Supreme Court allows appeal against labor court ruling on security allowance calculation and remands case.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court accepted two concurrent appeals filed by an employee and the OTE company regarding a labor dispute. The court found the lower court erred in calculating the security allowance by incorrectly treating it as regular wages, violating a collective agreement clause. Consequently, the appeal was allowed, the judgment was annulled, and the case was remanded for retrial by a different panel.
Legislator headnote
AI generatedArticles 560(1) and 559(19) of the Code of Civil Procedure; The court must allow an appeal when the lower court violates a collective agreement by misclassifying a specific allowance as regular wages, and remand the case for retrial by a different panel.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 662 / 2015 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 662/2015
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1’ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Νικόλαο Λεοντή, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Πάσσο, Μιχαήλ Αυγουλέα, Χρήστο Βρυνιώτη και Σοφία Καρυστηναίου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 17 Μαρτίου 2015, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ:
Α. Του αναιρεσείοντος: Α. Π., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Δήμητρα Κουφογιάννη, με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΤΗΛΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΩΝ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ" (ΟΤΕ), που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Ευγενία Σουμπάση και κατέθεσε προτάσεις.
Β. Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΤΗΛΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΩΝ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ" (ΟΤΕ), που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Ευγενία Σουμπάση και κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: Α. Π., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Δήμητρα Κουφογιάννη, με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 1-9-2005 αγωγή του υπό στοιχεία Α ήδη αναιρεσείοντος και Β αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αμαρουσίου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 652/2007 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 608/2013 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο υπό στοιχείο Α αναιρεσείων με την από 12-2-2014 αίτησή του και η υπό στοιχείο Β αναιρεσίβλητη με την από 1-10-2014 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης, Σοφία Καρυστηναίου ανέγνωσε: Α) την από 25-9-2014 έκθεση του κωλυομένου να συμμετάσχει στην σύνθεση Αρεοπαγίτη Ανδρέα Δουλγεράκη, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτή η από 12-2-2014 αίτηση αναιρέσεως, Β) την από 5-2-2015 έκθεση του κωλυομένου να συμμετάσχει στην σύνθεση Αρεοπαγίτη Ανδρέα Δουλγεράκη, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτή η από 1-10-2014 αίτηση αναιρέσεως.
Ο πληρεξούσιος της υπό στοιχείο Α αναιρεσίβλητης και Β αναιρεσείουσας ζήτησε την απόρριψη της υπό στοιχείο Α αιτήσεως και την παραδοχή της υπό στοιχείο Β αίτησης και αντίστοιχα την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 246 ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται και στην αναιρετική διαδικασία κατά το άρθρο 573 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, το δικαστήριο σε κάθε στάση τη δίκης μπορεί, αυτεπαγγέλτως ή ύστερα από αίτηση κάποιου διαδίκου, να διατάξει την ένωση και συνεκδίκαση περισσότερων εκκρεμών ενώπιόν του δικών ανάμεσα στους ίδιους ή διαφορετικούς διαδίκους, αν υπάγονται στην ίδια διαδικασία και, κατά την κρίση του, διευκολύνεται ή επιταχύνεται η διεξαγωγή της δίκης ή επέρχεται μείωση των εξόδων. Στην προκειμένη περίπτωση, κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο του παρόντος δικαστηρίου (17-3-2015), συζητήθηκαν,1) η από 12-2-2014 αίτηση του Π. Α. κατά του ΟΤΕ και 2) οι από 1-10-2014 αίτηση του ΟΤΕ κατά Α. Π., οι οποίες στρέφονται κατά της εκδοθείσας, κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, υπ’ αριθμ. 608/2013 απόφαση του Πολυμελούς Εφετείου Αθηνών, το οποίο δίκασε ως δευτεροβάθμιο δικαστήριο, δέχθηκε την έφεση και τους πρόσθετους λόγους αυτής, του αναιρεσείοντος-αναιρεσιβλήτου Ο.Τ.Ε κατά της 652/2007 οριστικής αποφάσεως του Ειρηνοδικείου Αμαρουσίου, μετά δε την εξαφάνιση αυτής, έκανε εν μέρει δεκτή την αγωγή του αναιρεσείοντος Α.Π. και υποχρέωσε τον εναγόμενο Ο.Τ.Ε να του καταβάλει 1.119,57 ευρώ.
Οι αιτήσεις αναιρέσεως αυτές πρέπει να συνεκδικασθούν, γιατί είναι συναφείς και έτσι διευκολύνεται και επιταχύνεται η δίκη και επέρχεται μείωση των εξόδων και να ερευνηθούν περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων τους ( κατά τα κατωτέρω ειδικότερα εκτιθέμενα). Σύµφωνα µε το άρθρο 3 παρ. 1 Α.Ν. 539/1945,κατά τη διάρκεια της άδειας ανάπαυσής του ο μισθωτός δικαιούται τις συνήθεις αποδοχές, τις οποίες θα εδικαιούτο, εάν απασχολείτο στην υπόχρεη επιχείρηση κατά τον αντίστοιχο χρόνο της αδείας του ή τις τυχόν για την περίπτωση αυτή καθορισμένες µε συλλογική σύµβαση, ενώ κατά την παρ. 3 του ίδιου άρθρου (όπως αυτή ισχύει µετά την απάλειψη φράσης µε το άρθρο 1 παρ. 2 του Ν. 4547/1966) στην έννοια των τακτικών αποδοχών περιλαμβάνονται και οι κάθε είδους πρόσθετες ή συμπληρωματικές τακτικές παροχές (αντίτιµο τροφής, επιδόματα κ.λ.π.).
Πρέπει να σημειωθεί ότι οι ρυθµίσεις του Α.Ν. 539/1945 διασφαλίζουν τις ελάχιστες υπέρ όλων των εργαζοµένων εγγυήσεις ως προς τις άδειες αναψυχής και τις συναφείς αποδοχές κ.λ.π και λόγω του εντόνως προστατευτικού χαρακτήρα τους και του στενού δεσµού τους, µε την ικανοποίηση και προστασία του γενικότερου κοινωνικού συμφέροντος αποτελούν µονοµερώς αναγκαστικό δίκαιο και κατά συνέπεια απόκλιση από τις σχετικές διατάξεις αυτού επιτρέπεται µόνο για την εφαρμογή ευµενέστερων για τον εργαζόμενο διατάξεων άλλων πηγών, κατ’ επιταγή της αρχής της εύνοιας των µμισθωτών, η οποία εφαρµόζεται όχι µόνο στη σχέση συλλογικής και ατοµικής σύμβασης εργασίας, αλλά και στη σχέση περισσοτέρων πηγών διαφορετικής ιεραρχικής βαθμίδας (Ολ.Α.Π. 5/2011),υπό το πρίσµα δε αυτό πρέπει να ληφθεί και θεωρηθεί η περιεχόμενη στην ως άνω διάταξη, ως προς τις αποδοχές αδείας που δικαιούται ο µμισθωτός, εναλλακτική διαζευκτική δυνατότητα χορήγησης για την περίπτωση αυτή µε συλλογική σύµβαση αποδοχών.
Από το συνδυασµό της διάταξης αυτής µε τις διατάξεις των άρθρων 3 παρ. 16 του Ν. 4504/1966 (που αφορά επίδοµα αδείας) µε τις διατάξεις των άρθρων 648,653,666,679 ΑΚ, της κυρωθείσας µε το Ν. 3248/1955 µε αριθµό 95/1949 Διεθνούς Σύµβασης περί προστασίας του ηµεροµισθίου",2 της κυρωθείσας µε το Ν. 133/1975 από 26/2/1975 ΕΓΣΣΕ, 1 παρ. 1 Ν. 435/1976,1 παρ. 2 Ν. 1082/1980 και των κατά καιρούς εκδοθεισών υπουργικών αποφάσεων "περί χορηγήσεως δώρων για τις εορτές του Πάσχα και των Χριστουγέννων", προκύπτει ότι ως "συνήθεις αποδοχές", ταυτιζόμενες µε τις "τακτικές αποδοχές", µε βάση τις οποίες υπολογίζονται οι αποδοχές και το επίδοµα αδείας, καθώς και τα επιδόματα εορτών Πάσχα και Χριστουγέννων και εξευρίσκεται το ωροµίσθιο και η προσαύξηση για την παρεχόμενη υπερωριακή εργασία, νοούνται ο συμβατικός ή νόµιµος µμισθός ή το ηµεροµίσθιο, καθώς και οποιαδήποτε άλλη πρόσθετη εργοδοτική παροχή, σε χρήµα ή σε είδος, που καταβάλλεται κατά τη διάρκεια της σύμβασης εργασίας, µε την προϋπόθεση ότι η παροχή αυτή δίδεται σταθερά και µόνιµα ως αντάλλαγµα της παρεχόμενης εργασίας.
Έτσι, εφόσον παρέχονται τακτικά και σταθερά, περιλαµβάνονται στις τακτικές αποδοχές, μεταξύ άλλων, η αµοιβή για υπερεργασία και για νόµιµη υπερωριακή απασχόληση καθώς και οι προσαυξήσεις για την παροχή εργασίας κατά τη νύκτα, τις Κυριακές και τις αργίες και γενικά κάθε προσαύξηση του βασικού μισθού ή του ηµεροµισθίου (Ολ.
Α. Π 5/2011). Δεν συμπεριλαμβάνονται όμως σ’ αυτές α) το επίδομα αδείας, διότι αυτό υπολογίζεται με βάση τις αποδοχές αδείας καθώς και β) το επίδομα οπλοφορίας διότι κατά την διάταξη του άρθρου 5 της από 25-5-1994 Επιχειρησιακής Συλλογικής Σύμβασης Εργασίας, που καταρτίσθηκε µεταξύ του Οργανισµού Τηλεπικοινωνιών Ελλάδος (Ο.Τ.Ε.
Α.Ε.) και της συνδικαλιστικής οργάνωσης ΟΜΕ - ΟΤΕ, "Χορηγείται από 1-9-1994 δραχµικό επίδοµα 15.000 δραχµών στο ειδικό προσωπικό ασφαλείας που οπλοφορεί. Το ποσό αυτό δεν αποτελεί τακτικές αποδοχές και θα περικόπτεται κατά τον χρόνο απουσίας". Από την κανονιστικής ισχύος, ρητή και σαφή, αυτή διάταξη της ως άνω Ε.Σ.Σ.Ε.
προκύπτει σαφώς, ότι το καταβαλλόµενο από 1-9-1994 στο ειδικό προσωπικό ασφαλείας του Ο.Τ.Ε., που οπλοφορεί, επίδοµα για το λόγο αυτό (οπλοφορία), δεν συγκαταλέγεται στις τακτικές αποδοχές του (βάσει των οποίων υπολογίζονται τα επιδόµατα εορτών Χριστουγέννων και Πάσχα, οι αποδοχές αδείας και το επίδοµα αδείας, που δικαιούται το προσωπικό αυτό), ενόψει µάλιστα και του ότι, κατά την ως άνω διάταξη, το εν λόγω επίδοµα δεν καταβάλλεται (περικόπτεται) σε περίπτωση απουσίας (δικαιολογημένης ή αδικαιολόγητης) του εργαζοµένου (ΑΠ 952/2014).
Περαιτέρω, µε την από 14/3/1985 ΕΣΣΕ ( όρος 5 παρ. 1α,1β" 1 γ’ και 2 , που προστέθηκε µε την από 10/5/1985 όµοια ΕΣΣΕ) που έχει υπογραφεί µεταξύ των νοµίµων εκπροσώπων της αναιρεσίβλητης ΟΤΕ ΑΕ και της συνδικαλιστικής οργάνωσης των εργαζοµένων σ’ αυτή, ορίσθηκαν, ως προς τον τρόπο υπολογισµού των επιδοµάτων εορτών και του επιδόµατος αδείας , τα εξής:
ια) Το επίδοµα εορτών Χριστουγέννων-Νέου έτους χορηγείται στο προσωπικό και είναι ίσο µε τις αποδοχές που διαμορφώνονται µε το µισθολόγιο στις 10 Δεκεµβρίου κάθε έτους. Το επίδοµα προσαυξάνεται µόνο µε τα παρακάτω ποσά : αα) του 1/8 της αµοιβής για εργασία νυκτερινή που έγινε από 1ης Μαΐου µέχρι 31ης Δεκεµβρίου του έτους, ββ)του 1/8 της αµοιβής για εργασία κατά τις Κυριακές και λοιπές εξαιρέσιµες ηµέρες που έγινε από 1ης Μαΐου µέχρι 31ης Δεκεµβρίου του έτους, γγ)του 1/8 της αµοιβής για υπερωριακή εργασία µέχρι 80 ώρες που έγινε από 1ης Μαΐου µέχρι 31ης Δεκεµβρίου του έτους, δδ)του 1/2 του επιδόµατος κανονικής άδειας χωρίς τις προσαυξήσεις που προστίθενται στο επίδοµα, όπως κατωτέρω ορίζονται, ιβ)Το επίδοµα εορτών Πάσχα χορηγείται στο προσωπικό και είναι ίσο µε τις µισές αποδοχές που διαμορφώνονται µε το µισθολόγιο 15 ηµέρες προ του Πάσχα κάθε έτους.
Το επίδοµα προσαυξάνεται µόνο µε τα παρακάτω ποσά, αα)του 1/8 της αµοιβής για εργασία νυκτερινή που έγινε από 1ης Ιανουαρίου µέχρι 30ης Απριλίου του έτους, ββ ) του 1/8 της αµοιβής για εργασία κατά τις Κυριακές και λοιπές εξαιρέσιµες ηµέρες που έγινε από 1ης Ιανουαρίου µέχρι 30ης Απριλίου του έτους, γγ )του 1/8 της αµοιβής για υπερωριακή εργασία µέχρι 40 ώρες που έγινε από 1ης Ιανουαρίου µέχρι 30ης Απριλίου του έτους και δδ) του 1/24 του επιδόµατος κανονικής άδειας χωρίς τις προσαυξήσεις που προστίθενται στο επίδοµα, όπως παρακάτω προσδιορίζονται, lγ)Το επίδοµα κανονικής άδειας χορηγείται στο προσωπικό και είναι ίσο µε το µισό των αποδοχών που διαμορφώνονται µε το µισθολόγιο το µήνα κατά τον οποίο πραγματοποιήθηκε η άδεια ή το µεγαλύτερο µέρος της.
Το επίδοµα προσαυξάνεται µόνο µε τα ποσά : αα )τα 1/24 της αµοιβής για νυκτερινή εργασία που έγινε στη διάρκεια του έτους, ββ)το 1/24 της αµοιβής για εργασία κατά τις Κυριακές και λοιπές εξαιρέσιµες ηµέρες του έτους και γγ)του 1/24 της αµοιβής για υπερωριακή εργασία µέχρι 120 ώρες που έγινε στη διάρκεια του έτους. 2.Το προσωπικό κατά το χρόνο οποιασδήποτε άδειας µε αποδοχές λαµβάνει τις αποδοχές που θα ελάµβανε αν εργαζόταν.
Στις αποδοχές αυτές δεν συμπεριλαμβάνονται αµοιβές για εργασία νυκτερινή, Κυριακών και λοιπών εξαιρέσιμων ηµερών και υπερωριακή. Ακολούθως µε την από 10/6/1999 ΕΣΣΕ, που θέσπισε το νέο µισθολόγιο του προσωπικού του ΟΤΕ, τέθηκε σε ισχύ και ο νέος ΓΚΠ- ΟΤΕ, στο άρθρο 12 παρ. 3 και 4 του οποίου ορίζονται τα ακόλουθα:
Επιδόµατα εορτών: " Στο προσωπικό παρέχεται µε απόφαση του Διοικητικού Συµβουλίου επίδοµα ποσού ίσου προς τις τακτικές αποδοχές µε τις προσαυξήσεις που ορίζουν οι ΕΣΣΕ, α) ενός δεκαπενθημέρου κατά τις εορτές του Πάσχα και β) ενός µηνός κατά τις εορτές των Χριστουγέννων. Το ποσό αυτό συμψηφίζεται µε το δυνάµει των εκάστοτε διατάξεων τυχόν καταβλητέο στο προσωπικό των πάσης φύσεως επιχειρήσεων δώρο Χριστουγέννων και Πάσχα".
Επίδοµα κανονικής-άδειας. "Στο προσωπικό χορηγείται κάθε χρόνο ως επίδοµα κανονικής άδειας ποσό ίσο προς τις τακτικές αποδοχές ενός δεκαπενθημέρου µε τις προσαυξήσεις που ορίζουν οι ΕΣΣΕ". Επίσης, µε το άρθρο 138 του ίδιου ως άνω νέου ΓΚΠ-ΟΤΕ ορίστηκε σχετικά µε την κανονική άδεια του προσωπικού της αναιρεσίβλητης ότι "Το προσωπικό µετά τη συµπλήρωση στον Οργανισµό ενός έτους συνεχούς πραγµατικής υπηρεσίας (βασικός χρόνος) δικαιούται κάθε ηµερολογιακό έτος κανονική άδεια µε αποδοχές όπως προβλέπουν οι διατάξεις της κείμενης νοµοθεσίας (Διεθνείς Συµβάσεις, Νόµοι, Υπουργικές Αποφάσεις, ΕΓΣΣΕ, ΕΣΣΕ κ.λ.π. ) και αποφάσεις ΔΣ - ΟΤΕ ".
Από το συνδυασµό των ως άνω διατάξεων προκύπτει ότι από 1/1/1985 που άρχισε να ισχύει η από 14/3/1985 ΕΣΣΕ τα επιδόµατα εορτών και το επίδοµα αδείας υπολογίζονται σύµφωνα µε τον καθοριζόμενο στην εν λόγω ΣΣΕ τρόπο υπολογισµού, δηλαδή µε βάση το µηνιαίο µισθό, όπως αυτός είχε διαμορφωθεί κατά τους προαναφερόµενους χρόνους.
Όµως, ο τρόπος αυτός υπολογισµού τροποποιήθηκε µε το νέο ΓΚΠ-ΟΤΕ, που τέθηκε σε ισχύ µε την από 10/6/1999 ΕΣΣΕ, αφού ρητά σ’ αυτήν ορίζεται ότι στο προσωπικό παρέχεται µε απόφαση του ΔΣ "επίδοµα ποσού ίσου προς τις τακτικές αποδοχές µε τις προσαυξήσεις που ορίζουν οι ΕΣΣΕ". Εποµένως, ως βάση υπολογισµού των ανωτέρω επιδοµάτων λαµβάνεται πλέον όχι ο µηνιαίος µισθός, όπως είχε διαμορφωθεί κατά τους χρόνους που αναφέρθηκαν, αλλά οι τακτικές αποδοχές του µισθωτού, στις οποίες συμπεριλαμβάνονται ο µηνιαίος µισθός και όλες οι παροχές που καταβάλλονται από την αναιρεσίβλητη κάθε µήνα ή κατ’ επανάληψη περιοδικά κατά ορισμένα χρονικά διαστήµατα του έτους, όπως είναι οι πρόσθετες αµοιβές για υπερεργασία, για νόµιµη ή ιδιόρρυθµη υπερωριακή απασχόληση και για εργασία κατά τις Κυριακές και τη νύκτα.
Εξάλλου, όσον αφορά τις αποδοχές αδείας, ενώ στην από 14/3/1985 ΕΣΣΕ υπήρχε ρητή διάταξη σύµφωνα µε την οποία στις αποδοχές αυτές δεν συμπεριλαμβάνονται αµοιβές για εργασία νυκτερινή ,Κυριακών και λοιπών εξαιρέσιμων ηµερών και υπερωριακή, στο νέο ΓΚΠ - ΟΤΕ ορίζεται σαφώς ότι το προσωπικό του ΟΤΕ δικαιούται για την κανονική άδεια "αποδοχές" όπως προβλέπουν οι διατάξεις της κείμενης νοµοθεσίας ..." Ενόψει της ανωτέρω ρητής παραποµπής για τον προσδιορισµό των αποδοχών αδείας στις διατάξεις της κοινής εργατικής νοµοθεσίας, άρα και στο άρθρο 3 του Α.Ν. 539/1945, είναι σαφές ότι ο τρόπος υπολογισµού των αποδοχών αδείας ρυθµίζεται διαφορετικά σε σχέση µε την από 14/3/1985 ΕΣΣΕ, µε αποτέλεσµα τη σιωπηρή κατάργηση της διάταξης του άρθρου 5 παρ. 2 της από 14/3/1985 ΕΣΣΕ, που όριζε και µάλιστα αντίθετα προς τις αναγκαστικού δικαίου διατάξεις του Α.Ν. 539/1945, ότι στις αποδοχές αδείας δεν περιλαµβάνονται αµοιβές για εργασία νυκτερινή, Κυριακών και λοιπών εξαιρέσιμων ηµερών και υπερωριακή εργασία.
Άλλωστε στο άρθρο 50 του νέου ΓΚΠ - ΟΤΕ ορίζεται ρητά ότι οι διατάξεις του προϊσχύσαντος ΓΚΠ, αποφάσεις της Διοίκησης και ΕΣΣΕ, που υπογράφηκαν µέχρι την ηµεροµηνία έναρξης ισχύος του παρόντος Κανονισµού και έρχονται σε αντίθεση µε τις διατάξεις του παύουν να ισχύουν από την ηµεροµηνία αυτή. Εποµένως, στις αποδοχές αδείας των µισθωτών της αναιρεσίβλητης πρέπει να συνυπολογίζεται και κάθε άλλη καταβαλλόμενη πρόσθετη παροχή σε χρήµα ή σε είδος µε την προϋπόθεση ότι η παροχή αυτή δίδεται σταθερώς και µονίµως ως συμβατικό αντάλλαγμα της παρεχόμενης εργασίας, όπως είναι η σταθερή και μόνιμη υπερεργασία, η νόμιμη ή ιδιόρρυθμη υπερωρία και η παροχή εργασίας κατά τη νύκτα και τις αργίες (Ολ.
ΑΠ 16/2011 ). Δεν συνυπολογίζεται όμως σ’ αυτές και το επίδομα αδείας, διότι αυτό, όπως προαναφέρθηκε, υπολογίζεται με βάση τις αποδοχές αδείας, ούτε και το επίδομα οπλοφορίας. Τούτο προκύπτει από τη διάταξη του άρθρου 3 παρ. 16 του Ν. 4504/1966, κατά την οποία το επίδομα αδείας είναι ίσο με το σύνολο των αποδοχών των ημερών αδείας, που δικαιούται ο μισθωτός, υπό τον περιορισμό ότι τούτο δεν μπορεί να υπερβαίνει τις αποδοχές ενός δεκαπενθημέρου για τους αμειβόμενους με μηνιαίο μισθό και 13 ημερών για τους αμειβόμενους με ημερομίσθιο.
Στην προκείμενη περίπτωση, ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων εξέθετε στην αγωγή του, ότι προσελήφθη από την εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητη, στις 30-1-1989, με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου. Ότι στη συνέχεια μονιμοποιήθηκε στην κατηγορία του προσωπικού μισθολογικής διαβάθμισης με ειδικότητα Ειδικό Προσωπικό Ασφαλείας, λαμβάνοντας και ειδικό επίδομα οπλοφορίας.
Ότι η εναγομένη, κατά τα έτη 2000 έως 2004, δεν υπολόγισε, ως όφειλε, σύμφωνα με τον ισχύοντα από 18-6-1999 νέο ΓΚΠ/ΟΤΕ, τα επιδόματα εορτών, το επίδομα αδείας και τις αποδοχές αδείας, που του κατέβαλε, με βάση τις τακτικές αποδοχές του, στις οποίες περιλαμβάνονται και το χορηγούμενο σε αυτόν επίδομα οπλοφορίας, καθώς και οι αμοιβές που ελάμβανε σταθερώς και ανελλιπώς για υπερεργασία και εργασία κατά τις Κυριακές και νύκτες, που πραγματοποιούσε τακτικά και μόνιμα στην εναγομένη, όπως αναλυτικά αναφέρεται στην αγωγή, αλλά υπολόγισε αυτά με βάση τον απλό μηνιαίο μισθό και με τις αναφερόμενες στην από 14/3/1985 ΕΣΣΕ προσαυξήσεις.
Με βάση τα παραπάνω ζήτησε να υποχρεωθεί η εναγομένη να του καταβάλει την προκύπτουσα διαφορά, ανερχόμενη στο ποσό των 7.446 ευρώ. Το Πρωτοβάθμιο δικαστήριο δέχθηκε την αγωγή και το Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών, δικάζοντας επί εφέσεως της εναγομένης, δέχθηκε ότι η αγωγή ." ... είναι απορριπτέα ως μη νόμιμη, κατά το μέρος με το οποίο ο ενάγων και ήδη εφεσίβλητος αιτείται, με βάση το ΓΚΠ-ΟΤΕ, την καταβολήν προς αυτόν τριών (3) αναλογιών,1 για το επίδομα εορτών Χριστουγέννων + 1 για τις αποδοχές αδείας + 1/2 για το επίδομα εορτών Πάσχα +1/2 για το επίδομα αδείας, των αμοιβών που έλαβε κατά τα επίδικα έτη 2000 έως 2004, για την επικαλούμενη στην αγωγή σταθερή και μόνιμη πρόσθετη εργασία του (υπερεργασία, αμειβόμενη ως υπερωρία, και εργασία κατά τις Κυριακές και νύκτες).
Και τούτο διότι δεν αφαιρεί από τα αιτούμενα για την αιτία αυτή ποσά, εκείνα που, όπως ισχυρίζεται, έλαβε ως προσαυξήσεις κατά τα ίδια έτη, με βάση τα προβλεπόμενα, για τον υπολογισμό των επιδομάτων εορτών και αδείας, από την από 14-3-1985 ΕΣΣΕ, επικαλούμενος ότι οι προσαυξήσεις αυτές χορηγούνται επιπλέον των τακτικών αποδοχών που προβλέπει το άρθρο 12 && 3 και 4 του νέου ΓΚΠ-ΟΤΕ, με συνέπεια να προβαίνει σε ανεπίτρεπτο διπλό υπολογισμό (ως βάση και ως προσαύξηση) των πρόσθετων αμοιβών του στα επιδόματα εορτών και αδείας.
Εξάλλου, ως προς τις αποδοχές αδείας, η καταργηθείσα διάταξη του άρθρου 5 &2 της από 14-3-1985 ΕΣΣΕ όριζε ότι σ’ αυτές δεν περιλαμβάνονται αμοιβές για εργασία υπερωριακή, νυκτερινή και κατά τις Κυριακές και λοιπές εξαιρέσιμες ημέρες και συνεπώς, ουδεμία προσαύξηση προέβλεπε για τις εν λόγω αποδοχές, οι οποίες υπολογίζονταν με βάση μόνο τον απλό μισθό, ήδη δε, μετά την έναρξη ισχύος του νέου ΓΚΠ-ΟΤΕ (άρθρο 13Β του Κανονισμού αυτού, σε συνδυασμό με το άρθρο 3 του α.ν. 539/1945), οι αποδοχές αδείας του προσωπικού της εναγομένης, στο οποίο ανήκει ο ενάγων, υπολογίζονται με βάση τον απλό μηνιαίο μισθό και επιπροσθέτως τις αποτελούσες μέρος των τακτικών αποδοχών αμοιβές από την παροχή πρόσθετης εργασίας.
Ως εκ τούτου, ο ενάγων σε κάθε περίπτωση μη νομίμως προσθέτει στη βάση υπολογισμού της αιτούμενης αναλογίας για τις επίδικες αποδοχές αδείας και τα ποσοστά των ως άνω πρόσθετων αμοιβών του, τα οποία έλαβε ως προσαυξήσεις και μάλιστα για τα επιδόματα εορτών και αδείας. Με τις παραδοχές αυτές δέχθηκε το σχετικό λόγο έφεσης, εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση και απέρριψε την αγωγή κατά το αντίστοιχο μέρος της.
Το Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών, κρίνοντας, με την προσβαλλόμενη απόφαση του, ως μη νόμιμη την αγωγή του αναιρεσείοντος της πρώτης αιτήσεως αναιρέσεως του εργαζομένου "κατά το μέρος με το οποίο ο ενάγων και ήδη εφεσίβλητος αιτείται, με βάση το ΓΚΠ-ΟΤΕ, την καταβολήν προς αυτόν τριών (3) αναλογιών,1 για το επίδομα εορτών Χριστουγέννων + 1 για τις αποδοχές αδείας + 1/2 για το επίδομα εορτών Πάσχα +1/2 για το επίδομα αδείας, των αμοιβών που έλαβε κατά τα επίδικα έτη 2000 έως 2004, για την επικαλούμενη στην αγωγή σταθερή και μόνιμη πρόσθετη εργασία του (υπερεργασία, αμειβόμενη ως υπερωρία, και εργασία κατά τις Κυριακές και νύκτες)" εσφαλμένα εφάρμοσε τις προαναφερθείσες διατάξεις ουσιαστικού δικαίου, καθόσον εφόσον ο αναιρεσείων επικαλείται ότι η αναιρεσίβλητη συνυπολόγιζε τα επιδόματα εορτών και αποδοχών κανονικής αδείας, με βάση τον απλό μηνιαίο μισθό, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στην από 14-3-1985 ΕΣΣΕ και όχι με το άρθρο 12 παρ.3 και 4 του νέου ΓΚΠ-ΟΤΕ, η αγωγή είναι νόμιμη, εκτός από το συνυπολογισμό του επιδόματος αδείας στις ως άνω αιτούμενες διαφορές αποδοχών και αφού ο μοναδικός λόγος αναίρεσης του αναιρεσείοντος Α. Π.,.από τον αρ. 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, είναι βάσιμος πρέπει να γίνει δεκτή η αίτηση αναιρέσεως αυτού.
Στη συνέχεια η προσβαλλομένη απόφαση, ερευνώντας κατ’ ουσία την αγωγή κατά το μέρος που την έκρινε νόμιμη δέχθηκε "ότι ο ενάγων που μονιμοποιήθηκε στην κατηγορία του προσωπικού μισθολογικής διαβάθμισης με την ειδικότητα του Ειδικού Προσωπικού Ασφαλείας, είχε υποχρέωση κατά τις ώρες εργασίας του να οπλοφορεί. Καθ’ όλο το χρονικό διάστημα από 1-1-2000 έως 31-12-2004, ο εφεσίβλητος-ενάγων ελάμβανε τακτικώς και ανελλιπώς ως πρόσθετη παροχή για την παρεχόμενη στην εκκαλούσα εργασία του και το "ειδικό επίδομα προσωπικού ασφαλείας που οπλοφορεί". Η εναγομένη, όμως, κατά το επίδικο αυτό χρονικό διάστημα, δεν συνυπολόγισε το εν λόγω επίδομα στις τακτικές αποδοχές του, προκειμένου να υπολογίσει τα κατ’ έτος οφειλόμενα σε αυτόν ποσά επιδομάτων εορτών, αδείας και αποδοχών αδείας, όπως είχε υποχρέωση, σύμφωνα και με όσα αναφέρθηκαν ανωτέρω, με αποτέλεσμα ο ενάγων να δικαιούται τις προκύπτουσες διαφορές. Ειδικότερα, ο τελευταίος, κατά τα επίδικα έτη, έλαβε ως επίδομα οπλοφορίας τα προσδιοριζόμενα στην αγωγή κατά μήνα ποσά, το ύψος των οποίων δεν πλήττεται με τους λόγους έφεσης, και συνολικώς τα ακόλουθα ποσά ετησίως: 1) το έτος 2000, 766,47 ευρώ, 2) το έτος 2001, 733,73 ευρώ, 3) το έτος 2002, 447,21 ευρώ, 4) το έτος 2003, 955,03 ευρώ και 5) το έτος 2004, 1.035,04 ευρώ.
Συνεπώς, για την ως άνω αιτία έλαβε μηνιαίως κατά μέσο όρο,για την εξεύρεση του οποίου λαμβάνονται υπόψη οι μήνες εντός των οποίων καταβλήθηκε η εν λόγω παροχή τα εξής ποσά: 1) το έτος 2000,69,68 ευρώ, 2) το έτος 2001, 66,70 ευρώ, 3) το έτος 2002, 55,90 ευρώ, 4) το έτος 2003, 86,82 ευρώ και 5) το έτος 2004, 94,09 ευρώ. Επομένως, για κάθε έτος δικαιούνταν να λάβει τρεις (3) μηνιαίες αναλογίες των ανωτέρω μηνιαίων πρόσθετων αποδοχών και συγκεκριµένα: 1) για το έτος 2000, 209,04 ευρώ, 2) για το έτος 2001, 200,10 ευρώ, 3) για το έτος 2002, 167,70 ευρώ, 4) για το έτος 2003, 260,46 ευρώ και 5) για το έτος 2004, 282,27 ευρώ, δηλαδή συνολικώς δικαιούνταν το ποσό των 1.119,57 ευρώ.
Με τις παραδοχές αυτές το Πολυμελές Πρωτοδικείο παραβίασε την προαναφερθείσα, κανονιστικής ισχύος, διάταξη του άρθρου 5 της ως άνω από 25-5-1994 Επιχειρησιακής Συλλογικής Σύμβασης Εργασίας μεταξύ της αναιρεσείουσας και της συνδικαλιστικής οργάνωσης ΟΜΕ - ΟΤΕ, με την οποία, όπως προελέχθη, ρητώς συνομολογήθηκε, ότι το επίδομα (χρηματικό ποσό), που χορηγείται στο ειδικό προσωπικό ασφαλείας που οπλοφορεί δεν αποτελεί τακτικές αποδοχές και ότι θα περικόπτεται κατά το χρόνο απουσίας.
Επομένως, ο πρώτος λόγος της αίτησης αναίρεσης, αληθώς εκ του άρθρου 560 αριθμός 1 ΚΠολΔ και όχι ο αναφερόμενος ως εκ του άρθρου 559 αριθμός 1 ΚΠολΔ με τον οποίο, προβάλλονται οι σχετικές πλημμέλειες είναι βάσιμος και η σχετική αίτηση αναίρεσης πρέπει να γίνει δεκτή. Ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως εκ του άρθρου 559 αριθμ. 19, απαραδέκτως προβάλλεται, δεδομένου ότι η ίδια απόφαση δεν μπορεί να ελεγχθεί για εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, αφού κατά των αποφάσεων του πρωτοδικείου, που δίκασε ως εφετείο, δεν προβλέπεται από το άρθρ. 560 ΚΠολΔ σχετικός λόγος αναίρεσης,ενώ δεν ιδρύεται λόγος αναίρεσης, όταν η προσβαλλομένη απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου που δίκασε ως Εφετείο δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Συνεπώς αφού έγιναν δεκτές αμφότερες οι αιτήσεις αναιρέσεως, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση, να παραπεμφθεί η υπόθεση στο ίδιο Πολυμελές Πρωτοδικείο που δικάζει ως εφετείο, για περαιτέρω εκδίκαση, από άλλη σύνθεση, που είναι δυνατή (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ), και να συμψηφισθεί στο σύνολό της η μεταξύ των διαδίκων δικαστική δαπάνη και επί των δύο συνεκδικαζομένων αιτήσεων λόγω της ανάλογης νίκης και ήττας καθενός των διαδίκων στις συνεκδικαζόμενες αντίθετες αιτήσεις κατά τις διατάξεις των άρθρων 183,178 παρ.1 ΚΠολΔ
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Συνεκδικάζει τις από 12-2-2014 και 1-10-2014 αντίθετες αιτήσεις αναίρεσης.
Αναιρεί την υπ’ αριθ. 608/2013 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Πολυμελές Πρωτοδικείο, που δικάζει ως Εφετείο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές. Και Συμψηφίζει στο σύνολό της την μεταξύ των διαδίκων δικαστική δαπάνη και επί των δύο συνεκδικαζομένων αντιθέτων αιτήσεων.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα , στις 5 Μαΐου 2015.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 21 Μαΐου 2015.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ