Legislator Case Law & Legislation
662/2018 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on lease contract ratification, ruling invalid due to missing party consent and lack of intent.

Case Number 662/2018
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece dismissed the appellant's request to overturn the Athens Court of Appeal's decision regarding a lease contract ratification. The court found the lower court correctly applied Article 183 of the Civil Code, noting that the appellant did not participate in the new ratification agreement and a new party joined the original leaseholders. Consequently, the court rejected the arguments that the contract was ratified by the original parties' will, ruling the appeal inadmissible.

Legislator headnote

AI generated

Articles 183, 173, 200 of the Civil Code; A contract ratification requires the participation of all original parties expressing a unified will, and its absence precludes applying ratification rules to validate an invalid act.

Keywords

AI generated
contract ratification Civil Code Article 183 missing party consent invalid legal act unified intent requirement lease agreement validity appeal dismissal

Cited Legislation

AI generated
Article 183 of the Civil Code
Article 173 of the Civil Code
Article 200 of the Civil Code
Article 76 paragraph 1a of the Code of Civil Procedure
Article 559 paragraphs 1 and 19 of the Code of Civil Procedure
Article 495 paragraph 3 of the Code of Civil Procedure
Articles 179, 183, 191 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 662 / 2018 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 662/2018

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2’ Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Σακκά, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Αβροκόμη Θούα, Μιλτιάδη Χατζηγεωργίου και Αναστασία Περιστεράκη - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 15 Ιανουαρίου 2018, με την παρουσία και της γραμματέως, Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας - καλούσας: Ά. Σ. του Ν., συζύγου Β. Σ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξουσίους δικηγόρους της Αλέξανδρο Σπυρίδωνος και Λάμπρο Κιτσαρά.

Της αναιρεσίβλητης - καθής η κλήση: Ε. Σ. του Ν., συζύγου Σ. Γ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Μαρία Γκέλη.

Κοινοποιουμένη η κλήση προς: Ι. Σ. του Ν., κάτοικο ..., ο οποίος εμφανίστηκε χωρίς δικηγόρο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 13-11-2007 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας και την από 27-12-2007 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάσθηκαν.

Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4343/2011 του ίδιου Δικαστηρίου και 2546/2014 του Εφετείου Αθηνών.

Κατά της τελευταίας αυτής απόφασης ασκήθηκε αναίρεση και εκδόθηκε η 42/2016 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία κήρυξε απαράδεκτη τη συζήτηση της από 25-6-2014 αίτησης και των από 10-9-2015 πρόσθετων λόγων αυτής κατά της 2546/2014 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.

Την υπόθεση επαναφέρει προς συζήτηση η Ά. Σ. του Ν. με την από 10-4-2017 κλήση της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Αναστασία Περιστεράκη ανέγνωσε την από 15-10-2015 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στην σύνθεση του παρόντος Δικαστηρίου, τότε Αρεοπαγίτη και ήδη Προέδρου του Αρείου Πάγου Βασιλείου Πέππα, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης αναιρέσεως και των πρόσθετων λόγων αυτής κατά τις αναφερόμενες στο σκεπτικό διακρίσεις. Οι πληρεξούσιοι της αναιρεσείουσας ζήτησαν την παραδοχή της αίτησης και των πρόσθετων αυτής λόγων, η πληρεξούσια της αναιρεσίβλητης την απόρριψή τους, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Σύμφωνα με το άρθρο 76 παρ. 1α ΚΠολΔ: "Όταν η διαφορά επιδέχεται ενιαία μόνο ρύθμιση ή η ισχύς της αποφάσεως που θα εκδοθεί εκτείνεται σε όλους τους ομοδίκους, ή όταν οι ομόδικοι μόνο από κοινού μπορούν να ασκήσουν αγωγή ή να εναχθούν ή εξαιτίας των περιστάσεων που συνοδεύουν την υπόθεση, δεν μπορούν να υπάρχουν αντίθετες αποφάσεις στους ομοδίκους, οι πράξεις του καθενός ωφελούν και βλάπτουν τους άλλους".

Η διάταξη αυτή προσδίδει ευρύτερα όρια στην έννοια της αναγκαστικής ομοδικίας, αφού αναφέρεται σε όλες τις περιπτώσεις, στις οποίες, αν και δεν υπάρχει κίνδυνος αντιφατικών δεδικασμένων, δεν νοείται όμως η έκδοση αντιφατικών αποφάσεων, αλλά κατά τους κανόνες της λογικής και του δικαίου επιβάλλεται η έκδοση όμοιας αποφάσεως.

Έτσι, αναγκαστική ομοδικία υφίσταται και σε κάθε περίπτωση, κατά την οποία υπάρχει πλήρης ταυτότητα του αντικειμένου της δίκης κάθε ομοδίκου, καθόσον η λογική αναγκαιότητα επιβάλλει την έκδοση όμοιας αποφάσεως και, συνεπώς, δεν είναι νοητή η έκδοση αντίθετων αποφάσεων. Κατά δε την παράγραφο 4 του ίδιου άρθρου, η άσκηση ενδίκου μέσου από κάποιον από τους αναγκαίους ομοδίκους έχει αποτέλεσμα και για εκείνους που δεν το άσκησαν, δηλαδή, αν αναγκαίος ομόδικος ασκήσει ένδικο μέσο, θεωρείται από το νόμο ότι αυτό το ασκούν και οι υπόλοιποι ομόδικοι παρ’ όλον ότι αδράνησαν, έστω και αν έχει παρέλθει ως προς αυτούς η προθεσμία ασκήσεως του ενδίκου μέσου.

Στην περίπτωση αυτή, οι ομόδικοι, που δεν άσκησαν το ένδικο μέσο, πρέπει να καλούνται στη συζήτηση αυτού (άρθρα 76 παρ. 3, 110 ΚΠολΔ) και, αν δεν κληθούν και δεν εμφανισθούν αυτόκλητα, κηρύσσεται απαράδεκτη η συζήτηση του ενδίκου μέσου ως προς όλους τους διαδίκους, κατ’ εφαρμογή της παρ. 3 του άρθρου 576 ΚΠολΔ (ΑΠ325/2014, ΑΠ82/1981ΝοΒ 29. 1262).

Εξάλλου, κατά το άρθρο 111 § 2 εδ. α’ ΚΠολΔ, "ουδεμία κυρία ή παρεμπίπτουσα αίτηση δικαστικής προστασίας επιτρέπεται να εισαχθεί στο δικαστήριο χωρίς να τηρηθεί προδικασία, εκτός αν ο νόμος ορίζει άλλως". Από τη διάταξη αυτή, που θεσπίζει το θεμελιώδες δικονομικό αξίωμα της προδικασίας, προκύπτει ότι δεν είναι επιτρεπτή, πλην των εξαιρετικώς οριζομένων στο νόμο περιπτώσεων, η ενώπιον του δικαστηρίου συζήτηση οποιασδήποτε αιτήσεως περί παροχής έννομης προστασίας, χωρίς την επίδοση του οικείου εγγράφου στον αντίδικο του αιτούντος, εκτός εάν εκείνος παρίσταται και δεν αντιλέγει Περαιτέρω, κατά το άρθρο 576 παρ. 2 ΚΠολΔ, αν ο αντίδικος εκείνου που επέσπευσε τη συζήτηση δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί αλλά δεν λάβει μέρος σ’ αυτήν με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Αν η κλήση για τη συζήτηση δεν επιδόθηκε καθόλου ή δεν επιδόθηκε νόμιμα ή εμπρόθεσμα, ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήτευση.

Στην προκειμένη περίπτωση, με την από 25-6-2014 αίτηση αναιρέσεως και τους από 11-9-2015 προσθέτους λόγους, προσβάλλεται η 2546/2014 απόφαση του Εφετείου Αθηνών η οποία εκδόθηκε κατά την τακτική διαδικασία, αντιμωλία των διαδίκων, κατόπιν συνεκδίκασης των από 19-3-2012, από 26-1-2012 και από 20-3-2012 εφέσεων και από 20-1-2013, 4-12-2013 και 20-10-2013 προσθέτων λόγων που ασκήθηκαν από τους διαδίκους κατά της 4343/2011 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που εκδόθηκε επί των από 13-11-2007 και 27-12-2007 αγωγών.

Με την άνω απόφαση το Εφετείο, μεταξύ άλλων, αφού έκρινε άκυρη, όπως και το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, την απόφαση της πλειοψηφίας των συγκοινωνών της υπάρχουσας μεταξύ της αναιρεσείουσας, της αναιρεσίβλητης και του Ι. Σ. κοινωνίας, για εκμίσθωση στην αναιρεσίβλητη των ανηκόντων στην εξ αδιαιρέτου συγκυριότητά τους ακινήτων, καθώς και τη συναφθείσα σε εκτέλεση αυτής σύμβαση μισθώσεως, επιδίκασε σε βάρος της αναιρεσείουσας αποζημίωση χρήσεως νια την εντεύθεν αυθαίρετη χρήση των επίκοινων ακινήτων από εκείνη, κατά το επίδικο χρονικό διάστημα, κατά μερική παραδοχή της από 27/12/2007 αγωγής της αναιρεσίβλητης, ενώ απέρριψε τον προβληθέντα με πρόσθετους λόγους έφεσης ισχυρισμό της αναιρεσείουσας, περί μεταγενέστερης, με νέα απόφαση των συγκοινωνών, επικύρωσης της επίμαχης σύμβασης μισθώσεως.

Στη συνέχεια με την 42/2016 απόφαση του δικαστηρίου τούτου κηρύχθηκε απαράδεκτη η συζήτηση της από 25-6-2014 αίτησης αναίρεσης της Ά. Σ. συζ. Β.Σ. και των από 10-9-2015 προσθέτων λόγων αυτής κατά της 2546/2014 απόφασης του Εφετείου Αθηνών προκειμένου να κληθεί ο Ι. Σ. αναγκαίος ομόδικος της αναιρεσείουσας Ήδη με την ...27-9-2016 έκθεση επίδοσης του Δικ Επιμελητή της περιφερείας του Εφετείου Πειραιά με έδρα το Πρωτοδικείο Πειραιά Ν.Κ.

επιδόθηκε κλήση για συζήτηση της αναίρεσης και των προσθέτων λόγων για την δικάσιμο της 24-4-2017 στον ανωτέρω I.Σ. και μετά παραίτηση από την κλήση αυτή επιδόθηκε στον ανωτέρω, δυνάμει της .../4-5-2017 έκθεσης επίδοσης του Δικ Επιμελητή του Εφετείου Αθηνών ,διορισμένου στο Πρωτοδικείο Αθηνών, Α.Ν. η από 10-4-2017 παραίτηση από κλήση και νέα κλήση για την αναφερομένη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο.

Όπως προκύπτει από τις επιδοθείσες κλήσεις σε αυτές έχει επισυναφθεί αντίγραφο της ένδικης αναίρεσης, των προσθέτων λόγων και της 42/2016 απόφασης του δικαστηρίου τούτου .Κατά την εκφώνηση και συζήτηση της υπόθεσης όμως από το οικείο πινάκιο την αναφερομένη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο ο Ι. Σ. δεν εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο, ούτε παρέστη με πληρεξούσιο δικηγόρο, αλλά παρέστη, μη νόμιμα αυτοπροσώπως. Κατόπιν τούτων πρέπει να χωρήσει η συζήτηση της υπόθεσης σαν να ήταν αυτός παρών (άρθ. 576 παρ 2 ΚΠοΛΔ).

Η άνω αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα (άρθρα 495 και 564 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να συνεκδικαστεί κατ’ άρθρο 246 ΚΠολΔ με τους προσθέτους λόγους. Ως προς τους προσθέτους λόγους παρατηρητέα τα εξής: Κατά τη διάταξη του άρθρου 569 παρ. 2 εδάφ. α’ και β’ ΚΠολΔ οι πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης ως προς τα ίδια κεφάλαια της προσβαλλόμενης απόφασης και τα κεφάλαια εκείνα που αναγκαστικά συνέχονται με αυτά, ασκούνται μόνο με δικόγραφο που κατατίθεται στη γραμματεία του Αρείου Πάγου, τριάντα τουλάχιστον πλήρεις ημέρες πριν από την συζήτηση της αναίρεσης, κάτω από το οποίο συντάσσεται έκθεση, αντίγραφο του δικογράφου των πρόσθετων λόγων επιδίδεται πριν από την ίδια προθεσμία στον αναιρεσίβλητο και τους άλλους διαδίκους.

Από τον συνδυασμό της διατάξεως αυτής προς τις διατάξεις του άρθρου 577 παρ. 1 και 2 ίδιου Κώδικα, που εφαρμόζονται αναλογικά και για τους πρόσθετους λόγους και που ορίζουν ότι το δικαστήριο πρώτα συζητεί για το παραδεκτό της αναιρέσεως και αν η αναίρεση δεν ασκήθηκε νόμιμα ή αν λείπει κάποια προϋπόθεση για να είναι παραδεκτή, ο Άρειος Πάγος την απορρίπτει και αυτεπαγγέλτως, προκύπτει ότι αν δεν τηρηθούν και οι δύο προϋποθέσεις της ασκήσεως των πρόσθετων λόγων, δηλαδή η κατάθεση του δικογράφου αυτών τριάντα τουλάχιστον πλήρεις ημέρες πριν από την αρχική δικάσιμο της αναιρέσεως και όχι την ορισθείσα μετά από αναβολή ή ματαίωση της, καθώς και η επίδοση αυτού μέσα στην ίδια προθεσμία, ο Άρειος Πάγος απορρίπτει και αυτεπαγγέλτως τους πρόσθετους λόγους ως απαράδεκτους (Ολ.ΑΠ 143/84, 266/85, ΑΠ 79/2θη).

Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσείουσα άσκησε πρόσθετους λόγους αναιρέσεως με το από 10/9/2015 δικόγραφο, που κατατέθηκαν στη Γραμματεία του Αρείου Πάγου, στις 11/9/2015, όπως προκύπτει από την 88/11.9.2015 πράξη καταθέσεως του αρμόδιου Γραμματέα. Επομένως, οι πρόσθετοι αυτοί λόγοι αναιρέσεως είναι εκπρόθεσμοι και ως εκ τούτου απαράδεκτοι, εφόσον η αρχική συζήτηση της αναιρέσεως έχει οριστεί νια τη δικάσιμο της 26-1-2015, σύμφωνα με την από 30/6/2014 πράξη του Προέδρου του Α2 Τμήματος του Αρείου Πάγου, οπότε ματαιώθηκε και επανήλθε με κλήση για τη νέα δικάσιμο της 26-10-2015.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 8 του ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης ιδρύεται και όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής "πράγματα" είναι οι ασκούντες ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων που, υπό την προϋπόθεση της νόμιμης πρότασής τους, θεμελιώνουν ιστορικώς το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης η αντένστασης.

Πράγμα επομένως είναι, υπό την έννοια αυτή, και οι λόγοι της έφεσης, κύριοι και πρόσθετοι, που συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς και περιέχουν παράπονα κατά της πρωτοβάθμιας κρίσης (ΟλΑΠ 22/2005, ΟλΑΠ 25/2003). Δεν είναι <πράγματα> όμως και οι αιτιολογημένες αρνήσεις τους, ούτε οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, αλλά ούτε και οι μη νόμιμοι, απαράδεκτοι, αόριστοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και στους οποίους το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει (ΑΠ Ολομ. 14/2004, ΑΠ 87/2013).

Με βάση αυτά, δεν αποτελούν "πράγματα", με την παραπάνω έννοια, και η επίκληση των αποδεικτικών μέσων και του περιεχομένου των αποδείξεων και, πολύ περισσότερο, η αξιολόγηση από το δικαστήριο του περιεχομένου των εγγράφων και των λοιπών αποδεικτικών μέσων αλλά ούτε και τα επιχειρήματα ή συμπεράσματα που διατυπώνονται κατά την εκτίμηση των αποδείξεων (ΑΠ 87/2013,ΑΠ1455/2009,ΑΠ 625/2008, ΑΠ 94/ 2008).

Ο εκ του άνω αριθμού λόγος αναίρεσης δεν στοιχειοθετείται όμως, εάν το δικαστήριο που δίκασε έλαβε υπόψη του προταθέντα ισχυρισμό και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (ΟλΑΠ. 25/2003, ΟλΑΠ12/1991), έστω και εάν η απόρριψη του δεν είναι ρητή, αλλά συνάγεται από το όλο περιεχόμενο της απόφασης (ΑΠ 1434/2010),γεγονός που συμβαίνει και όταν η απόφαση περιέχει παραδοχές αντίθετες με τον ισχυρισμό (ΑΠ358/2017).

Στην ένδικη περίπτωση το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του αναφορικά με την προβληθείσα αξίωση της ενάγουσας και ήδη αναιρεσίβλητης για αποζημίωση χρήσεως, οφειλόμενης σ’ αυτήν από την εναγόμενη και ήδη αναιρεσείουσα, εξαιτίας της αποκλειστικής χρήσης από την τελευταία δύο επίκοινων ακινήτων κατά το εξ αδιαιρέτου ποσοστό συγκυριότητας σ’ αυτά της αναιρεσίβλητης, δέχτηκε, μετ’ εκτίμηση των αποδείξεων, τα ακόλουθα: "Στην προκειμένη περίπτωση, απάτα ίδια ως άνω αποδεικτικά μέσα αποδεικνύεται, ότι μετά την κατά τα ως άνω ακυρότητα της αποφάσεως της πλειοψηφίας των κοινωνών για την εκμίσθωση των επιδίκων επικοίνων ακινήτων στην κοινωνό Ά.

σύζ. Β. Σ., το γένος Σ. του Ν., η τελευταία έκανε αποκλειστική χρήση τούτων καθ’ όλο το ένδικο χρονικό διάστημα από 1-7-2006 έως 31-12-2010. Επιπλέον, από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά μέσα αποδεικνύεται, ότι το πρώτο επίκοινο ακίνητο είναι οικόπεδο επιφάνειας 739,10 τμ με πρόσοψη 18,10 μ επί της οδού ... στη θέση ... Αττικής, στο οποίο βρίσκονται γήπεδα αθλοπαιδιών, ενώ το όμορο δεύτερο επίκοινο ακίνητο είναι οικόπεδο επιφάνειας 1.295,90 τμ επί των οδών ... (γωνία), με σχολικά κτίρια τριών ορόφων (ισόγειο, α’ όροφος και β’ όροφος), εμβαδού κυρίων χώρων 559,35 τμ και βοηθητικών χώρων 70 τμ περίπου πάνω σ’ αυτό.

Ειδικότερα, το δεύτερο ως άνω οικόπεδο έχει πρόσοψη στην οδό ... 31,50 μ. περίπου και στην οδό ... μ. περίπου, γεγονός το οποίο το καθιστά προνομιακό και αρκετά εμπορικό. Επίσης, τα ως άνω ακίνητα βρίσκονται σε πολύ πλεονεκτική θέση, αφού έχουν πρόσοψη στο …, ενώ βρίσκονται πλησίον του εμπορικού κέντρου της …, των εγκαταστάσεων του … και των δημόσιων εκπαιδευτηρίων.

Από την προσήκουσα εκτίμηση του συνόλου των επικαλουμένων και προσκομιζομένων από τους διαδίκους αποδεικτικών μέσων, μεταξύ των οποίων και οι εκτιμήσεις και εκθέσεις εκτιμήσεων ακινήτων, η εμπορική αξία αυτών κατά το ένδικο χρονικό διάστημα ανερχόταν συνολικά σε 3.800.000 (1.100.000 ευρώ το οικόπεδο επί της οδού ..., 2.300.000 ευρώ το οικόπεδο επί της οδού ...

και 400.000 ευρώ τα κτίρια επί του τελευταίου οικοπέδου) ευρώ, ενώ η εύλογη ετήσια μισθωτική τους απόδοση με βάση το σύνολο των ως άνω στοιχείων και τις μισθωτικές συνθήκες της περιοχής για παρόμοιες χρήσεις διαμορφώνεται ως εξής: α) για το χρονικό διάστημα από 1-7-2006 έως 30-6-2008 ποσοστό 7% και β) για το χρονικό διάστημα από 1-7-2008 έως 31-12-2010 σε ποσοστό 8%.

Με βάση τα παραπάνω η μισθωτική αξία των ενδίκων κοινών ακινήτων ανερχόταν στα ακόλουθα ποσά, ήτοι: α) για το χρονικό διάστημα από 1-7- 2006 έως 30-6-2008 σε 266.000 (3.800 Χ 7%) ευρώ ετησίως και μηνιαίως σε 22.167 ευρώ και β) για το χρονικό διάστημα από 1-7-2008 έως 31-12- 2010 σε 304.000 (3-800 Χ 8%) ευρώ ετησίως και μηνιαίως σε 25-333 ευρώ. Πρέπει δε να τονιστεί, ότι οι δυσμενείς οικονομικές συνθήκες λόγω της χρηματοπιστωτικής κρίσης άρχισαν μεν να εμφανίζονται στην Ελλάδα και ειδικότερα στην περιοχή της Αττικής από τα τέλη του έτους 2010, αλλά μόνο από το έτος 2011 άρχισε η εμφανής και ουσιαστική επίδραση των ως άνω συνθηκών στην αγοραία αξία των ακινήτων (μείωση αυτών) καθώς και στην ετήσια μισθωτική απόδοση τούτων.

Επομένως, στα αντίστοιχα χρονικό διαστήματα το μερίδιο της ενάγουσας-εναγομένης- εκκαλούσας- εφεσίβλητης Ε. συζ. Σ. Γ., το γένος Σ. του Ν. ανερχόταν : α) για το χρονικό διάστημα από 1-7-2006 έως 30-6-2008 σε 7.389 (22.167Χ 1/3) ευρώ μηνιαίως και για το σύνολο του χρονικού διαστήματος σε 177-336 (7.389 ευρώ Χ 24 μήνες) ευρώ και β) για το χρονικό διάστημα από 1-7-2007 έως 31-12-2010 σε 8.444 (25-333 Χ 1/3) ευρώ μηνιαίως και νια το σύνολο του χρονικού διαστήματος σε 253-320 ( 8-444 ευρώ Χ 30 μήνες ) ευρώ.

Κατά συνέπεια η πρώτη των εναγομένων- ενάγουσα-εφεσίβλητη-εκκαλούσα Ά. σύζ. Β. Σ., το γένος Σ. του Ν. είχε την υποχρέωση να καταβάλει στην πιο πάνω ενάγουσα- εναγομένη-εκκαλούσα-εφεσίβλητη Ε. συζ. Σ. Γ., το γένος Σ. του Ν. τα ακόλουθα ποσά : α) για το χρονικό διάστημα από 1-7-2006 έως 30-6-2008 177-336 ευρώ και β) για το χρονικό διάστημα από 1-7-2007 έως 31-12-2010 253-320 ευρώ και σε γενικό σύνολο 430-656 ευρώ.

Έναντι του ανωτέρω ποσού η πρώτη των εναγομένων-ενάγουσα-εφεσίβλητη-εκκαλούσα Ά. σύζ. Β. Σ., το γένος Σ. του Ν. κατέθετε κάθε μήνα στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων διάφορα ποσά έναντι μισθώματος για τα ως άνω ακίνητα και συνολικά για όλο το επίδικο χρονικό διάστημα από 1-7- 2006 έως 31-12-2010 κατέθεσε υπέρ της ενάγουσας-εναγομένης- εκκαλούσας- εφεσίβλητης Ε.

συζ. Σ. Γ., το γένος Σ. του Ν. το ποσό των 266.211 ευρώ (4500 ευρώ Χ 11 μήνες συν 4914 ευρώ Χ1 μήνα συν 4-707 ευρώ X 11 μήνες συν 5.032 ευρώ Χ 12 μήνες συν 5158 ευρώ Χ 12 μήνες συν 5-540 ευρώ Χ 6 μήνες ). Για τις εν λόγω καταθέσεις συστάθηκαν τα πιο κάτω γραμμάτια συστάσεως παρακαταθήκης του Ταμείου Παρακαταθηκών και Δανείων/ Κεντρική Υπηρεσία Αθηνών,...Ακολούθως, τα πιο πάνω γραμμάτια κατατέθηκαν στο Συμβολαιογράφο Αθηνών Σ.

Κ. και στη συνέχεια αναλήφθηκαν από την Ε. συζ. Σ. Γ., το γένος Σ. του Ν., για τα παραπάνω δε συντάχθηκαν σχετικές πράξεις του ως άνω Συμβολαιογράφου. ...Με τα δεδομένα αυτά η πρώτη των εναγομένων στην πιο πάνω αγωγή- εκκαλούσα-εφεσίβλητη Ά. σύζ. Β. Σ., το γένος Σ. του Ν. είναι υποχρεωμένη να καταβάλει στην ενάγουσα-εφεσίβλητη-εκκαλούσα Ε.

σύζ. Σ. Γ., το γένος Σ. του Ν. την προκύπτουσα διαφορά του μεριδίου της, που αντιστοιχεί στο δικό της ποσοστό συγκυριότητας, από το όφελος που η ίδια αποκόμισε από την αποκλειστική χρήση του ακινήτου και ανέρχεται στο ποσό των 164445 (430-656 - 266.211) ευρώ...Επιπλέον, η πρώτη των εναγόμενων στην πιο πάνω αγωγή-εκκαλούσα Ά.

συζ. Β. Σ., το γένος Σ. του Ν. ισχυρίζεται, ότι μετά την κατά τα ως άνω σύναψη της προναφερόμενης από 12-10-2005 σύμβασης μίσθωσης και κυρίως μετά τη συζήτηση της αγωγής στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο το Δεκέμβριο του 2010 επήλθε απρόβλεπτη και δυσμενέστατη μεταβολή όλων των οικονομικών συνθηκών και μεγεθών, με συνέπεια τη σημαντική μείωση στην αξία των ακινήτων και των μισθωμάτων απ’ αυτά.

Με βάση δε τα παραπάνω ισχυρίζεται, ότι η μισθωτική αξία των επιδίκων ακινήτων πρέπει να προσδιοριστεί στο επίπεδο εκείνο που εκφράζει τις επικρατούσες πλέον συνθήκες στην αγορά με βάση και τις διατάξεις των άρθρων 388 και 288 ΑΚ. Με το περιεχόμενο αυτό ο πιο πάνω ισχυρισμός της πρώτης των εναγομένων στην πιο πάνω αγωγή-εκκαλούσας Ά.

συζ. Β. Σ., το γένος Σ. του Ν. και ο σχετικός τρίτος λόγος της από 19-3-2012 εφέσεώς της είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

Τούτο δε διότι η επικαλουμένη από την τελευταία μεταβολή των συνθηκών έλαβε χώρα μετά επίδικο χρονικό διάστημα από 1-7-2006 έως 31-12-2010 και συνεπώς αυτή, κατά τους ισχυρισμούς της, επιδρά στη διαμόρφωση της αξίας των ακινήτων και των μισθωμάτων απ’ αυτά για το μέλλον και ως εκ τούτου δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη για την εκτίμηση της αξίας των επιδίκων επικοίνων ακινήτων για το προαναφερόμενο ένδικο χρονικό διάστημα.

Με τα δεδομένα αυτά η πιο πάνω αγωγή είναι βάσιμη κατ’ ουσίαν ως προς το ως άνω ποσό των 164.445 ευρώ. Σύμφωνα με τα παραπάνω το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλουμένη απόφασή του δέχθηκε εν μέρει την πιο πάνω από 27-12-2007 αγωγή της Ε. συζ. Σ. Γ., το γένος Σ. του Ν. και αναγνώρισε ότι είναι υποχρεωμένη η πρώτη των εναγομένων σ’ αυτήν Ά.

σύζ. Β. Σ., το γένος Σ. του Ν. να καταβάλει στην πρώτη το ποσό των 137.800 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής, ως αποζημίωση χρήσης για την αποκλειστική χρήση εκ μέρους της των επικοίνων ακινήτων, αντί του πιο πάνω μεγαλύτερου ποσού των 164.445 ευρώ, έσφαλε ως προς την εφαρμογή του νόμου και την εκτίμηση των αποδείξεων.

Κατ’ ακολουθίαν τούτων πρέπει, κατά παραδοχή των σχετικών λόγων της από 26-1-2012 έφεσης της εκκαλούσας-ενάγουσας Ε. σύζ. Σ. Γ., το γένος Σ. του Ν., να γίνει δεκτή η πιο πάνω έφεση αυτής ως προς την πρώτη των εφεσιβλήτων-εναγομένων Ά. σύζ. Β. Σ., το γένος Σ. του Ν., να εξαφανιστεί π υπ’ αριθ. 4343/2011 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών ως προς το μέρος αυτής που έκανε εν μέρει δεκτή την από 27-12-2007 αγωγή της πρώτης ως προς την πιο πάνω πρώτη των εφεσιβλήτων-πρώτη των εναγόμενων.

Στη συνέχεια δε, αφού κρατηθεί η υπόθεση στο παρόν Δικαστήριο και δικαστεί κατ’ ουσίαν, πρέπει η εν λόγω αγωγή ως προς την πιο πάνω εναγομένη να γίνει εν μέρει δεκτή ως βάσιμη και κατ’ ουσίαν και να αναγνωριστεί ότι είναι υποχρεωμένη αυτή να καταβάλει στην ενάγουσα Ε. σύζ. Σ. Γ., το γένος Σ. του Ν. το ποσό των 164.445 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής και μέχρι την εξόφληση".

Με τον 1ο λόγο της αιτήσεως αποδίδεται στην αναιρεσιβαλλομένη η πλημμέλεια από τον αρ. 8 περ. β’ του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τις αιτιάσεις ότι δεν έλαβε υπόψη τους προβληθέντες με την έφεσή της ισχυρισμούς: Α) περί εσφαλμένης εφαρμογής και ερμηνείας των διατάξεων για τον υπολογισμό της αξίας της επίδικης διαφοράς, καθόσον το πρωτοβάθμιο δικαστήριο στηρίχτηκε σε στοιχεία χρονολογούμενα δύο χρόνια πριν την κατάθεση της αγωγής και όχι σε στοιχεία που θα την προσδιόριζαν κατά το χρόνο άσκησης της αγωγής, Β) ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο εσφαλμένα στηρίχτηκε στις αναφερόμενες εκτιμήσεις και όχι στις επικαλούμενες από εκείνην που έχουν κατά την άποψή της μεγαλύτερη συγκριτικά αποδεικτική αξία και Γ) ότι η μισθωτική αξία των επίδικων ακινήτων τόσο από το χρόνο υπογραφής της ένδικης σύμβασης, όσο και από το χρόνο συζήτησης της αγωγής (Δεκέμβριο 2010) έχει μεταβληθεί ουσιωδώς, τον οποίο ισχυρισμό της εσφαλμένα δεν έκανε αποδεικτό.

Η τελευταία από τις παραπάνω αιτιάσεις είναι απορριπτέα, ως αβάσιμη, εφόσον σύμφωνα με το επισκοπούμενο περιεχόμενο της αναιρεσιβαλλομένης, το Εφετείο τον έλαβε υπόψη του και ευθέως τον απέρριψε, ενώ στο βαθμό που υε αυτήν πλήττεται η επί της ουσίας ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου είναι απαράδεκτος (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ).

Οι λοιπές αιτιάσεις, μη συναπτόμενες με αυτοτελείς ισχυρισμούς, αλλά με αιτιολογημένες αρνήσεις της αναιρεσείουσας, αποδεικτικά επιχειρήματα και συμπεράσματα αυτής, συναγόμενα από την εκτίμηση των αποδείξεων, δεν ιδρύουν την επικαλούμενη αναιρετική πλημμέλεια και εντεύθεν απαραδέκτως προβάλλονται, ανεξάρτητα βέβαια και από ότι το Εφετείο, μετά από εξαφάνιση της πρωτόδικης απόφασης κατά το επίμαχο κεφάλαιο, μετά από δική του εκτίμηση των αποδείξεων προσδιόρισε την μισθωτική αξία των επίκοινων ακινήτων και με βάση αυτήν το δικαιούμενο από την αναιρεσίβλητη ποσό αποζημίωσης χρήσεως.

Επομένως, ο 1ος λόγος της αιτήσεως πρέπει ν’ απορριφθεί κατά τις παραπάνω διακρίσεις.

Όπως συνάγεται από τα άρθρα 335, 338, 339, 340 και 346 ΚΠολΔ, το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει την κρίση του για το αποδεικτικό πόρισμα, αναφορικά με τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και έχουν ανάγκη αποδείξεως, υποχρεούται να λάβει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία νομίμως επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, χωρίς πάντως να είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση του καθενός απ’ αυτό. Η παράβαση της υποχρεώσεως αυτής ιδρύει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 559 αρ 11 περ. γ’ του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως.

Στην ένδικη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση, το Εφετείο, προκειμένου να καταλήξει στο περιεχόμενο σ’ αυτήν αποδεικτικό πόρισμα, περί της ουσιαστικής βασιμότητας της ένδικης αγωγής της αναιρεσίβλητης (αναφορικά με τον προσδιορισμό της μισθωτικής αξίας των επίκοινων ακινήτων), έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε, μαζί με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα και "όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα που οι διάδικοι επικαλούνται και προσκομίζουν νόμιμα, είτε ως αυτοτελή αποδεικτικό μέσα είτε για τη συναγωγή απ’ αυτά δικαστικών τεκμηρίων". Από τη γενική αυτή βεβαίωση σε συνδυασμό με το όλο αιτιολογικό της προσβαλλόμενης απόφασης, καθίσταται αναμφίβολο, ότι το Εφετείο, παρόλο που δεν μνημονεύει ειδικώς και δεν την αξιολογεί χωριστά, έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε και τα αναφερόμενα στο αναιρετήριο έγγραφα και συγκεκριμένα: ι) την από 10/10/05 τεχνική έκθεση των Χ. Σ. και Δ. Π., 2) την από 10/3/07 εκτίμηση ακινήτου των Χ. Κ., Δ. Κ. και Χ. Σ., 3) την από 2/3/12 εκτίμηση του Γ. Κ. και 4) την επικαιροποιημένη από 13/3/13 εκτιμητική έκθεση των Χρ. Κ., Δ. Κ. και Χ. Σ., που φέρονται αγνοηθέντα από το Εφετείο.

Συνεπώς, ο 2ος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο υπό την επίκληση της παράβαση από το άρθρο 559 αρ.11 περ. γ’ του ΚΠολΔ, υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι απορριπτέος, ως αβάσιμος.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 789 ΑΚ, με απόφαση της πλειοψηφίας των κοινωνών μπορεί να καθορισθεί ο τρόπος της τακτικής διοίκησης και εκμετάλλευσης που αρμόζει στο κοινό αντικείμενο. Η πλειοψηφία υπολογίζεται με βάση το μέγεθος των μερίδων. Κατά την αληθή έννοια της διάταξης αυτής, η απόφαση κάθε κοινωνού αφορά μόνο τη μερίδα του, η δε πλειοψηφία σχηματίζεται από το άθροισμα των επί μέρους μερίδων.

Συνεπώς, αν η απόφαση των κοινωνών για την εκμετάλλευση του κοινού δεν επιδρά, ούτε επηρεάζει την τύχη της μερίδας κάποιου από αυτούς, η τελευταία δεν συνυπολογίζεται για το σχηματισμό της πλειοψηφίας. Τούτο συμβαίνει όταν η χρήση του κοινού παραχωρείται σε έναν από τους κοινωνούς, κατόπιν συμβάσεως μισθώσεως, εντολής, χρησιδανείου κλπ, οπότε η μερίδα του, εφόσον δεν επηρεάζεται από το περιεχόμενο της αποφάσεως, δεν προσμετράται στο σχηματισμό της (ΑΠ 212/2003).

Κατά τη διάταξη του άρθρου 183 παρ. 1 ΑΚ η επικύρωση άκυρης δικαιοπραξίας ισχύει σαν νέα κατάρτισή της, δηλαδή αποτελεί νέα δικαιοπραξία, για την οποία απαιτείται η συνδρομή όλων των όρων της εξ υπαρχής κατάρτισής της, ενώ κατά τον ερμηνευτικό κανόνα της παρ. 2 του ίδιου άρθρου αν οι συμβαλλόμενοι επικύρωσαν άκυρη σύμβαση, σε περίπτωση αμφιβολίας δημιουργείται αμοιβαία μεταξύ τους υποχρέωση για κάθε παροχή που θα όφειλαν αν η σύμβαση ήταν έγκυρη από την αρχή, δηλαδή η επικύρωση άκυρης ενοχικής σύμβασης έχει, σε περίπτωση αμφιβολίας, αναδρομικά αποτελέσματα.

Κατά τις διατάξεις αυτές απαιτείται συνεπώς για την επικύρωση άκυρης σύμβασης, νέα σύμπτωση των δηλώσεων βούλησης των μερών, τα οποία, όπως είναι αυτονόητο από την αργή της ελευθερίας των συμβάσεων, είναι ελεύθερα να στέρξουν στην επικύρωση ή να την αποκρούσουν. Στην περίπτωση αυτή επικυρώνουν την άκυρη σύμβαση οι ίδιοι οι δικαιοπρακτήσαντες και όχι τρίτοι.

Στην ένδικη υπόθεση το Εφετείο, σχετικά με την ακυρότητα του από 12/10/05 ιδιωτικού συμφωνητικό μίσθωσης επαγγελματικής στέγης και τους πρόσθετους λόγους έφεσης της αναιρεσείουσας, με τους οποίους αυτή είχε ισχυριστεί ότι το ανωτέρω άκυρο ιδιωτικό συμφωνητικό επικυρώθηκε με το από 2/7/12 ιδιωτικό συμφωνητικό τροποποίησης επαγγελματικής μίσθωσης, δέχτηκε τα ακόλουθα: "...οι Ά.

σύζ. Β. Σ., το γένος Σ. του Ν. και Ι. Σ. του Ν., διαθέτοντας την πλειοψηφία των μερίδων της επίδικης κοινωνίας (1/3 ο καθένας και 2/3 συνολικά), με την από 30-9-2005 εξώδικη πρόσκληση κάλεσαν την άλλη κοινωνό Ε. σύζ. Σ. Γ., το γένος Σ. του Ν. να προσέλθει σε έκτακτη συνέλευση, προκειμένου να ληφθεί απόφαση για τον προσήκοντα τρόπο τακτικής διοίκησης και εκμετάλλευσης των ως άνω επικοίνων ακινήτων.

Η τελευταία δεν προσήλθε στην ως άνω συνάντηση και οι πρώτοι αποφάσισαν, κατά πλειοψηφία, την εκμίσθωση των πιο πάνω ακινήτων στην από αυτούς συγκυρία Ά. σύζ. Β. Σ., το γένος Σ. του Ν., για τη λειτουργία σ’ αυτό εκπαιδευτηρίου. Πράγματι δε τα ακίνητα αυτά, λόγω της φύσεως και της ενιαίας διαμόρφωσής τους, δεν προσφέρονταν για παράλληλη χρήση από περισσότερους και έτσι για την αποκλειστική χρήση τους από ένα μόνο κοινωνό, κατά τις διατάξεις των άρθρων 789 επ.

ΑΚ, απαιτείτο πλειοψηφία των κοινωνών με βάση το μέγεθος των μερίδων. Με την προαναφερόμενη απόφαση οι πιο πάνω κοινωνοί προέβησαν στην κατάρτιση του από 12-10-2005 ιδιωτικού συμφωνητικού μίσθωσης επαγγελματικής στέγης, με το οποίο εκμίσθωσαν τα πιο πάνω ακίνητα στην από αυτούς συγκυρία Ά. σύζ. Β. Σ., το γένος Σ.

του Ν. για χρονικό διάστημα δώδεκα (12) ετών και συγκεκριμένα από 1-7-2006 έως 30-6- 2018, αντί συνολικού (και για τα τρία μερίδια) μηνιαίου μισθώματος για το πρώτο μισθωτικό έτος ύψους 13500 ευρώ, αναπροσαρμοζόμενου κατά τα αναφερόμενα σ’ αυτό (συμφωνητικό). Η πιο πάνω απόφαση, όμως, των ως άνω κοινωνών δεν λήφθηκε νομίμως, διότι δεν σχηματίστηκε νόμιμα η πλειοψηφία, στην οποία έλαβε μέρος κοινωνός, που δεν είχε δικαίωμα να ψηφίσει για το συγκεκριμένο θέμα.

Ειδικότερα, για το σχηματισμό της απαιτούμενης πλειοψηφίας δεν έπρεπε να συνυπολογιστεί η μερίδα της κοινωνού Ά. σύζ. Β. Σ., το γένος Σ. του Ν. και ως εκ τούτου αυτή δεν μπορούσε να συμμετάσχει στη λήψη της σχετικής απόφασης. Τούτο δε διότι η ληφθείσα απόφαση δεν επιδρούσε ούτε επηρέαζε την τύχη της μερίδας της, ενώ, σε ό,τι αφορά την με βάση αυτή καταρτισθείσα σύμβαση, η ίδια είχε τη θέση της αντισυμβαλλομένης, δηλαδή συνέπιπταν στο πρόσωπο της οι ιδιότητες της μισθώτριας και εκμισθώτριας.

Επομένως, η συγκεκριμένη κοινωνός δεν είχε δικαίωμα ψήφου, εφόσον επρόκειτο να αποφασιστεί η κατάρτιση δικαιοπραξίας με αυτήν ως τρίτη. Κατά συνέπεια τούτων η πιο πάνω απόφαση λήφθηκε κατά παράβαση των προαναφερόμενών διατάξεων και είναι άκυρη.... Στην προκειμένη περίπτωση, η εκκαλούσα στην ως άνω από 19-3-2012 έφεση Ά.

σύζ. Β. Σ., το γένος Σ. του Ν. με τους από 30-1-2013 και υπ’ αριθ. καταθέσεως ...-11-2013 πρόσθετους λόγους εφέσεως ισχυρίζεται, ότι όσον αφορά το ακίνητο επί της οδού ..., δυνάμει του υπ’ αριθ. .../22-6-2012 συμβολαίου της Συμβολαιογράφου Αθηνών Σ. Κ.-Π., που μεταγράφηκε νόμιμα, παραιτήθηκε υπέρ του γιού της Π. Σ. του Β. από το δικαίωμα επικαρπίας σε ποσοστό 1/3 επ’ αυτό και κατόπιν συνενώσεως του ως άνω δικαιώματος επικαρπίας με ποσοστό 1/3 εξ αδιαιρέτου της ψιλής κυριότητας, το οποίο αυτός είχε αποκτήσει δυνάμει του υπ’ αριθ. .../5-12-2006 συμβολαίου γονικής παροχής της ίδιας ως άνω Συμβολαιογράφου, που μεταγράφηκε νόμιμα, έχει πλέον (ο Π.

Σ.) επί του εν λόγω ακινήτου ποσοστό 1/3 εξ αδιαιρέτου της πλήρους κυριότητας. Ότι, όσον αφορά το ακίνητο επί της οδού ..., δυνάμει του υπ’ αριθ. ...22-6-2012 συμβολαίου της ίδιας πιο πάνω συμβολαιογράφου, που μεταγράφηκε νόμιμα, μεταβίβασε με γονική παροχή στον γιό της Π. Σ. του Β. ποσοστό 1/12 της πλήρους κυριότητας επί του οικοπέδου μετά των επ’ αυτού κτισμάτων.

Ότι, κατά την πραγματοποιηθείσα την 2-7-2012 συνέλευση των συνιδιοκτητών των ως άνω ακινήτων, οι παρευρισκόμενοι σ’ αυτήν Σ. και Π. Σ. (η ίδια απουσίαζε), ως αποτελούντες την πλειοψηφία της κοινωνίας των συνιδιοκτητών, ήτοι αφ’ ενός όσον αφορά το ακίνητο επί της οδού ..., πλειοψηφία ανερχόμενη σε ποσοστό 8/12 (4/12 ο Ι.

Σ. και 4/12 ο Π. Σ.) και αφ’ ετέρου όσον αφορά το ακίνητο επί της οδού ... μετά των επ’ αυτού κτισμάτων, πλειοψηφία ανερχόμενη σε ποσοστό 5/12 (4/12 ο Ι. Σ. και 1/12 ο Π. Σ., μη συνυπολογιζομένης της μερίδας της ίδιας), αποφάσισαν τα ακόλουθα: α) να προβούν στην επικύρωση έγκριση κατά το άρθρο 183 ΑΚ του ανωτέρω ενδίκου από 12-10-2005 ιδιωτικού συμφωνητικού μίσθωσης επαγγελματικής στέγης, η ενέργεια του οποίου, προς άρση τυχόν αμφιβολίας, ανατρέχει στον αναφερόμενο σε αυτό χρόνο έναρξης ισχύος του και β) να προβούν στη σύναψη ιδιωτικού συμφωνητικού τροποποίησης της ως άνω επαγγελματικής μίσθωσης, με το οποίο, αφενός παρατείνεται ρητά ο χρόνος της μίσθωσης και αφετέρου αναπροσαρμόζεται το μηνιαίως καταβαλλόμενο μίσθωμα στο ποσό των 9.000 ευρώ, από το οποίο ποσό 3.000 ευρώ αντιστοιχεί στο ακίνητο επί της οδού ...

και ποσό 6.000 ευρώ αντιστοιχεί στο ακίνητο επί της οδού .... Ότι την 2-7-2012 καταρτίστηκε ιδιωτικό συμφωνητικό τροποποίησης επαγγελματικής μίσθωσης μεταξύ όλων των συνιδιοκτητών, σύμφωνα με την προαναφερόμενη απόφαση αυτών και έτσι το ως άνω ένδικο από 12-10-2005 ιδιωτικό συμφωνητικό μίσθωσης επαγγελματικής στέγης επικυρώθηκε ως προς όλους τους όρους αυτού κατά το άρθρο 183 ΑΚ , η ενέργεια δε αυτή της επικύρωσης ανατρέχει στον αναφερόμενο στο πιο πάνω από 12-10-2005 ιδιωτικό συμφωνητικό χρόνο έναρξης ισχύος αυτού.

Με βάση δε τα παραπάνω ισχυρίζεται, ότι παραδεκτά προβάλλει, κατ’ άρθρ. 527 ΚΠολΔ, τους πιο πάνω πραγματικούς ισχυρισμούς της, που γεννήθηκαν μετά τη συζήτηση στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, και ως εκ τούτου η τελευταία πρέπει να εξαφανιστεί, καθόσον εσφαλμένα έκρινε ότι είναι άκυρη n ως άνω σύμβαση μίσθωσης.

Με το περιεχόμενο αυτό και αίτημα οι πιο πάνω πρόσθετοι λόγοι, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν παραπάνω, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι. Τούτο δε διότι στην ως άνω επικαλουμένη από 2-7-2012 νέα δικαιοπραξία επικύρωσης του προαναφερόμενου άκυρου από 12-10-2005 ιδιωτικού συμφωνητικού μίσθωσης επαγγελματικής στέγης δεν συμμετείχαν οι ίδιοι συμβαλλόμενοι, που έλαβαν μέρος στην κατάρτιση της πιο πάνω παλαιάς (άκυρης) δικαιοπραξίας.

Στην κατάρτιση της νέας αυτής σύμβασης επικύρωσης δεν συμμετείχε ένας από τους αρχικά συμβαλλομένους από την πλευρά των εκμισθωτών, η Ά. σύζ. Β. Σ., το γένος Σ. του Ν., ενώ συμμετείχε από την ίδια πλευρά ένας νέος συμβαλλόμενος, ο Π. Σ.. Επομένως, δεν μπορεί να γίνει λόγος για την έκφραση της βούλησης των (ίδιων) συμβαλλομένων για επικύρωση της ως άνω άκυρης δικαιοπραξίας και ως εκ τούτου στην προκειμένη περίπτωση δεν μπορεί να τύχει εφαρμογής η πιο πάνω διάταξη του άρθρου 183 ΑΚ".

Με αυτό που δέχτηκε το Εφετείο, δεν παραβίασε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου την ουσιαστική διάταξη του άρθρου 183 ΑΚ, η οποία δεν ήταν εφαρμοστέα στη συγκεκριμένη περίπτωση. Τούτο, διότι δεν είχε εκλείψει το κώλυμα που καθιστούσε ανεπίτρεπτη τη συμμετοχή της αναιρεσείουσας στην κατάρτιση της σύμβασης και η οποία ως εκ τούτου δεν συμμετείχε στην επικυρωτική δικαιοπραξία, ο δε κατά ένα μέρος ειδικός της διάδοχος στην κοινωνία δεν ανήκε στα αρχικώς δικαιοπρακτήσαντα μέρη, ούτε άλλωστε μπορούσε να γίνει λόγος για υπεισέλευσή του στη μισθωτική σχέση που αφορούσε το από 12-10-2005 ιδιωτικό συμφωνητικό, καθόσον αυτή ήταν άκυρη.

Συνεπώς, ο 3ος λόγος της αιτήσεως (στοιχ. I) και ο 4ος λόγος αυτής, με τους οποίους η αναιρεσείουσα, ισχυριζόμενη τα αντίθετα, μέμφεται την αναιρεσιβαλλομένη για τις αντίστοιχες από τους αρ.1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλειες, είναι αβάσιμοι. Ο τρίτος δε λόγος κατά το υπόλοιπο μέρος του (στοιχ. II), με το οποίο η αναιρεσείουσα αποδίδει στην αναιρεσιβαλλομένη την πλημμέλεια από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, για παράβαση των ερμηνευτικών κανόνων των δικαιοπραξιών (άρθρα 173 και 200 ΑΚ), διότι, κατά λέξη, σύμφωνα με τις αναιρετικές αιτιάσεις: "δεν διέλαβε ότι η υπογραφή του από 2/7/2012 ιδιωτικού συμφωνητικού επαγγελματικής μίσθωσης εμπεριείχε την βούληση των συμβαλλομένων μερών να καταρτίσουν νέα δικαιοπραξία επαγγελματικής μίσθωσης", είναι απορριπτέος, προεχόντως, ως στηριζόμενος σε εσφαλμένη προϋπόθεση. Τούτο, διότι το Εφετείο δεν διαπίστωσε την ύπαρξη κενού ή ασάφειας στις δηλώσεις βουλήσεως των συμβληθέντων, ώστε να τίθεται θέμα εφαρμογής των ανωτέρω ερμηνευτικών κανόνων. Ανεξαρτήτως τούτων κρίνεται και αλυσιτελής, διότι οι ένδικες αξιώσεις της αναιρεσίβλητης για αποζημίωση χρήσεως αφορούν διάστημα προγενέστερου του χρόνου κατάρτισης του ανωτέρω συμφωνητικού.

Κατόπιν τούτων απορριπτόμενων της αίτησης αναίρεσης και των προσθέτων λόγων, θα πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ). Τα μεταξύ των αναιρεσείουσας και αναιρεσιβαλλομένης δικαστικά έξοδα θα πρέπει να συμψηφιστούν λόγω της σχέσης τους ως αδελφών (άρθ. 179,183 ,191 ΚΠοΛΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 25-6-2014 αίτηση και τους από 10-9-2015 προσθέτους λόγους για αναίρεση της 2546/2014 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.

Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο δημόσιο ταμείο.

Συμψηφίζει τα μεταξύ των διαδίκων δικαστικά έξοδα.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 28 Μαρτίου 2018.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 29 Μαρτίου 2018.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ