Supreme Court dismisses divorce appeal regarding four-year separation calculation starting from the hearing date.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the divorce judgment regarding the calculation of the four-year separation period. The appellant argued that the separation timeline was flawed and lacked sufficient legal basis, but the court rejected these claims. The court held that the separation period is calculated retroactively from the date of the divorce suit's hearing and that the lower court's reasoning was legally sound and sufficient.
Legislator headnote
AI generatedArticles 1439 para. 3 of the Civil Code; Article 559 of the Code of Civil Procedure: The four-year separation period for divorce is calculated retroactively from the date of the suit's hearing, and the lower court's reasoning is sufficient if it supports the finding of separation without requiring specific dates for every interruption.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 661 / 2011 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Περίληψη:
Πολιτική δικονομία. Αναιρετικοί λόγοι. Διαζύγιο. Αγωγή διαζυγίου λόγω τετραετούς διάστασης. Ο χρόνος της διάστασης υπολογίζεται αναδρομικά από τον χρόνο της συζήτησης της αγωγής. Παραμόρφωση εγγράφου. Ως έγγραφο νοείται το αποδεικτικό έγγραφο και όχι το διαδικαστικό, όπως τα ένδικα μέσα και οι προτάσεις των διαδίκων. Απορρίπτει αναιρετικούς λόγους από τους αριθ. 1, 11 β’, 19 και 20 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. (Επικυρώνει την Εφ. Πειραιώς 694/2009).
Αριθμός 661/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ρένα Ασημακοπούλου, Αντιπρόεδρο, Αθανάσιο Κουτρομάνο, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Ευφημία Λαμπροπούλου και Γεράσιμο Φουρλάνο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 14 Φεβρουαρίου 2011, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Μ. Λ. του Ε. , η οποία δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.
Του αναιρεσιβλήτου: Β. Σ. του Λ., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ. με την ιδιότητα του ως δικηγόρος.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 9-8-2006 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Πειραιώς. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4185/2007 του ίδιου Δικαστηρίου και 694/2009 του Εφετείου Πειραιώς. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά η αναιρεσείουσα με την από 1-12-2009 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο ο αναιρεσιβλητος, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Χρυσόστομος Ευαγγέλου ανέγνωσε την από 4-1-2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Όπως προκύπτει από την υπ' αριθ. 2.307 Δ/26-1-2010 έκθεση του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Πειραιώς Γ. Β., ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης αίτησης αναιρέσεως με τις κάτω από αυτήν Πράξεις του Προέδρου και του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου, με τις οποίες ορίσθηκε το αρμόδιο Τμήμα, η δικάσιμος και ο Εισηγητής Δικαστής, επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στην αναιρεσείουσα.
Κατά την αρχική δικάσιμο της 17ης Ιανουαρίου 2011 η συζήτηση της υπόθεσης αναβλήθηκε με αίτημα της αναιρεσείουσας για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσης δικάσιμο, της αναβολής αυτής επεχούσης θέση κλητεύσεως της αναιρεσείουσας ( άρθρο 575 ΚΠολΔ ), η οποία, εφόσον δεν εμφανίσθηκε, πρέπει να δικαστεί ερήμην και να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία της ( άρθρο 576 παρ.2 ΚΠολΔ ).
Επειδή κατά τη διάταξη του άρθρου 1439 παρ. 3 Α.Κ. "Εφ` όσον οι σύζυγοι βρίσκονται σε διάσταση συνεχώς από τέσσερα τουλάχιστον χρόνια, ο κλονισμός τεκμαίρεται αμάχητα και το διαζύγιο μπορεί να ζητηθεί έστω και αν ο λόγος του κλονισμού αφορά το πρόσωπο του ενάγοντα. Η συμπλήρωση του χρόνου διάστασης δεν εμποδίζεται από μικρές διακοπές που έγιναν ως προσπάθεια αποκατάστασης των σχέσεων ανάμεσα στους συζύγους".
Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, καθένας από τους συζύγους ανεξάρτητα του αν αυτός προκάλεσε τη διάσταση ή όχι, έχει δικαίωμα να ζητήσει διαζύγιο, όταν η διάσταση διήρκεσε μία συναπτή τετραετία, υπολογιζόμενη αναδρομικώς από τον χρόνο συζητήσεως της αγωγής, κατά τον οποίο, σύμφωνα με τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 68, 69, 224, 269 και 281 ΚΠολΔ κρίνεται το κεκτημένο του καταγόμενου στη δίκη δικαιώματος και όχι από τον χρόνο ασκήσεως της αγωγής ( A.Π.1325/2008, 1752/2006 ).
Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, όπως από την προσβαλλόμενη απόφασή του προκύπτει, αφού κατά παραδοχή της έφεσης εξαφάνισε χωρίς έρευνα των λόγων της έφεσης την εκδοθείσα ερήμην της εκκαλούσας πρωτόδικη απόφαση, δέχθηκε ότι η διακοπή της έγγαμης συμβίωσης των διαδίκων άρχισε από τον μήνα Ιανουάριο του έτους 2002 και σε κάθε περίπτωση από τον μήνα Νοέμβριο του ίδιου έτους και διήρκεσε, μέχρι και την πρώτη συζήτηση της αγωγής στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο την 11-5-2007, ήτοι περισσότερο από μία συναπτή τετραετία, υπολογιζόμενη αναδρομικώς από το χρόνο συζητήσεως της αγωγής, με πρόθεση των διαδίκων συζύγων διασπάσεως της έγγαμης σχέσεώς τους.
Κρίνοντας έτσι, το Εφετείο ορθά δέχθηκε ως αφετηρία αναδρομικού υπολογισμού της τετραετούς διάστασης τον χρόνο της πρώτης συζήτησης της αγωγής και εντεύθεν ορθά συνυπολόγισε για τη συμπλήρωση της τετραετούς διάστασης και τον χρόνο διάστασης από την άσκηση της αγωγής και μέχρι την πρώτη συζήτηση αυτής, που επικαλέσθηκε μάλιστα με τις προτάσεις του ο αναιρεσίβλητος, εφαρμόζοντας τις ανωτέρω δικονομικές διατάξεις των άρθρων 68, 69, 224, 269 και 281 ΚΠολΔ.
και δεν παραβίασε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 1439 παρ. 3 Α.Κ. Αλλά και με βάση τον χρόνο ασκήσεως της αγωγής ( 25-9-2006 ) και πάλι είχε συμπληρωθεί με βάση τις άνω παραδοχές του Εφετείου τετραετής διάσταση των διαδίκων. Επομένως, ο πρώτος λόγος του αναιρετηρίου, με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο παρά τον νόμο εφάρμοσε τις ανωτέρω διατάξεις και έλαβε υπόψη του ως αφετηρία αναδρομικού υπολογισμού της τετραετούς διάστασης τον χρόνο της πρώτης συζήτησης της αγωγής και όχι το χρόνο άσκησης της αγωγής, υπαγόμενος, κατ' ορθή εκτίμηση, στον αριθ. 1 (και όχι 8) του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. β` Κ.Πολ.Δικ., αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά τον νόμο έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίσθηκαν, πράγμα το οποίο συμβαίνει και όταν το δικαστήριο δέχεται ομολογία διαδίκου, η οποία ουδέποτε έγινε. Οι αποδείξεις που παρά τον νόμο λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας, πρέπει να είναι κρίσιμες για την απόδειξη ή ανταπόδειξη ουσιώδους για την έκβαση της δίκης ισχυρισμού των διαδίκων, αφού μόνο ένα τέτοιος (ουσιώδης) ισχυρισμός καθίσταται αντικείμενο απόδειξης (Ολ.ΑΠ 42/2002), δεν ιδρύεται δε ο λόγος αυτός, αν το δικαστήριο στήριξε τη δικανική του πεποίθηση κυρίως σε άλλα αποδεικτικά μέσα.
Στην προκειμένη περίπτωση με τον δεύτερο λόγο του αναιρετηρίου, όπως αυτός εκτιμάται, προβάλλεται ότι το Εφετείο δέχθηκε ότι η αναιρεσείουσα ομολόγησε ότι συστεγάζονταν στο ίδιο δικηγορικό γραφείο με τον αναιρεσίβλητο σύζυγό της μέχρι και τον μήνα Νοέμβριο του 2002, μετά τον οποίο σε κάθε περίπτωση επήλθε διάστασή τους που εξακολούθησε μέχρι τη συζήτηση της αγωγής, ενώ τέτοια ομολογία δεν έγινε εκ μέρους της.
Όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο δέχθηκε ότι η έγγαμη συμβίωση των διαδίκων διακόπηκε οριστικά από τον μήνα Ιανουάριο του έτους 2002, οπότε αποχώρησε από τη συζυγική οικία ο ενάγων και εξακολούθησε μέχρι την πρώτη συζήτηση της αγωγής στις 11-5-2007, οι όποιες δε συναντήσεις του ενάγοντος με την εναγομένη στη συζυγική οικία και οι ολιγοήμερες διακοπές που είχαν με τα παιδιά τους μέχρι το Πάσχα του έτους 2002 δεν έγιναν με σκοπό επανασυμβίωσης, αλλά χάριν των παιδιών τους, ενώ η συστέγασή τους στο ίδιο γραφείο μέχρι τον Νοέμβριο του έτους 2002, " όπως και οι διάδικοι δέχονται και όχι μέχρι τον Ιανουάριο του έτους 2003, που αβάσιμα κατέθεσε η μάρτυρας της εναγόμενης", έγινε για επαγγελματικούς και μόνο λόγους.
Με επάλληλη σκέψη το Εφετείο δέχθηκε ότι και αν ακόμη ληφθεί υπόψη ως χρόνος οριστικής διακοπής της έγγαμης συμβίωσης ο μήνας Νοέμβριος του 2002, κατά τον οποίο οι διάδικοι έπαυσαν να συστεγάζονται στο ίδιο γραφείο και να έχουν οποιαδήποτε επαφή και πάλι έχει συμπληρωθεί χρόνος τετραετούς διάστασης. Εφόσον, όμως, η κύρια αιτιολογία ότι η οριστική διάσπαση της έγγαμης σχέσης των διαδίκων επήλθε τον Ιανουάριο του έτους 2002 στηρίζει αυτοτελώς το διατακτικό της απόφασης, αλυσιτελώς πλήττεται με τον αναιρετικό λόγο από το άρθρο 559 αριθ. 11 β' ΚΠολΔ.
η επάλληλη αιτιολογία του Εφετείου ότι σε κάθε περίπτωση η οριστική διάσπαση επήλθε τον Νοέμβριο του ίδίου έτους. Σε κάθε περίπτωση δεν ιδρύεται ο εξεταζόμενος λόγος, διότι, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, η επάλληλη αιτιολογία του Εφετείου ότι η έγγαμη συμβίωση των διαδίκων διακόπηκε σε κάθε περίπτωση τον μήνα Νοέμβριο του έτους 2002, αφότου έπαυσαν να συστεγάζονται στο ίδιο γραφείο, στηρίχθηκε αποκλειστικά στις καταθέσεις των μαρτύρων και όχι και σε ομολογία της αναιρεσείουσας.
Η αναφορά στην απόφαση ότι " όπως και οι διάδικοι δέχονται" αυτοί συστεγάσθηκαν στο ίδιο γραφείο μέχρι τον μήνα Νοέμβριο του 2002, οπότε η εναγομένη εγκαταστάθηκε σε δικό της γραφείο, και όχι μέχρι τον Ιανουάριο του 2003, όπως κατέθεσε η μάρτυρας της εναγομένης, δεν συνιστά παραδοχή ομολογίας της εναγομένης, αλλά επιχείρημα ότι δεν είναι αξιόπιστη η κατάθεση της μάρτυράς της, αφού πράγματι και η αναιρεσείουσα στην προσθήκη -αντίκρουση των προτάσεών της αναφέρει " η μάρτυράς μου κατέθεσε ρητά και κατηγορηματικά ότι έως και τον Ιανουάριο του 2003 ο αντίδικος βρισκόταν καθημερινά στη συζυγική μας κατοικία, τρώγαμε μαζί, κοιμόμασταν μαζί, συμμετείχαμε σε εκδηλώσεις και δραστηριότητες από κοινού, εργαζόμασταν μαζί μέχρι το Νοέμβριο του 2002 ( εκ παραδρομής ετέθη, το 2003 )...".
Ο από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 20 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης για παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου από το δικαστήριο της ουσίας, ιδρύεται μόνο όταν το δικαστήριο υποπίπτει σε σφάλμα ανάγνωσης και αποδίδει στο έγγραφο περιεχόμενο διαφορετικό εκείνου που αυτό πραγματικά έχει, ακολούθως στηριζόμενο στο έγγραφο αυτό ή κυρίως σ` αυτό, καταλήγει σε επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα αποδεικτικό πόρισμα, για πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Ως έγγραφα νοούνται τα, κατά τα άρθρα 339 και 432-465 του ΚΠολΔ αποδεικτικά έγγραφα, που παρέχουν άμεση ή έμμεση απόδειξη κατά του αντιδίκου και όχι τα διαδικαστικά έγγραφα, όπως είναι τα ένδικα μέσα και οι προτάσεις των διαδίκων (Α.Π. 168/2006, Α.Π. 44/2003). Στην προκειμένη περίπτωση με τον τρίτο λόγο του αναιρετηρίου προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο της έφεσης και των προτάσεων του αναιρεσείουσας, δεχόμενο ότι η τελευταία αποδέχθηκε ισχυρισμούς του αντιδίκου της που δεν αποδέχθηκε.
Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, διότι η παραμόρφωση διαδικαστικών εγγράφων, όπως είναι τα ένδικα μέσα και οι προτάσεις των διαδίκων, δεν ιδρύει τον από το άρθρο 559 αριθ. 20 ΚΠολΔ. αναιρετικό λόγο. Ο από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης για έλλειψη νόμιμης βάσης, ιδρύεται όταν στο αιτιολογικό της αποφάσεως του δικαστηρίου της ουσίας δεν περιέχονται καθόλου ή δεν αναφέρονται με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά εκείνα γεγονότα που είναι αναγκαία για να κριθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συντρέχουν ή όχι οι προϋποθέσεις εφαρμογής του κατάλληλου κανόνα ουσιαστικού δικαίου ή αν έγινε ή όχι ορθός νομικός χαρακτηρισμός των κρίσιμων πραγματικών γεγονότων.
Στην προκειμένη περίπτωση με τον τέταρτο από το άρθρο 559 αριθ. 19ΚΠολΔ λόγο του αναιρετηρίου προβάλλεται η αιτίαση ότι η προσβαλλόμενη απόφαση έχει ανεπαρκή και αντιφατική αιτιολογία, αφού με την παραδοχή ότι " επομένως οι προαναφερόμενες διακοπές της διάστασης των διαδίκων δεν είχαν αναιρέσει την σταθερή πρόθεση του ενάγοντος για διάσπαση του συζυγικού δεσμού και έτσι κατά τον Ιανουάριο του έτους 2002 και σε κάθε περίπτωση κατά τον Νοέμβριο του ίδιου έτους, οπότε οι διάδικοι έπαυσαν να συστεγάζονται στο ίδιο γραφείο, επήλθε ψυχική αποξένωση των διαδίκων, η οποία συνεχίστηκε μέχρι την ημέρα της συζήτησης της αγωγής ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, δηλαδή μέχρι την 11-5-2007 και συνεπώς συμπληρώθηκε μέχρι την ημέρα αυτή η από τη διάταξη του άρθρου 1439 παρ. 3 τετραετία", δεν προσδιορίζεται η ακριβής ημερομηνία ενάρξεως της διάστασης των διαδίκων, αν δηλαδή αυτή είναι ο Ιανουάριος του 2002 ή ο Νοέμβριος του ίδιου έτους.
Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, διότι από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε ότι η διάσπαση της έγγαμης συμβίωσης επήλθε τον Ιανουάριο του έτους 2002 και συνεχίσθηκε μέχρι τη συζήτηση της αγωγής, αιτιολογία που είναι επαρκής και στηρίζει αυτοτελώς το διατακτικό της απόφασής του, με επάλληλη δε και μη αντιφατική ή ενδοιαστική αιτιολογία δέχεται ότι και αν ακόμη ληφθεί υπόψη ως χρόνος διάσπασης της έγγαμης συμβίωσης ο μήνας Νοέμβριος του 2002 και πάλι έχει συμπληρωθεί τετραετής διάσταση των διαδίκων, γεγονός που και πάλι δικαιολογεί την κατ' άρθρο 1439 παρ. 3 του Α.Κ.
λύση του γάμου τους. Η εφαρμογή της εν λόγω διάταξης προϋποθέτει την παραδοχή ότι οι διάδικοι βρίσκονταν σε διάσταση επί τέσσερα τουλάχιστον χρόνια αναδρομικά από την πρώτη συζήτηση της αγωγής και τέτοια αιτιολογία, που επιτρέπει τον αναιρετικό έλεγχο, περιέχει η προσβαλλόμενη απόφαση.
Κατ' ακολουθίαν, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, που κατέθεσε προτάσεις (άρθρα 176 και 183 του ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 1-12-2009 αίτηση της Μ. Λ., κατοίκου ..., για αναίρεση της υπ' αριθ. 694/2009 αποφάσεως του Εφετείου Πειραιώς.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων ( 2.700 ) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 4 Απριλίου 2011.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 2 Μαΐου 2011.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ