Legislator Case Law & Legislation
662/2011 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against arbitration award, ruling procedural defects and evidence evaluation errors are not grounds for annulment.

Case Number 662/2011
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal against an arbitration award, rejecting arguments regarding procedural defects and evidence evaluation. The court found that the lower court properly considered all documents and oral submissions without requiring specific document identification. Furthermore, the court determined that alleged contradictions in the award's reasoning did not exist, as the criticisms amounted to errors in evidence assessment rather than legal unreasonableness.

Legislator headnote

AI generated

Articles 892, 893, 897 of the Code of Civil Procedure; The failure to deposit or imperfectly deposit an arbitration award, as well as its non-service to the parties, does not constitute grounds for annulment, and errors in evidence evaluation do not render an award unreasoned or contradictory.

Keywords

AI generated
arbitration award annulment procedural defects grounds evidence evaluation error contradictory reasoning Code of Civil Procedure arbitration law supreme court review

Cited Legislation

AI generated
Article 892, paragraphs 1, 1st and 2nd, item b, of the Code of Civil Procedure
Article 893 of the Code of Civil Procedure
Article 897, item 7 of the Code of Civil Procedure
Article 886, paragraph 2 of the Code of Civil Procedure
Article 559, items 1 and 19 of the Code of Civil Procedure
Articles 176 and 183 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
Case 378/2008 of the Court of Appeal of Crete

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 662 / 2011 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Περίληψη:

Διαιτησία. Αγωγή ακύρωσης διαιτητικής απόφασης. Η μη κατάθεση ή πλημμελής κατάθεση της απόφασης, καθώς και η μη επίδοσή της στους διαδίκους δεν αποτελούν λόγους ακύρωσης. Την μη προσήκουσα παράσταση διαδίκου νομιμοποιείται να επικαλεσθεί μόνο αυτός και όχι άλλος διάδικος. Υπέρβαση εξουσίας. Πότε συντρέχει. Εσφαλμένη εκτίμηση αποδείξεων. Δεν αποτελεί λόγο ακυρότητας της απόφασης. Ακατάληπτες και αντιφατικές διατάξεις απόφασης (Επικυρώνει την 378/2008 Εφετείου Κρήτης.

Αριθμός 662/2011

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ρένα Ασημακοπούλου, Αντιπρόεδρο, Αθανάσιο Κουτρομάνο, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Ευφημία Λαμπροπούλου και Γεράσιμο Φουρλάνο, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 13 Δεκεμβρίου 2010, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1.Ε. Θ. Κ., κατοίκου ..., 2.Α. συζ. Π. Γ., το γένος Θ. Κ., κατοίκου ..., 3. Χ. συζ. Ε. Π., το γένος Θ. Κ., κατοίκου ..., 4. Μ. συζ. Θ. Β., το γένος Θ. Κ., κατοίκου ..., 5.Α. Δ. Φ., κατοίκου ... ... και 6. Μ. Α. Σ., συζ. Α. Φ., κατοίκου ... .... Εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Κωνσταντέλλο.

Των αναιρεσιβλήτων: 1.Ε. Ν. Π., κατοίκου ..., 2. Α. Ι. Κ., συζ. Α. Μ., κατοίκου ... και 3. Ν. Γ. Π., κατοίκου ... ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Γρηγόριο Παπαδογιάννη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την υπ' αριθ. καταθ. 629/2006 αγωγή ακύρωσης διαιτητικής απόφασης των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Εφετείο ....

Εκδόθηκε η 378/2008 απόφαση του Εφετείου ..., την αναίρεση της οποίας ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 2-1-2009 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Χρυσόστομος Ευαγγέλου ανέγνωσε την από 2-12-2010 έκθεσή, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψη της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά τη διάταξη του άρθρου 892 παρ. 1 α' και 2 στοιχ. β' του ΚΠολΔ η διαιτητική απόφαση πρέπει να συντάσσεται εγγράφως, να υπογράφεται ιδιοχείρως από τους διαιτητές και να αναφέρει τον τόπο και το χρόνο της έκδοσης της. Κατά δε το άρθρο 893 του ίδιου κώδικα, η διαιτητική απόφαση ολοκληρώνεται από τη στιγμή που θα υπογραφεί σύμφωνα με το άρθρο 892.

Ο διαιτητής, ή αν είναι περισσότεροι διαιτητές ο επιδιαιτητής, ή με εντολή του ένας από τους διαιτητές, είναι υποχρεωμένος, αν δεν ορίζεται διαφορετικά από τη συμφωνία διαιτησίας, να καταθέσει το πρωτότυπο της διαιτητικής απόφασης στη γραμματεία του μονομελούς πρωτοδικείου της περιφέρειας στην οποία εκδόθηκε και να παραδώσει αντίγραφα της σ' αυτούς που συνομολόγησαν τη συμφωνία διαιτησίας.

Τέλος, κατά το άρθρο 897 αριθ. 5 του ΚΠολΔ η διαιτητική απόφαση μπορεί να ακυρωθεί και στην περίπτωση που παραβιάσθηκαν οι διατάξεις των άρθρων 886 παρ.2, 891 και 892 ΚΠολΔ. Από τις παραπάνω διατάξεις προκύπτει ότι δεν αποτελεί λόγο ακυρότητας της διαιτητικής απόφασης η μη κατάθεση της ή η πλημμελής κατάθεση της, καθώς και η μη επίδοση της στους διαδίκους, αφού η διαιτητική απόφαση ολοκληρώνεται και παράγει τις έννομες συνέπειες της από της υπογραφής της από τους διαιτητές.

Προκύπτει, επίσης, ότι ο χρόνος έκδοσης της απόφασης μπορεί να προκύπτει από οποιοδήποτε σημείο του κειμένου της, ακόμη από την κάτω από αυτήν αναφερόμενη ημερομηνία κατάθεσης της, η αναφορά δε του χρόνου έκδοσης αποσκοπεί στη δυνατότητα διαπίστωσης αν η απόφαση εκδόθηκε εντός του χρόνου ισχύος της συμφωνίας περί διαιτησίας, αφού διαφορετικά δημιουργείται λόγος ακύρωσης της από το άρθρο 897 αριθ. 2 του ΚΠολΔ.

Εξάλλου, λόγο αναίρεσης της απόφασης αποτελεί κατ' άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ και η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, τέτοιοι δε κανόνες ουσιαστικού δικαίου είναι και οι προαναφερόμενοι. Όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο δέχθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση του ότι η διαιτητική απόφαση, της οποίας ζητήθηκε με αγωγή η ακύρωση, εκδόθηκε στις 18-1-2006, ημερομηνία κατά την οποία, όπως αναφέρεται στην διαιτητική απόφαση, " το διαιτητικό δικαστήριο συνήλθε σε τελευταία συνεδρίαση προς έκδοση της παρούσας οριστικής αποφάσεως διαιτησίας ", σε κάθε δε περίπτωση στις 3-3-2006 κατά την οποία κατατέθηκε το πρωτότυπο της στη γραμματεία του μονομελούς πρωτοδικείου, όπως προκύπτει από τη σχετική επί της αποφάσεως πράξη κατάθεσης.

Δέχθηκε, επίσης, ότι η μη αναφορά στην πράξη κατάθεσης της διαιτητικής απόφασης του ονόματος του προσώπου που την κατέθεσε δεν δημιουργεί οποιαδήποτε ακυρότητα, αφού η διαιτητική απόφαση ολοκληρώνεται από και δια της υπογραφής της από τους διαιτητές. Με βάση τις παραδοχές αυτές, που ανταποκρίνονται στο περιεχόμενο της διαιτητικής απόφασης, όπως από την επισκόπηση αυτής προκύπτει, το Εφετείο απέρριψε ως αβάσιμους τους παραπάνω λόγους της αγωγής περί ακυρότητας της διαιτητικής απόφασης για το λόγο ότι δεν προκύπτει ο χρόνος δημοσίευσης της διαιτητικής απόφασης, ο οποίος ας σημειωθεί δεν συνδέεται με ακυρότητα της απόφασης, λόγω παρόδου του χρόνου ισχύος της διαιτητικής συμφωνίας, το πρόσωπο που κατέθεσε την απόφαση και η επίδοση αυτής στους αναιρεσείοντες.

Έτσι που έκρινε, το Εφετείο δεν παραβίασε τους κανόνες ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 886 παρ.2, 891, 892 και 897 αριθ. 5 του ΚΠολΔ και ο περί του αντιθέτου πρώτος υπό στοιχ. Α αναιρετικός λόγος, υπαγόμενος, κατ' ορθή εκτίμηση, στον αριθ. 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, και όχι στον επικαλούμενο με το αναιρετήριο αριθμ. 14 και 19 του ίδιου κώδικα, είναι αβάσιμος.

Υπέρβαση εξουσίας των διαιτητών, που αποτελεί λόγο ακύρωσης της διαιτητικής απόφασης κατ άρθρο 897 αριθ.4 Κ.Πολ.Δ., υφίσταται όταν οι διαιτητές αποφαίνονται επί θέματος που δεν υποβλήθηκε στη διαιτησία ή κείται πέραν αυτού, όπως συμβαίνει και όταν οι διαιτητές εφαρμόζουν κανόνες ουσιαστικού δικαίου διαφορετικούς από εκείνους που τα μέρη συμφώνησαν κατ' άρθρο 890 παρ.1 ΚΠολΔ ως εφαρμοστέους.

Ουδέποτε, όμως, συνιστά υπέρβαση εξουσίας η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή διατάξεως ουσιαστικού νόμου, η έλλειψη αιτιολογίας της διαιτητικής αποφάσεως ή η εσφαλμένη εκτίμηση του αποδεικτικού υλικού και η κατ' ακολουθίαν αυτής εσφαλμένη ουσιαστική κρίση (Α.Π. 537/2007, Α.Π. 71/1995). Οι όροι μιας σύμβασης δεν αποτελούν κανόνες ουσιαστικού δικαίου (Α.Π. 1687/1984).

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τη διαιτητική απόφαση και συνομολογείται εκατέρωθεν, αντικείμενο της συμφωνίας περί διαιτησίας ήταν κάθε διαφορά που θα προέκυπτε από τη μεταξύ των οικοπεδούχων και του εργολήπτη σύμβαση ανέγερσης πολυώροφης οικοδομής με το σύστημα της αντιπαροχής, τέτοια δε διαφορά είναι και αν οι νέοι εργολήπτες είχαν υποχρέωση να εφαρμόσουν τα αρχικά και μη εγκεκριμένα από την Πολεοδομία σχεδιαγράμματα, που είχαν προσαρτηθεί στην αρχική εργολαβία, ή τα εγκεκριμένα από την Πολεοδομία, που είχαν και αυτά προσαρτηθεί στη νέα εργολαβική σύμβαση μεταξύ των οικοπεδούχων και των νέων εργοληπτών, καθώς και αν έπρεπε να γίνει διόρθωση των συμβολαίων και του πίνακα κατανομής ποσοστών των οριζοντίων ιδιοκτησιών ώστε να εναρμονίζονται με τα εφαρμοσθέντα εγκεκριμένα σχεδιαγράμματα, ερωτήματα τα οποία τέθηκαν, μεταξύ άλλων, στο διαιτητικό δικαστήριο, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της διαιτητικής απόφασης και των πρακτικών του διαιτητικού δικαστηρίου.

Οι αναιρεσείοντες, με τον έκτο υπό στοιχ. δ' λόγο της αγωγής τους, ζήτησαν την ακύρωση της διαιτητικής απόφασης για το λόγο ότι το διαιτητικό δικαστήριο υπερέβη την εξουσία που του παρείχε η διαιτητική απόφαση, καθόσον αφενός δεν εφάρμοσε τα σχέδια της πολυκατοικίας που είχαν υπογράψει τα μέρη και είχαν προσαρτηθεί στη διαιτητική συμφωνία, αλλά τα μεταγενεστέρως εκπονηθέντα και συνοδεύοντα την οικοδομική άδεια σχεδιαγράμματα, τα οποία δεν τέθηκαν υπόψη τους και αφετέρου διέταξε τη διόρθωση των συμβολαίων και τη μεταβίβαση στους εργολήπτες των οφειλομένων χιλιοστών επί του οικοπέδου για να επακολουθήσει η παράδοση των ιδιοκτησιών.

Τον λόγο αυτό απέρριψε ως αβάσιμο το Εφετείο, δεχόμενο ότι το διαιτητικό δικαστήριο, με το να ερευνήσει τα ανωτέρω θέματα και να αποφανθεί επ' αυτών δεν υπερέβη την εξουσία του. Έτσι που έκρινε, το Εφετείο δεν παραβίασε τη διάταξη ουσιαστικού δικαίου του άρθρου 897 παρ.4 σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 867, 868 του ιδίου Κώδικα.

Υπέρβαση εξουσίας του διαιτητικού δικαστηρίου δεν υφίσταται βέβαια ούτε με την έννοια της εφαρμογής κανόνων ουσιαστικού δικαίου διαφορετικών από αυτούς που συμφωνήθηκαν (άρθρο 890 παρ. 1 ΚΠολΔ), καθόσον οι όροι της συμφωνίας ότι θα εφαρμοσθούν συγκεκριμένα σχεδιαγράμματα δεν αποτελούν κανόνες ουσιαστικού δικαίου.

Επομένως, ο δεύτερος υπό στοιχ. Β λόγος του αναιρετηρίου με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο παρά τον νόμο δεν κήρυξε απαράδεκτο λόγω υπέρβασης εξουσίας από το διαιτητικό δικαστήριο, υπαγόμενος, κατ' ορθή εκτίμηση στον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΙΊολΔ και όχι στον επικαλούμενο με την αναίρεση αριθ. 14 του ίδιου άρθρου, είναι αβάσιμος.

Με τον τρίτο υπό στοιχ. Γ λόγο αναίρεσης, αφού επαναλαμβάνονται οι αιτιάσεις που αποτελούν αντικείμενο των προηγούμενων αναιρετικών λόγων, προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο εσφαλμένα, αόριστα, μη νόμιμα και αναιτιολόγητα απέρριψε τους λόγους της αγωγής των αναιρεσειόντων περί ακυρότητας της διαιτητικής απόφασης για το λόγο ότι αυτή :

α ) κατά παράβαση του άρθρου 897 αριθ. 4 ΚΠολΔ θεώρησε ότι η τρίτη εναγόμενη Ν. Π. εκπροσωπήθηκε νομίμως υπό των λοιπών, β) θεώρησε ότι παρέστη κατά τη διαδικασία ο Σ. Γ., δηλαδή πρόσωπο άγνωστο στους ενάγοντες και δεν αναφέρεται ότι λήφθηκαν υπόψη οι ισχυρισμοί του 5ου και 6ης εκ των εναγόντων, γ) παραβίασε τη διάταξη του άρθρου 897 περ. 4 ΚΠολΔ, αφού δεν έκανε ρητή και αναλυτική μνεία των αποδεικτικών εγγράφων που έλαβε υπόψη της και δ ) είναι ακατάληπτη και αντιφατική, διότι : 1 ) καίτοι δέχεται τη συνυπογραφή, συναποδοχή και επισύναψη στα συμβολαιογραφικά έγγραφα των μεταξύ τους συμφωνιών, δεν αποφαίνεται ότι τελικώς δεσμεύονται εξ αυτών, αλλ' ανατρέχει στην οικοδομική άδεια, 2 ) διατάσσει διορθώσεις συμβολαίων με εντελώς εσφαλμένα και ανακριβή στοιχεία, 3 ) δεν κάνει μνεία για την πλήρωση του άρθρου 14 του υπ' αριθ. 2869/1997 εργολαβικού, 4 ) καίτοι δέχεται τα εμβαδά, τις ποσοστιαίες αναλογίες και τις διαστάσεις τελικά απαιτεί την τροποποίηση όλων αυτών παρά το γεγονός ότι και οι αντίδικοι τα έχουν συναποδεχθεί, 5 ) ενώ δέχεται ότι δεν αλλοιώνονται τα εμβαδά τελικά καταλήγει σε εσφαλμένο πίνακα αναλογιών και έτσι μεταβάλλει αυτά και 6 ) διατάσει διορθώσεις συμβολαίων χωρίς να διαλαμβάνεται στο σκεπτικό συγκεκριμένη αναφορά σε διαστάσεις και χιλιοστά.

Από τους ανωτέρω λόγους ακυρότητας της διαιτητικής απόφασης, ο υπό στοιχ. α' προβάλλεται προέχοντος χωρίς έννομο συμφέρον, αφού αναφέρεται στην μη προσήκουσα παράσταση άλλου διαδίκου, η οποία καθ' εαυτή δεν επιφέρει ακυρότητα της απόφασης, παρά μόνο αν παραβιάσθηκε το δικαίωμα ακροάσεως του, ακυρότητα την οποία μόνο ο διάδικος αυτός μπορεί να επικαλεσθεί όχι και οι ενάγοντες.

Ο υπό στοιχ. γ' ως άνω λόγος είναι μη νόμιμος, διότι από καμία διάταξη δεν επιβάλλεται η αναλυτική μνεία των εγγράφων που έλαβε υπόψη του το διαιτητικό δικαστήριο. Ο υπό στοιχ. δ' από το άρθρο 897 αριθ. 7 ΚΠολΔ ως άνω λόγος είναι μη νόμιμος, διότι τα ανωτέρω προς θεμελίωση του πραγματικά περιστατικά, ανεξάρτητα από την αοριστία τους, αναφέρονται σε εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων, που δεν ιδρύει λόγο ακυρότητας της διαιτητικής απόφασης και όχι σε ακατάληπτες ή αντιφάσεις διατάξεις του διατακτικού της απόφασης, οι οποίες και μόνο αποτελούν λόγο ακύρωσης της διαιτητικής απόφασης κατ' άρθρο 897 αριθ. 7 ΚΠολΔ.

Το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση του, απέρριψε τους ανωτέρω λόγους ακυρότητας της διαιτητικής απόφασης, δεχόμενο τα εξής : " Η Ν. Π. ( μία εκ των οικοπεδούχων ) είναι διάδικος στη διαιτητική διαδικασία, είτε απουσιάζει είτε παρίσταται, οι δε ισχυρισμοί της λαμβάνονται υπόψη κατά την ευρεία εξουσία περί αυτεπάγγελτης έρευνας των διαιτητών, εφόσον δεν ορίζεται διαφορετικά στη συμφωνία διαιτησίας...Ο Σ.

Γ. δεν παρέστη ως διάδικος στη διαιτητική διαδικασία, αλλά ως πληρεξούσιος των εργοληπτών υπέβαλε στο διαιτητικό δικαστήριο υπόμνημα...Από τη διαιτητική απόφαση προκύπτει ότι το διαιτητικό δικαστήριο έλαβε υπόψη του όλα τα έγγραφα που επικαλέσθηκαν οι διάδικοι, χωρίς να ήταν αναγκαία η εξειδίκευση των εγγράφων.

Επίσης έλαβε υπόψη του όλους τους ισχυρισμούς των διαδίκων που παρουσιάσθηκαν και υποβλήθηκαν προφορικά (όπως του 5ου ενάγοντος) και εγγράφως με τις προτάσεις και τα υπομνήματα, ενώ ουδόλως προκύπτει ότι κατατέθηκαν ιδιαιτέρως προτάσεις ή υπόμνημα από το δικηγόρο του 5ου και 6ης των εναγόντων, τα οποία δεν ελήφθησαν υπόψη.

Άλλωστε με την προσθήκη των προτάσεων τους οι ενάγοντες συνομολογούν σαφώς τούτο, ισχυριζόμενοι ότι η εν λόγω δικηγόρος συνυπέγραψε τις προτάσεις που κατέθεσε ο προαναφερόμενος δικηγόρος των οικοπεδούχων, οι οποίες προτάσεις όμως κατά τα ανωτέρω ελήφθησαν υπόψη από το δικαστήριο. Επομένως, τηρήθηκαν κατά τη διαιτησία οι επιβαλλόμενες από τη διάταξη του άρθρου 886 παρ.2 ΚΠολΔ αρχές της ισότητας των διαδίκων και της ακροάσεως όλων των πλευρών ...

Όλες οι επικαλούμενες με τον 6° λόγο ακύρωσης που στηρίζεται στο άρθρο 897 περ. 7 ΚΠολΔ επιμέρους αιτιάσεις, δεν αναφέρονται με σαφήνεια και σε συγκεκριμένα σημεία του διατακτικού, από τα οποία να προκύπτει ακατάληπτο ή αντίφαση σ' αυτό. Ειδικότερα επικαλούνται ότι, ενώ η προσβαλλόμενη απόφαση δέχεται ότι οι εναγόμενοι είχαν συνυπογράψει με τα μεταξύ τους συμβολαιογραφικά έγγραφα υποχρεώσεις που αφορούσαν το χρόνο παράδοσης των διαμερισμάτων και τις ποινικές ρήτρες, βασιζόμενη (η απόφαση) στην οικοδομική άδεια δέχεται ότι δεν τους δεσμεύουν και διατάσσει διόρθωση των συμβολαίων, μη εκτιμώντας τις συμφωνίες, τα αποδεικτικά έγγραφα και τα προκύπτοντα πραγματικά περιστατικά, συντάσσοντας και πίνακα χιλιοστών που επισυνάπτεται στην απόφαση με εσφαλμένα στοιχεία των ιδιοκτησιών τους και μάλιστα του 5ου και 6ης από αυτούς, ότι ενώ θεώρησε εσφαλμένως (η απόφαση) ότι είναι (οι ενάγοντες) υπερήμεροι στην αποδοχή των ιδιοκτησιών που περιέρχονται σ'αυτούς, δεν κάνει μνεία αν έχουν πληρωθεί οι προς τούτο τασσόμενοι με το εργολαβικό όροι προσκλήσεως τους.

Όλες όμως οι αιτιάσεις αυτές ανάγονται σε εσφαλμένη κατά τους ενάγοντες εκτίμηση των αποδείξεων, η οποία δεν αποτελεί λόγο ακυρότητας της απόφασης και η οποία κακή εκτίμηση δεν καθιστά ακατάληπτο ή αντιφατικό τόσο το αιτιολογικό όσο και το διατακτικό της απόφασης...". Έτσι που έκρινε, το Εφετείο δεν παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 886 παρ. 2, 897 αριθ. 4, 5 και 7 ΚΠλΔ και δεν στέρησε την απόφαση του νόμιμης βάσης, αφού διέλαβε σαφείς και πλήρεις αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο.

Επομένως, ο εξεταζόμενος από το άρθρο 559 αριθ. 1 και 19 ΚΠολΔ λόγος του αναιρετηρίου είναι αβάσιμος.

Κατ' ακολουθίαν, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, που δεν κατέθεσαν προτάσεις ( άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ ).

ΓΙΑ ΤΟΥ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 2-1-2009 αίτηση των Ε. Κ. κ.λ.π. για αναίρεση της υπ' αριθ. 378/2008 αποφάσεως του Εφετείου ....

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800)ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 29 Μαρτίου 2011.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 2 Μαΐου 2011.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ