινή, εσφαλμένος χαρακτηρισμός όλων των ελαττωμάτων που αποδείχθηκε ότι έχει το έργο ως "μικροελλείψεων" και, συνεπεία αυτών, εσφαλμένη ερμηνεία για το δικαίωμα που παρέχεται σ' αυτόν ως εργοδότη, σχετικά με τη δυνατότητα άρνησης ή μη της παραλαβής του έργου στην περίπτωση που εμφανίζει "μικροελλείψεις".
Το σφάλμα, όμως, της εκτίμησης, αξιολόγησης και ερμηνείας τούτων, δεν μπορεί να ιδρύσει την επικαλούμενη, εκ του αρ. 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πλημμέλεια.
Ο λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αρ. 17 ΚΠολΔ, δημιουργείται αν η ίδια η απόφαση περιέχει αντιφατικές διατάξεις. Προκειμένου να ιδρυθεί ο πιο πάνω λόγος αναίρεσης πρέπει η αντίφαση μεταξύ των διατάξεων της προσβαλλόμενης απόφασης να υπάρχει στο διατακτικό της, έτσι ώστε να καθίσταται, εξαιτίας αυτής, αδύνατη η εκτέλεσή της ή να εμφανίζεται αβεβαιότητα ως προς τη διάπλαση ή διάγνωση που έλαβε χώρα ή να εμποδίζεται η παραγωγή και η ενέργεια του δεδικασμένου (ΑΠ 14/2016, ΑΠ 49/2016) και όχι όταν η αντίφαση υπάρχει στις αιτιολογίες της απόφασης, εκτός αν αυτές επέχουν θέση διατακτικού ή όταν η αντίφαση υπάρχει μεταξύ του διατακτικού και του αιτιολογικού της απόφασης (ΑΠ 489/2014).
Στην προκείμενη περίπτωση με τον πρώτο λόγο της αναίρεσης, με την επίκληση της διάταξης του αρ. 17 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, προσάπτεται στην πληττόμενη απόφαση, η πλημμέλεια ότι "αφενός μεν διαπιστώνει και δικαστικώς κριθέντα ουσιώδη ελαττώματα και αφ' ετέρου, αγνοούσα τον νομικόν όρον των ελαττωμάτων, που πλήττουν την ουσίαν του κτιρίου, τα ονομάζει "μικροελλείψεις", δηλαδή μη απτόμενα της ιδιότητος του κτίσματος και του κορμού του κτίσματος, αλλ' έλλειψιν κάποιου στοιχείου θύρας, παραθύρου κ.λ.π." και "εφ' όσον απορρίπτει την αγωγήν της καθ' ης αντιφάσκει προς εαυτήν, καταδικάζουσα δια το σημαντικότερον κονδύλιον της αγωγής".
Ο λόγος αυτός, είναι, κατά το πρώτο μέρος του, απαράδεκτος, καθόσον η πλημμέλεια αναφέρεται σε αντίφαση μεταξύ διατάξεων του αιτιολογικού και όχι του διατακτικού, ούτε μεταξύ διατάξεων του αιτιολογικού και του διατακτικού. Κατά το δεύτερο μέρος του, ο λόγος είναι απαράδεκτος, λόγω της αοριστίας του, καθόσον δεν παρατίθενται οι αντιφατικές διατάξεις της απόφασης, αλλά αόριστα αναφέρεται ότι, ενώ απορρίπτει την αγωγή της αναιρεσίβλητης, τον καταδικάζει για το σημαντικότερο κονδύλιο αυτής.
Σε κάθε περίπτωση, κατά το μέρος τούτο, ο εξεταζόμενος λόγος είναι εντελώς αβάσιμος, καθόσον, από την παραδεκτή, για την έρευνα αυτού, επισκόπηση της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, προκύπτει ότι το Εφετείο, ύστερα από παραδοχή εν μέρει της έφεσης του ήδη αναιρεσείοντος, εξαφάνισε την οριστική απόφαση, μόνο κατά τη σωρευόμενη αγωγή της αναιρεσίβλητης περί καταδίκης αυτού σε δήλωση βουλήσεως για τη συνυπογραφή της πράξης τροποποίησης της υπ' αριθ. 915/2002 πράξης σύστασης οριζόντιας ιδιοκτησίας και ως προς τούτο το αίτημα απέρριψε την εν λόγω αγωγή, χωρίς να καταδικάσει τον αναιρεσείοντα στην πληρωμή οποιουδήποτε χρηματικού ποσού, και χωρίς να δημιουργείται αβεβαιότητα ως προς τη διάγνωση που έλαβε χώρα, ούτε να καθίσταται αδύνατη η εκτέλεση αυτής.
Επομένως, πρέπει να απορριφθεί η από 10-1-2018 αίτηση για αναίρεση της 5141/2017 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. και να διαταχθεί, κατά την παρ. 3 του άρθρου 495 ΚΠολΔ, η εισαγωγή στο δημόσιο ταμείο του παραβόλου που κατατέθηκε από τον αναιρεσείοντα κατά την άσκηση της αίτησης αναίρεσης. Ο αναιρεσείων που νικήθηκε πρέπει να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, κατά το σχετικό νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτής (άρθρα 176, 183, 189 παρ. 1 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 10-1-2018 αίτηση του Γ. Α. του Κ. για αναίρεση της 5141/2017 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.
Διατάσσει την εισαγωγή στο δημόσιο ταμείο του παραβόλου που κατατέθηκε κατά την άσκηση της αίτησης αναίρεσης.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 6 Μαΐου 2019.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
(Και τούτου αποχωρήσαντος από την Υπηρεσία, η αρχαιότερη της συνθέσεως Αρεοπαγίτης και ήδη Αντιπρόεδρος του Αρείου Πάγου)
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 27 Μαΐου 2021.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ