Legislator Case Law & Legislation
660/2024 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on abuse of contract duration to conceal indefinite employment relationship.

Case Number 660/2024
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the State's appeal against a First Instance Court judgment regarding the employment status of a museum director. The lower court found that successive fixed-term contracts from 2000 to 2004 were a sham designed to conceal an underlying indefinite-term employment relationship, violating constitutional protections. The Court upheld this finding, ruling that the factual pattern of continuous service and the nature of the work justified the conclusion of an indefinite contract regardless of the specific dates or the EU Directive's timeline.

Legislator headnote

AI generated

Articles 103(7) and (8) of the Constitution; Directive 1999/70/EC; Article 164 of Presidential Decree 164/2004: Successive fixed-term employment contracts entered into with the same employer for the same position, without objective justification, constitute an abuse of law intended to conceal an indefinite-term employment relationship, thereby creating a single continuous contract from the beginning of the first term.

Keywords

AI generated
abuse of contract duration indefinite term employment successive fixed-term contracts labor law concealment constitutional protection of workers state employment relations continuous service pattern

Cited Legislation

AI generated
Article 103(7) and (8) of the Constitution
Directive 1999/70/EC
Presidential Decree 164/2004
Article 576(1) of the Code of Civil Procedure
Article 6A of the Law on the Code of Civil Procedure of the State

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 660 / 2024 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 660/2024

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Αριστείδη Βαγγελάτο, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (σύμφωνα με την 72/2024 πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου, κωλυομένης της Αντιπροέδρου Δήμητρας Ζώη), Μαλαματένια Κουράκου, Ελπίδα Σιμιτοπούλου, Μαρία-Μάριον Δερεχάνη και Βάια Ζαρχανή, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 2 Απριλίου 2024, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, όπως εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα και παραστάθηκε δια της Ελένης Χατζούλη, Παρέδρου του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, που ανακάλεσε την δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) παράσταση και κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσίβλητων: 1) Ε. Α. του Β., 2) Χ. Λ. του Ι., 3) Ι.. Β. του Γ. και 4) Σ. Ψ. του Ν., κατοίκων Αθηνών, που δεν παραστάθηκαν.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 1-6-2007 αγωγή των ήδη αναιρεσίβλητων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν η 3296/2013 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 4626/2015 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητεί το αναιρεσείον με την από 26-10-2017 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγήτρια ορίσθηκε η Αρεοπαγίτης Βάϊα Ζαρχανή. Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με τη διάταξη του άρθρου 576 παρ. 1 του ΚΠολΔ ορίζεται ότι αν ο διάδικος που επισπεύδει τη συζήτηση δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος συζητεί την υπόθεση σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι, ενώ με την παρ. 2 του ιδίου άρθρου ορίζεται ότι αν ο αντίδικος εκείνου που επέσπευσε τη συζήτηση δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα.

Αν η κλήση για τη συζήτηση δεν επιδόθηκε καθόλου ή δεν επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήτευση. Στην αντίθετη περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Τις κλητεύσεις, δε, επικαλείται και αποδεικνύει ο παριστάμενος διάδικος (ΑΠ 536/2020, 177/2018).

Περαιτέρω με το άρθρο 6Α του Νομοθετικού Διατάγματος της 26 Ιουνίου - 10 Ιουλίου 1944 "Περί Κώδικος Δικών του Δημοσίου", όπως το άρθρο αυτό προστέθηκε με το άρθρο 46 παρ. 3 του ν. 4305/2014 (ΦΕΚ Α 237/31.10.2014), ορίζεται ότι "1. Η επίδοση από το Ελληνικό Δημόσιο ή οποιοδήποτε Ν.Π.Δ.Δ. κάθε ενδίκου βοηθήματος και ενδίκου μέσου, οποιασδήποτε κλήσης προς συζήτηση υπόθεσης, οποιασδήποτε δικαστικής απόφασης, προσωρινής διαταγής, για οποιαδήποτε υπόθεση σε οποιονδήποτε βαθμό ή στο πλαίσιο της αναιρετικής δίκης, ενώπιον οποιουδήποτε πολιτικού ή διοικητικού δικαστηρίου, δύναται να γίνει:

α) στους αντιδίκους του ή τον αντίκλητο τους, β) στον δικηγόρο ο οποίος τους εκπροσώπησε κατά την τελευταία συζήτηση της υπόθεσης ή έχει υπογράψει το τελευταίο δικόγραφο που αφορά την υπόθεση, στην τελευταία δηλωθείσα, κατά τις κείμενες διατάξεις, διεύθυνση τους. Ο δικηγόρος στην περίπτωση του προηγούμενου εδαφίου θεωρείται αντίκλητος και για κάθε μεταγενέστερη επίδοση, έκτος εάν ο διάδικος, κατά περίπτωση, γνωστοποίησε με δήλωση στην Κεντρική Υπηρεσία του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους ή την έδρα του Ν.Π.Δ.Δ., το διορισμό νέου πληρεξουσίου ή αντικλήτου.

Ο δικηγόρος ή ο αντίκλητος οφείλει να παραδίδει αμελλητί το επιδιδόμενο έγγραφο. Επιδόσεις που έχουν διενεργηθεί κατά τα αναφερόμενα στα προηγούμενα εδάφια θεωρούνται νόμιμες και για εκκρεμείς σε οποιοδήποτε στάδιο υποθέσεις. 2. Τα αναφερόμενα στην παράγραφο 1 εφαρμόζονται ανάλογα και για επιδόσεις που διενεργούνται, κατ` εφαρμογή κείμενων διατάξεων, από τη Γραμματεία οποιουδήποτε Δικαστηρίου ή τις Δικαστικές και Εισαγγελικές Αρχές".

Ως δικηγόρος του διαδίκου, στον οποίο μπορεί εγκύρως να γίνει επίδοση, κατά τη σαφή έννοια της ως άνω διάταξης, θεωρείται εκείνος ο οποίος εκπροσώπησε το διάδικο στην τελευταία συζήτηση της υπόθεσης ή υπέγραψε το τελευταίο δικόγραφο που κατατέθηκε εγκύρως για λογαριασμό του, κατά την διαδικαστική πορεία αυτής, εφόσον ο δικηγόρος αυτός δεν έχει αντικατασταθεί κατά τον αναφερόμενο στην διάταξη αυτή τρόπο (ΑΠ 330/2018, 789/2017, 620/2017, 53/2017).

Στην προκειμένη περίπτωση από τα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά συνεδρίασης του Δικαστηρίου τούτου, προκύπτει ότι κατά τη συζήτηση της ένδικης από 26-10-2017 με αριθμ. καταθ. .../2017 αίτησης αναίρεσης του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου κατά των αναιρεσίβλητων, δεν εμφανίσθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο οι αναιρεσίβλητοι, ούτε υποβλήθηκε η, κατά το άρθρο 242 παρ. 2 του ΚΠολΔ, δήλωση.

Από την προσκομιζόμενη μετ'επικλήσεως από το αναιρεσείον υπ' αριθμ. .../25-1-2024 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελητρίας της περιφερείας του Εφετείου Πειραιά Ε. Α., προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της υπό κρίση από 26-10-2017 με αριθμ. κατάθεσης .../2017 αίτησης για αναίρεση της με αριθ. 4626/2015 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, με πράξη ορισμού, ως αρμοδίου, του Β2 Τμήματος και πράξη ορισμού δικασίμου για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας και κλήση προς συζήτηση για τη δικάσιμο αυτή, επιδόθηκε, με την επιμέλεια αυτού, νόμιμα και εμπρόθεσμα στη δικηγόρο Αθηνών Δημήτριο Βαλαβάνη, ως πληρεξούσιο δικηγόρο όλων των εναγόντων-εφεσιβλήτων (στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ήδη αναιρεσίβλητοι) ο οποίος είχε εκπροσωπήσει αυτούς ενώπιον του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, κατά την τελευταία συζήτηση της υπόθεσης ενώπιον του ως άνω δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου (26-5-2015) κατόπιν της οποίας εκδόθηκε η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση (4626/2015) και συνεπώς, σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν, είναι αντίκλητος των αναιρεσιβλήτων για την επίδοση της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης στην παρούσα δίκη, αφού δεν προκύπτει ότι ο ως άνω δικηγόρος έχει αντικατασταθεί από αυτή κατά τον αναφερόμενο στην προαναφερθείσα διάταξη τρόπο.

Συνακόλουθα, εφόσον οι αναιρεσίβλητοι κλήθηκαν νόμιμα και εμπρόθεσμα να παραστούν κατά τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, το δικαστήριο πρέπει να προχωρήσει στη συζήτηση της υπόθεσης παρά την απουσία τους (άρθρο 576 παρ.2 ΚΠολΔ).

Με την κρινόμενη από 26-10-2017 και με αριθμ. καταθ. .../2017 αίτηση αναίρεσης του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου κατά των αναιρεσίβλητων προσβάλλεται η υπ' αριθμ. 4626/30.10.2015 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε, αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, επί της από 10-9-2014 και αρ.καταθ.5986/2014 έφεσης του εναγομένου-εκκαλούντος και ήδη αναιρεσείοντος κατά της υπ' αριθ. 3296/2013 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Η εν λόγω αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ) και ως εκ τούτου είναι παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και την ουσιαστική βασιμότητα των λόγων της (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).

Κατά το άρθρο 6 παρ. 1 του Ν. 3198/1955, όπως η διάταξη αυτή συμπληρώθηκε με το άρθρο 19 του Ν. 435/1976, κάθε αξίωση του μισθωτού που πηγάζει από άκυρη καταγγελία σχέσης εξαρτημένης εργασίας, είναι απαράδεκτη αν η σχετική αγωγή δεν κοινοποιηθεί εντός ανατρεπτικής προθεσμίας τριών μηνών από τη λύση της σχέσης εργασίας.

Από τη διάταξη αυτή, στην οποία γίνεται λόγος για αξίωση από άκυρη καταγγελία της σχέσης εργασίας και σχετική αγωγή, προκύπτει ότι η αγωγή με την οποία ασκείται αξίωση από άκυρη καταγγελία της σύμβασης δεν ταυτίζεται με την αγωγή με την οποία ζητείται η κήρυξη της καταγγελίας ως άκυρης. Η ακυρότητα της καταγγελίας επέρχεται αυτοδικαίως και υπάρχει πριν απαγγελθεί με δικαστική απόφαση, η οποία, όταν εκδοθεί, αναγνωρίζει απλώς την υφιστάμενη κατάσταση.

Για το λόγο αυτό, η αγωγή, με την οποία διώκεται μόνο αναγνώριση της ακυρότητας της καταγγελίας, χωρίς να ασκείται αξίωση, δεν υπόκειται καθεαυτή, ως αναγνωριστική, στην πιο πάνω αποκλειστική προθεσμία, όταν όμως, κατά το χρόνο άσκησής της, έχει παρέλθει η άνω προθεσμία για τις αξιώσεις που πρόκειται να προπαρασκευάσει, απορρίπτεται για έλλειψη εννόμου συμφέροντος (ΑΠ 706/2021, 80/2009, 1435/2002).

Η προαναφερόμενη διάταξη έχει εφαρμογή σε κάθε καταγγελία της σχέσης εργασίας, είτε αορίστου είτε ορισμένου χρόνου είναι αυτή, και από οποιαδήποτε παράβαση και αν προέρχεται η ακυρότητα, δηλαδή έχει εφαρμογή όχι μόνο για τους μισθωτούς που υπάγονται στις ρυθμίσεις του ρηθέντος νόμου και για ακυρότητα της καταγγελίας λόγω παραβάσεως των διατάξεών του, αλλά και στις περιπτώσεις ακυρότητας της καταγγελίας λόγω παραβάσεως άλλων διατάξεων ή και κανονισμών του εργοδότη που έχουν ισχύ νόμου (ΑΠ 21/2004).

Διάφορη, ωστόσο, είναι η περίπτωση κατά την οποία, προβάλλεται με την αγωγή, εκτός από το αίτημα περί αναγνώρισης της ακυρότητας της καταγγελίας, και πρόσθετο αίτημα περί αναγνώρισης της φύσεως της σύμβασης εργασίας που συνέδεε τα μέρη, αίτημα το οποίο δεν συνάπτεται με οποιαδήποτε αξίωση εκ της ακυρότητας της καταγγελίας, την οποία να προπαρασκευάζει, ούτως ώστε το αίτημα αυτό, ως αναγνωριστικό, να μην υπόκειται στην αποσβεστική ως άνω προθεσμία (πρβλ ΑΠ 706/2021).

Με την από 1-6-2007 και με αριθ. κατ. .../2007 αγωγή των αρχικών εναγόντων (10 τον αριθμό), στους οποίους περιλαμβάνονται και οι τέσσερις ήδη αναιρεσίβλητοι, κατά του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, οι ενάγοντες ισχυρίστηκαν ότι με διαδοχικές συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου, που καταρτίστηκαν με το εναγόμενο και ήδη αναιρεσείον, προσέφεραν τις υπηρεσίες τους κατά τους αναφερόμενους στην αγωγή χρόνους, σε διάφορες διευθύνσεις του Υπουργείου Πολιτισμού, καλύπτοντας πάγιες και διαρκείς ανάγκες του εναγομένου, η δε πρόσληψή τους με συμβάσεις ορισμένου χρόνου δεν δικαιολογείται από τη φύση, το είδος και το σκοπό της εργασίας που έκαστος εξ αυτών παρείχε, ούτε υπαγορευόταν από άλλο ειδικό λόγο, αναγόμενο στις ιδιαίτερες συνθήκες των υπηρεσιών του εναγομένου, αλλά έγινε προς καταστρατήγηση των διατάξεων περί καταγγελίας των συμβάσεων εργασίας αορίστου χρόνου. 'Ότι το εναγόμενο, κατά τον αναφερόμενο για κάθε ενάγοντα χρόνο, έπαυσε να αποδέχεται τις υπηρεσίες τους χωρίς έγγραφη καταγγελία και χωρίς την καταβολή της νόμιμης αποζημίωσης.

Με βάση το ιστορικό αυτό ζήτησαν, επικαλούμενοι τις διατάξεις των άρθρων 648 ΑΚ, 1 και 8 του ν. 2112/1920 και της Οδηγίας 1999/70/ΕΚ, τα εξής: α) να αναγνωρισθεί ότι συνδέονται εξ' υπαρχής με το εναγόμενο με έγκυρη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, β) να αναγνωριστεί η ακυρότητα της καταγγελίας των συμβάσεων εργασίας τους και να υποχρεωθεί το εναγόμενο να αποδέχεται τις υπηρεσίες τους με καθεστώς εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου με την ειδικότητα και τις αποδοχές που αντιστοιχούν στις θέσεις τους με την απειλή χρηματικής ποινής για την περίπτωση της μη συμμόρφωσής του στην υποχρέωσή του αυτή.

Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο με την 3296/2013 οριστική απόφασή του δέχθηκε την αγωγή ως βάσιμη νομικά και κατ' ουσίαν. Την απόφαση αυτή προσέβαλε το εναγόμενο και ήδη αναιρεσείον με την από 10-9-2014 έφεσή του ενώπιον του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, η οποία δέχθηκε τυπικά και κατ' ουσίαν την έφεση, εξαφάνισε την προσβαλλόμενη απόφαση και ακολούθως, δικάζοντας επί της αγωγής και σε σχέση με τους ήδη αναιρεσιβλήτους, απέρριψε την αγωγή ως προς το ανωτέρω υπ' αρ. (β) αίτημά της ως απαράδεκτη λόγω της μη τήρησης της αποσβεστικής προθεσμίας του άρθρου 6 παρ.1 του ν.3198/1955, και την έκανε δεκτή εν μέρει ως νόμιμη και ουσιαστικά βάσιμη ως προς το ανωτέρω υπ' αρ. (α) αίτημά της, αναγνωρίζοντας ότι η συνδέουσα τους ενάγοντες αυτούς με το εναγόμενο σχέση ήταν εκείνη της σύμβασης αορίστου χρόνου από 1-11-1993 έως 20-9-2004 για την πρώτη (ήδη πρώτη των αναιρεσιβλήτων), από 2-1-2000 έως 19-9-2004 για τον τέταρτο (ήδη δεύτερο των αναιρεσιβλήτων), από 18-10-1996 έως 31-12-2004 για τον όγδοο (ήδη τρίτο των αναιρεσιβλήτων) και από 24-5-2001 έως 31-12-2005 για τη δέκατη (ήδη τέταρτη των αναιρεσιβλήτων).

Με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης το αναιρεσείον προσάπτει στην εφετειακή απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια από τον αρ.1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, και ειδικότερα την παραβίαση των διατάξεων των άρθρων 6 παρ.1 του ν.3198/1955, 669 παρ.1 και 280 του ΑΚ, διότι δεν απέρριψε ως απαράδεκτη την αγωγή και κατά το αίτημά της περί αναγνώρισης του χαρακτήρα των συμβάσεων εργασίας των αναιρεσιβλήτων ως αορίστου χρόνου.

Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, καθ' όσον οι αναιρεσίβλητοι ενάγοντες, με το συγκεκριμένο αίτημα της αγωγής τους, ζήτησαν μόνον να αναγνωριστεί ότι συνδέονται με το εναγόμενο αναιρεσείον με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, αίτημα το οποίο δεν συνάπτεται με αξιώσεις εκ της ακυρότητας της καταγγελίας, και συνεπώς ορθά το εφετείο δέχθηκε ότι το αίτημα αυτό είναι παραδεκτό.

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 648 και 669 ΑΚ προκύπτει ότι σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου υπάρχει όταν οι συμβαλλόμενοι δεν έχουν συμφωνήσει ορισμένη διάρκεια για την παροχή της εργασίας, ούτε η χρονική αυτή διάρκεια συνάγεται από το σκοπό και το είδος της εργασίας. Αντίθετα η σύμβαση εξαρτημένης εργασίας είναι ορισμένου χρόνου όταν συνομολογείται η διάρκεια αυτής μέχρι ορισμένο χρονικό σημείο ή μέχρι την επέλευση ορισμένου μέλλοντος και βέβαιου γεγονότος ή την εκτέλεση ορισμένου έργου, μετά την περάτωση του οποίου ή την επέλευση του βέβαιου γεγονότος ή του χρονικού σημείου, αυτή παύει να ισχύει αυτοδικαίως.

Επομένως, η διάρκεια της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου είναι σαφώς καθορισμένη είτε γιατί συμφωνήθηκε ρητά ή σιωπηρά, είτε γιατί προκύπτει από το είδος και το σκοπό αυτής. Χαρακτηριστικό της σύμβασης ορισμένου χρόνου είναι ότι τα μέρη γνωρίζουν επακριβώς το χρονικό σημείο της λήξης της.

Η σύμβαση αυτή, σύμφωνα με το άρθρο 669 παρ.1 ΑΚ, παύει αυτοδικαίως όταν λήξει ο χρόνος για τον οποίο συνομολογήθηκε, χωρίς να χρειάζεται να λάβει χώρα καταγγελία και καταβολή αποζημίωσης (ΑΠ 217/2017, ΑΠ 104/2016). Περαιτέρω, με τη διάταξη του άρθρου 8 παρ.1 και 3 του Ν.2112/1920, όπως αυτό έχει τροποποιηθεί και αυθεντικώς ερμηνευθεί με το άρθρο 11 του ΑΝ 547/1937, ορίζεται ότι "είναι άκυρος οιαδήποτε σύμβασις αντικειμένη εις τον παρόντα νόμον, πλήν αν είναι μάλλον ευνοϊκή διά του υπαλλήλου" (παρ.1). "Αι διατάξεις του νόμου τούτου εφαρμόζονται ωσαύτως και επί συμβάσεων εργασίας με ορισμένην χρονική διάρκειαν, εάν ο καθορισμός της διάρκειας ταύτης δεν δικαιολογείται εκ της φύσεως της συμβάσεως, αλλ` ετέθη σκοπίμως προς καταστρατήγησιν των περί υποχρεωτικής καταγγελίας της υπαλληλικής συμβάσεως διατάξεων του παρόντος νόμου (παρ. 3)".

Η διάταξη αυτή, η οποία εφαρμόζεται σε όλες τις περιπτώσεις συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου, ανεξάρτητα αν έχουν συναφθεί στον ιδιωτικό ή στο δημόσιο τομέα, ενώ κατά τη γραμματική της διατύπωση αναφέρεται στην προστασία των εργαζομένων από τη μη τήρηση εκ μέρους του εργοδότη των τυπικών όρων που επιβάλλει κατά την καταγγελία ο Ν. 2112/1920, αξιοποιήθηκε γενικότερα για τον ορθό νομικό χαρακτηρισμό των διαδοχικών συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου που στην πραγματικότητα καλύπτουν πάγιες και διαρκείς και όχι πρόσκαιρες ή απρόβλεπτες ανάγκες του εργοδότη, οπότε ο καθορισμός της ορισμένης χρονική διάρκειας αυτών δεν δικαιολογείται από τη φύση ή το είδος ή το σκοπό της εργασίας και δεν υπαγορεύεται από ειδικό λόγο, που ανάγεται κυρίως στις ιδιαίτερες συνθήκες λειτουργίας της επιχείρησης, παρέχοντας μάλιστα πληρέστερη προστασία έναντι εκείνης της μεταγενέστερης με αριθμό 1999/70 κοινοτικής οδηγίας (Ολ.ΑΠ 7/2011).

Στην περίπτωση αυτή ανακύπτει ακυρότητα των συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, επί της οποίας δεν είναι δυνατή η απόλυση του εργαζομένου χωρίς έγγραφη καταγγελία και καταβολή της νόμιμης αποζημίωσης (ΑΠ 907/2017, 509/2016). Ο ορθός δε νομικός χαρακτηρισμός της μεταξύ των μερών συμβατικής σχέσης ως σύμβασης εξαρτημένης εργασίας ορισμένου ή αορίστου χρόνου, ως κατ` εξοχήν έργο της δικαιοδοτικής λειτουργίας, όπως αυτή οριοθετείται από τα άρθρα 26 παρ. 3 και 87 παρ. 2 του Συντάγματος, ανήκει στο δικαστήριο της ουσίας, το οποίο, μη δεσμευόμενο από τον χαρακτηρισμό που προσέδωσαν σε αυτήν τα συμβαλλόμενα μέρη ή ο νόμος, αξιολογεί τα πραγματικά περιστατικά που εκτίθενται στο δικόγραφο της αγωγής και, εφόσον στη συνέχεια ήθελαν προκύψει και από την αποδεικτική διαδικασία, προσδίδει τον ορθό νομικό χαρακτηρισμό στη σύμβαση.

Η δυνατότητα δε του ορθού χαρακτηρισμού από το δικαστήριο της έννομης σχέσης ως ορισμένου ή αορίστου χρόνου δεν αποκλείεται στις εργασιακές σχέσεις του Δημοσίου, των ΟΤΑ, των ΝΠΔΔ και γενικότερα των φορέων του ευρύτερου δημόσιου τομέα (Ολ.ΑΠ 7/2011, 8/2006). Εξάλλου, με τη διάταξη του άρθρου 21 παρ.1, 2 και 3 του Ν.2190/1994 ορίσθηκε ότι οι δημόσιες υπηρεσίες, τα νομικά πρόσωπα του δημόσιου τομέα που αναφέρονται στο άρθρο 14 παρ.1 του νόμου αυτού, επιτρέπεται να απασχολούν προσωπικό με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου, για αντιμετώπιση εποχιακών ή άλλων περιοδικών ή πρόσκαιρων αναγκών με διάρκεια απασχόλησης, η οποία δεν μπορεί να υπερβαίνει τους οκτώ μήνες, μέσα σε συνολικό χρόνο δώδεκα μηνών, ενώ στις περιπτώσεις προσωρινής πρόσληψης προσωπικού για την αντιμετώπιση κατεπειγουσών αναγκών, λόγω απουσίας προσωπικού ή κένωσης θέσεων, η διάρκεια της απασχόλησης δεν μπορεί να υπερβαίνει τους τέσσερις μήνες για το ίδιο άτομο, χωρίς να επιτρέπεται εγκύρως παράταση ή σύναψη νέας σύμβασης κατά το αυτό ημερολογιακό έτος ή μετατροπή αυτής σε σύμβαση αορίστου χρόνου.

Με την παράγραφο 4 του ίδιου άρθρου ορίζεται ότι τα αρμόδια για την εκκαθάριση των αποδοχών όργανα υποχρεούνται να παύσουν να καταβάλλουν τις αποδοχές στο προσωπικό που συμπλήρωσε την κατά τις προηγούμενες παραγράφους διάρκεια απασχόλησης, άλλως καταλογίζονται στα ίδια οι αποδοχές που καταβλήθηκαν, ενώ στην παράγραφο 5 του ίδιου άρθρου, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 8 παρ. 10 περ.

ε` του Ν. 2225/1994, ορίζεται ότι οι προϊστάμενοι ή άλλα αρμόδια όργανα που ενεργούν κατά παράβαση των προηγούμενων παραγράφων διώκονται αυτεπαγγέλτως για παράβαση καθήκοντος κατά το άρθρο 259 ΠΚ και παραπέμπονται υποχρεωτικά στην αρμόδια πειθαρχική δικαιοδοσία. Αντίστοιχες ρυθμίσεις, διαφέρουσες αυτών ως προς τη διάρκεια του χρόνου των συμβάσεων εργασίας, περιείχαν και οι διατάξεις των άρθρων 65 (σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 64) και 72 παρ.1 και 73 του ΠΔ/τος 410/1988, που κωδικοποίησε σε ενιαίο κείμενο τις διατάξεις της κείμενης νομοθεσίας για το με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου προσωπικό του Δημοσίου, των ΟΤΑ και των ΝΠΔΔ.

Σε συνάφεια με την κατά τα ανωτέρω νομοθεσία και ειδικά για την αντιμετώπιση έκτακτων αναγκών κατά την εκτέλεση αρχαιολογικών έργων με το άρθρο 81 του Ν. 1958/1991 προβλέφθηκε στις περιπτώσεις επείγουσας και απρόβλεπτης ανάγκης εκτέλεσης κάποιου αρχαιολογικού έργου, μη περιλαμβανομένου στο ετήσιο εγκεκριμένο πρόγραμμα του Κεντρικού Αρχαιολογικού Συμβουλίου (ΚΑΣ) για την αποτροπή κινδύνου, η πρόσληψη του αναγκαίου ωρομίσθιου προσωπικού μέσα στα όρια των συγκεκριμένων πιστώσεων για το συγκεκριμένο έργο, με σύμβαση ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου, η οποία σε κάθε περίπτωση δεν μπορεί να υπερβαίνει τον αριθμό των 880 ωρών για κάθε απασχολούμενο, αριθμός που μεταγενέστερα αυξήθηκε σε 1320 ώρες με το άρθρο 6 παρ.1 του Ν. 2833/2000.

Ο ίδιος ως άνω νόμος (2190/1994) ορίζει στην παρ. 3 του άρθρου 14 αυτού, ότι ο διορισμός ή η πρόσληψη τακτικού προσωπικού με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου στις υπηρεσίες και τα νομικά πρόσωπα της παρ. 1, γίνεται είτε με γραπτό διαγωνισμό, είτε με καθορισμένη σειρά προτεραιότητας, σύμφωνα με τους όρους και διαδικασίες που ορίζονται από τις διατάξεις του, τις οποίες ειδικότερα θεσπίζει αντίστοιχα στις διατάξεις των άρθρων 15 και 18 αυτού, αναλόγως των απαιτουμένων κατά την κείμενη νομοθεσία τυπικών προσόντων για τις αντίστοιχες προσλήψεις, και μετά από προηγούμενη προκήρυξη, υπό την έγκριση ή τον έλεγχο και εποπτεία του Ανώτατου Συμβουλίου Επιλογής Προσωπικού (ΑΣΕΠ).

Περαιτέρω στις διατάξεις του άρθρου 103 παρ. 2 και 3 του Συντάγματος, με τις οποίες επιβάλλεται η νομοθετική πρόβλεψη οργανισμών θέσεων για την κάλυψη των πάγιων και διαρκών αναγκών του Δημοσίου, των Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης και των άλλων νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου, ορίζονται τα εξής: "Κανένας δεν μπορεί να διοριστεί υπάλληλος σε οργανική θέση που δεν είναι νομοθετημένη.

Εξαιρέσεις μπορεί να προβλέπονται από ειδικό νόμο, για να καλυφθούν απρόβλεπτες και επείγουσες ανάγκες με προσωπικό που προσλαμβάνεται για ορισμένη χρονική περίοδο με σχέση ιδιωτικού δικαίου" (παρ.2). "Οργανικές θέσεις ειδικού επιστημονικού, καθώς και τεχνικού ή βοηθητικού προσωπικού, μπορούν να πληρούνται με προσωπικό που προσλαμβάνεται με σχέση ιδιωτικού δικαίου.

Νόμος ορίζει τους όρους για την πρόσληψη, καθώς και τις ειδικότερες εγγυήσεις τις οποίες έχει το προσωπικό που προσλαμβάνεται (παρ. 3). Με την αναθεώρηση του Συντάγματος που έλαβε χώρα με το από 6-4-2001 ψήφισμα της Ζ' Αναθεωρητικής Βουλής (ΦΕΚ Α 84/17-4-2001) και με σκοπό τη μέγιστη δυνατή διασφάλιση των συνταγματικών αρχών της ισότητας ενώπιον του νόμου, της αξιοκρατίας και της διαφάνειας κατά τις προσλήψεις στο Δημόσιο και στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, προστέθηκε στο άρθρο 103 του Συντάγματος παράγραφος 7 που προβλέπει ότι: "Η πρόσληψη υπαλλήλων στο Δημόσιο και στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, όπως αυτός καθορίζεται κάθε φορά, πλην των περιπτώσεων της παρ.5 (περί της οποίας δεν πρόκειται στην ένδικη υπόθεση), γίνεται με διαγωνισμό είτε με επιλογή σύμφωνα με προκαθορισμένα και αντικειμενικά κριτήρια και υπάγεται στον έλεγχο ανεξάρτητης αρχής, όπως ο νόμος ορίζει".

Επίσης στο ίδιο πιο πάνω άρθρο παράγραφος 8 που προβλέπει ότι "Νόμος ορίζει τους όρους και τη χρονική διάρκεια των σχέσεων εργασίας ιδιωτικού δικαίου στο Δημόσιο και τον ευρύτερο δημόσιο τομέα, όπως αυτός καθορίζεται κάθε φορά, για την κάλυψη είτε οργανικών θέσεων και πέραν των προβλεπομένων στο πρώτο εδάφιο της παραγράφου 3 είτε πρόσκαιρων είτε απρόβλεπτων και επειγουσών αναγκών κατά το δεύτερο εδάφιο της παραγράφου 2.

Νόμος ορίζει επίσης τα καθήκοντα που μπορεί να ασκεί το προσωπικό του προηγούμενου εδαφίου. Απαγορεύεται η από το νόμο μονιμοποίηση προσωπικού που υπάγεται στο πρώτο εδάφιο ή μετατροπή των συμβάσεών του σε αορίστου χρόνου. Οι απαγορεύσεις της παραγράφου αυτής ισχύουν και ως προς τους απασχολούμενους με σύμβαση έργου".

Έτσι με την αναθεώρηση του άρθρου 103 του Συντάγματος η Ζ` Αναθεωρητική Βουλή επέβαλε στον κοινό νομοθέτη και στη διοίκηση αυστηρούς όρους σχετικά με την πρόσληψη προσωπικού για την κάλυψη των λειτουργικών αναγκών του Δημοσίου και του ευρύτερου δημόσιου τομέα. Στους προαναφερόμενους κανόνες, τους οποίους αρχικά διατύπωσε ο κοινός νομοθέτης με τις πιο πάνω διατάξεις του ΠΔ/τος 410/1988 και στη συνέχεια του Ν.2190/1994 και οι οποίοι κατέστησαν ήδη συνταγματικού επιπέδου, υπάγεται, ενόψει της αδιάστικτης διατύπωσης του άρθρου 103 παρ.7 και 8 του Συντάγματος, τόσο το προσωπικό που συνδέεται με το Δημόσιο, τους Οργανισμούς Τοπικής Αυτοδιοίκησης και τα άλλα νομικά πρόσωπα του ευρύτερου δημόσιου τομέα με υπαλληλική σχέση δημόσιου δικαίου, όσο και το προσωπικό που προσλαμβάνεται με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου για την πλήρωση οργανικών θέσεων σύμφωνα με το άρθρο 103 παρ.3 και 8 του Συντάγματος.

Από τα προεκτεθέντα προκύπτει, ότι διαδοχικές συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου συναπτόμενες με το Δημόσιο, τους Οργανισμούς Τοπικής Αυτοδιοίκησης και τους λοιπούς φορείς του ευρύτερου δημόσιου τομέα υπό την ισχύ των πιο πάνω διατάξεων του άρθρου 103 παρ.7 και 8 του Συντάγματος (ήτοι από τις 18.4.2001 και εφεξής) δεν μπορούν, ούτε και με νόμο, να μετατραπούν σε συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, έστω και αν καλύπτουν πάγιες και διαρκείς και όχι πρόσκαιρες ή απρόβλεπτες ανάγκες του οικείου φορέα που προέβη στην πρόσληψη.

Αντίθετα, η διάταξη του άρθρου 8 παρ.1 και 3 του Ν. 2112/1920 σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 281, 671 ΑΚ και 25 παρ. 1 και 3 του Συντάγματος μπορεί να εφαρμοσθεί σε διαδοχικές συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου που καταρτίσθηκαν με το Δημόσιο, τους Οργανισμούς Τοπικής Αυτοδιοίκησης και τους λοιπούς φορείς του ευρύτερου δημόσιου τομέα, πριν από την έναρξη της ισχύος των τροποποιημένων διατάξεων του άρθρου 103 παρ.7 και 8 του Συντάγματος και της 1999/70 ΕΚ Οδηγίας που εφαρμόστηκε αργότερα).

Τούτο διότι οι συμβάσεις αυτές, παρά την απαγόρευση από το νόμο της σύναψής τους ως τέτοιων (αορίστου χρόνου), είχαν ήδη πριν από την έναρξη της ισχύος των πιο πάνω συνταγματικών διατάξεων προσλάβει το χαρακτήρα της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου κατ` εφαρμογή των διατάξεων αυτών, τον οποίο διατήρησαν και μετά ταύτα (Ολ.

ΑΠ 7/2011 και 8/2011). Η δε από το νόμο (Ν. 2190/1994), κατά τα ήδη προαναφερθέντα, απαγόρευση μετατροπής των συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου σε αορίστου χρόνου δεν επάγεται και απαγόρευση της αναγνώρισης από το δικαστήριο του πραγματικού χαρακτήρα της συγκεκριμένης έννομης σχέσης, η οποία δεν συνιστά "μετατροπή", αλλά ορθό νομικό χαρακτηρισμό αυτής κατά τη δικαστική διαδικασία (Ολ.

ΑΠ 18/2006). Στην περίπτωση αυτή, η μετά την έναρξη ισχύος των πιο πάνω συνταγματικών διατάξεων (18-4-2001) και της 1999/70 Οδηγίας (10-7-2001) συνέχιση της εξακολούθησης της κατάρτισης διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, που είχαν όμως αρχίσει να συνάπτονται πριν την ανωτέρω συνταγματική αναθεώρηση, είναι νομικώς αδιάφορη, διότι η σύμβαση εξαρτημένης εργασίας είχε ήδη προσλάβει το χαρακτήρα σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, τον οποίο και διατήρησε στη συνέχεια κατά την έναρξη ισχύος των πιο πάνω διατάξεων (Ολ.ΑΠ 7/2011) Προϋπόθεση όμως για την εφαρμογή της ως άνω διάταξης του άρθρου 8 παρ. 3 του Ν.2112/1920 είναι οι διαδοχικές αυτές συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου μεταξύ του ίδιου εργοδότη και του ίδιου εργαζομένου και υπό τους ίδιους ή παρεμφερείς όρους να διακρίνονται από συνοχή και χρονική ενότητα μεταξύ τους, δηλαδή να μην μεσολαβούν πολύμηνα συνήθως χρονικά διαστήματα μεταξύ του χρόνου λήξης της μίας και του χρόνου έναρξης της ισχύος της αμέσως επόμενης (ΑΠ 788/2017, 1425/2015, 244/2015, 696/2013).

Τοιαύτη περίπτωση συνοχής και χρονικής ενότητας δεν συντρέχει κατά νόμο όταν μεταξύ των εν λόγω συμβάσεων μεσολαβούν μεγάλα χρονικά διαστήματα, και δη ενός ή δύο και πλέον ετών (ΑΠ 237/2022, 1610/2022). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ.1 εδ. α` ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου.

Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σε αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, 2/2013).

Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ενστάσεων των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κτλ ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ` ουσία (ΑΠ 2/2020, 19/2020).

Εξ άλλου από τις διατάξεις των άρθρων 118 αριθ. 4, 566 παρ. 1 και 577 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι στο δικόγραφο της αίτησης αναίρεσης πρέπει να αναφέρεται κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και ευσύνοπτο η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας, ώστε να είναι δυνατόν να διαπιστωθεί αν και ποιο λόγο αναίρεσης από τους περιοριστικώς αναφερομένους στο άρθρο 559 Κ.Πολ.Δ.

θεμελιώνει η προβαλλόμενη αιτίαση. Ειδικότερα, για να είναι ορισμένος ο από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος για παραβίαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου, πρέπει να προσδιορίζεται ο συγκεκριμένος νομικός κανόνας και μάλιστα εναρίθμως η ουσιαστικού δικαίου διάταξη, ο οποίος φέρεται παραβιασθείς και το αποδιδόμενο στην προσβαλλομένη απόφαση νομικό σφάλμα ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή αυτού.

Εάν δε το δικαστήριο εχώρησε στην κατ' ουσίαν έρευνα της υποθέσεως, πρέπει να αναφέρονται στο αναιρετήριο τα γενόμενα δεκτά από το δικαστήριο πραγματικά γεγονότα, υπό τα οποία φέρεται συντελεσθείσα η προβαλλόμενη παραβίαση του κανόνος ουσιαστικού δικαίου (ΟλΑΠ 20/2005, ΑΠ 1190/2018).

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 εδ.

α του Συντάγματος που επιτάσσει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά ''έλλειψη αιτιολογίας'', ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της ''ανεπαρκής αιτιολογία'' ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους "αντιφατική αιτιολογία" (ΟλΑΠ 1/1999).

Για να είναι δε ορισμένος ο πιο πάνω αναιρετικός λόγος, πρέπει να διαλαμβάνονται στο δικόγραφο της αναίρεσης: α) η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε και το περιεχόμενο αυτής, β) οι ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, γ) ο ισχυρισμός και τα περιστατικά, οι οποίοι προτάθηκαν για τη θεμελίωσή του, ως προς τον οποίο η έλλειψη, η ανεπάρκεια ή αντίφαση και η σύνδεσή του με το διατακτικό, εφόσον αυτή δεν είναι αυτονόητη, δ) η εξειδίκευση της πλημμέλειας του δικαστηρίου της ουσίας, αν πρόκειται, δηλαδή για παντελή έλλειψη αιτιολογίας ή ποίες είναι οι ανεπάρκειες ή οι αντιφάσεις που προσάπτονται στις ως άνω παραδοχές, δηλαδή να διαλαμβάνεται ποίες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιλαμβάνει η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας ή που εντοπίζονται οι αντιφάσεις (ΟλΑΠ 20/2005, ΑΠ 1551/2022, 109/2020, 550/2017, 1184/2015, 121/2014).

Με τον δεύτερο λόγο της αίτησης αναίρεσης, το αναιρεσείον προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση τις αναιρετικές πλημμέλειες από τους αρ.1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αιτιώμενο ανεπαρκή αιτιολογία ως προς την παραδοχή της προσβαλλόμενης απόφασης περί διαδοχικότητας των συμβάσεων των πρώτου, τρίτου και τέταρτης των αναιρεσιβλήτων, χωρίς ειδικότερο προσδιορισμό των διατάξεων που φέρονται ότι παραβίαστηκαν.

Ο λόγος όμως αυτός είναι αόριστος, αφού δεν αναφέρει τις διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου που φέρονται ότι παραβιάσθηκαν, αριθμητικά και κατά το περιεχόμενό τους. Κατά την διάταξη του άρθ. 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και εάν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Ως "πράγματα" κατά την έννοια της διάταξης αυτής νοούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και συγκροτούν την ιστορική βάση και επομένως στηρίζουν αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης (ΟλΑΠ 25/2003, 3/1997, ΑΠ 353/2020). Δεν αποτελούν "πράγματα" οι αρνητικοί ισχυρισμοί, που συνέχονται με την ιστορική βάση της αγωγής, ένστασης ή αντένστασης και αποτελούν αιτιολογημένη άρνηση καθεμιάς εξ αυτών, αφού οι τελευταίοι αποκρούονται με την παραδοχή ως βάσιμων των θεμελιωτικών τους γεγονότων (ΟλΑΠ 469/1984, ΑΠ 353/2020, 141/2017) ή οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου από την εκτίμηση των αποδείξεων και προβάλλονται προς υποστήριξη των απόψεων των διαδίκων, ούτε οι νομικοί ισχυρισμοί και η νομική επιχειρηματολογία του διαδίκου ή τα πορίσματα των αποδείξεων, τα οποία το δικαστήριο εκτιμά ανελέγκτως, έστω και αν αποτελούν περιεχόμενο λόγου έφεσης, ούτε οι απαράδεκτοι ή αβάσιμοι ισχυρισμοί (ΟλΑΠ 3/1997, ΑΠ 11/2017) ή τα προσκομιζόμενα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα και τα πραγματικά περιστατικά που προκύπτουν από αυτά (ΟλΑΠ 598/2019, ΑΠ 76/2016).

Στοιχείο ενός αυτοτελούς ισχυρισμού είναι κάθε περιστατικό το οποίο, αφηρημένως λαμβανόμενο, οδηγεί κατά νόμο στη γέννηση ή στην κατάλυση του δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή ή την ένσταση. Ειδικότερα ο από το άρθρο 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται, αν το δικαστήριο έκρινε ορισμένη και νόμιμη την αγωγή, λαμβάνοντας υπόψη αναγκαία για τη θεμελίωσή της και την περιγραφή του αντικειμένου της δίκης γεγονότα που δεν εκτίθενται σε αυτή ή εάν απέρριψε ως αόριστη ή μη νόμιμη την αγωγή, παραγνωρίζοντας εκτιθέμενα για τη θεμελίωσή της και την περιγραφή του αντικειμένου της δίκης γεγονότα, που με επάρκεια εκτίθενται σε αυτήν (ΑΠ 34/2016).

Δεν στοιχειοθετείται, όμως, ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν ο αυτοτελής πραγματικός ισχυρισμός λήφθηκε υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας και απορρίφθηκε ρητά για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (ΟλΑΠ 25/2003, ΑΠ 69/2016, 725/2012), αλλά και όταν το δικαστήριο αντιμετώπισε και απέρριψε στην ουσία εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντίθετων προς αυτά που τον συγκροτούν και τούτο συνάγεται από το περιεχόμενο της απόφασης (ΟλΑΠ 11/1996, ΑΠ 353/2020, 1386/2015).

Επίσης, δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός της αναίρεσης και στην περίπτωση κατά την οποία, το δικαστήριο της ουσίας, στα πλαίσια της αξιολόγησης του αποδεικτικού υλικού και προς τον σκοπό του ακριβέστερου προσδιορισμού κατά το χρόνο, τόπο ή άλλων στοιχείων των εκτιθέμενων πραγματικών περιστατικών στην αγωγή, που συγκροτούν την ιστορική και νομική βάση της, διαφοροποιείται ως προς τα στοιχεία αυτά, υπό την προϋπόθεση βεβαίως ότι η διαφοροποίηση αυτή δεν επάγεται αλλοίωση ως προς τα ουσιώδη στοιχεία του περιγραφόμενου στην αγωγή βιοτικού συμβάντος, ως γενεσιουργού αιτίας της διαγνωστέας έννομης συνέπειας (ΑΠ 1953/2022, 353/2020, 195/2017).

Με τον τρίτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, το αναιρεσείον αιτιάται την εφετειακή απόφαση για λήψη υπόψη πραγμάτων που δεν προτάθηκαν (559 αρ.8α ΚΠολΔ) σε σχέση με την κρίση της περί της ύπαρξης διαδοχικών συμβάσεων του δευτέρου αναιρεσιβλήτου και της κατάφασης του χαρακτήρα τούτων ως μιας ενιαίας σύμβασης αορίστου χρόνου.

Από την παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων, προκύπτουν τα ακόλουθα: Ο δεύτερος των αναιρεσιβλήτων, είχε ισχυριστεί με την αγωγή του ότι απασχολήθηκε, δυνάμει αντιστοίχων συμβάσεων ανάθεσης έργου και ορισμένου χρόνου που συνήψε μετά του αναιρεσείοντος, κατά τα παρακάτω χρονικά διαστήματα:

από 25.2.1994 έως 20.8.1994, από 22.8.1994 έως 21.11.1994, από 22.11.1994 έως 15.2.1995, από 16.2.1995 έως 16.5.1995, από 17.5.1995 έως 16.9.1995, από 25.9.1995 έως 25.1.1996, από 12.2.1996 έως 12.7.1996, από 1.8.1996 έως 31.12.1996, από 16.1.1997 έως 30.4.1997 και από 1.10.1997 έως 9.8.1998, από 2.1.2000 έως 30.7.2000, από 25.1.2001 έως 20.9.2001, από 2.1.2002 έως 20.12.2002, από 7.1.2003 έως 31.12.2003 και από 2.1.2004 έως 19.9.2004, καλύπτοντας πάγιες και διαρκείς ανάγκες του εναγομένου.

Το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε, κατά το μέρος που ενδιαφέρει εν προκειμένω τον αναιρετικό έλεγχο, τα ακόλουθα: "....Ο τέταρτος ενάγων, Χ. Λ. (ήδη δεύτερος των αναιρεσιβλήτων), ο οποίος είναι διπλωματούχος αρχιτέκτονας μηχανικός, απασχολήθηκε με αυτή την ειδικότητά του στη Διεύθυνση Αναστήλωσης Βυζαντινών και Μεταβυζαντινών Μνημείων δυνάμει των από 25.2.1994 έως 20.8.1994, από 22.8.1994 έως 21.11.1994, από 22.11.1994 έως 15.2.1995, από 16.2.1995 έως 16.5.1995, από 17.5.1995 έως 16.9.1995, από 25.9.1995 έως 25.1.1996, από 12.2.1996 έως 12.7.1996, από 1.8.1996 έως 31.12.1996, από 16.1.1997 έως 30.4.1997 και από 1.10.1997 έως 9.8.1998 συμβάσεων ανάθεσης έργου.

Στη συνέχεια με την ίδια ως άνω ειδικότητά του παρείχε την εργασία του δυνάμει συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, στη Γενική Διεύθυνση Αναστήλωσης Μουσείων και Τεχνικών Έργων του ΥΠΠΟ από 2.1.2000 έως 30.7.2000, από 25.1.2001 έως 20.9.2001, από 2.1.2002 έως 20.12.2002, από 7.1.2003 έως 31.12.2003 και από 2.1.2004 έως 19.9.2004 και στο Ταμείο Διαχείρισης Πιστώσεων για την εκτέλεση Αρχαιολογικών Έργων (Τ.Δ.Π.Ε.Α.Ε.) από 20.7.2000 έως 31.12.2000..........

Στα καθήκοντά του καθόλο το χρονικό διάστημα της εργασίας του, που παρείχε δυνάμει συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, δηλαδή από 2.1.2000 και εντεύθεν, περιλαμβάνονταν η επίβλεψη των έργων, που εκτελούσε η διεύθυνση Εκτέλεσης Έργων Μουσείων και Πολιτιστικών Κέντρων... Με τη λήξη της τελευταίας σύμβασης (19.9.2004) το εναγόμενο αρνήθηκε τις υπηρεσίες του ενάγοντος.

Όμως ο τελευταίος, από τη φύση της εργασίας του, κάλυπτε πάγιες και διαρκείς ανάγκες του εναγόμενου, αφού το εναγόμενο είχε ελλείψεις προσωπικού με την ειδικότητά του........ Ενόψει των ανωτέρω καθώς και του ότι ο καθορισμός της διάρκειας των συμβάσεων του ενάγοντος δεν δικαιολογείται από τη φύση της εργασίας του, η συμπεριφορά του εναγομένου να τον απασχολεί με συμβάσεις ορισμένου χρόνου συνιστά κατάχρηση αφού έγινε για να καταστρατηγηθούν τα δικαιώματα του ως εργαζομένου με σκοπό να μην καταστεί εμφανής η αληθής σχέση που τους συνέδεε και είναι αυτή της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου.

Ακολούθως, οι συμβάσεις εργασίας του ενάγοντος (από 2.1.2000 έως 19.9.2004) ήταν μία ενιαία σύμβαση αορίστου χρόνου, τον χαρακτήρα δε αυτό είχε λάβει η σύμβασή του ήδη πριν την έναρξη ισχύος της Οδηγίας 1999/70/ΕΚ, των παρ. 7 και 8 του άρθρου 103 του Συντάγματος και του ΠΔ 164/2004...." Με την παραπάνω κρίση του το Εφετείο, ορθά δέχθηκε ότι οι συμβάσεις εργασίας του ως άνω αναιρεσιβλήτου ήταν διαδοχικές από την 2.1.2000 και εφεξής, έχουσες μεταξύ τους συνοχή και ενότητα, έστω και αν συμπεριέλαβε στο σκεπτικό του και μία επιπλέον σύμβαση (από 20.7.2000 έως 31.12.2000), που προέκυψε από τις αποδείξεις, της οποίας η αναφορά παραλείφθηκε στην αγωγή, η συμπερίληψη της οποίας, ενόψει των ανωτέρω, δεν ασκεί ουσιώδη επιρροή, καθ' όσον, και με μόνο τις λοιπές αναφερόμενες συμβάσεις (από 2.1.2000 έως 30.7.2000, και από 25.1.2001 έως 20.9.2001), χωρίς, δηλαδή, την ύπαρξη της ανωτέρω σύμβασης, υπήρχε η διαδοχικότητα τούτων, με την έννοια που αναλύθηκε στη νομική σκέψη που προηγήθηκε, ενόψει και των υπολοίπων γενομένων δεκτών περιστατικών, με βάση τα οποία ορθά το Εφετείο κατέληξε ότι υπήρξε μια ενιαία σύμβαση αορίστου χρόνου που συνέδεε τον εν λόγω αναιρεσίβλητο με το αναιρεσείον, χαρακτήρα που αυτή είχε λάβει ήδη πριν την έναρξη ισχύος της Οδηγίας 1999/70/ΕΚ, των παρ. 7 και 8 του άρθρου 103 του Συντάγματος και του ΠΔ 164/2004.

Άλλωστε η γενομένη ως άνω διαφοροποίηση, με βάση τα αποδειχθέντα περιστατικά, δεν επάγεται αλλοίωση ως προς τα ουσιώδη στοιχεία του περιγραφόμενου στην αγωγή βιοτικού συμβάντος, ως γενεσιουργού αιτίας της διαγνωστέας έννομης συνέπειας, ήτοι της απασχόλησης του συγκεκριμένου ενάγοντος με διαδοχικές συμβάσεις ορισμένου χρόνου, που υπέκρυπταν μια ενιαία σύμβαση αορίστου χρόνου.

Επομένως ο ως άνω τρίτος λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος.

Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης. Διάταξη για τη δικαστική δαπάνη δεν θα διαληφθεί στην παρούσα, αφού οι αναιρεσίβλητοι, λόγω της απουσίας τους, δεν υποβλήθηκαν σε δικαστικά έξοδα.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 26-10-2017 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 4626/2015 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 26 Απριλίου 2024.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 10 Μαΐου 2024.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ