Supreme Court dismisses appeal against eviction order, ruling public entity as debtor not sovereign authority.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the Greek State's appeal against a lower court ruling that declared an eviction action inadmissible. The State argued it acted as a sovereign entity, but the court found it functioned merely as a debtor ('fiscus') in a private debt relationship. Consequently, the dispute was deemed a civil matter subject to civil procedure law rather than an administrative matter reserved for the Council of State.
Legislator headnote
AI generatedArticles 498, 568, 576 of the Code of Civil Procedure; Article 94 of the Constitution: When the State acts as a debtor in a private debt relationship, the resulting enforcement dispute is a civil matter, not an administrative one under the exclusive jurisdiction of the Council of State.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 661 / 2008 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 661/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Καλαμίδα, Αντιπρόεδρο, Ρένα Ασημακοπούλου, Ιωάννη Ιωαννίδη, Χαράλαμπο Ζώη και Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 10 Δεκεμβρίου 2007, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομίας και Οικονομικών, ο οποίος εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα από τον πληρεξούσιο Παναγιώτη Πανάγου, πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους.
Των αναιρεσιβλήτων: 1....... και 2. ........ Εκπροσωπήθηκε ο πρώτος από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Σταυρίδη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., ο δεύτερος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 24-9-2003 ανακοπή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιώς. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 243/2005 του ίδιου Δικαστηρίου και 1124/2005 του Εφετείου Πειραιώς. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά το αναιρεσείον με την από 11-4-2006 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ρένα Ασημακοπούλου ανέγνωσε την από 29-11-2007 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
- Από το συνδυασμό των άρθρων 498 παρ. 1, 568 παρ. 1 και 4 και 576 παρ. 1, 2 και 4 ΚΠολΔ προκύπτει ότι αν κατά τη συζήτηση της αναιρέσεως δεν εμφανισθεί κάποιος διάδικος, το δικαστήριο οφείλει να εξετάσει αν επισπεύδει αυτός τη συζήτηση ή όταν την επισπεύδει άλλος διάδικος, αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Αν η κλήση επιδόθηκε νομότυπα προχωρεί τη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Στην προκειμένη περίπτωση από την επικαλούμενη και προσκομιζόμενη υπ' αριθ. ..... έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών ...... προκύπτει ότι επικυρωμένο αντίγραφο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης με την κάτω από αυτή πράξη προσδιορισμού δικασίμου για την αναγραφόμενη στην αρχή της παρούσης και κλήση προς συζήτηση, επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως, με επιμέλεια του πρώτου αναιρεσιβλήτου Ψ1 στον δεύτερο αναιρεσίβλητο Ψ2, ο οποίος δεν εμφανίσθηκε κατά τη νόμιμη εκφώνηση της υποθέσεως από τη σειρά του οικείου πινακίου κατά τη δικάσιμο αυτή (10-12-2007), ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο, έστω και με δήλωση κατά το άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ., όπως ισχύει. Επομένως πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση, παρά την απουσία του ως άνω αναιρεσιβλήτου, σύμφωνα με την προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 576 παρ. 2 ΚΠολΔικ.
- Το άρθρο 94 του Συντάγματος ορίζει στη μεν § 1 ότι: "στο Συμβούλιο της Επικρατείας και τα τακτικά διοικητικά δικαστήρια υπάγονται οι διοικητικές διαφορές, όπως ο νόμος ορίζει, με την επιφύλαξη των αρμοδιοτήτων του Ελεγκτικού Συνεδρίου", στη δε § 2 ότι: "στα πολιτικά δικαστήρια υπάγονται οι ιδιωτικές διαφορές, καθώς και υποθέσεις εκούσιας δικαιοδοσίας, όπως νόμος ορίζει, ενώ το άρθρο 98 § 1 εδ.
στ' ορίζεται ότι: Στην αρμοδιότητα του Ελεγκτικού Συνεδρίου ανήκουν ιδίως: α) ... στ) Η εκδίκαση διαφορών σχετικά με την απονομή συντάξεων..." Προστίθεται μάλιστα στην § 3 του τελευταίου άρθρου ότι οι αποφάσεις του Ελεγκτικού Συνεδρίου για υποθέσεις της παραγράφου 1 δεν υπόκεινται στον έλεγχο του Συμβουλίου της Επικρατείας.
Από τις ανωτέρω συνταγματικές διατάξεις συνάγεται ότι το Σύνταγμα επιβάλλει την υπαγωγή των διοικητικών διαφορών στα διοικητικά δικαστήρια, των ιδιωτικών διαφορών στα πολιτικά δικαστήρια και των (διοικητικών) συνταξιοδοτικών διαφορών που αναφέρονται στο άρθρο 98 § 1 εδ. στ' στο Ελεγκτικό Συνέδριο. Ειδικότερα, από την άνω διάταξη του άρθρου 98, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 1 §§ 1, 2, 3, 7 και 2 του Α.Ν. 599/1968, 1 επ., 66 ΚΑΙ 67 του Π.Δ. 1041/1979, 15 § 14, 47, 53, 54, 61 § 1 του Π.Δ. 774/1980, 1, 2, 48, 49, 53 του Π.Δ.1225/1981, συνάγεται ότι από την ασκούμενη, ενώπιον του αρμοδίου Τμήματος του Ελεγκτικού Συνεδρίου, έφεση κατά πράξεως της οικείας υπηρεσίας του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους, με την οποία απορρίπτεται εν όλω ή εν μέρει συνταξιοδοτικό αίτημα, δημιουργείται διαφορά, όχι ιδιωτικού δικαίου, ούτε διοικητική διαφορά ουσίας της δικαιοδοσίας των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων, αλλά καθαρά διοικητική διαφορά ουσίας της αποκλειστικής δικαιοδοσίας του Ελεγκτικού Συνεδρίου.
Στην έφεση δε αυτή, που στην πραγματικότητα αποτελεί προσφυγή ουσίας είναι δυνατόν να σωρευθεί και αίτημα για την καταψήφιση των οφειλομένων στον εκκαλούντα (προσφεύγοντα) συνταξιούχο από το καθ' ου Δημόσιο επιμέρους χρηματικών παροχών. Εξ όλων αυτών παρέπεται ότι το τμήμα του Ελεγκτικού Συνεδρίου, που επιλαμβάνεται της εκδίκασης έφεσης (προσφυγής) με καταψηφιστικό αίτημα κατά πράξης του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους απορριπτικής εν όλω ή εν μέρει συνταξιοδοτικού αιτήματος, έχοντας από το Σύνταγμα και το νόμο πλήρη και αποκλειστική δικαστική δικαιοδοσία και δυνάμενο να κρίνει τη σχετική υπόθεση και κατά το νόμο και κατά την ουσία, μπορεί, όχι μόνο να ακυρώσει (ή να μεταρρυθμίσει) την προσβαλλόμενη πράξη, αλλά να προβεί στην τελική διαμόρφωση του περιεχομένου του συνταξιοδοτικού δικαιώματος του εκκαλούντος, με τον καθορισμό του ύψους της οφειλόμενης συντάξεως, ακόμη δε και στην καταψήφιση των οφειλόμενων σ' αυτόν επιμέρους χρηματικών παροχών.
Περαιτέρω από τις ίδιες παραπάνω διατάξεις προκύπτει ότι οι διαφορές που γεννώνται κατά τη διαδικασία της αναγκαστικής εκτελέσεως αποφάσεων του Ελεγκτικού Συνεδρίου, που επιδικάζουν συνταξιοδοτικές παροχές, είναι διοικητικές διαφορές που υπάγονται και αυτές στη δικαιοδοσία του Ελεγκτικού Συνεδρίου και όχι ουσιαστικές διοικητικές διαφορές που υπάγονται στην δικαιοδοσία των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων ή ιδιωτικές διαφορές που υπάγονται - αντίστοιχα - στη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων, εφόσον η υποκείμενη σχέση, στην οποία στηρίζεται ο ανωτέρω εκτελούμενος τίτλος (που αποτελεί το θεμέλιο της αναγκαστικής εκτελέσεως), είναι σχέση δημοσίου δικαίου, υπαγόμενη στην αποκλειστική δικαιοδοσία του Ελεγκτικού Συνεδρίου (ΕλΣυν 711/2000).
Η διαδικασία της κατατάξεως αποτελεί τμήμα της διαδικασίας εκτελέσεως. Επομένως όταν επισπεύδεται διοικητική εκτέλεση, η διαφορά που δημιουργείται από την άσκηση ανακοπής κατά του πίνακα κατατάξεως υπάγεται στη δικαιοδοσία των πολιτικών ή διοικητικών δικαστηρίων ανάλογα με την φύση της ως ιδιωτικής ή διοικητικής, αντίστοιχα, ανεξάρτητα από το αντικείμενο της απαίτησης για την οποία επισπεύδεται η εκτέλεση, το οποίο δεν αποτελεί υποχρεωτικό στοιχείο έρευνας για το δικαστήριο που δικάζει την ανακοπή.
Βεβαίως, αν η διοικητική εκτέλεση επισπεύδεται με βάση τίτλο του άρθρου 2 § 2 του ΚΕΔΕ, ο οποίος στηρίζεται σε υποκείμενες ετεροειδείς σχέσεις, δηλαδή σε σχέσεις δημοσίου αφενός και ιδιωτικού δικαίου αφετέρου, θα πρέπει να αναζητηθεί η προέχουσα απαίτηση στον εν λόγω τίτλο, δηλαδή εκείνη που υπερτερεί ποσοτικώς και με βάση αυτήν τελικά να καθοριστεί το δικαστήριο στη δικαιοδοσία του οποίου υπάγεται η διαφορά, δηλαδή το διοικητικό δικαστήριο, όταν η απαίτηση αυτή προέρχεται από έννομη σχέση δημοσίου δικαίου και το πολιτικό δικαστήριο, όταν η μεγαλύτερη αυτή απαίτηση προέρχεται από έννομη σχέση ιδιωτικού δικαίου.
Η ερμηνευτική αυτή εκδοχή δεν προσκρούει στις διατάξεις του άρθρου 94 του Συντάγματος, και επιβάλλεται, ώστε να αποφεύγεται η διάσπαση της ενότητας της εκτελεστικής διαδικασίας και ειδικότερα ο κατακερματισμός της δίκης με την καθιέρωση διπλής δικαιοδοσίας επί ανακοπών κατά του ίδιου πίνακα κατατάξεως, με περαιτέρω άμεσο κίνδυνο εκδόσεως αντιφατικών αποφάσεων από τα πολιτικά και διοικητικά δικαστήρια. (ΑΕΔ 23/1999, ΑΕΔ 18/1993, ΣτΕ 1669/1997, ΑΠ 1495/1997).
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο, που δίκασε την από 24-9-2003 ανακοπή του ήδη αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου, με την οποία αυτό ζητούσε την ακύρωση, άλλως την μεταρρύθμιση της υπ' αριθ. ....... περίληψης κατακυρωτικής έκθεσης (πίνακα-πράξης αναλυτικών εξόδων προδικασίας πλειστηριασμού-κατάταξης επισπεύδοντος) της Συμβολαιογράφου Αθηνών Άννας Παναγιώτου Τσαφάρα, που συνετάγη για το εκπλειστηριασθέν με επίσπευση του αναιρεσιβλήτου ακίνητο του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου, δέχθηκε ότι, όπως προκύπτει από την επισκόπηση του προσβαλλόμενου πίνακα (πράξης), η αναγκαστική εκτέλεση, που κατέληξε στον αναγκαστικό πλειστηριασμό [δυνάμει της υπ' αριθ. .....
έκθεσης πλειστηριασμού της άνω Συμ/φου] ακινήτου του οφειλέτη και ήδη αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου, άρχισε με την επίδοση επιταγής προς πληρωμή κάτω από αντίγραφο εκτελεστού απογράφου της υπ' αριθμ. 357/1997 αποφάσεως του 2ου Τμήματος του Ελεγκτικού Συνεδρίου για την ικανοποίηση χρηματικής απαιτήσεως συνταξιοδοτικού χαρακτήρα του επισπεύδους τον πλειστηριασμό, πρώτου των καθ' ων η ανακοπή, και ήδη πρώτου αναιρεσίβλητου, συνταξιούχου του Ελληνικού Δημοσίου, συνολικού ύψους 10.883,64 ευρώ (3.708.600 δραχμών), που όφειλε το αναιρεσείον από ληξιπρόθεσμες δόσεις συμπληρωματικής συντάξεως τούτου (πρώτου αναιρεσιβλήτου-επισπεύδοντος), σύμφωνα με την προμνημονευόμενη απόφαση του Ελεγκτικού Συνεδρίου.
Η υποκείμενη, συνεπώς, σχέση, στην οποία στηρίζεται ο άνω εκτελεστός τίτλος (που αποτελεί και το θεμέλιο της αναγκαστικής εκτελέσεως), είναι σχέση δημοσίου δικαίου, υπαγόμενη στην αποκλειστική δικαιοδοσία του Ελεγκτικού Συνεδρίου και, η διαφορά που ενδεχομένως γεννάται κατά τη διαδικασία της αναγκαστικής εκτελέσεως μιας τέτοιας αποφάσεως του Ελεγκτικού Συνεδρίου που επιδικάζει συνταξιοδοτικές παροχές, όπως εν προκειμένω, είναι διοικητική διαφορά, υπαγόμενη στην αποκλειστική δικαιοδοσία του Ελεγκτικού Συνεδρίου και όχι στη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων.
Με τις σκέψεις αυτές το Εφετείο έκρινε ως απαράδεκτη, κατ' άρθρο 4 του ΚΠολΔ, ελλείψει δικαιοδοσίας την ως άνω ανακοπή και απέρριψε ως αβάσιμους τους λόγους έφεσης του αναιρεσείοντος α) ότι είχαν εφαρμογή οι διατάξεις του ΚΠολΔ γιατί η επίσπευση της εκτελέσεως της προαναφερόμενης υπ' αριθμ. 357/1997 απόφασης του Ελεγκτικού Συνεδρίου έγινε από ιδιώτη δανειστή και β) ότι εσφαλμένα το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η ένδικη διαφορά έχει το χαρακτήρα διοικητικής διαφοράς της δικαιοδοσίας του Ελεγκτικού Συνεδρίου, γιατί στην ένδικη περίπτωση το Δημόσιο δεν εμφανίζεται ως φορέας δημόσιας εξουσίας, αλλά ως "fiscus", του οποίου η περιουσία κατασχέθηκε αναγκαστικά και εκπλειστηριάσθηκε.
Έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν κήρυξε παρά το νόμο απαράδεκτο και οι από το άρθρο 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα, ότι δηλαδή το Εφετείο παρά το νόμο κήρυξε απαράδεκτο, (κατ' επικύρωση της πρωτόδικης απόφασης) γιατί η ένδικη ανακοπή του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου δεν αποτελεί διοικητική διαφορά, αφού το δημόσιο δεν εμφανίζεται υπό την κυριαρχική του θέση ως φορέας δημόσιας εξουσίας, αλλά ως fiscus, κατά της ιδιωτικής περιουσίας του οποίου επισπεύδεται αναγκαστική εκτέλεση κατά τις διατάξεις του ΚΠολΔ, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ -
Απορρίπτει την από 11-4-2006 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου για αναίρεση της υπ' αριθ. 1124/2005 απόφασης του Εφετείου Πειραιώς.
-
Καταδικάζει το αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα του πρώτου αναιρεσιβλήτου Ψ1 τα οποία ορίζει σε τριακόσια πενήντα (350) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 18 Μαρτίου 2008. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του την 1η Απριλίου 2008.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ