Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds regarding inadmissibility and lack of evidence in insurance contract dispute.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the insurance company's appeal against the Athens Court of Appeal's final judgment. The appellant argued that the lower court incorrectly rejected their claim regarding the invalidity of the insurance contract due to the insurer's misleading information about the age of fireproof materials. The court ruled that the claim was inadmissible under specific procedural articles and that expert opinions submitted by the appellant did not constitute admissible evidence under the Civil Procedure Code. Consequently, the appeal was rejected in its entirety, and the appellant was ordered to pay the respondent's legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArticles 269, 527, 559 para. 14, 559 para. 20, 339, 390, 432 of the Civil Procedure Code; The court must reject an appeal if the contested claim is inadmissible or lacks the requisite evidentiary basis, and expert opinions do not qualify as admissible documents for proving facts against the opposing party.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 661 / 2014 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 661/2014
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Γεώργιο Γεωργέλλη, Δημήτριο Κράνη, Αντώνιο Ζευγώλη και Αθανάσιο Καγκάνη, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 4 Νοεμβρίου 2013, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει τις υποθέσεις μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: της ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "ROYAL EXCHANGE ASSURANCE P.L.C" (ΡΟΓΙΑΛ ΕΞΤΣΕΪΝΤΖ ΑΣΟΥΡΑΝΣ ΠΛΣ) που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Αβαρκιώτη.
Της αναιρεσιβλήτου: της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Υαλουργική Βιομηχανία ΓΙΟΥΛΑ Α.Ε", η οποία εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα από τον Πρόεδρο και Διευθύνοντα Σύμβουλο αυτής Ε. Β. του Κ., κάτοικο ..., ο οποίος παραστάθηκε στο ακροατήριο και διόρισε πληρεξούσιο δικηγόρο του τον Ιωάννη Κορκόβελο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 7 Ιουλίου 1999 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 646/2001 μη οριστική, 3455/2008 οριστική του ιδίου δικαστηρίου και 3887/2010 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 1 Δεκεμβρίου 2010 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της υποθέσεως, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης, Αθανάσιος Καγκάνης, ανέγνωσε την από 5 Απριλίου 2013 έκθεση του κωλυομένου να συμμετέχει στη σύνθεση Αρεοπαγίτη Ιωάννη Σίδερη, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή τους, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους του στη δικαστική δαπάνη του.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις της παρ. 1 του άρθρου 3 του Ν. 2496/1997, "Ασφαλιστική σύμβαση, τροποποιήσεις της νομοθεσίας για την ιδιωτική ασφάλιση και άλλες διατάξεις", ορίζονται τα εξής: "κατά τη σύναψη της σύμβασης, ο λήπτης της ασφάλισης υποχρεούται να δηλώσει στον ασφαλιστή κάθε στοιχείο ή περιστατικό που γνωρίζει, το οποίο είναι αντικειμενικά ουσιώδες για την εκτίμηση του κινδύνου, καθώς επίσης να, απαντήσει σε κάθε σχετική ερώτηση του ασφαλιστή.
Στοιχεία και περιστατικά, για τα οποία ο ασφαλιστής έθεσε σαφείς γραπτές ερωτήσεις, τεκμαίρεται ότι είναι τα μόνα τα οποία επηρεάζουν την από μέρους του εκτίμηση και αποδοχή του κινδύνου. Εάν ο ασφαλιστής συνάψει τη σύμβαση με βάση γραπτές ερωτήσεις, δεν μπορεί να επικαλεστεί, το γεγονός ότι: α) συγκεκριμένες ερωτήσεις έμειναν αναπάντητες, β) δεν ανακοινώθηκαν περιστάσεις που δεν αποτελούσαν αντικείμενα ερώτησης, γ) δόθηκε καταφανώς ελλιπής απάντηση σε γενική ερώτηση, εκτός αν ο αντισυμβαλλόμενος ενήργησε κατά τον τρόπο αυτό με πρόθεση να εξαπατήσει τον ασφαλιστή".
Εξάλλου, κατά την παρ. 6 του άρθρου 3 του ίδιου ως άνω νόμου, "Σε περίπτωση παράβασης από δόλο της υποχρέωσης που προβλέπεται στην παρ. 1 του άρθρου αυτού, ο ασφαλιστής έχει δικαίωμα να καταγγείλει τη σύμβαση μέσα σε προθεσμία ενός (1) μηνός από τότε που έλαβε γνώση της παράβασης. Αν η ασφαλιστική περίπτωση επέλθει εντός της παραπάνω προθεσμίας, ασφαλιστής απαλλάσσεται της υποχρέωσης του προς καταβολή του ασφαλίσματος.
Ο λήπτης της απόφασης υποχρεούται σε αποκατάσταση κάθε ζημίας του ασφαλιστή". Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι σε περίπτωση παράβασης εκ μέρους του λήπτη της ως αν ω υποχρέωσης του, από δόλο, ο ασφαλιστής. λαμβάνοντας γνώση της παράβασης και σταθμίζοντας τα συμφέροντά του, έχει δικαίωμα, είτε να εμμείνει στη σύμβαση, είτε να την καταγγείλει, μέσα στην οριζόμενη αποσβεστική προθεσμία, επιφέροντας τη λύση της και, έτσι, να απαλλαγεί από την υποχρέωσή του προς καταβολή του ασφαλίσματος και, μάλιστα, αμέσως μετά τη συντέλεση της καταγγελίας (ΑΠ 1961/2009).
Περαιτέρω από τη διάταξη του αρθρ.3 του ιδίου ως άνω νόμου προκύπτει ότι σε περίπτωση παράβασης από αμέλεια της υποχρέωσης που προβλέπεται στην παρ. 1 του άρθρου αυτού, ο ασφαλιστής έχει τα δικαιώματα της παρ. 3 του εν λόγω άρθρου (δηλαδή να καταγγείλει τη σύμβαση η να ζητήσει την τροποποίησή της μέσα σε προθεσμία ενός μήνα αφότου έλαβε γνώση αυτών των στοιχείων ή των περιστατικών) και, επιπλέον, αν η ασφαλιστική περίπτωση επέλθει πριν τροποποιηθεί σύμφωνα με την παρ. 3 του άρθρου αυτού η ασφαλιστική σύμβαση, ή πριν η καταγγελία αρχίσει να παράγει αποτελέσματα, το ασφάλισμα μειώνεται κατά το λόγο του ασφαλίστρου που.
έχει καθορισθεί προς το ασφάλιστρο που θα είχε καθορισθεί αν δεν υπήρχε η παράβαση (παρ. 5).
Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει ότι, η από αμέλεια παράβαση της υποχρέωσης του λήπτη της ασφάλισης, που επιβάλλεται ως ασφαλιστικό βάρος, να δηλώσει στον ασφαλιστή κάθε στοιχείο ή περιστατικό, που γνωρίζει και το οποίο είναι αντικειμενικά ουσιώδες για την εκτίμηση του κινδύνου, δεν έχει ως συνέπεια, ούτε την ακυρότητα της ασφαλιστικής σύμβασης, ούτε την απαλλαγή του ασφαλιστή από την καταβολή του ασφαλίσματος, εφόσον οι συνέπειες αυτές δεν προβλέπονται ρητά στο νόμο (όπως στην περίπτωση της από δόλο παράβασης της ανωτέρω υποχρέωσης του λήπτη της ασφάλισης, κατά την οποία ρητά προβλέπεται στην παράγραφο 6 του άρθρου 3 του ανωτέρω νόμου, ως συνέπεια η απαλλαγή του ασφαλιστή από την υποχρέωση καταβολής του ασφαλίσματος), αλλά χορηγείται σ' αυτόν δικαίωμα είτε να καταγγείλει τη σύμβαση, είτε να ζητήσει την τροποποίησή της και, επιπλέον, αν η ασφαλιστική περίπτωση επέλθει πριν τροποποιηθεί η ασφαλιστική σύμβαση, ή πριν η καταγγελία αρχίσει να παράγει αποτελέσματα, δικαιούται να ζητήσει τη μείωση του συμφωνηθέντος ασφαλίστρου. Τα ως άνω δικαιώματά του μπορεί ο ασφαλιστής, εναγόμενος από το λήπτη της ασφάλισης, να τα προβάλει κατ' ένσταση (ΑΠ 1534/2008).
Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.19 ΚΠολΔ προκύπτει ότι αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι, ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης, ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία). Εξάλλου το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες (ΑΠ 179/2013, ΑΠ 495/2013, ΑΠ 467/2013, ΑΠ 568/2013, 1285/13).
Με το δεύτερο λόγο της αναίρεσης προβάλλεται από την αναιρεσείουσα η από το άρθρο 559 αρ.19 ΚΠολΔ αιτίαση με την επίκληση ότι, η προσβαλλομένη απόφαση έκανε δεκτή, ως και ουσιαστικά βάσιμη την κατ' αυτής από τα άρθρα 1 παρ.1, 3 παρ.1, 6, 7β, 25 και 33 ν. 2496/1997 αγωγή της αναιρεσίβλητης, με την οποία η τελευταία ζήτησε την καταψήφιση της στην καταβολή της οφειλομένης με βάση τις καταρτισθείσες μεταξύ τους σχετικές συμβάσεις, ασφαλιστική αποζημίωση, απορρίψασα, με ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες της ελάσσονος πρότασης του νομικού της συλλογισμού που αναφέρεται στο πραγματικά των εφαρμοσθέντων ως άνω κανόνων ουσιαστικού δικαίου, την προς απόκρουση της παραπάνω αγωγής προβληθείσα από την ίδια ένσταση από το αρθρ. 3 παρ.1 του ν. 2496/1997 περί απαλλαγής της από την απορρέουσα από τις παραπάνω συμβάσεις υποχρέωση λόγω της εκ δόλο άλλους εξ αμελείας παράβασης εκ μέρους της αναιρεσίβλητης-ασφαλιζομένης της προβλεπομένης από την εν λόγω διάταξη υποχρέωσής της προς ενημέρωση του ασφαλιστή περί όλων των αναγκαίων για την εκτίμηση του ασφαλιστικού κινδύνου στοιχείων.
Στην προκειμένη περίπτωση από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλομένης απόφασης προκύπτει ότι, αυτή, μετ' εκτίμηση του συνόλου των προσκομισθεισών από τους διαδίκους αποδείξεων δέχθηκε, αναφορικά με το κρίσιμο ως άνω ζήτημα, τα παρακάτω: "Η ενάγουσα (αναιρεσίβλητη) έχει συνάψει με την εναγομένη ασφαλιστική εταιρεία, (αναιρεσείουσα) δια του ασφαλιστικού πράκτορα Ε.
Σ., δύο συμβάσεις ασφάλισης και, συγκεκριμένα, τη με αριθμό 741 Σ/...-0/19-1-1998 σύμβαση ασφάλισης μηχανικών βλαβών και τη με αριθμό 741 Σ/.../19-1-1998 σύμβαση ασφάλισης παγίων δαπανών συνεπεία μηχανικών βλαβών. Η διάρκεια των ανωτέρω συμβάσεων ήταν ετήσια και συμφωνήθηκε ότι θα ίσχυαν από την 1-1-1998 μέχρι την 1-1-1999. Με την πρώτη από τις ανωτέρω συμβάσεις ασφαλίστηκε, μεταξύ άλλων, η επέλευση του κινδύνου βλάβης ή απώλειας των πυρίμαχων τοίχων και/ή υλικών στον κλίβανο υαλουργίας Γ(C) Sorg -Owen της ενάγουσας, ο οποίος είχε κατασκευαστεί το έτος 1996, με συνολικό ασφαλιστικό ποσό 4.443.238.000 δραχμών.
Με τη δεύτερη από τις, ως άνω συμβάσεις, ασφαλίστηκε η επέλευση του κινδύνου απώλειας παγίων, δαπανών λόγω μηχανικής βλάβης, αποζημιωτέας, σύμφωνα με την αντίστοιχη πρώτη ασφαλιστική σύμβαση, με το συνολικό ασφαλιστικό ποσό των 4.202.198.000 δραχμών ... Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι, στις 3-9-1998, κατέρρευσε η γόμωση σε όλο το ύψος των ανακομιστήρων του υαλουργικού κλιβάνου Γ (C) της ενάγουσας, καθώς και τμήματα της τοιχοποιίας, με αποτέλεσμα τη διακοπή της παραγωγής υαλουργικών υλικών.
Η ενάγουσα, σύμφωνα με τον όρο 8 της σύμβασης, γνωστοποίησε αμέσως επέλευση του κινδύνου στην εναγομένη και η τελευταία διόρισε την εταιρεία με την επωνυμία "ΠΑΣΚΑΛ & ΣΙΑ Ε.Π.Ε. Εμπειρογνώμονες", προκειμένου να εξετάσει και να εκτιμήσει τις ζημίες που προκλήθηκαν στο ασφαλισμένο εργοστάσιο. Η ανωτέρω εταιρεία εμπειρογνωμόνων, μετέβη στο εργοστάσιο της ενάγουσας στις 4-9-1998, δηλαδή την επόμενη της επέλευσης του ασφαλιστικού κινδύνου και, επίσης, αργότερα, σε άλλες ημερομηνίες, και συνέταξε την από 11-2-1999, με αριθμό 44918 έκθεση της, στην οποία ανέφερε τις αιτίες και την εκτίμηση της ζημίας.
Ειδικότερα, στην εν λόγω έκθεση αναφέρονται τα εξής: Δείγματα της γόμωσης εξετάστηκαν από την κατασκευάστρια εταιρεία ΒΙΟΜΑΓΝ, η οποία κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η καταστροφή των μαγνησιακών πυρότουβλων του ανακομιστή θερμότητας, οφείλεται σε συνδυασμό δύο μηχανισμών και, συγκεκριμένα, α)στην επίδραση του βαναδίου που περιέχεται στο μαζούτ και προκαλεί απώλεια της σταθερότητας και χαλάρωση της δομής των τούβλων, με αποτέλεσμα το σχηματισμό ρηγματώσεων και β) στην επίδραση των θερμοκρασιακών εναλλαγών (θερμοσόκ), οι οποίες, επαναλαμβανόμενες,μεγαλώνουν τις ρηγματώσεις στα πυρότουβλα, μέχρι πλήρους καταστροφής αυτών.
Σχετικά με τα μαγνησιοχρωμικά πυρότουβλα της τοιχοποιίας του ανακομιστή θερμότητας, η πρόωρη εμφάνιση ρηγματώσεων σε αυτά, με αποτέλεσμα την καταστροφή τους, αποδίδεται στις συνθήκες redox και στις θερμοκρασιακές εναλλαγές. Στη συνέχεια, εκτίθεται στην εν λόγω έκθεση πραγματογνωμοσύνης ότι, μετά από εργαστηριακό έλεγχο εκ μέρους του Λ.
Μ., Μηχανικού μεταλλείων - μεταλλουργού του Ε.Μ. Πολυτεχνείου και του Γ. Π., καθηγητή μεταλλογνωσίας του Ε.Μ. Πολυτεχνείου (σημειώνεται ότι προσκομίζεται σχετική έκθεση μόνο του δεύτερου), οι εμπειρογνώμονες κατέληξαν στα εξής συμπεράσματα: 1) Τα χρωμομαγνησιακα τούβλα δεν παρουσιάζουν αξιόλογες εξαλλοιώσεις, οι οποίες θα μπορούσαν να θεωρηθούν υπεύθυνες για το ατύχημα και 2) τα μαγνησιακά τούβλα ανήκουν σε δύο ποιότητες, η μία από τις οποίες περιέχει σε εξαιρετικά μεγάλη αναλογία το εύτηκτο συστατικό μοντισελλίτη, που συνδέει τους κόκκους του περικλάστου και είναι υπεύθυνο για την ισχυρή παραμόρφωση και ρηγμάτωση του τούβλου και η δεύτερη παρουσιάζει εκτεταμένες μικρορηγματώσεις και ζώνες πλήρους καταστροφής της μικροδομής του τούβλου, που φαίνεται να συνδέονται με απορρόφηση υγρασίας του τούβλου, πριν από την αρχική θέρμανση του ανακομιστή και την εν συνεχεία τοπική διόγκωση και θραύση κατά τη θέρμανση.
Στη συνέχεια, ακολουθεί εκτίμηση της ζημίας, με βάση την αξία της ποσότητας τούβλων που απαιτήθηκε για την αποκατάσταση της ζημίας από την εγχώρια αγορά και όχι εισαγωγής που χρησιμοποίησε η ενάγουσα, προκειμένου να περιορίσει το χρόνο διακοπής της παραγωγικής διαδικασίας, την αξία των λοιπών υλικών και των εργατικών, μετά από αφαίρεση ποσοστού 15% λόγω παλαιότητας και, τέλος, την αξία δύο νέων καυστήρων, με αφαίρεση του ποσού της απαλλαγής της εναγομένης, σύμφωνα με σχετικό όρο της σύμβασης.
Με βάση τα, παραπάνω στοιχεία, οι πραγματογνώμονες εκτίμησαν τη ζημία της ενάγουσας, στο συνολικό ποσό των 104.771.084 δραχμών (βλ τη σχετική έκθεση). Από τα ανωτέρω στοιχεία, δεν προκύπτει ότι τα πυρότουβλα που είχαν τοποθετηθεί στον καταρρεύσαντα κλίβανο ήταν ελαττωματικά και ότι κατέρρευσαν εξ αιτίας κάποιας ελαττωματικότητας τους.
Επίσης αποδείχθηκε ότι, τα εν λόγω πυρίμαχα υλικά (πυρότουβλα), είχαν κατασκευασθεί το έτος 1982 από εταιρεία του συγκροτήματος "Σκαλιστήρη", αγοράστηκαν από την εταιρεία "ΛΙΠΑΣΜΑΤΑ ΔΡΑΠΕΤΣΩΝΑΣ Α.Ε.", η οποία τα τοποθέτησε σε δικό της κλίβανο, που ουδέποτε λειτούργησε και, στη συνέχεια, αγοράστηκαν από την ενάγουσα και τοποθετήθηκαν στον κλίβανο του εργοστασίου της, η γόμωση του οποίου κατέρρευσε.
Σημειώνεται ότι, τα πυρίμαχα υλικά, έχουν διάρκεια ζωής περίπου οκτώ ετών, εκτεθειμένα στις υψηλές θερμοκρασίες που αναπτύσσονται μέσα στους κλιβάνους, με έναρξη από το χρόνο της χρησιμοποίησης τους και όχι της κατασκευής τους. Η άποψη αυτή του Δικαστηρίου ενισχύεται από το γεγονός ότι, από την έκθεση των εμπειρογνωμόνων της εταιρείας "ΠΑΣΚΑΛ & ΣΙΑ ΕΠΕ", η κατάρρευση του ανακομιστή δεν αποδίδεται στην παλαιότητα των πυρότουβλων.
Συνεπώς, η ηλικία των πυρότουβλων, χωρίς τη συνδρομή και άλλων περιστάσεων, δηλαδή κακή ποιότητα και φθορά από - τυχόν - χρήση τους, που, σε κάθε περίπτωση, δεν αποδείχθηκε ότι συντρέχουν στην προκείμενη περίπτωση, δεν αποτελεί αντικειμενικά ουσιώδες στοιχείο, που μπορεί να αποτρέψει τον ασφαλιστή από την κατάρτιση της ασφαλιστικής σύμβασης, κατά την έννοια του άρθρου 3 του Ν. 2496/1997.
Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι η ενάγουσα γνώριζε την ηλικία των πυρότουβλων όταν τα αγόρασε και, επίσης, γνώριζε ότι δεν είχαν χρησιμοποιηθεί και, συνεπώς δεν είχαν υποστεί καμία φθορά μέχρι το χρόνο της αγοράς τους από αυτήν. Πέραν αυτών, δεν αποδείχθηκε ότι η ενάγουσα από δόλο παρέλειψε να δηλώσει την ηλικία των τούβλων, αφού, όπως προαναφέρεται, αυτά δεν είχαν χρησιμοποιηθεί και, συνεπώς, αυτή εύλογα θεωρούσε ότι δεν είχαν υποστεί οποιαδήποτε φθορά, άλλωστε, δεν προέκυψε ότι η ενάγουσα σκόπευε να επιτύχει την κατάρτιση της σύμβασης και την επέλευση του ασφαλιστικού κινδύνου, αλλά μέριμνα της ήταν η ασφαλής και κανονική λειτουργία του εργοστασίου της.
Επίσης, δεν διατυπώθηκε από την εναγομένη σχετικό με την ηλικία των πυρότουβλων ερώτημα πριν από την κατάρτιση των συμβάσεων και, συνεπώς, τεκμαίρεται ότι δεν θεωρούσε την παλαιότητα τους καθ' εαυτή, ζήτημα ουσιώδες για την κατάρτιση της ασφαλιστικής σύμβασης, ή για τη διαπραγμάτευση και τελική διατύπωση των όρων της.
Αν θεωρηθεί ότι η ενάγουσα παρέλειψε από αμέλεια να δηλώσει την ηλικία των πυρότουβλων, κατά τις προαναφερόμενες νομικές σκέψεις το γεγονός αυτό δεν επάγεται ακυρότητα της ασφαλιστικής σύμβασης. Τέλος, η εναγομένη δεν είχε προτείνει ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, κατά την πρώτη συζήτηση της αγωγής, τον ισχυρισμό ότι, κατά σχετικό συμβατικό όρο και, συγκεκριμένα, κατά το άρθρο 8 της επίδικης ασφαλιστικής σύμβασης, εφόσον η ενάγουσα προέβη σε εσφαλμένη, αναληθή και παραπλανητική ενημέρωση της, ως προς την παλαιότητα των πυρίμαχων υλικών, το ασφαλιστήριο θεωρείται άκυρο, αν και γνώριζε το περιστατικό αυτό, το οποίο αναφέρεται στην προσκομισθείσα από την ίδια έκθεση των εμπειρογνωμόνων της εταιρείας "ΠΑΣΚΑΛ & ΣΙΑ ΕΠΕ", στη σελίδα 5 αυτής, η οποία έλαβε υπόψη, μεταξύ άλλων και το ασφαλιστήριο συμβόλαιο και, όπως προαναφέρεται, γίνεται εκτίμηση της ζημίας και προτείνεται η αποζημίωση της ενάγουσας.
Στις προτάσεις της κατά τη μετ' απόδειξη συζήτηση της αγωγής ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, η εναγομένη, αναφέρει τον όρο 8 του ασφαλιστήριου συμβολαίου ως περιεχόμενο της από 14-3-2007 έκθεσης πραγματογνωμοσύνης της εταιρείας πραγματογνωμόνων "Crawford Graham Miller (Hellas) Ltd" και ισχυρίστηκε ότι θα υπαναχωρούσε από τη σύναψη των ασφαλιστικών συμβάσεων, αν της είχε δηλωθεί η παλαιότητα των υλικών, όμως ο ισχυρισμός αυτός προβλήθηκε απαράδεκτα, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 279 ΚΠολΔ και έγινε εσφαλμένα δεκτός από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο.
Συνεπώς, ο ισχυρισμός αυτός προτείνεται απαράδεκτα με τις προτάσεις της εναγομένης ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 527 και 269 του αφού δεν είχε προταθεί κατά την πρώτη συζήτηση της αγωγής. Αλλά και αν θεωρηθεί ότι παραδεκτά προτείνεται ο ισχυρισμός αυτός, κρίνεται απορριπτέος κατ' ουσίαν, αφού η παράλειψη δήλωσης της παλαιότητας των πυρότουβλων, δεν εμπίπτει στον εν λόγω όρο, ο οποίος ουσιαστικά επαναλαμβάνει τις διατάξεις του νόμου και, ειδικότερα, δεν αποδείχθηκε ότι αφορά τον κίνδυνο, ούτε αποτέλεσε κάποιου είδους παραπλανητική δήλωση εκ μέρους της ενάγουσας. Κατόπιν όλων των ανωτέρω, η επίδικη ασφαλιστική σύμβαση, είναι καθ' όλα έγκυρη και παράγει όλα τα αποτελέσματα της, ώστε, μετά την επέλευση του ασφαλιστικού κινδύνου, η εναγομένη οφείλει να αποζημιώσει την ενάγουσα, σύμφωνα με τους όρους αυτής". Έτσι που έκρινε το Εφετείο διέλαβε στην απόφαση του πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, οι οποίες καλύπτουν το πραγματικό των εφαρμοσθέντων ως άνω κανόνων ουσιαστικού δικαίου και δικαιολογούν απολύτως το αποδεικτικό της πόρισμα, καθιστώσες περαιτέρω εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο αναφορικά με την υπαγωγή των, ως αποδειχθέντων, γενομένων δεκτών πραγματικών περιστατικών στις προαναφερθείσες διατάξεις, με αποτέλεσμα να κρίνεται απορριπτέα ως αβάσιμη η προβαλλόμενη ως άνω αιτίαση.
Στην περίπτωση που το διατακτικό της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης στηρίζεται αυτοτελώς σε δύο ή περισσότερες επάλληλες αιτιολογίες και με τους λόγους της αναίρεσης πλήττεται η μία μόνον από αυτές, οι λόγοι αυτοί της αναίρεσης είναι απορριπτέοι ως αλυσιτελείς, αφού οι μη πληττόμενες αιτιολογίες στηρίζουν επαρκώς το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης. Το ίδιο συμβαίνει και στην περίπτωση που με τους λόγους της αναίρεσης πλήττονται όλες οι αιτιολογίες, αλλά η προσβολή της μίας από αυτές δεν τελεσφορεί (ΟλΑΠ 25/2003, Ολ ΑΠ 25/94, ΑΠ 137/2012, ΑΠ 320/2008).
Με τον πρώτο λόγο της αναίρεσης προβάλλεται από την αναιρεσείουσα η, κατ' ορθή εκτίμηση των προς θεμελίωση του εκτιθεμένων, από το άρθρο 559 αρ.14 ΚΠολΔ αιτίαση με την επίκληση ότι, η προσβαλλομένη απόφαση, παρά το νόμο, απέρριψε ως απαράδεκτο τον προς απόκρουση της κατ' αυτής αγωγής της αναιρεσίβλητης προβληθέντα ισχυρισμό της περί ακυρότητας της επίδικης ασφαλιστικής συμβάσεως απορρέουσας (ακυρότητας) από την εκ μέρους της τελευταίας παράβασης του ογδόου όρου της ασφαλιστικής σύμβασης [εσφαλμένη, παραπλανητική και αναληθής ενημέρωση της (αναιρεσείουσας) αναφορικά με την παλαιότητα των πυριμάχων υλικών] (απέρριψε) με την εσφαλμένη (κατά την προβαλλόμενη αιτίαση) παραδοχή της απαράδεκτης, κατά τις διατάξεις των άρθρων 269 και 527 ΚΠολΔ, προβολής του.
Ο λόγος αυτός κρίνεται απορριπτέος ως αλυσιτελώς προβαλλόμενος αφού, από την παραδεκτή (άρθρ. 561 παρ.2 ΚΠολΔ) επισκόπηση της προσβαλλομένης απόφασης προκύπτει ότι, ο συνδεόμενος με την προβαλλόμενη αιτίαση ως άνω ισχυρισμός της αναιρεσείουσας, απορρίφθηκε με την επάλληλη αιτιολογία αφενός της απαράδεκτης, κατά τα άρθρ. 269 και 527 ΚΠολΔ, προβολής του η οποία προσβάλλεται με τον παρόντα αναιρετικό λόγο και αφετέρου της ουσιαστικής αβασιμότητάς του, λόγω της μη συνδρομής της επικαλούμενης προς θεμελίωσή του προϋπόθεσης της παραπλανητικής δήλωσης εκ μέρους της ενάγουσας αναφορικά με την ηλικία των πυρότουβλων, η οποία όμως δεν προσβάλλεται, στηρίζουσα αυτοτελώς το διατακτικό της προβαλλόμενης απόφασης, και καθιστώντας έτσι, αλυσιτελή την δια του παρόντος λόγου προσβολή της επάλληλης αιτιολογίας περί της απαραδέκτου προβολής αυτού.
Κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ.20 ΚΠολΔ, έγγραφα, η παραμόρφωση του περιεχομένου των οποίων ιδρύει τον από την διάταξη αυτή προβλεπόμενο αναιρετικό λόγο, είναι τα κατ' άρθρα 339 και 432 επ ΚΠολΔ αποδεικτικά έγγραφα, που παρέχουν άμεση ή έμμεση απόδειξη κατά του αντιδίκου του επικαλουμένου και προσκομίζοντος αυτά. Τέτοια, όμως, έγγραφα δεν αποτελούν οι κατά το άρθρο 390 ΚΠολΔ γνωμοδοτήσεις προσώπων που έχουν ειδικές γνώσεις επιστήμης ή τέχνης σε ζητήματα που αφορούν εκκρεμή δίκη (ΑΠ 1596/07, ΑΠ 44/2003).
Κατ' ακολουθίαν αυτών ο τρίτος λόγος της αναίρεσης με τον οποίο προβάλλεται από την αναιρεσείουσα η από το άρθρο 559 αρ. 20 ΚΠολΔ αιτίαση με την επίκληση ότι, η προσβαλλομένη απόφαση παραμόρφωσε ίο περιεχόμενο των μετ' επικλήσεως νομίμως προσκομισθεισων από την ίδια και κατά τις διατάξεις του άρθρου 390 ΚΠολΔ συνταχθεισών (από 11.2.1999) γνωμοδοτήσεων αφενός της εταιρείας "ΠΑΣΚΑΛ ΚΑΙ ΣΙΑ ΕΠΕ" και αφετέρου του Καθηγητή του Α.Μ.Π. Δ. Π., κρίνεται απορριπτέος ως απαράδεκτος.
Κατ' ακολουθίαν όλων των ως άνω εκτεθέντων και ενόψει της μη προβολής άλλου λόγου προς έρευνα πρέπει ν' απορριφθεί στο σύνολο της η αναίρεση, καταδικαζομένης της αναιρεσείουσας στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης (αρθρ.176, 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 1-12-2010 και με αριθμ. καταθ. 1313/2010 αίτηση αναίρεσης της 3887/2010 τελεσίδικης απόφασης του Εφετείου Αθηνών.
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης από δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 3 Δεκεμβρίου 2013.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 24 Μαρτίου 2014.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ