Supreme Court dismisses appeal where defendant's absence prevents valid acceleration of appeal hearing proceedings.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal filed by the Municipality of Nafplio against a lower court's decision on compensation rates. The defendant, an individual, failed to appear at the appeal hearing, and the court found no evidence that the appellant had validly accelerated the proceedings. Consequently, the court ruled the appeal inadmissible under the Civil Procedure Code.
Legislator headnote
AI generatedArticles 108, 110§2, 498§1, 568§§4 and 576§§1-3 of the Civil Procedure Code: If a party fails to appear at an appeal hearing despite valid summons, the court must determine if the other party accelerated the hearing; if not, the appeal is inadmissible.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 661 / 2022 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 661/2022
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ευστάθιο Νίκα, Μαρία Βάρκα, Άννα Αγγελάτου - Βασιλείου και Αλεξάνδρα Αποστολάκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 3 Δεκεμβρίου 2021, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: ΝΠΔΔ με την επωνυμία "ΔΗΜΟΣ ΝΑΥΠΛΙΕΩΝ", που εδρεύει στο Ναύπλιο και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Γκότση.
Του αναιρεσιβλήτου: Γ. Ν. του Ο., κατοίκου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-11-2016 αίτηση καθορισμού οριστικής τιμής μονάδος αποζημίωσης απαλλοτρίωσης του ήδη αναιρεσείοντος (μετά την έκδοση της 378/2016 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ναυπλίου που καθόρισε προσωρινή τιμή μονάδος αποζημίωσης), που κατατέθηκε στο Τριμελές Εφετείο Ναυπλίου και συνεκδικάστηκε με την διά των προτάσεων ανταίτηση του ήδη αναιρεσιβλήτου.
Εκδόθηκε η 359/2018 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Ναυπλίου, την αναίρεση της οποίας ζητεί το αναιρεσείον με την από 6-11-2018 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Αλεξάνδρα Αποστολάκη, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο το αναιρεσείον όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις των άρθρων 108, 110§2, 498§1, 568§§4 και 576§§1-3 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι, αν κατά τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί, αλλά δεν λάβει μέρος στη συζήτηση με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κάποιος διάδικος, το δικαστήριο ερευνά αυτεπαγγέλτως, ποιος από τους διαδίκους επέσπευσε τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης και αν μεν τη συζήτησή της επέσπευσε εγκύρως ο απολειπόμενος διάδικος, κλητεύοντας νόμιμα και εμπρόθεσμα τους λοιπούς ή κλητεύθηκε ο ίδιος νόμιμα και εμπρόθεσμα από τον επισπεύδοντα τη συζήτηση άλλο διάδικο, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι.
Διαφορετικά, αν δηλαδή δεν προκύπτει έγκυρη επίσπευση της συζήτησής της ή δεν μπορεί να διαπιστωθεί ποιος διάδικος επέσπευσε τη συζήτησή της, αυτή κηρύσσεται απαράδεκτη και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήση (ΑΠ 1237/2018, ΑΠ 1395/2017). Στην προκειμένη περίπτωση, από την από 23-5-2019 επισημείωση του αρμόδιου Δικαστικού Επιμελητή Χ.
Κ. στο προσκομιζόμενο από τον αναιρεσείοντα αντίγραφο της από 6-11-2018 και με αριθμ. κατάθ. 70/6-11-2018 αίτησης αναίρεσής του προκύπτει, ότι ακριβές αντίγραφο αυτής με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση του αναιρεσίβλητου προς τον αναιρεσείοντα, για να παραστεί στην αρχική δικάσιμο της 21-2-2020, επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως στον δεύτερο με επιμέλεια του πρώτου.
Κατά τη δικάσιμο εκείνη η συζήτηση αναβλήθηκε για τη δικάσιμο της 2-4-2021, κατά την οποία ματαιώθηκε και κατ' άρθρο 83 παρ. 2 και 3 του Ν 4790/2021 σε συνδυασμό με το άρθρο 568 παρ. 2 του ΚΠολΔ, το άρθρο 26 του Ν 4792/2021 και την Πράξη της Προέδρου του Δ' Τμήματος του Αρείου Πάγου προσδιορίσθηκε αυτεπαγγέλτως για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας.
Ο αναιρεσίβλητος, όμως, ο οποίος επέσπευσε τη συζήτηση κατά την αρχική δικάσιμο, δεν παραστάθηκε κατά τη σημερινή δικάσιμο, όταν η υπόθεση εκφωνήθηκε για συζήτηση, με τη σειρά της από το οικείο πινάκιο, ούτε κατέθεσε, κατ' άρθρο 242 παρ.2 ΚΠολΔ, δήλωση, ότι δεν θα παραστεί κατά την εκφώνηση. Επομένως, η συζήτηση πρέπει να προχωρήσει παρά τη δικονομική απουσία του αναιρεσίβλητου (άρθρα 568 παρ. 4 εδ.
β και 576 παρ. 1-2 του ΚΠολΔ).
Με την κρινόμενη από 6-11-2018 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η, εκδοθείσα κατά την ειδική διαδικασία των απαλλοτριώσεων, υπ' αριθμ. 359/2018 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Ναυπλίου, με την οποία έγινε εν μέρει δεκτή η αίτηση του ήδη αναιρεσείοντος Οργανισμού Τοπικής Αυτοδιοίκησης, με την επωνυμία Δήμος Ναυπλιέων, απορρίφθηκε ως απαράδεκτη η εκπροθέσμως ασκηθείσα διά των προτάσεων του καθ' ου και ήδη αναιρεσίβλητου ανταίτηση και καθορίσθηκε η οριστική τιμή μονάδας αποζημίωσης για την απαλλοτριωθείσα εδαφική έκταση, εμβαδού 292,22 τ.μ., στο ποσό των 600 ευρώ/τ.μ., με φερόμενο ιδιοκτήτη της απολλοτριωθείσας έκτασης τον τελευταίο.
Για το παραδεκτό της ασκήσεως της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης και για την πρόσληψη του πληρεξουσίου δικηγόρου του ο αναιρεσείων ως άνω Οργανισμός Τοπικής Αυτοδιοίκησης προσκομίζει, κατ' άρθρο 72 παρ. 1 εδ. ιγ' και ιε', αντίστοιχα, του Ν 3852/2010, την 16/2020 απόφαση της οικονομικής επιτροπής του, καθώς και το 11348/3.12.2021 ειδικό πληρεξούσιο της Συμβολαιογράφου Ναυπλίου Ευαγγελίας Σωτηροπούλου (ΟλΑΠ 13/2018, ΑΠ 124/2020, ΑΠ 322/2019, 53-54/2018, ΑΠ 2084/2017).
Από τα άρθρα 118 παρ. 4, 566 παρ. 1, 577 παρ. 3 και 578 του ΚΠολΔ συνάγεται ότι, όταν η αγωγή (ή αίτηση) κρίθηκε κατ' ουσίαν βάσιμη ή αβάσιμη, για να είναι ορισμένος και άρα παραδεκτός ο λόγος αναίρεσης, με τον οποίο προσάπτεται στο δικαστήριο της ουσίας ευθεία ή εκ πλαγίου παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ( άρθρ.559 αριθμ. 1 και 19 ΚΠολΔ), δεν αρκεί να εκτίθενται στο αναιρετήριο το κατά την εκδοχή του αναιρεσείοντος πραγματικό μέρος της υπόθεσης, η έννοια που αποδίδει αυτός στη διάταξη, που φέρεται, ότι παραβιάσθηκε και το συμπέρασμα του δικαστηρίου, που φέρεται ως προϊόν ερμηνευτικού ή υπαγωγικού σφάλματος, αλλά πρέπει, επιπλέον, να αναφέρονται με πληρότητα και σαφήνεια οι ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε το δικαστήριο ως θεμελιωτικά της κρίσης του για το βάσιμο ή αβάσιμο της αγωγής.
Και τούτο διότι η ευδοκίμηση της αναίρεσης εξαρτάται από την ορθότητα όχι των νομικών αιτιολογιών, αλλά του διατακτικού της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρ. 578 του ΚΠολΔ), το οποίο συνάπτεται αιτιωδώς με τις ουσιαστικές παραδοχές του δικαστηρίου. Επομένως, η παράθεση των παραδοχών αυτών στο αναιρετήριο είναι αναγκαία για να μπορεί να ελεγχθεί, με βάση το περιεχόμενό του, αν η αποδιδόμενη στην απόφαση παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου οδήγησε σε εσφαλμένο διατακτικό ή αν τα δεκτά γενόμενα από το δικαστήριο πραγματικά περιστατικά αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς στην απόφαση, ώστε να αποβαίνει ανέφικτος ο έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου.
Εξάλλου, δεν επιτρέπεται η συμπλήρωση του αναιρετηρίου με αναφορά στην προσβαλλόμενη απόφαση ή σε άλλα διαδικαστικά έγγραφα (ΟλΑΠ 2/2019, ΟλΑΠ 27/1998, ΑΠ 297/2019, ΑΠ 1644/2010, ΑΠ 308/2007). Στην προκειμένη περίπτωση, με τον 1ο λόγο της αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ και ειδικότερα, ότι το Εφετείο παραβίασε τις διατάξεις του άρθρου 1 παρ. 1, 2 και 8 του ΝΔ 690/1948 "περί συμπληρώσεως των περί σχεδίων πόλεων διατάξεων", τις οποίες αν είχε λάβει υπόψη, θα είχε κρίνει, ότι ο αναιρεσίβλητος στερείται εννόμου συμφέροντος και δεν δικαιούται αποζημίωσης, καθόσον δεν είναι κύριος της εδαφικής έκτασης, για την οποία αιτείται αποζημίωση.
Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι δεν μνημονεύονται στο αναιρετήριο οι παραδοχές της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, αλλά μόνο οι παραδοχές άλλων αποφάσεων, που έκριναν σχετικά με την εφαρμογή των ανωτέρω διατάξεων του 690/1948 επί της απαλλοτρίωσης άλλων ακινήτων στην ίδια περιοχή της πόλης του Ναυπλίου.
Περαιτέρω, ο αναιρεσείων προσάπτει με τον 3ο λόγο του την πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του ίδιου Κώδικα, υποστηρίζοντας ότι η προσβαλλόμενη στερείται νόμιμης βάσης, διότι "δεν έχει την παραμικρή αναφορά και αιτιολογία στο "ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης", ήτοι στο γεγονός ότι οι προκάτοχοι του αντιδίκου υπήρξαν επισπεύδοντες κατά την επέκταση του σχεδίου πόλεως του 1959 και επομένως αυτός στερείται παντελώς εννόμου συμφέροντος".
Ο λόγος αυτός είναι ομοίως απορριπτέος ως απαράδεκτος, λόγω ελλείψεως των παραδοχών της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης. Ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 8 περ. β' του άρθρου 559 του ΚΠολΔ ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη του πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.
Ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται, αν το δικαστήριο που δίκασε έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό που προτάθηκε και τον απέρριψε για οποιονδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (ΑΠ 250/2014), γεγονός που συμβαίνει και όταν η απόφαση περιέχει παραδοχές αντίθετες με τον ισχυρισμό (ΟλΑΠ 11/1996, ΑΠ 1021/2019, ΑΠ 1150/2011). Ως "πράγματα", κατά την έννοια της διάταξης αυτής, νοούνται οι νόμιμοι, παραδεκτοί, ορισμένοι και λυσιτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό, είτε ως αμυντικό μέσο και, συνακόλουθα, στηρίζουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης, αντένστασης ή λόγου έφεσης, όχι, όμως, και οι αιτιολογημένες αρνήσεις τους, ούτε οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, αλλά ούτε και οι μη νόμιμοι, απαράδεκτοι, αόριστοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και στους οποίους το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει (ΟλΑΠ 14/2004, ΑΠ 595/2020, ΑΠ 87/2013).
Ακόμη "πράγμα", κατά την έννοια της ίδιας διάταξης, είναι κάθε περιστατικό που, αφηρημένως λαμβανόμενο, οδηγεί, κατά νόμο, στη γέννηση ή κατάλυση του ασκούμενου με την αγωγή ή την ένσταση δικαιώματος, ανεξάρτητα από τη βασιμότητά του, η οποία είναι ζητούμενο της αποδεικτικής διαδικασίας και όχι προϋπόθεση αυτοτέλειας του ισχυρισμού (ΑΠ 760/2020).
Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων παραπονείται με το δεύτερο σκέλος του 2ου λόγου του, ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό του περί ελλείψεως εννόμου συμφέροντος του αναιρεσίβλητου και ότι συνεπεία τούτου δεν οφείλεται σ' αυτόν η παραμικρή αποζημίωση. Η αιτίαση αυτή είναι απορριπτέα ως αβάσιμη, διότι από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης (άρθρο 561 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δικ.), προκύπτει ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό αυτό και, εκ του πράγματος, τον απέρριψε κατ' ουσίαν, δεχόμενο τα αντίθετα, απ' όσα υποστηρίζει ο αναιρεσείων με αυτόν (ισχυρισμό), καθόσον καθόρισε την οριστική τιμή μονάδας αποζημίωσης του ένδικου ακινήτου, με φερόμενο ιδιοκτήτη τον ήδη αναιρεσίβλητο, διάταξη, που προϋποθέτει την παραδοχή για την ύπαρξη έννομου συμφέροντός του προς τούτο.
Ο αναιρετικός λόγος του αριθμού 11 του άρθρου 559 ΚΠολΔ δημιουργείται, αν το δικαστήριο της ουσίας παρέλειψε να λάβει υπόψη του, κατά τη διαμόρφωση της αποδεικτικής του κρίσης, αποδεικτικά μέσα που παραδεκτώς και νομίμως επικαλέσθηκαν οι διάδικοι και τα οποία ήταν χρήσιμα προς άμεση ή έμμεση απόδειξη πραγματικών γεγονότων με ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, δηλαδή στο διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης.
Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος κατ' ουσίαν, όταν το δικαστήριο βεβαιώνει στην απόφασή του ότι έλαβε υπόψη τα συγκεκριμένα αποδεικτικά μέσα, για τα οποία προτείνεται ο αναιρετικός λόγος, ή ότι έλαβε υπόψη όλα τα με επίκληση προσκομιζόμενα έγγραφα, έστω και χωρίς στην απόφαση να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση του καθενός απ' αυτά, εκτός αν, παρά τη βεβαίωση αυτή, από το περιεχόμενο της απόφασης και, ιδίως, από τις αιτιολογίες, καταλείπονται αμφιβολίες για τη συνεκτίμηση όλων ή ορισμένων εγγράφων, οπότε είναι ουσιαστικά βάσιμος ο κρίσιμος λόγος αναίρεσης.
Με το πρώτο σκέλος του 2ου λόγου του ο αναιρεσείων προσάπτει στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 11γ του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, υποστηρίζοντας ότι δεν λήφθηκαν υπόψη "τα έγγραφα που προσκομίσθηκαν καθώς και οι συναφείς με το από 2-5-1959 Βασιλικό Διάταγμα δικαστικές αποφάσεις", από τα οποία έγγραφα προσδιορίζει και απαριθμεί μόνο τις προσκομισθείσες δικαστικές αποφάσεις.
Η αιτίαση αυτή, κατά το μέρος, που αφορά στα, πλην των δικαστικών αποφάσεων, λοιπά έγγραφα, είναι απαράδεκτη λόγω αοριστίας, διότι ουδόλως αυτά προσδιορίζονται. Σε κάθε περίπτωση, ο συναφής λόγος, κατά το πρώτο σκέλος του, είναι στο σύνολό του αβάσιμος, διότι όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, το Δικαστήριο έλαβε υπόψη όλα τα έγγραφα, που προσκομίσθηκαν νόμιμα με επίκληση από τους διαδίκους, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα.
Μετά από αυτά, η από 6-11-2018 (αριθμ. κατάθ. 70/6-11-2018) αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί. Διάταξη περί επιβολής δικαστικής δαπάνης σε βάρος του αναιρεσείοντος δεν θα τεθεί, διότι ο αναιρεσίβλητος λόγω της απουσίας του δεν υποβλήθηκε σε δικαστικά έξοδα.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 6-11-2018 (αριθμ. κατάθ. 70/6-11-2018) αίτηση αναίρεσης κατά της 359/2018 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Ναυπλίου.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 18 Μαρτίου 2022.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 19 Απριλίου 2022.
H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ