Legislator Case Law & Legislation
661/2017 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on inadmissibility grounds regarding improper court composition during judgment publication.

Case Number 661/2017
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Second Instance Court's decision of 485/2014. The appellant argued the court lacked proper composition because the President resigned after the judgment was published but before it was finalized. The court found the appeal inadmissible because the judgment was legally published by a validly constituted panel, and the subsequent change in leadership did not invalidate the original ruling or the publication process.

Legislator headnote

AI generated

Articles 108, 110, 498, 568, 576, 559 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court may examine ex officio whether a party expedited the appeal hearing, and if so, whether the remaining parties were properly summoned. If the appeal is inadmissible due to procedural defects like improper composition, the request is rejected as baseless.

Keywords

AI generated
inadmissible appeal court composition judgment publication procedural defect Code of Civil Procedure ex officio examination legal representation

Cited Legislation

AI generated
Articles 108, 110, 498, 568, 576, 559 of the Code of Civil Procedure
Article 568, paragraph 2 of the Code of Civil Procedure
Article 495, paragraph 4 of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183, 189, 19 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 661 / 2017 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 661/2017

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1’ Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Βασίλειο Πέππα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Γεράσιμου Φουρλάνου), Γεώργιο Λέκκα, Πηνελόπη Ζωντανού, Αγγελική Τζαβάρα και Θωμά Γκατζογιάννη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 24 Οκτωβρίου 2016, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ι. Κ. του Ν., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου του Κωνσταντίνου Προίσκου και δεν κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ν. Σ. του Χ., 2) Ο. συζύγου Ν. Σ., κατοίκων ..., οι οποίοι παραστάθηκαν μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου τους Βασιλείου Παπανικολάου και κατέθεσαν προτάσεις, 3) Μ. Ν. Σ., κατοίκου ..., η οποία δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο, 4) Η. Ν. Σ., κατοίκου ..., η οποία παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου της Βασιλείου Παπανικολάου και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 8/1/2007 αγωγή των υπό στοιχεία 1 και 2 αναιρεσιβλήτων και την από 25/6/2007 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιώς και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2964/2008 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και οι 417/2010 μη οριστική και 485/2014 οριστική του Εφετείου Πειραιώς.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 12/2/2015 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Αγγελική Τζαβάρα ανέγνωσε την από 14/10/2016 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης κατά της 485/2014 απόφασης του Εφετείου Πειραιώς. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος των παραστάντων αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις διατάξεις των άρθρων 108, 110 παρ. 2, 498 παρ. 1, 568 παρ. 1, 2 και 4, 576 παρ. 1-3 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι, αν κατά τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης δεν εμφανιστεί ή δεν λάβει μέρος σ’ αυτή, με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, κάποιος διάδικος, ο ‘ Αρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως ποιός από τους διαδίκους επέσπευσε τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης και αν τη συζήτηση επέσπευσε εγκύρως ο απολιπόμενος διάδικος, κλητεύοντας νόμιμα και εμπρόθεσμα τους λοιπούς ή κλητεύθηκε ο ίδιος νόμιμα και εμπρόθεσμα από τον επισπεύδοντα τη συζήτηση άλλο διάδικο, η υπόθεση συζητείται, σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι, διαφορετικά, αν μετέχουν περισσότεροι στη δίκη για την αναίρεση και δεν προκύπτει νόμιμη και εμπρόθεσμη κλήτευση του απολιπόμενου διαδίκου από τον επισπεύδοντα τη συζήτηση, σε περίπτωση απλής ομοδικίας, η υπόθεση χωρίζεται και η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης χωρεί νομίμως ως προς όσους εκπροσωπούνται από πληρεξούσιο δικηγόρο ή έχουν κλητευθεί νομίμως, ενώ κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς τους λοιπούς, για τους οποίους η υπόθεση επαναφέρεται προς συζήτηση με νέα κλήτευση (Ολ. ΑΠ 14/2015).

Στην προκείμενη περίπτωση, η συζήτηση της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης κατά της υπ’ αριθμ. 485/2014 τελεσίδικης απόφασης του Εφετείου Πειραιώς επισπεύθηκε, όπως προκύπτει από την από 18-12-2015 κλήση του αναιρεσείοντος, με φροντίδα του τελευταίου και προσδιορίστηκε χρόνος συζήτησής της στο Α1 Τμήμα του Αρείου Πάγου, με αριθμό ..., η δικάσιμος της 24-10-2016.

Κατά τη δικάσιμο αυτή, όμως, όπως προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την παρούσα σχετικά πρακτικά συνεδρίασης του Δικαστηρίου, δεν παραστάθηκε στο ακροατήριό του, όταν η υπόθεση εκφωνήθηκε νόμιμα στη σειρά της από το πινάκιο, ούτε έλαβε με νόμιμο τρόπο μέρος στη συζήτηση η τρίτη αναιρεσίβλητη. Παράλληλα, από τα στοιχεία της δικογραφίας, δεν προκύπτει νόμιμη και εμπρόθεσμη κλήτευση της τελευταίας (τρίτης αναιρεσίβλητης) για την προαναφερόμενη δικάσιμο, καθόσον ο αναιρεσείων δεν επικαλείται ούτε προσκομίζει σχετική έκθεση επίδοσης της ανωτέρω κλήσης προς αυτήν.

Επομένως, υφισταμένης απλής ομοδικίας μεταξύ των αναιρεσιβλήτων, πρέπει να χωριστεί η υπόθεση ως προς τη μη εμφανισθείσα τρίτη αναιρεσίβλητη, να κηρυχθεί απαράδεκτη η συζήτηση ως προς αυτή και να προχωρήσει η έρευνα της υπόθεσης ως προς τους λοιπούς διαδίκους, που παρίστανται νομίμως. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ).

Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ), κατά το μέρος που στρέφεται εναντίον των παρισταμένων αναιρεσιβλήτων. Κατά την διάταξη του άρθρου 559 αρ. 11 περ.β του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο, παρά το νόμο, έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίστηκαν.

Από την διάταξη αυτή, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 237 εδ.1β, 346 και 453 παρ.1 του ίδιου κώδικα, συνάγεται, ότι για την ίδρυση του άνω λόγου αναίρεσης, ως αποδείξεις, που δεν προσκομίσθηκαν, νοούνται και εκείνες, των οποίων δεν έγινε σαφής και ορισμένη επίκληση με τις προτάσεις του διαδίκου που τις προσκόμισε για τον σχηματισμό της δικανικής πεποίθησης του δικαστηρίου επί ουσιώδους για την έκβαση της δίκης, παραδεκτώς και νομίμως προταθέντος ισχυρισμού, θεμελιωτικού αγωγής, ανταγωγής, ένστασης, αντένστασης ή λόγου έφεσης ή αντέφεσης.

Μπορεί δε η επίκληση αυτή να γίνει είτε με τις προτάσεις της συζήτησης, μετά την οποία εκδόθηκε η απόφαση, είτε δι’ αναφοράς με αυτές σε συγκεκριμένο μέρος των προσκομιζομένων προτάσεων προηγούμενης συζήτησης, όπου γίνεται σαφής και ορισμένη επίκληση του αποδεικτικού μέσου, κατ’ ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 240 ΚΠολΔ., το οποίο, αν και αναφέρεται στον τρόπο επαναφοράς ισχυρισμών, εφαρμόζεται και για την επίκληση αποδεικτικών μέσων (ολ.ΑΠ23/2008,9/2000,ΑΠ892/2013.).

Εξάλλου, κατά τις διατάξεις του άρθρου 270 παρ.2 εδ,γ και δ του ΚΠολΔ., όπως ίσχυε, μετά το ν.2915/2001, (αλλά και το ν.3994/2011), κατά τον κρίσιμο για την προκείμενη υπόθεση χρόνο, που εφαρμόζεται κατά το άρθρο 524 παρ.1 εδ.α ΚΠολΔ και στην κατ’ έφεση δίκη, ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον ειρηνοδίκη ή συμβολαιογράφου ή προξένου, λαμβάνονται υπόψη, το πολύ τρεις για κάθε πλευρά και μόνο αν έχουν δοθεί ύστερα από κλήτευση του αντιδίκου, δύο τουλάχιστον εργάσιμες ημέρες πριν από την βεβαίωση και αν πρόκειται να δοθούν στην αλλοδαπή, οκτώ τουλάχιστον ημέρες πριν από αυτή.

Περαιτέρω, η απαιτούμενη, για τη λήψη υπόψη της ένορκης βεβαίωσης, επίκλησή της από τον διάδικο, πρέπει να γίνεται με τις προτάσεις της συζήτησης, μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση και να είναι ειδική, ούτως ώστε, να προκύπτει απ’ αυτή ο αριθμός, ο εξετασθείς μάρτυρας και ο εξετάσας και να καθορίζεται ότι έλαβε χώρα νόμιμη κλήτευση του αντιδίκου ή ότι αυτός παραστάθηκε, οπότε, στην τελευταία αυτή περίπτωση, η εκ της μη κλητεύσεως ακυρότητα θεραπεύεται (ΑΠ. 1461/2013,1136/2012).

Για να είναι δε ορισμένος ο λόγος, με τον οποίο ο αναιρεσείων αιτιάται ότι το δικαστήριο απαραδέκτως έλαβε υπόψη αποδεικτικό μέσο, διότι δεν έγινε επίκληση αυτού, πρέπει να ισχυρίζεται με το αναιρετήριο, πως το εν λόγω απαράδεκτο προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας (άρθρο 562 παρ.2 ΚΠολΔ), εκτός αν συντρέχει κάποια από τις εξαιρέσεις των περιπτώσεων α’ έως γ’ της παρ.2 του ίδιου ως άνω άρθρου (ΑΠ 311/2012,1419/2007).

Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων, με τον πρώτο λόγο της αίτησής του αποδίδει στο Εφετείο την από την διάταξη του άρθρου 559 αρ.11 ΚΠολΔ πλημμέλεια, υποστηρίζοντας ότι, για την διαμόρφωση της αποδεικτικής του κρίσης, έλαβε υπόψη του και τις με αριθμούς ...-2-2009 και ...-2-2009 ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον της Ειρηνοδίκη Πειραιώς, τις οποίες προσεκόμισαν ενώπιον του άνω Δικαστηρίου οι ήδη αναιρεσίβλητοι, καίτοι δεν έγινε νόμιμη επίκλησή τους από τους τελευταίους, αφού δεν ανέφεραν στις προτάσεις τους, ότι <αυτές δόθηκαν μετά τη νόμιμη κλήτευση του αντιδίκου δύο τουλάχιστον εργάσιμες ημέρες πριν από τις βεβαιώσεις>.

Όπως όμως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση, (άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ), των από 15-10-2013 και 3-5-2011 προτάσεων του αναιρεσείοντος και αναιρεσίβλητων, αντίστοιχα, μετά από τις οποίες εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, ο μεν αναιρεσείων δεν είχε προτείνει ουδεμία σχετική ακυρότητα, οι δε αναιρεσίβλητοι είχαν επικαλεσθεί σαφώς και ειδικώς τις άνω δύο ένορκες βεβαιώσεις.

Συγκεκριμένα, στις σελίδες 16 και 17 των προτάσεών τους, οι τελευταίοι, εκτός των άλλων, αναφέρουν ότι οι επίμαχες ένορκες βεβαιώσεις δόθηκαν στις 2-2-2009, μετά την κλήτευση του αντιδίκου τους, επικαλούμενοι και την .../26-1-2009 έκθεση επίδοσης της σχετικής κλήσης της δικαστικής επιμελήτριας του Πρωτοδικείου Πειραιώς Θ.

Κ., από την οποία ευθέως προκύπτει ότι μεσολάβησε διάστημα μεγαλύτερο των δύο εργάσιμων ημερών από την κλήτευση του αναιρεσείοντος μέχρι την δόση των βεβαιώσεων.

Συνεπώς, ο λόγος αυτός της αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.

Περαιτέρω, κατά την έννοια του λόγου αναίρεσης από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υπάρχει συνεπώς εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι να μην μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε (ΟλΑΠ 1/1999, ΕλλΔνη 1999.270, 26/2004, ΑΠ 2267/2013).

Δηλαδή ο λόγος αυτός αναίρεσης ιδρύεται μόνον όταν η πλημμέλεια αφορά παράβαση κανόνων ουσιαστικής φύσης και όχι δικονομικών διατάξεων, που ρυθμίζουν τη διαδικασία. Αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή στην κατάλυση του επίδικου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.

Αντίστοιχα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει, όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε στην ένδικη περίπτωση είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι δε και όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 15/2006, ΕλλΔνη 2006.1324).

Δηλαδή δεν υπάρχει ανεπάρκεια αιτιολογίας, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτική, αλλά πλήρη αιτιολογία, αφού αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Συνακόλουθα, τα επιχειρήματα ή οι κρίσεις του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση απλώς των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματός του και επομένως αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (ΑΠ 1266/2011).

Σε κάθε περίπτωση ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι ορισμένος, εφόσον στο αναιρετήριο αναφέρεται σε τι συνίσταται η ανεπάρκεια ή η αντιφατικότητα των αιτιολογιών της απόφασης, δηλαδή εφόσον προσδιορίζεται ποιες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιλαμβάνει η απόφαση ή που εντοπίζονται οι αντιφάσεις σε σχέση με νόμιμο ισχυρισμό, που παραδεκτά προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας, ώστε από το ίδιο το αναιρετήριο να προκύπτει η αποδιδόμενη στην απόφαση νομική πλημμέλεια (ΟλΑΠ 20/2005, ΕλλΔνη 2005.710).

Στην προκειμένη περίπτωση, με το δεύτερο λόγο της αίτησης ο αναιρεσείων αποδίδει στο Εφετείο την πλημμέλεια από το άρθρο 559 αρ. 19 του ΚΠολΔ και συγκεκριμένα ότι η προσβαλλόμενη απόφασή του στερείται νόμιμης βάσης, αφού, αιτιολογώντας το συμπέρασμά της, ότι κατά το περιστατικό της 1-1-2007 οι εκκαλούντες-αναιρεσίβλητοι δεν του προκάλεσαν εκδορές στο πρόσωπο και στο χέρι, ούτε του έσκισαν τις πιτζάμες και του αφαίρεσαν τα γυαλιά οράσεως από το πρόσωπο, αναφέρονται σε αυτή, κατά λέξη, τα εξής:

"Ο Ι.Κ. ισχυρίζεται ότι κατά το ίδιο επεισόδιο, η Ο. Σ. και ο σύζυγός της Ν. του έσκισαν τις πιτζάμες, του αφαίρεσαν τα γυαλιά μυωπίας και του προκάλεσαν εκδορές στο πρόσωπο και το χέρι, ωστόσο ούτε ο τραυματισμός (εκδορές) αποδεικνύεται, εφόσον δεν προσκομίζεται κανένα ιατρικό πιστοποιητικό, ούτε οι σκισμένες πιτζάμες και η απώλεια των γυαλιών.

Η περί του αντιθέτου κατάθεση της συζύγου του Ι.Κ., ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, δεν κρίνεται πειστική, προεχόντως διότι η προαναφερόμενη, αν και αυτόπτης, κατά δήλωσή της μάρτυρας, δεν μπόρεσε να περιγράψει πως προκλήθηκε ο ανωτέρω μώλωπας στην Ο. Σ. αλλά μόνο σε πιθανότητες αναφέρθηκε. Δεν αποτελεί δε απόδειξη για τα ανωτέρω το γεγονός ότι το ζεύγος Σ.

καταδικάσθηκε σε πρώτο βαθμό με την 9286/2011 απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιώς για εντελώς ελαφρά σωματική βλάβη (από κοινού) και φθορά ξένης ιδιοκτησίας (ο σύζυγος). Ο ίδιος ο Ι.Κ., κάθε φορά που αναφέρεται στο ανωτέρω περιστατικό, παρουσιάζει μια διαφορετική εκδοχή και ειδικότερα στην εν λόγω ποινική απόφαση εξετασθείς ως πολιτικώς ενάγων αναφέρει ότι, Η ίδια δεν μου επιτέθηκε, φώναξε τον σύζυγό της.

Την ίδια δεν την αισθάνθηκα καθόλου... είδα το χέρι μου γδαρμένο και με γρατσουνιά στο πρόσωπό μου, ο Σ..... Ο Σ.ς έγδαρε στο πρόσωπο.... Στην υπό κρίση από 25-6-2007 αγωγή του αναφέρει ότι ο Ν. Σ. του έγδαρε το πρόσωπο και η Ο. Σ. του έγδαρε τον αριστερό βραχίονα. Στην ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου ανώμοτη εξέτασή του είπε:

τα νύχια της τα έβαλε στο πρόσωπό μου".

Ειδικότερα, κατά τις απόψεις του αναιρεσείοντος, το Εφετείο, με τις ανωτέρω παραδοχές του, παραβίασε το νόμο, διαλαμβάνοντας στην απόφασή του αντιφατικές και ανεπαρκείς αιτιολογίες ως προς το ουσιώδες ζήτημα της τέλεσης από τους αντιδίκους, σε βάρος του, των παράνομων και υπαίτιων πράξεων της εντελώς ελαφράς σωματικής βλάβης (εκδορές προσώπου και χεριού) και φθορά ξένης ιδιοκτησίας (σκίσιμο πιτζάμας, απώλεια γυαλιών οράσεως), καθόσον 1) την έλλειψη πειστικότητας της μάρτυρας συζύγου του Π.

Γ., δεν συνδέει με το προς απόδειξη περιστατικό (εκδορές, φθορές), αλλά, κατά τρόπο αντιφατικό και ανεπαρκή, με άλλο περιστατικό, ήτοι την ύπαρξη μωλωπισμών στην αντίδικο Ο. Σ., 2) παραβλέπει, με ανεπαρκή παντελώς αιτιολογία, το γεγονός ότι οι Ν. και Ο. Σ. καταδικάστηκαν με την υπ’ αριθμ. 9286/2011 απόφαση του Α’ Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιώς σε ποινές φυλάκισης 6 μηνών με τριετή αναστολή η τελευταία για την τέλεση σε βάρος του της πράξης της εντελώς ελαφράς σωματικής βλάβης και σε συνολική ποινή φυλάκισης 9 μηνών, με τριετή αναστολή, ο πρώτος (Ν.

Σ.), για την τέλεση σε βάρος του των πράξεων της εντελώς ελαφράς σωματικής βλάβης και της φθοράς ξένης ιδιοκτησίας και 3) όλως αδικαιολογήτως και αντιφατικώς χρησιμοποιεί την ως άνω ποινική απόφαση, προκειμένου να καταδείξει τις κατ’ αυτό διαφορετικές εκδοχές, που έχει παρουσιάσει για τα επίμαχα περιστατικά της 1-1-2007, συγκρίνοντας την κατάθεσή του ως πολιτικώς ενάγοντος στην ποινική δίκη με την εξέτασή του στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο.

Ο λόγος όμως αυτός αναίρεσης είναι απορριπτέος, προεχόντως, ως απαράδεκτος, διότι οι επικαλούμενες ελλείψεις και αντιφάσεις αναφέρονται στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση πραγματικών γεγονότων και αξιολόγηση των αποδείξεων, καθώς και σε επιχειρήματα και κρίσεις του Δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση απλώς των αποδείξεων και δεν ιδρύουν τον αναιρετικό λόγο από το άρθρο 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ, εφόσον, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, είναι σαφές το αποδεικτικό πόρισμα του Εφετείου, ότι οι αναιρεσίβλητοι δεν διέπραξαν τις αναφερόμενες στην από 25-6-2007 αγωγή του αναιρεσείοντος παράνομες πράξεις κατά του τελευταίου, ο οποίος, με πρόσχημα τις επικαλούμενες πλημμέλειες, επιχειρεί, στην πραγματικότητα, να αμφισβητήσει την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του Εφετείου, ως προς την ουσία των πραγμάτων (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ).

Κατά την διάταξη του άρθρου 559 αρ.2 ΚΠολΔ. αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο δεν είχε τη νόμιμη σύνθεση ή έλαβε μέρος στην σύνθεσή του δικαστής, του οποίου είχε γίνει δεκτή η εξαίρεση ή κατά του οποίου είχε ασκηθεί αγωγή κακοδικίας. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, κακή σύνθεση υπάρχει, όταν στην διάσκεψη για την έκδοση της απόφασης συνέπραξαν δικαστές, οι οποίοι δεν έλαβαν μέρος στην τελευταία συζήτηση στο ακροατήριο, μετά την οποία εκδίδεται η απόφαση.

Εξάλλου, όπως συνάγεται από τις διατάξεις των άρθρων 300,301,304 και 305 ΚΠολΔ, η δημοσίευση της απόφασης, ως τυπική ενέργεια, μπορεί να γίνει από το δικαστήριο και με διαφορετική σύνθεση, δηλαδή και χωρίς τη συμμετοχή των δικαστών που συμμετείχαν στην σύνθεση που την εξέδωσε, εφόσον οι δικαστές που έλαβαν μέρος στη σύνθεση για την δημοσίευση, υπηρετούν στο ίδιο δικαστήριο (ΑΠ638/12).

Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων με τον τρίτο και τελευταίο λόγο της αίτησής του προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από την άνω διάταξη του άρθρου 559 αρ.2 πλημμέλεια, υποστηρίζοντας ότι το δικάσαν Εφετείο δεν είχε τη νόμιμη σύνθεση κατά την έκδοση και δημοσίευση της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασής του.

‘ Όπως όμως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση (561 παρ.2 ΚΠολΔ) της προσβαλλόμενης απόφασης του Εφετείου Πειραιά, το οποίο συγκροτήθηκε από τον Δ. Χ., Πρόεδρο Εφετών και τις Εφέτες Α. Α.-Μ. και Μ. Κ., αναφέρονται κατά λέξει τα εξής: "Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στον Πειραιά στις 5 Μαΐου 2014 Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ Δ. Χ. και αυτού προαχθέντος και αποχωρήσαντος μετά τη δημοσίευση και πριν από την καθαρογραφή της απόφασης, η αρχαιότερη της σύνθεσης Δικαστής Α.

Α.-Μ.", (η οποία και υπογράφει), "

Δημοσιεύθηκε δε σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, μετεχόντων στη σύνθεση για τη δημοσίευση, ως Προέδρου, της Προεδρεύουσας Εφέτη Α. Α.-Μ., ως μελών των Εφετών Β. Χ. και Μ. Κ., (λόγω προαγωγής και αναχώρησης του Προέδρου Εφετών Δ. Χ.) .... στις 30 Ιουνίου 2014" (ακολουθεί υπογραφή της Προεδρεύουσας).

‘ Ετσι, σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν, η δημοσίευση της προσβαλλόμενης απόφασης μπορούσε, κατά νόμο, να γίνει από το Δικαστήριο και με διαφορετική σύνθεση και συνεπώς το Εφετείο που την εξέδωσε, είχε νόμιμη σύνθεση, τόσο κατά την έκδοσή της, όσο και κατά τη δημοσίευση αυτής, ενώ δεν υπάρχει κακή σύνθεση του ίδιου Δικαστηρίου, από το ότι την προσβαλλόμενη απόφαση υπέγραψε η αρχαιότερη της σύνθεσης Δικαστής Α.

Α.-Μ., αντί του προαχθέντος και αποχωρήσαντος μετά τη δημοσίευση και πριν την καθαρογραφή της απόφασης Προέδρου Δ. Χ., ο οποίος είχε συμμετάσχει στην σύνθεση του Εφετείου που την είχε εκδώσει. (ΑΠ 1637/2009). Επομένως ο προαναφερόμενος από το άρθρο 559 αριθμ. 2 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

Κατ’ ακολουθία των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη στο σύνολό της η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης, ως προς τους παριστάμενους αναιρεσιβλήτους, καθώς και το σωρευόμενο σε αυτή αίτημα αποκατάστασης των πραγμάτων στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την εκτέλεση της απόφασης. Περαιτέρω, πρέπει να διαταχθεί, κατά την παράγραφο 4 του άρθρου 495 ΚΠολΔ, που προστέθηκε με το άρθρο 12 παρ. 2 του ν.4055/2012, η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του παραβόλου των τριακοσίων (300) ευρώ, που καταβλήθηκε από τον αναιρεσείοντα, όπως προκύπτει από την υπ’ αριθμ. 14/2015 έκθεση κατάθεσης της αίτησης αναίρεσης.

Τέλος, τα δικαστικά έξοδα των παρισταμένων αναιρεσιβλήτων, που κατέθεσαν προτάσεις, πρέπει, κατά το σχετικό νόμιμο αίτημά τους, να επιβληθούν σε βάρος του αναιρεσείοντος, λόγω της ήττας του (άρθρα 176, 183, 189 παρ. 1 και 19 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Διατάσσει το χωρισμό της υπόθεσης, όσον αφορά την τρίτη αναιρεσίβλητη Μ. Σ..

Κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση της από 12-2-2015 αίτησης για αναίρεση της υπ’ αριθμ. 485/2014 απόφασης του Εφετείου Πειραιώς ως προς την τρίτη αναιρεσίβλητη.

Απορρίπτει την αίτηση αναίρεσης κατά το μέρος που απευθύνεται εναντίον των λοιπών αναιρεσιβλήτων.

Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου των τριακοσίων (300) ευρώ στο Δημόσιο Ταμείο.

Επιβάλλει στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα των παρισταμένων αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίστηκε στην Αθήνα, στις 6 Δεκεμβρίου 2016.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 27 Απριλίου 2017.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ