Supreme Court allows appeal against lower court's property ownership ruling due to violation of substantive law on contract validity.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece partially allowed the appeal against the Thessaloniki Court of Appeal's final judgment regarding property ownership. The appellants argued that the lower court violated substantive law by recognizing the respondent's ownership without acknowledging the invalidity of the sale contract due to lack of proper authorization. The court agreed that the lower court failed to apply the correct legal provisions regarding the contract's validity and the resulting ownership shares.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559, 579, 580, 581, 176, 183 of the Code of Civil Procedure: If a Court of Appeal violates substantive law by failing to recognize the invalidity of a contract due to lack of authorization, the Supreme Court must annul the judgment on that point and remand the case for further examination.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 661 / 2006 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 661/2006
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Γκιάφη, Αντιπρόεδρο, Αλέξανδρο Κασιώλα, Βασίλειο Νικόπουλο, Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη και Γεώργιο Καπερώνη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 19 Οκτωβρίου 2005, με την παρουσία και της γραμματέως Γραμματικής Κονταξή, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων:1) Χ1, κατοίκου ... και 2) Χ2, κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Χαράλαμπο Κάπο.
Της αναιρεσίβλητης: Ψ, κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Σπυρίδωνα Ασημακόπουλο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 5-2-1993 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 7417/1993 του ίδιου Δικαστηρίου και 1305/1994 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Επί της τελευταίας αποφάσεως ασκήθηκε αναίρεση και εκδόθηκε η 1423/1996 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία αναίρεσε αυτή (1305/1994) και παρέπεμψε την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο Εφετείο Θεσσαλονίκης. Το Εφετείο Θεσσαλονίκης εξέδωσε τις 264/1998,3342/200 μη οριστικές και 2237/2001 οριστική, αποφάσεις. Επί της τελευταίας αποφάσεως (2237/2001) ασκήθηκε εκ νέου αναίρεση και εκδόθηκε η 1676/2002 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία αναίρεσε αυτή (2237/2001) και παρέπεμψε εκ νέου την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο Εφετείο Θεσσαλονίκης. Το Εφετείο Θεσσαλονίκης εξέδωσε τις 2468/2003 μη οριστική και 1048/2004 οριστική, αποφάσεις. Την αναίρεση των δύο τελευταίων αποφάσεων ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 4-6-2004 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη ανέγνωσε την από 6-10-2005 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης για αναίρεση των 2468/2003 και 1048/2004, αντίστοιχα αποφάσεων του Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Σύμφωνα με τη διάταξη του αριθμού 18 άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν το δικαστήριο της παραπομπής δεν συμμορφώθηκε προς την αναιρετική απόφαση. Σύμφωνα, επίσης, με τη διάταξη του άρθρου 579 παρ.1 εδάφιο α' του ιδίου Κώδικα, αν αναιρεθεί η απόφαση, οι διάδικοι επανέρχονται στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την απόφαση που αναιρέθηκε και η διαδικασία πριν από την απόφαση αυτή ακυρώνεται μόνο εφόσον στηρίζεται στην παράβαση για την οποία έγινε δεκτή η αναίρεση.
Σύμφωνα, εξάλλου, με τις διατάξεις των άρθρων 580 παρ.4 και 581 παρ.2 του ίδιου κώδικα, οι αποφάσεις της ολομέλειας και των τμημάτων του Αρείου Πάγου δεσμεύουν τα δικαστήριο που ασχολούνται με την ίδια υπόθεση ως προς τα νομικά ζητήματα που έλυσαν, ενώ στο δικαστήριο της παραπομπής η υπόθεση συζητείται μέσα στα όρια που διαγράφονται με την αναιρετική απόφαση.
Από το συνδυασμό όλων των πιο πάνω διατάξεων προκύπτει ότι ο πιο πάνω από τον αριθ.18 του άρθρου 559 λόγος αναίρεσης ιδρύεται μόνο αν σε νομικό ζήτημα ουσιαστικής ή δικονομικής φύσεως, στο οποίο ο 'Αρειος Πάγος με την αναιρετική και παραπεμπτική απόφασή του έδωσε ορισμένη λύση, το δικαστήριο της παραπομπής έδωσε διαφορετική λύση.
Παρέπεται ότι τέτοιος λόγος δεν ιδρύεται εκ μόνης της αιτίας ότι το δικαστήριο της παραπομπής συζήτησε την υπόθεση πέραν από τα όρια που διαγράφονταν από την αναιρετική απόφαση. Επομένως ο πρώτος λόγος αναίρεσης, από τον αριθ.18 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο προβάλλεται ότι το Εφετείο, στο οποίο με τη 1676/2002 απόφαση του Αρείου Πάγου παραπέμφθηκε, μετ'αναίρεση, η υπόθεση της ενάγουσας και ήδη αναιρεσίβλητης και των δύο εναγομένων και ήδη αναιρεσειόντων για περαιτέρω εκδίκαση, με την συναναιρεσιβαλλόμενη μη οριστική απόφαση και με την αναιρεσιβαλλόμενη οριστική απόφαση επεκτάθηκε σε ζήτημα άσχετο προς τα ζητήματα που επιλύθηκαν με την ως άνω αναιρετική απόφαση και ειδικότερα εξέτασε το ζήτημα της εκ μέρους των εναγομένων, ως αγοραστών του επίδικου διαμερίσματος, εξόφλησης ή μη του συνομολογημένου τιμήματος και, άρα, συζήτησε την υπόθεση πέραν από τα όρια που διαγράφονταν από την ως ανωτέρω αναιρετική απόφαση και έτσι δεν συμμορφώθηκε με αυτήν την αναιρετική απόφαση, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος.
ΙΙ. Από τη διάταξη του άρθρου 309 ΚΠολΔ, η οποία έχει εφαρμογή και στην κατ' έφεση δίκη κατά το άρθρο 524 παρ.1 του ίδιου Κώδικα και η οποία ορίζει ότι οι αποφάσεις που αποφαίνονται οριστικά σε κύρια ή παρεμπίπτουσα αίτηση δεν μπορούν μετά τη δημοσίευσή του να ανακαλούνται από το δικαστήριο που τις εξέδωσε, ενώ όσες δεν κρίνουν οριστικά μπορούν είτε αυτεπαγγέλτως είτε με αίτηση κάποιου διαδίκου, που υποβάλλεται μόνο στη διάρκεια της συζήτησης της υπόθεσης και όχι αυτοτελώς, να ανακληθούν σε κάθε στάση της δίκης από το δικαστήριο που τις εξέδωσε εωσότου εκδοθεί οριστική απόφαση, συνδυαζόμενη και προς εκείνες των άρθρων 513 και 553 του ίδιου Κώδικα, που χαρακτηρίζουν ως οριστικές αποφάσεις τις περατούσες όλη τη δίκη ή μόνο τη δίκη για την αγωγή ή την ανταγωγή, προκύπτει ότι οριστική είναι ιδίως η απόφαση του εφετείου ως προς τη διάταξη αυτής, με την οποία, κατ' αποδοχή λόγου έφεσης, γίνεται δεκτό ή απορρίπτεται κύριο ή παρεμπίπτον αίτημα της αγωγής διότι έτσι απεκδύεται το δικαστήριο κάθε περαιτέρω εξουσίας ως προς το αίτημα αυτό της αγωγής.
Αντίθετα, δεν είναι οριστική και, επομένως, μπορεί να ανακληθεί από το δικαστήριο που την εξέδωσε, η απόφαση με την οποία ιδίως το τελευταίο, κατ' αποδοχή κάποιου λόγου της έφεσης, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, η οποία είχε δεχθεί ή απορρίψει την αγωγή, είτε εν όλω είτε εν μέρει, για τυπικό ή ουσιαστικό λόγο, και, αναβάλλοντας την επί της αγωγής κρίση, έταξε αποδείξεις.
Και αυτό γιατί η εν λόγω απόφαση δεν είναι η τελευταία στη δίκη που εκδίδεται επί της αγωγής, της οποίας το δικαστήριο μπορεί εκ νέου να επιληφθεί σε μεταγενέστερη στάση της δίκης. Στην προκείμενη περίπτωση, η συναναιρούμενη απόφαση του Εφετείου, με την οποία, στο μεν αιτιολογικό κρίθηκε βάσιμος κατά ένα μέρος ο λόγος της έφεσης της ενάγουσας, κυρίας οικοπέδου, η οποία με σύμβαση έργου ανέθεσε την επί του οικοπέδου ανέγερση πολυόροφων κτιρίων με το σύστημα της αντιπαροχής στον αντισυμβαλλόμενό της εργολάβο, ότι δεν πληρώθηκε η προϋπόθεση (αίρεση) για τη θεμελίωση δικαιώματος αμοιβής (αντιπαροχής) του εργολάβου και η αντίστοιχη υποχρέωση εκείνης για τη μεταβίβαση του επίδικου διαμερίσματος, με διάταξη δε στο διατακτικό εξαφανίστηκε η εκκαλούμενη απόφαση και διατάχθηκαν αποδείξεις σε βάρος των εναγομένων-εφεσιβλήτων για την ένσταση καταχρηστικής άσκησης του ένδικου δικαιώματος της αντιδίκου τους, δεν είναι οριστική, αφού με εκείνη δεν έγινε δεκτό ούτε απορρίφθηκε αγωγικό αίτημα, και γι' αυτό η εν λόγω απόφαση νόμιμα κατά ένα μέρος ανακλήθηκε από την αναιρεσιβαλλόμενη οριστική απόφαση του ίδιου Εφετείου, γιατί κρίθηκε ότι η σύμβαση μεταβίβασης και κυριότητας του επίδικου διαμερίσματος της αντιπαροχής από την ενάγουσα στους εναγομένους εξαιτίας πώλησης, συντελούμενης με σχετική υπόδειξη του εργολάβου είναι ανίσχυρη.
Ο τρίτος, επομένως, λόγος της αναίρεσης, κατά το πρώτο μέρος του, με τον οποίο προβάλλεται ότι το Εφετείο, με το να ανακαλέσει με τη δεύτερη των προσβαλλόμενων αποφάσεών του την πρώτη από αυτές, υπέπεσε στην από τον αριθμό 15 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια της παρά το νόμο ανάκλησης οριστικής απόφασης είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
ΙΙΙ. Για να είναι ορισμένος ο από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης πρέπει να καθορίζονται, μεταξύ άλλων η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκε και το αποδιδόμενο στο δικαστήριο νομικό σφάλμα σχετικά με την ερμηνεία ή την εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου, εφόσον δε το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσία την υπόθεση, την ελάσσονα πρόταση του νομικού του συλλογισμού, δηλαδή τα πραγματικά γεγονότα που εκείνο δέχηκε ως αποδεικνυόμενα ή μη, υπό τα οποία και συντελέστηκε η προβαλλόμενη παραβίαση των κανόνων του ουσιαστικού δικαίου.
Εξάλλου, για να είναι ορισμένος ο λόγος αναίρεσης, με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση ότι η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, πρέπει να μνημονεύονται οι επί των αποδεικνυομένων ή μη πραγματικών γεγονότων παραδοχές της απόφασης ή να γίνεται μνεία ότι εκείνη στερείται παντελώς αιτιολογίας, στην πρώτη δε περίπτωση γίνεται εξειδίκευση του σφάλματος του δικαστηρίου, δηλαδή ποια περιστατικά έπρεπε να αναφέρονται στην απόφαση και, γενικότερα, ως προς τι υπάρχει έλλειψη αιτιολογίας και, αν πρόκειται για αντιφατικές ή ανεπαρκείς αιτιολογίες, σε τι συνίσταται η αντίφαση, από ποια δηλαδή αντιτιθέμενα μέρη των αιτιολογιών προκύπτει, ή σε τι συνίσταται η ανεπάρκειά τους, ποιο δηλαδή στοιχείο αναγκαίο για την επάρκειά τους λείπει (Ολ.ΑΠ 27/1998 και 32/1996).
Γενικές εκφράσεις για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα των αιτιολογιών της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης δεν αρκούν, όπως, επίσης, δεν αρκούν οι όλως περιορισμένες, μεμονωμένες και κατ' επιλογή αποσπασματικές παραδοχές της απόφασης. Στην προκείμενη περίπτωση, οι αναιρεσείοντες, με τους δεύτερο, τρίτο, κατά το τέταρτο μέρος του και τέταρτο, κατά το δεύτερο, αντίστοιχα, μέρος του, λόγους της αναίρεσης, αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση τις από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πλημμέλειες γιατί το Εφετείο, με το να απορρίψει με την προσβαλλόμενη οριστική του απόφαση ως κατ' ουσία αβάσιμη την ένσταση καταχρηστικής άσκησης του με την αγωγή αξιούμενου δικαιώματος και να δεχθεί την ένδικη αγωγή, παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 218.231, 681-702 ΑΚ και στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση λόγω ανεπαρκών και αντιφατικών αιτιολογιών σε σχέση με τα ζητήματα της έλλειψης πληρεξουσιότητας του εργολάβου, της εργολαβικής αμοιβής, της έλλειψης πληρεξουσιότητας των εναγομένων για αυτοσύμβαση και της ρητής άρνησης της ενάγουσας να μεταβιβάσει τα ποσοστά του οικοπέδου της, που αντιστοιχούσαν στη διαιρεμένη ιδιοκτησία, την οποία είχαν αγοράσει οι εναγόμενοι.
Οι λόγοι αυτοί της αναίρεσης είναι απορριπτέοι ως αόριστοι, γιατί, ως προς μεν με την παραβίαση των πιο πάνω ουσιαστικών διατάξεων, δεν καθορίζεται το αποδιδόμενο στο δικαστήριο νομικό σφάλμα σχετικά με την ερμηνεία ή την εφαρμογή των εν λόγω διατάξεων και δεν αναφέρονται σ' αυτούς όλες οι κρίσιμες ουσιαστικές παραδοχές του Εφετείου, ως προς δε την έλλειψη νόμιμης βάσης, δεν αναφέρονται σ'αυτούς όλες οι κρίσιμες ουσιαστικές παραδοχές, περαιτέρω δε, σχετικά με την αναφερόμενη ανεπάρκεια δεν προσδιορίζονται ποια επί πλέον στοιχεία ήταν απαραίτητα για την πληρότητα των αιτιολογιών, ενώ σχετικά με την αντίφαση δεν προσδιορίζονται από ποιες αντιτιθέμενες παραδοχές προκύπτει αυτή.
IV. Από την αγωγή, καθώς και του δικογράφου των πρόσθετων λόγων έφεσης προκύπτει, ότι η ενάγουσα-εκκαλούσα, προς θεμελίωση της αγωγής της ισχυρίστηκε ότι οι εναγόμενοι δεν είχαν δικαίωμα να υπογράψουν το επίμαχο πωλητήριο συμβόλαιο με αυτοσύμβαση για λογαριασμό της ως οικοπεδούχου και κυρίας του έργου ανέγερσης επί του οικοπέδου πολυόροφων κτιρίων με το σύστημα της αντιπαροχής, αφού η ίδια δεν παρέσχε ποτέ στον εργολάβο τη σχετική ανέκκλητη πληρεξουσιότητα, τον ισχυρισμό της δε αυτόν και μάλιστα εμπλουτισμένο με αναφορά στις περί εκχώρησης διατάξεις του ΑΚ (άρθρα 455 επ.) και στην έλλειψη της συναίνεσής της ως οφειλέτριας της αμοιβής του έργου στην αυτοσύμβαση, επανέφερε αυτή προς κρίση στο Εφετείο με πρόσθετο λόγο έφεσης.
Το Εφετείο, επομένως, το οποίο, με τη δεύτερη από τις προσβαλλόμενες απόφαση, δέχθηκε ότι "η σύμβαση μεταβίβασης, λόγω πωλήσεως, του επίδικου ακινήτου, είναι ανίσχυρη, λόγω έλλειψης πληρεξουσιότητας των εναγομένων, ενόψει της πλήρους αντίθεσης της αντιπροσωπευόμενης ενάγουσας σ' αυτήν", έλαβε υπόψη αυτοτελή θεμελιωτικό της αγωγής, ισχυρισμό, που παραδεκτά προτάθηκε ενώπιόν του από μέρους της εκκαλούσας και, συνεπώς, δεν υπέπεσε στην από τον αριθμό 8 εδάφιο α' του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια της λήψης υπόψη του πιο πάνω ισχυρισμού που δεν προτάθηκε.
Ο τρίτος, επομένως, κατά το τρίτο μέρος του, λόγος της αναίρεσης, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
V. Από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.8 περίπτ. α' ΚΠολΔ προκύπτει, ότι δημιουργείται λόγος αναίρεσης αν το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο έλαβε υπόψη ουσιώδες για την έκβαση της δίκης πράγμα που δεν του προτάθηκε, ενώ, βέβαια, δεν δημιουργείται τέτοιος λόγος αν εκείνο το δικαστήριο έλαβε υπόψη μη ουσιώδες για την έκβαση της δίκης πράγμα, που είτε δεν του προτάθηκε είτε του προτάθηκε. Ο τέταρτος, επομένως, κατά το πρώτο μέρος του, λόγος της αναίρεσης, με τον οποίο, κατ'ορθή εκτίμησή του, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 8 περίπτ. α' του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, γιατί το Εφετείο, προτού καταλήξει στην κρίση ότι η άρνηση της ενάγουσας να συμπράξει στην κατάρτιση του οριστικού συμβολαίου δεν είναι καταχρηστική, δέχθηκε ότι οι εναγόμενοι γνώριζαν ότι είχαν "τη ρητή άρνηση της ενάγουσας να μεταβιβάσει τα ποσοστά του οικοπέδου της που αντιστοιχούσαν στη διαιρεμένη ιδιοκτησία, την οποία είχαν αγοράσει", δηλαδή, έλαβε υπόψη, "πράγμα", που δεν έχει ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, και που είτε δεν του προτάθηκε είτε του προτάθηκε, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος.
VI. Κατά μεν τη διάταξη του άρθρου 1113 ΑΚ, αν η κυριότητα του πράγματος ανήκει σε περισσότερους εξ αδιαιρέτου κατ'ιδανικά μέρη, εφαρμόζονται οι διατάξεις για την κοινωνία, κατά δε τη διάταξη του άρθρου 973 εδάφ. α' του ίδιου Κώδικα, κάθε κοινωνός έχει δικαίωμα να διαθέσει το μερίδιό του. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την αναιρεσιβαλλόμενη 1048/2004 απόφαση, κατ'ορθή εκτίμησή της το Εφετείο δέχθηκε τα ακόλουθα κρίσιμα πραγματικά περιστατικά.
Μεταξύ της ενάγουσας κυρίας οικοπέδου, εμβαδού 2125 τετρ. μέτρα και του ... καταρτίστηκε η .../17-3-1989 συμβολαιογραφική σύμβαση έργου, με την οποία ο δεύτερος, ως εργολάβος, ανέλαβε την υποχρέωση να ανεγείρει στο πιο πάνω οικόπεδο τρεις διακεκριμένες οικοδομές με το σύστημα της αντιπαροχής, υπαγόμενες στο σύστημα της οριζόντιας και κάθετης ιδιοκτησίας.
Με τη σύμβαση αυτή συμφωνήθηκε ότι η εργολαβική αμοιβή, ανερχόμενη συνολικά σε ποσοστό 642,75 ο/οο εξ αδιαιρέτου του οικοπέδου, θα μεταβιβαζόταν σταδιακά στον εργολάβο ανάλογα με την πρόοδο των εργασιών ως ακολούθως: α) ποσοστό 100 ο/οο εξ αδιαιρέτου με την έκδοση της άδειας οικοδόμησης, β) ποσοστό 150 ο/οο εξ αδιαιρέτου με την αποπεράτωση του σκελετού των οικοδομών, γ) ποσοστό 75 ο/οο εξ αδιαιρέτου με την αποπεράτωση της τοιχοποιίας των οικοδομών, δ) ποσοστό 75 ο/οο εξ αδιαιρέτου με την αποπεράτωση των εσωτερικών και εξωτερικών επιχρισμάτων των οικοδομών, 3) ποσοστό 100 ο/οο εξ αδιαιρέτου με την τοποθέτηση των κουφωμάτων, δαπέδων και ειδών υγιεινής και στ) ποσοστό 142,75 ο/οο εξ αδιαιρέτου με την αποπεράτωση και παράδοση των χώρων της αντιπαροχής, των κοινόχρηστων μερών και εγκαταστάσεων και τη διαμόρφωση του ακάλυπτου χώρου και με την προσκόμιση πιστοποιητικού ότι δεν οφείλονται εισφορές στο ΙΚΑ ή σε άλλα ασφαλιστικά ταμεία.
Με το 12ο όρο της εν λόγω εργολαβικής σύμβασης παρασχέθηκε στον εργολάβο το δικαίωμα της αυτοσύμβασης για τη λήψη της αμοιβής του ή της πληρεξουσιότητας μεταβίβασης των ποσοστών οικοπέδου που θα αντιστοιχούσαν σε κάθε πωλούμενη δική του ιδιοκτησία σε τρίτους από αυτόν υποδεικνυομένους, ενώ με το 16ο όρο της ίδιας εργολαβικής σύμβασης συμφωνήθηκε, ότι η αγοραπωλησία της κάθε διαιρεμένης ιδιοκτησίας που θα γινόταν καθ' υπέρβαση των μέχρι τότε οικοδομικών εργασιών θα ήταν άκυρη, λόγω της έλλειψης προς τούτο της πληρεξουσιότητας του εργολάβου.
Μέχρι το μήνα Μάιο του έτους 1992 ο εργολάβος είχε περατώσει τις οικοδομικές εργασίες του τέταρτου σταδίου, είχε δε αρχίσει τις εργασίες σε μερικούς αυτοτελείς χώρους από το πέμπτο στάδιο (κυρίως στρώσεις δαπέδων ή στρώσεις πλακιδίων ή μαρμαρικές εργασίες κατωφλίων) και, συνεπώς, εδικαιούτο συνολικά για την αμοιβή του τη μεταβίβαση από την ενάγουσα ποσοστού που αντιστοιχούσε στα τέσσερα πρώτα στάδια, ήτοι ποσοστού 400 ο/οο εξ αδιαιρέτου του οικοπέδου.
Με το .../27-7-1989 συμβολαιογραφικό προσύμφωνο ο εργολάβος προσυμφώνησε να πωλήσει και να μεταβιβάσει στους αντισυμβαλλόμενους του εναγομένους κατ'ισομοιρίαν το υπό στοιχείο Β' διαμέρισμα, εμβαδού 190 τετρ. μέτρων, με ποσοστό συνιδιοκτησίας σο όλο οικόπεδο 97,23ο/οο εξ αδιαιρέτου, που περιλαμβανόταν στην εργολαβική αμοιβή του, επιπλέον δε ο ίδιος εκχώρησε στους εναγομένους και την πληρεξουσιότητα (μεταπληρεξουσιότητα) να καταρτίσουν αυτοί την οριστική σύμβαση μετά την εξόφληση του τιμήματος.
Ακολούθησε (στις 28-8-1992) η πλήρης εξόφληση του τιμήματος του εν λόγω διαμερίσματος από τους εναγομένους, οι οποίοι, στις 10-12-1992 προσκάλεσαν την ενάγουσα να συμπράξει στην κατάρτιση του οριστικού μεταβιβαστικού κυριότητας συμβολαίου, ενόψει δε της άρνησης της τελευταίας στη σύμπραξη αυτή, συντάχθηκε, στη συνέχεια, το νόμιμα μεταγραμμένο .../21-12-1992 συμβολαιογραφικό συμβόλαιο, με το οποίο οι εναγόμενοι, με αυτοσύμβαση, πώλησαν και μεταβίβασαν κατά κυριότητα και νομή το πιο πάνω διαμέρισμα στον εαυτό τους, σε καθένα τους κατά το 1/2 εξ αδιαιρέτου.
Όμως η εν λόγω πώληση και μεταβίβαση ήταν άκυρη, λόγω της έλλειψης έγκυρης εντολής και πληρεξουσιότητας του εργολάβου και, συνακόλουθα, των εναγομένων να προβούν στην κατάρτιση της οριστικής σύμβασης πώλησης και μεταβίβασης του επίδικου διαμερίσματος, αφού μέχρι την κατάρτιση της σύμβασης αυτής είχε πραγματοποιηθεί η μεταβίβαση σε άλλα πρόσωπα, που αποδείχθηκαν από τον εργολάβο, χωριστών ιδιοκτησιών που αντιπροσώπευαν ποσοστό συμμετοχής στο οικόπεδο ύψους 354,90ο/οο εξ αδιαιρέτου δεν κάλυπτε τη χωριστή ιδιοκτησία που μεταβιβάστηκε στους εναγομένους, στην οποία αντιστοιχούσε, όπως προαναφέρθηκε, ποσοστό 97,23 ο/οο εξ αδιαιρέτου του οικοπέδου.
Ακολούθως το Εφετείο δέχθηκε την αγωγή και αναγνώρισε την ενάγουσα κυρία των 97,23 ο/οο εξ αδιαιρέτου του οικοπέδου που αντιστοιχούσαν στο επίδικο διαμέρισμα. Με αυτά, όμως, που δέχθηκε και έτσι που αποφάσισε το Εφετείο, ενόψει του ότι δεν δέχθηκε ότι η επίμαχη σύμβαση πώλησης και μεταβίβασης ήταν έγκυρη εν μέρει και συγκεκριμένα κατά υπόλοιπο ποσοστό της εργολαβικής αμοιβής, που οφειλόταν στον εργολάβο, ανερχόμενο, όπως προεκτέθηκε, σε 45,10 ο/οο εξ αδιαιρέτου, παραβίασε τις προμνημονευόμενες διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου.
Ο τρίτος, επομένως, κατά το δεύτερο μέρος του, λόγος της αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη 10148/2004 απόφαση η από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, της παραβίασης αυτών των διατάξεων πρέπει να γίνει δεκτός ως παραδεκτός και βάσιμος, να αναιρεθεί δε η εν λόγω απόφαση κατά το μέρος της που αφορά την αναγνώριση της κυριότητας της ενάγουσας, σε ποσοστό 52,13 ο/οο (δηλαδή 97,23 μείον 45,10) εξ αδιαιρέτου του οικοπέδου, που αντιστοιχεί στο επίδικο διαμέρισμα.
Μετά δε την αναίρεση της αναιρεσιβαλλόμενης 1048/2004 απόφασης πρέπει η υπόθεση, σύμφωνα με το άρθρο 580 παρ.3 ΚΠολΔ να παραπεμφθεί, για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο εφόσον είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές και να καταδικαστεί η αναιρεσίβλητη, λόγω της ήττας της 9άρθρο 176 και 183 ΚΠολΔ), στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων, που παραστάθηκαν και κατάθεσαν προτάσεις.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί τη 1048/2004 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης κατά το μέρος της που αναφέρεται στο σκεπτικό της παρούσας.
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο πιο πάνω Εφετείο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές.
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσειόντων, τα οποία ορίζει σε χίλια πεντακόσια (1.500) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 6 Δεκεμβρίου 2005.
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο στις 6 Απριλίου 2006.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ