Supreme Court dismisses appeal against lower court judgment due to vague and inadmissible grounds.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Second Instance Court's decision regarding a dispute over bus ownership and compensation claims. The appellant argued that the lower court ignored specific documents and failed to address multiple legal grounds, but the court found these arguments vague and lacking in necessary detail. Consequently, the appeal was rejected because the lower court's reasoning could not be properly reviewed without clear, specific allegations.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(9), 559(11), 559(19) of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court may not examine vague or indeterminate grounds for appeal, and arguments must clearly specify the alleged errors in the lower court's reasoning to be admissible.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 661 / 2007 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 661/2007
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Χλαμπουτάκη, Αντιπρόεδρο, Νικόλαο Κασσαβέτη, Ιωάννη Παπανικολάου, Ρένα Ασημακοπούλου και Χαράλαμπο Ζώη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 12 Φεβρουαρίου 2007, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: ..... , η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Λεωνίδα Τσιάρα.
Της αναιρεσίβλητης: 1. Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΚΤΕΛ (11ου) Ν. Φθιώτιδος Ανώνυμη μεταφορική-Τουριστική και Εμορική Εταιρία" που εκπροσωπείται νόμιμα ως οιονεί καθολικής διαδόχου του ΝΠΙΔ με την επωνυμία "Υπ/κό 11ον ΚΤΕΛ Ν. Φθιώτιδος" που εκπροσωπεί νόμιμα και ήδη μετατράπηκε σε ΑΕ με την παραπάνω επωνυμία και εκπροσωπείται νόμιμα, 2. ΝΠΙΔ με την επωνυμία "Ειδικός Συνεταιρισμός Επαγγελματιών ιδιοκτητών Λεωφορείων 11ου κοινού Ταμείου εισπράξεων (ΚΤΕΛ) Φθιώτιδας Συν/σμος Περιορισμένης Ευθύνης" που εκπροσωπείται νόμιμα, 3. .... , και 4. ... , οι οποίοι δεν εκπροσωπήθηκαν ούτε παραστάθηκαν στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 19-6-1997 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Λαμίας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 31/1999, 17/2000 του ίδιου Δικαστηρίου και 85/2004, 86/2004 και 265/2005 του Εφετείου Λαμίας. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητά η αναιρεσείουσα με την από 22-2-2006 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο η αναιρεσείουσα, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Ιωάννης Παπανικολάου ανέγνωσε την από 2-2-2007 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση του δικαστηρίου αυτού Αρεοπαγίτη Δημητρίου Δαλιάνη, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι.Από τη διάταξη του άρθρου 576 παρ.2 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, αν ο αντίδικος εκείνου που επέσπευσε τη συζήτηση δεν εμφανισθεί, ο 'Αρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα και σε καταφατική περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία αυτού. Στην προκείμενη περίπτωση οι αναιρεσίβλητοι: 1) Η εδρεύουσα στη Λαμία ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "ΚΤΕΛ (11ο) Ν.Φθιώτιδος Ανώνυμη Μεταφορική-Τουριστική και Εμπορική Εταιρεία", 2) Το εδρεύον στη Λαμία ΝΠΙΔ με την επωνυμία "Ειδικός Συνεταιρισμός Επαγγελματιών Ιδιοκτητών Λεωφορείων 11ου ΚΤΕΛ Φθιώτιδας Συν.Π.Ε.", 3) ..... και 4) ..... , δεν εμφανίσθηκαν κατά την οριζόμενη στην αρχή δικάσιμο που εκφωνήθηκε η υπόθεση κατά τη σειρά του πινακίου για τη συζήτηση της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως, όπως δε προκύπτει από τις προσκομιζόμενες από την αναιρεσείουσα ...., ..... , ..... , και ..... εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο .... αντίγραφο της αιτήσεως αναιρέσεως με την κάτω από αυτή πράξη ορισμού της παραπάνω δικασίμου καθώς και κλήση για συζήτησή της στη δικάσιμο αυτή επιδόθηκαν με επιμέλεια της αναιρεσείουσας στους απολιπόμενους αυτούς αναιρεσιβλήτους, Επομένως το Δικαστήριο πρέπει να προχωρήσει στη συζήτηση της υποθέσεως παρά την απουσία τους.
ΙΙ. Ο προβλεπόμενος στο άρθρο 559 αρ.1 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται αν το δικαστήριο της ουσίας προέβη είτε σε εσφαλμένη ερμηνεία των προϋποθέσεων εφαρμογής του κατάλληλου κανόνα δικαίου είτε σε εσφαλμένη υπαγωγή ή μη υπαγωγή των πραγματικών του διαπιστώσεων στο εννοιολογικό περιεχόμενο αυτού του κανόνα.
Για τη διαδικαστική πληρότητα και άρα για το παραδεκτό του αναιρετικού αυτού λόγου, σε περίπτωση που η υπόθεση κρίθηκε επί της ουσίας, δεν αρκεί να εκτίθενται στο αναιρετήριο το κατά την εκδοχή του αναιρεσείοντος πραγματικό μέρος της υποθέσεως, οι φερόμενες ως παραβιασθείσες διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου, η από τον αναιρεσείοντα αποδιδόμενη σ΄ αυτές έννοια και το φερόμενο ως προϊόν ερμηνευτικού ή υπαγωγικού σφάλματος συμπέρασμα του δικαστηρίου, αλλά πρέπει επιπλέον να αναφέρονται με πληρότητα και σαφήνεια οι πραγματικές διαπιστώσεις (παραδοχές) του δικαστηρίου, δηλαδή τα πραγματικά γεγονότα, τα οποία το δικαστήριο δέχθηκε ως αποδεδειγμένα και στα οποία στήριξε την κρίση του περί της βασιμότητας ή μη ενός αυτοτελούς πραγματικού ισχυρισμού.
Και τούτο, γιατί η ευδοκίμηση της αιτήσεως αναιρέσεως εξαρτάται, σύμφωνα με το άρθρο 578 Κ.Πολ.Δ., από την ορθότητα όχι των νομικών αιτιολογιών, αλλά του διατακτικού της προσβαλλόμενης αποφάσεως, το οποίο συνάπτεται αιτιωδώς με τις πραγματικές διαπιστώσεις του δικαστηρίου. Η έκθεση έτσι των παραδοχών αυτών στο αναιρετήριο είναι αναγκαία, προκειμένου από το περιεχόμενό του να μπορεί να ελεγχθεί αν η παραβίαση του κανόνα δικαίου οδήγησε το δικαστήριο σε εσφαλμένο διατακτικό.
Δεν επιτρέπεται δε συμπλήρωση του αναιρετηρίου με παραπομπή στην προσβαλλόμενη απόφαση ή σε άλλα διαδικαστικά έγγραφα.
Εν προκειμένω, με τον εκ του άρθρου 559 αρ. 1 Κ.Πολ.Δ. απορρέοντα πρώτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως αποδίδεται στο εφετείο η αιτίαση ότι, αν και οι αναφερόμενες στην αγωγή της αναιρεσείουσας, στις έγγραφες προτάσεις της, στην έφεσή της και στο αναιρετήριο παράνομες και υπαίτιες πράξεις και παραλείψεις του τρίτου και του τετάρτου των αναιρεσιβλήτων (προέδρων των διοικητικών συμβουλίων του πρώτου και του δευτέρου των αναιρεσιβλήτων αντιστοίχως) συνθέτουν το πραγματικό της αδικοπραξίας, εντούτοις αυτό (εφετείο), παραβιάζοντας με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τις διατάξεις των άρθρων 71, 297, 298 και 914 Α.Κ., έκρινε ότι δεν υπήρξε (κατά την προσβαλλόμενη απόφαση: δεν αποδείχθηκε) αδικοπρακτική συμπεριφορά του τρίτου και του τετάρτου των αναιρεσιβλήτων σε βάρος της αναιρεσείουσας. Δεν παρατίθενται όμως στο αναιρετήριο οι πραγματικές διαπιστώσεις του εφετείου, στις οποίες στηρίχθηκε η ανωτέρω κρίση του. Ως εκ τούτου, καθίσταται ανέφικτο να ελεγχθεί από το περιεχόμενο της αναιρετικής αιτήσεως, αν με την κρίση του αυτή το εφετείο παραβίασε ή όχι τις ειρημένες διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου, αν δηλαδή η διαμόρφωση της εν λόγω κρίσεώς του αποτελεί ή όχι προϊόν ερμηνευτικού ή υπαγωγικού σφάλματος. Επομένως, ο ερευνώμενος λόγος ενέχει αοριστία και είναι, ως εκ τούτου, απαράδεκτος.
ΙΙΙ. Με τον δεύτερο λόγο του αναιρετηρίου, υπό την επίκληση του άρθρου 559 αρ. 9 Κ.Πολ.Δ., καταλογίζεται στο εφετείο η πλημμέλεια της εγκαταλείψεως αδικάστων δύο συνδεομένων αιτιωδώς με την αδικοπραξία αγωγικών αιτημάτων περί επιδικάσεως αποζημιώσεως και χρηματικής ικανοποιήσεως για ηθική βλάβη. Όμως, η αποτελούσα προϋπόθεση αυτής της επιδικάσεως αδικοπρακτική συμπεριφορά του τρίτου και του τετάρτου των αναιρεσιβλήτων κρίθηκε από το εφετείο ως αναπόδεικτη, ενώ ο πρώτος λόγος, με τον οποίο πλήττεται η κρίση αυτή, έχει ήδη κριθεί αόριστος. Επομένως, ο ερευνώμενος λόγος στηρίζεται σε ανύπαρκτη προϋπόθεση.
ΙV. Με τον τρίτο λόγο η αναιρεσείουσα, επικαλούμενη το άρθρο 559 αρ. 11 Κ.Πολ.Δ., μέμφεται το εφετείο ότι δεν έλαβε υπόψη τα αναφερόμενα στο αναιρετήριο έγγραφα, τα οποία παραδεκτώς είχε προσκομίσει ενώπιόν του, προς απόδειξη της βασιμότητας των αγωγικών αιτημάτων για την επιδίκαση αποζημιώσεως, και συγκεκριμένα: α) το από 7-5-1998 υπόμνημα των δύο πρώτων αναιρεσιβλήτων προς τον Υπουργό ΠΕΧΩΔΕ, β) την από 10-12-1993 έγγραφη αίτηση-καταγγελία 42 ιδιοκτητών Λεωφορείων, μετόχων της πρώτης και μελών του δευτέρου, γ) τις από 18-6-1992 και Αυγούστου 1992 γνωμοδοτήσεις-επιστολές του νομικού συμβουλίου της πρώτης αναιρεσίβλητης δ) τις ....., από .... και ..... βεβαιώσεις της Τράπεζας Κρήτης, Γενικής Τράπεζας και Συνεταιριστικής Τράπεζας Λαμίας, αντιστοίχως. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος γιατί από τη βεβαίωση του Εφετείου στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του ότι έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε όλα τα έγγραφα που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, είτε προς άμεση, είτε προς έμμεση απόδειξη, σε συνδυασμό με τις παραδοχές της προσβαλλομένης, συνάγεται αδιστάκτως ότι το Δικαστήριο εκείνο έλαβε υπόψη προς έμμεση απόδειξη και τα μνημονευόμενα στο λόγο αυτό έγγραφα.
V.Με τον εκ του άρθρου 559 αρ. 19 Κ.Πολ.Δ. απορρέοντα τέταρτο λόγο προσάπτεται στο εφετείο η αιτίαση ότι η προσβαλλόμενη απόφασή του, ως προς μεν τα σχετικά με την αποζημίωση αγωγικά αιτήματα, στερείται αιτιολογιών, άλλως έχει ανεπαρκείς αιτιολογίες, ως προς δε την κρίση για τη μη απόδειξη αδικοπραξίας, έχει αντιφατικές αιτιολογίες. Κατά το πρώτο μέρος ο λόγος αυτός, σύμφωνα με όσα εκτίθενται πιο πάνω κατά τη διερεύνηση του δεύτερου λόγου, στηρίζεται σε ανύπαρκτη προϋπόθεση. Κατά το δεύτερο και τρίτο μέρος είναι αόριστος και εντεύθεν απαράδεκτος, διότι δεν προσδιορίζεται στο αναιρετήριο σε τί συνίσταται η ανεπάρκεια ή η αντίφαση των αιτιολογιών της προσβαλλόμενης αποφάσεως.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 22-2-2006 αίτηση της .... , για αναίρεση της 265/2005 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 20 Μαρτίου 2007.
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο στις 26 Μαρτίου 2007.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ