Supreme Court dismisses appeal on inadmissibility grounds for arguments not raised or properly transferred to second instance.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request for cassation against the Athens Court of First Instance's decision. The appellant argued that the lower court erred in rejecting her claim regarding the invalidity of her employment contract termination under Article 24 of the Revised European Social Charter. The court ruled that this specific legal ground was inadmissible because it was not properly raised as a separate appeal at the second instance level, having been rejected by the first instance as legally unfounded. Consequently, the appeal was rejected, and the appellant was ordered to pay the respondent's legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArticles 561 and 562 of the Code of Civil Procedure; An appeal is inadmissible if the grounds relied upon were not properly raised at the second instance or if the relevant first-instance decision was not transferred to the second instance as substantively valid.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 661 / 2024 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 661/2024
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Πιπιλίγκα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωάννα Μαργέλλου - Μπουλταδάκη, Ιωάννη Δουρουκλάκη, Νικόλαο Πουλάκη και Μαλαματένια Κουράκου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 16 Ιανουαρίου 2024, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Θ. Χ. του Η., κατοίκου Κ. Αττικής. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Γαβαλά, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., ο oποίος κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσίβλητης: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΚΛΙΝΙΚΗ ΕΥΑΓΓΕΛΙΣΤΡΙΑ Α.Ε.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρο τους της Αρετή Βλαστού και Κωνσταντίνο Γάτσιο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., οι oποίοι κατέθεσαν προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από ...-2017 (με αριθμό κατάθεσης .../2017) αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2180/2018 του ίδιου Δικαστηρίου και .../2019 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από ...-2021 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη από 15 Νοεμβρίου 2021 με αριθ. κατάθ. .../.../...-2021 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η, αντιμωλία των διαδίκων, εκδοθείσα κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών-εργατικών διαφορών με αριθμό .../19-11-2019 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, κατόπιν άσκησης της από 21 Δεκεμβρίου 2018 και με αριθ.καταθ. .../.../21-12-2018 έφεσης της εναγόμενης και ήδη αναιρεσίβλητης κατά της εκδοθείσας αντιμωλία των διαδίκων κατά την ίδια διαδικασία με αριθμό 2180/2018 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία δικάστηκε η από 19 Οκτωβρίου 2017 και με αριθ.
κατάθ..../.../2017 αγωγή της ενάγουσας. Με την αγωγή της αυτή η ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα εξέθετε ότι στις 19-4-2016 προσλήφθηκε από την εναγόμενη και ήδη αναιρεσίβλητη ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "ΚΛΙΝΙΚΗ ΕΥΑΓΓΕΛΙΣΤΡΙΑ ΑΕ", με έγγραφη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, διάρκειας τριών μηνών, προκειμένου να εργαστεί στην παθολογική κλινική του ιδιωτικού θεραπευτηρίου που διατηρεί, με την ειδικότητα της βοηθού νοσηλεύτριας, υπό συνθήκες πλήρους απασχόλησης, έναντι μηνιαίου μισθού ύψους 586,08 ευρώ.
Ότι στις 19-7-2016, η σύμβαση εργασίας της, δυνάμει σχετικής έγγραφης συμφωνίας, παρατάθηκε για χρονικό διάστημα τριών ακόμα μηνών, ενώ στις ...-2016, δυνάμει νέας έγγραφης συμφωνίας, μετατράπηκε σε αορίστου χρόνου, με τους ίδιους κατά τα λοιπά όρους. Ότι στις 4-2-2017 υπέστη εργατικό ατύχημα, με αποτέλεσμα να λάβει διαδοχικές αναρρωτικές άδειες μέχρι τις 19-4-2017, κατά τα ειδικότερα εκτιθέμενα στην αγωγή.
Ότι η εναγόμενη, στις 13-4-2017, κατήγγειλε τη σύμβαση εργασίας της, η καταγγελία δε αυτή είναι άκυρη: α)ως καταχρηστική, διότι έγινε λόγω των αναρρωτικών αδειών που έλαβε η ενάγουσα εξαιτίας του τραυματισμού της από το εργατικό ατύχημα, παρότι η αναρρωτική της άδεια επρόκειτο να λήξει στις 19-4-2017, οπότε και θα επέστρεφε στην εργασία της, β)διότι έλαβε χώρα κατά παράβαση της διάταξης του άρθρου 24 του Αναθεωρημένου Ευρωπαϊκού Κοινωνικού Χάρτη, που κυρώθηκε με τον ν. 4359/2016, με την οποία επιβάλλεται υποχρέωση περί αιτιολογημένης καταγγελίας της σύμβασης εργασίας του εργαζόμενου, εκ μέρους του εργοδότη, γ)διότι έλαβε χώρα χωρίς την καταβολή αποζημίωσης απόλυσης, κατά παράβαση της διάταξης του άρθρου 4 του ίδιου ως άνω Αναθεωρημένου Ευρωπαϊκού Κοινωνικού Χάρτη.
Ότι εξαιτίας των συνθηκών υπό τις οποίες η εναγόμενη κατήγγειλε τη σύμβαση εργασίας της, προκλήθηκε προσβολή της προσωπικότητά της, με συνέπεια να υποστεί ηθική βλάβη. Ζητούσε, δε, κατόπιν αυτών: α)να αναγνωριστεί η ακυρότητα της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας της και να υποχρεωθεί η εναγόμενη να αποδέχεται τις προσηκόντως προσφερόμενες υπηρεσίες της, με την απειλή επιβολής σε βάρος της χρηματικής ποινής ποσού 150 ευρώ, για κάθε ημέρα άρνησής της να την απασχολεί, κατά παράβαση της απόφασης που θα εκδοθεί, β)να υποχρεωθεί η εναγόμενη να της καταβάλει το συνολικό ποσό των 7.912,08 ευρώ για μισθούς υπερημερίας διάρκειας δώδεκα μηνών, συμπεριλαμβανομένων των επιδομάτων εορτών Χριστουγέννων και Πάσχα, γ)να υποχρεωθεί η εναγόμενη να της καταβάλει το ποσό των 2.000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση λόγω της ηθικής βλάβης που υπέστη, νομιμοτόκως τα ανωτέρω ποσά κατά τις αναφερόμενες στην αγωγή διακρίσεις.
Επί της ως άνω αγωγής εκδόθηκε η με αριθμό 2180/2018 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία η αγωγή απορρίφθηκε ως μη νόμιμη, κατά τις βάσεις της εκ της παράβασης των διατάξεων των άρθρων 24 και 4 του Αναθεωρημένου Ευρωπαϊκού Κοινωνικού Χάρτη, που κυρώθηκε με τον ν. 4359/2016, καθώς και ως προς το παρεπόμενο αίτημα αυτής, περί απειλής σε βάρος της εναγομένης, χρηματικής ποινή, έγινε εν μέρει δεκτή η αγωγή ως κατ' ουσίαν βάσιμη, ως προς την βάση της εκ της ακυρότητας της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας ως καταχρηστικής κατ' άρθρο 281 ΑΚ και, αφού αναγνωρίστηκε η ακυρότητα της καταγγελίας της ένδικης σύμβασης εργασίας, υποχρεώθηκε η εναγόμενη, αφενός μεν να αποδέχεται τις υπηρεσίες της ενάγουσας, αφετέρου δε να της καταβάλει το ποσό των 7.912,08 ευρώ για μισθούς υπερημερίας και το ποσό των 500 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση λόγω της ηθικής βλάβης που υπέστη εκ της προσβολής της προσωπικότητάς της, νομιμοτόκως τα ως άνω ποσά κατά τις αναφερόμενες στην απόφαση διακρίσεις.
Με την προσβαλλόμενη απόφαση, έγινε τυπικά και κατ'ουσίαν δεκτή η από 21-12-2018 έφεση της εναγομένης, εξαφανίστηκε η εκκαλούμενη απόφαση κατά το κεφάλαιο που δέχτηκε εν μέρει την αγωγή, κατά το οποίο είχε μεταβιβασθεί με την έφεση στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο και απορρίφθηκε η αγωγή ως κατ'ουσίαν αβάσιμη.
Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα εντός διετίας από τη δημοσίευση της προσβαλλομένης απόφασης, της οποίας, από τα στοιχεία του φακέλου, δεν προέκυψε επίδοση αυτής. (άρθ. 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ.1 και 144 του ΚΠολΔ). Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθ. 577 παρ.1 του ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και τη βασιμότητα του λόγου της (άρθ. 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ).
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ.1 εδ. α του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2022, ΟλΑΠ 3/2020,
ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006). Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ 319/2017, ΑΠ 1420/2013). Για το ορισμένο του ανωτέρω από τον αριθμό 1α του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγου αναίρεσης πρέπει να διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο τόσο η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε, όσο και το αποδιδόμενο στην προσβαλλομένη απόφαση νομικό σφάλμα, ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου, στη δε περίπτωση της κατ' ουσίαν έρευνας της υπόθεσης πρέπει επίσης να παρατίθενται στο αναιρετήριο οι παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά από αυτήν και υπό τα οποία συντελέσθηκε η επικαλουμένη παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 20/2005, ΑΠ 1620/2022, ΑΠ 1471/2022, ΑΠ 718/2020, ΑΠ 109/2020).
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 522 ΚΠολΔ, με την άσκηση της έφεσης η υπόθεση μεταβιβάζεται στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, μέσα στα όρια που καθορίζονται από την έφεση και τους πρόσθετους λόγους. Περαιτέρω, από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι με την άσκηση της έφεσης δεν μεταβιβάζεται στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο ολόκληρη η υπόθεση, αλλά μόνον στην έκταση που καθορίζεται από το αιτητικό της έφεσης και από τους λόγους, που περιέχονται στο δικόγραφό της, καθώς και στο δικόγραφο των προσθέτων λόγων.
Η ρύθμιση του μεταβιβαστικού αποτελέσματος, που αποτελεί ειδική εκδήλωση των αρχών της συζήτησης και διάθεσης, που καθιερώνονται από το άρθρο 106 ΚΠολΔ, σημαίνει ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δεν έχει την εξουσία να εξαφανίσει την προσβαλλόμενη απόφαση παρά μόνο ως προς εκείνες τις διατάξεις, των οποίων την εξαφάνιση ζήτησε ο εκκαλών και, κατ` αρχήν, μόνο για τους λόγους στους οποίους στηρίχθηκε το αίτημα του εκκαλούντος και ότι αν γίνει δεκτή η έφεση ως βάσιμη και εξαφανισθεί η εκκαλούμενη απόφαση, η επανεξέταση της ουσίας της υπόθεσης θα γίνει επίσης με γνώμονα τα αιτήματα του εκκαλούντος, με βάση, δηλαδή, τα εκκληθέντα κεφάλαια. "Κεφάλαιο" θεωρείται η αυτοτελής αίτηση δικαστικής προστασίας, που δημιουργεί χωριστό αντικείμενο δίκης, στα πλαίσια της ιδίας διαφοράς, και εκκρεμοδικία, για την οποία εκδόθηκε χωριστή διάταξη της αποφάσεως (ΑΠ 344/2020, ΑΠ 1090/2018).
Εξάλλου, κατά το άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος ο λόγος αναίρεσης που στηρίζεται σε ισχυρισμό ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση και γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη ή το δεδικασμένο.
Η διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής, ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναίρεσης, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο.
Πρέπει δηλαδή ν` αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι ο ισχυρισμός που στηρίζει το λόγο αναίρεσης, είχε προταθεί στο δικαστήριο το οποίο εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, και μάλιστα ότι είχε προταθεί παραδεκτώς και νομίμως.
Συνεπώς ο ισχυρισμός πρέπει να παρατίθεται στο αναιρετήριο, όπως προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας, να αναφέρεται δε και ο χρόνος και τρόπος πρότασής του, ή επαναφοράς του στο ανωτέρω δικαστήριο, ώστε να μπορεί να κριθεί, αν ήταν νόμιμος και παραδεκτός, αν δε συντρέχει εξαιρετική περίπτωση των εδαφ. α`- γ` της παρ. 2 του άρθρου 562 ΚΠολΔ, πρέπει να εκτίθεται στο αναιρετήριο η περίπτωση αυτή (Ολ. ΑΠ 15/2000, ΑΠ 1304/2022, ΑΠ 94/2020, ΑΠ 403/2019).
Στην προκειμένη περίπτωση, με το μοναδικό αναιρετκό λόγο, κατ'εκτίμηση του δικογράφου, η αναιρεσείουσα, προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια εκ του αρ.1α του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, ότι κατ' εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 24 του Αναθεωρημένου Ευρωπαϊκού Κοινωνικού Χάρτη, που κυρώθηκε με τον ν. 4359/2016 και 281 ΑΚ, το Εφετείο δέχτηκε ότι δεν ήταν άκυρη η καταγγελία της σύμβασης εργασίας της και απέρριψε την αγωγή, ενώ αντιθέτως, έπρεπε να κρίνει ότι η καταγγελία της σύμβασης ήταν άκυρη ως αντιβαίνουσα στις ως άνω διατάξεις του άρθρου 24 ΑΕΚΧ .
και 281 ΑΚ και να δεχτεί την αγωγή της. ' Ο λόγος αυτός κατά το σκέλος που αφορά την παραβίαση της ουσιαστικού δικαίου διάταξης του άρθρου 24 του ΑΕΚΧ, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος κατ' άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, καθόσον, ο ισχυρισμός αυτός προτάθηκε απαραδέκτως στο Εφετείο, με τις προτάσεις της εφεσίβλητης, διότι αφορούσε αγωγική βάση που απορρίφθηκε πρωτοδίκως ως μη νόμιμη και δεν μεταβιβάστηκε στο Εφετείο, με αντίθετη έφεση της ενάγουσας.
Σύμφωνα δε και με τις προεκτεθείσες νομικές σκέψεις, απορρίφθηκε ορθά ως απαραδέκτως προταθείς ισχυρισμός, όπως προκύπτει από την επισκόπηση κατ' άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ της προσβαλλόμενης απόφασης, με την ακόλουθη αιτιολογία: "πρέπει δε να σημειωθεί ότι η ενάγουσα με τις έγγραφες προτάσεις της ενώπιον του παρόντος δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, απαραδέκτως προβάλει ισχυρισμούς που αφορούν στις βάσεις της αγωγής περί της ακυρότητας της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας της λόγω παραβίασης των διατάξεων των άρθρων 24 και 4 του Αναθεωρημένου Ευρωπαϊκού Κοινωνικού Χάρτη, που κυρώθηκε με τον ν. 4359/2016, καθώς στην προκειμένη περίπτωση, σύμφωνα με το μεταβιβαστικό αποτέλεσμα της υπό κρίση έφεσης κατ' άρθρο 522 ΚΠολΔ, εκκαλείται η απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, μόνο κατά το μέρος που έκανε δεκτή ως ουσιαστικά βάσιμη τη βάση της αγωγής εκ της παραβίασης της διάταξης του άρθρου 281 ΑΚ, χωρίς να μπορούν να εξεταστούν οι παραπάνω βάσεις της αγωγής, που κρίθηκαν από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο και απορρίφθηκαν ως μη νόμιμες, εφόσον η ενάγουσα δεν άσκησε για το λόγο αυτό έφεση ή αντέφεση".
Όσον αφορά την παραβίαση του άρθρου 281 ΑΚ ο εξεταζόμενος λόγος αναίρεσης είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος λόγω αοριστίας, διότι δεν εκτίθεται στο αναιρετήριο το αποδιδόμενο στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση ερμηνευτικό ή υπαγωγικό σφάλμα ως προς την παραπάνω διάταξη και η ουσιώδης επιρροή του σφάλματος στην έκβαση της δίκης.
Κατόπιν αυτών, μη υπάρχοντος άλλου λόγου, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα, λόγω της ήττας της στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις, κατόπιν σχετικού αιτήματός της (άρθρα 176, 183 και 191 παρ.2 του ΚΠολΔ), όπως ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 15 Νοεμβρίου 2021 με αριθ. κατάθ. .../.../...-2021 αίτηση για αναίρεση της με αριθμό .../19-11-2019 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ .
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 27 Φεβρουαρίου 2024.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 10 Μαΐου 2024.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ