Supreme Court dismisses appeal against bank's third-party intervention in tax dispute, upholding lower court's procedural ruling.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the Greek State's appeal against a First Instance Court decision regarding a tax dispute involving a bank. The State argued that the bank's third-party intervention was inadmissible due to errors in a prior judgment concerning the tax assessment list. The court held that the intervention was procedurally valid because the State could not challenge the admissibility of the intervention based on a separate, unrelated lawsuit decided in a different proceeding. Consequently, the appeal was rejected, and the State was ordered to pay the bank's legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArticles 583 and 586 of the Code of Civil Procedure; The State cannot challenge the admissibility of a third-party intervention in a separate proceeding based on errors in a prior judgment regarding a different, autonomous lawsuit.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 660 / 2023 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 660/2023
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ευδοξία Κιουπτσίδου - Στρατουδάκη, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, Ιωάννα Κλάπα - Χριστοδουλέα, Χρήστο Κατσιάνη, Ασημίνα Υφαντή και Αικατερίνη Χονδρορίζου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 7 Νοεμβρίου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα, και ήδη από την Ανεξάρτητη Αρχή Δημοσίων Εσόδων, που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον Θεόδωρο Στριλάκο, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Κυπριακής Δημόσιας Εταιρείας Περιορισμένης Ευθύνης με την επωνυμία "C. P. B. P. C. L.", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, όπως μετονομάστηκε η Τράπεζα με την επωνυμία "M. P. B. P. C. L.", καθολική διάδοχος της Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία "M. Ε. Τ. Α. Ε." και διακριτικό τίτλο "M. Ε. Τ." και "M. E. B.", η οποία δεν εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο, 2) Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία "Τ. Π. Α..Ε..", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, για τον εαυτό της και ως διάδοχος της Κυπριακής Δημόσιας Εταιρείας Περιορισμένης Ευθύνης με την επωνυμία "C. P. B. P. C. L.", που εδρεύει στην …. και εκπροσωπείται νόμιμα, όπως μετονομάστηκε η Τράπεζα με την επωνυμία "M. P. B. P. C. L.", καθολική διάδοχος της Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία "M. Ε. Τ. Α. Ε.", η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Λίζα Μικέλλη - Γαλλή με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις, 3) Σ. Π. του Ι., κατοίκου ..., 4) Κ. Π. του Ι., 5) Α. Π. του Ι., κατοίκων ..., οι οποίοι δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 16/9/2009 ανακοπή της πρώτης ήδη αναιρεσιβλήτου, την από 17/7/2014 τριτανακοπή και την από 8/5/2017 εκούσια αυτοτελή πρόσθετη παρέμβαση της δεύτερης ήδη αναιρεσισιβλήτου που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3376/2018 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1869/2020 του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 22/12/2020 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις του άρθρου 576 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, αν κατά τη συζήτηση της αναίρεσης δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί και δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος εξετάζει ποίος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο διάδικος που απουσιάζει, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι.
Αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικός του, ερευνάται αν ο διάδικος, ο οποίος δεν εμφανίστηκε ή, αν και εμφανίστηκε, δεν έλαβε μέρος στη συζήτηση με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα από τον επισπεύδοντα τη συζήτηση. Στην περίπτωση που δεν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα η συζήτηση κηρύσσεται απαράδεκτη, και η υπόθεση επαναφέρεται με νέα κλήτευση.
Στην αντίθετη περίπτωση ο Άρειος Πάγος προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί (Α.Π.1182/2021). Στην προκειμένη περίπτωση από τις προσκομιζόμενες από το αναιρεσείον υπ'αριθμ.11815/26-11-2021, 901Δ/4-1-2022, 900Δ/4-1-2022, 899Δ/4-1-2022 εκθέσεις επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας του Εφετείου Αθηνών Μ. Ν.
η πρώτη, και του δικαστικού Επιμελητή του Εφετείου Θεσσαλονίκης Η. Χ. οι λοιπές, αποδεικνύεται ότι ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο της ένδικης αίτησης αναίρεσης με πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου περί ορισμού του Α-1 τμήματος ως αρμοδίου για την εκδίκαση αυτής, πράξη του Προέδρου του Α-1 Τμήματος περί ορισμού δικασίμου της αίτησης την αναφερόμενη στην αρχή της απόφασης και κλήση για συζήτηση, επιδόθηκε με επιμέλεια του ως άνω αναιρεσείοντος στους πρώτη, τρίτο, τέταρτο και πέμπτο των αναιρεσιβλήτων, αντίστοιχα.
Όμως οι τελευταίοι δεν εμφανίστηκαν στη δικάσιμο αυτή, όταν η υπόθεση εκφωνήθηκε από τη σειρά της στο πινάκιο και γι' αυτό, αφού κλητεύθηκαν νόμιμα και εμπρόθεσμα, θα πρέπει το δικαστήριο να προχωρήσει στη συζήτηση της υπόθεσης, παρά την απουσία τους (άρθρο 576 παρ. 2 Κ. Πολ. Δ. ). Με την κρινόμενη από 22-12-2020 αίτηση αναίρεσης του Ελληνικού Δημοσίου παραδεκτά προσβάλλεται η υπ'αριθ.1869/2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, ήδη τελεσίδικη- καθόσον, παρά την ερημοδικία των εφεσιβλήτων Σ., Κ.
και Α. Π. (και ήδη τρίτου, τετάρτου και πέμπτου των αναιρεσιβλήτων), αυτή δεν υπόκειται σε ανακοπή ερημοδικίας (άρθρ. 937 παρ.2 ΚΠολΔ, άρθρ.1 άρθρ.ένατο παρ.2 του ν.4335/2015),-και εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία, επί της από 22-2-2018 έφεσης του εκκαλούντος και ήδη αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου, που απέρριψε την έφεσή του κατά της 3376/2018 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης.
Με την πρωτόδικη αυτή απόφαση συνεκδικάστηκαν α) η από 16-9-2009 ανακοπή εκ του άρθρου 979 ΚΠολΔ, της "C. P. B. P. C. L.", όπως μετονομάστηκε η τράπεζα "M. P. B. P. C. L.", κατά των:1.Σ. Π. 2. Κ. Π. και 3. Α. Π., με την οποία ζητείτο η μεταρρύθμιση του υπ'αριθμ. …./2009 πίνακα κατάταξης δανειστών ώστε να αποβληθούν οι ως άνω καθών και καταταγεί στη θέση τους η ανακόπτουσα ως ενυπόθηκη δανείστρια για την αναγγελθείσα απαίτησή της β) η από 16-7-2014 αυτοτελής πρόσθετη παρέμβαση της "Τ.
Π. Α.", υπέρ της ανωτέρω ανακόπτουσας, ως ειδική διάδοχος της τελευταίας, και κατά των ανωτέρω καθών η ανακοπή, με την οποία ζητείτο να γίνει δεκτή η ανακοπή και γ) η από 17-7-2014 τριτανακοπή της "Τ. Π. Α.", με την ίδια ως άνω ιδιότητά της, κατά των: 1. Ελληνικού Δημοσίου 2. Σ. Π., 3. Κ. Π. και 4. Α. Π., με την οποία ζητείτο να ακυρωθεί, άλλως να καταστεί ανενεργός ως προς την τριτανακόπτουσα και υπέρ αυτής η υπ'αριθμ. 24499/2013 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, που είχε εκδοθεί σε δίκη μεταξύ των ανωτέρω καθών η τριτανακοπή, κατά το μέρος που αφορά στο 1/3 του ιστορούμενου ποσού στο οποίο είχε καταταγεί με την τριτανακοπτομένη απόφαση, μετά από μεταρρύθμιση του ίδιου πίνακα κατάταξης, το Ελληνικό Δημόσιο, αποβαλλομένων των λοιπών τριών καθών η τριτανακοπή.
Μετά τη συνεκδίκασή των ανωτέρω δικογράφων α) έγιναν δεκτές η ανακοπή και η αυτοτελής πρόσθετη παρέμβαση, μεταρρυθμίστηκε ο προσβαλλόμενος πίνακας κατάταξης, απεβλήθησαν οι καθών η ανακοπή και στη θέση τους κατετάγη η ανακόπτουσα τράπεζα "C. P. B. P. C. L.", και β) έγινε δεκτή η τριτανακοπή, κηρύχθηκε ανενεργός έναντι της τριτανακόπτουσας και υπέρ αυτής "Τράπεζας Πειραιώς ΑΕ" (ειδικής διαδόχου της τράπεζας "C.
P. B. P. C. L."), η προσβαλλόμενη απόφαση κατά το μέρος που αφορά στο 1/3 του ποσού-στο οποίο είχε καταταγεί με την τριτανακοπτομένη απόφαση, μετά από μεταρρύθμιση του ίδιου πίνακα κατάταξης, το Ελληνικό Δημόσιο-αποβαλλομένων των ιδίων-καθών στην ανακοπή και στην τριτανακοπή- φυσικών προσώπων (Σ., Κ. και Α. Π.). Κατά της αποφάσεως αυτής άσκησε την από 22-2-2018 έφεση το Ελληνικό Δημόσιο, στρεφόμενο κατά της ανακόπτουσας, της αυτοτελώς προσθέτως παρεμβαίνουσας, της τριτανακόπτουσας και των καθών η ανακοπή και η τριτανακοπή τριών φυσικών προσώπων (Σ., Κ.
και Α. Π.) και ζήτησε την εξαφάνιση της εκκαλουμένης αποφάσεως με σκοπό να απορριφθούν α) η ανακοπή, β) η αυτοτελής πρόσθετη παρέμβαση και γ) η τριτανακοπή. Επί της εφέσεως αυτής εκδόθηκε η υπ'αριθμ. 1869/2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, με την οποία απορρίφθηκε κατ'ουσίαν η έφεση και κατά της τελευταίας αυτής αποφάσεως άσκησε το εκκαλούν Ελληνικό Δημόσιο την υπό κρίση αίτηση αναίρεσης, στρεφόμενο κατά των εφεσιβλήτων, της ανακόπτουσας τράπεζας, της αυτοτελώς προσθέτως παρεμβαίνουσας τράπεζας, της τριτανακόπτουσας τράπεζας και των καθών η ανακοπή και η τριτανακοπή, των άνω τριών φυσικών προσώπων, διώκοντας την αναίρεση της προσβαλλομένης τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, προκειμένου να γίνει δεκτή στο σύνολό της η έφεσή του κατά της πρωτόδικης αποφάσεως.
Κατά το άρθρο 556 ΚΠολΔ δικαίωμα αναιρέσεως έχουν εφόσον νικήθηκαν ολικά ή μερικά στη δίκη που εκδόθηκε η προσβαλλομένη απόφαση, ο ενάγων, ο εναγόμενος, ο εκκαλών, ο εφεσίβλητος κλπ, κατά δε το άρθρο 558 του ίδιου κώδικα η αναίρεση απευθύνεται κατά εκείνων που ήταν διάδικοι στην δίκη κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλομένη απόφαση.
Ως διάδικοι στην πρωτόδικη δίκη, κατά την έννοια της τελευταίας αυτής διατάξεως, νοούνται οι αντίδικοι του εκκαλούντος, ήτοι του μεν ενάγοντος ή ανακόπτοντος ή τριτανακόπτοντος, ο εναγόμενος ή ο καθού η ανακοπή ή ο καθού η τριτανακοπή, αντίστοιχα, και οι κυρίως ή προσθέτως υπέρ αυτών παρεμβαίνοντες κλπ, του δε εναγομένου ή του καθού η ανακοπή ή καθού η τριτανακοπή, ο ενάγων ή ο ανακόπτων ή ο τριτανακόπτων, αντίστοιχα, και οι κυρίως ή προσθέτως υπέρ αυτών παρεμβαίνοντες κλπ., ως διάδικοι δε στη δευτεροβάθμια δίκη, νοούνται οι αντίδικοι του αναιρεσείοντος, ήτοι του μεν εκκαλούντος-ενάγοντος ή ανακόπτοντος ή τριτανακόπτοντος, ο εφεσίβλητος εναγόμενος, ή καθού η ανακοπή, ή καθού η τριτανακοπή, αντίστοιχα, και οι κυρίως ή προσθέτως υπέρ αυτών παρεμβαίνοντες.
Κατά το άρθρο 246 ΚΠολΔ το δικαστήριο σε κάθε στάση της δίκης μπορεί αυτεπαγγέλτως ή ύστερα από αίτηση κάποιου διαδίκου να διατάξει την ένωση και συνεκδίκαση περισσοτέρων εκκρεμών ενώπιόν του δικών ανάμεσα στους ίδιους ή διαφορετικούς διαδίκους, αν υπάγονται στην ίδια διαδικασία και κατά την κρίση του διευκολύνεται ή επιταχύνεται η διεξαγωγή της δίκης ή επέρχεται μείωση των εξόδων.
Η συνεκδίκαση κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, αποσκοπεί στην ενοποίηση της διαδικασίας προς διευκόλυνση ή επιτάχυνση της διεξαγωγής της δίκης ή προς μείωση των εξόδων, αποτελούσα ειδικότερη εκδήλωση της αρχής της οικονομίας της δίκης, χωρίς όμως να επιφέρει καμία μεταβολή στις σχέσεις των διαδίκων των ενωμένων διαφορετικών δικών, οι οποίες διατηρούν την αυτοτέλειά τους.
Έτσι με την συνεκδίκαση δεν μεταβάλλονται οι ενάγοντες ή οι ανακόπτοντες ή οι τριτανακόπτοντες, οι εναγόμενοι ή ο καθού η ανακοπή ή ο καθού η τριτανακοπή και οι προσθέτως υπέρ αυτών παρεμβαίνοντες, των συνεκδικαζομένων υποθέσεων, σε ομόδικους. Τούτο περαιτέρω σημαίνει ότι δικαίωμα ασκήσεως ενδίκου μέσου κατά της αποφάσεως που εκδόθηκε επί των συνεκδικαζομένων δικών έχει κάθε διάδικος εκάστης από τις αυτοτελείς συνεκδικαζόμενες δίκες, ο οποίος οφείλει να απευθύνει αυτό κατά του αντιδίκου του στην ίδια αυτοτελή δίκη και όχι κατά των διαδίκων των άλλων συνεκδικαζομένων δικών (ΑΠ 1355/2004).
Εξάλλου κατά το άρθρο 577 παρ.2 του ΚΠολΔ αν η αναίρεση δεν ασκήθηκε νόμιμα ή αν λείπει κάποια προυπόθεση για να είναι παραδεκτή, ο Άρειος Πάγος την απορρίπτει και αυτεπαγγέλτως Στην προκειμένη περίπτωση, με βάση τα προαναφερόμενα διαδικαστικά έγγραφα, η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης του Ελληνικού Δημοσίου κατά το μέρος που αφορά στις συνεκδικαζόμενες ανακοπή και αυτοτελή πρόσθετη παρέμβαση και στρέφεται κατά της 1) C.
P. B. P. C. L., πρώτης αναιρεσίβλητης, ως ανακόπτουσας, 2) της Τ. Π., δεύτερης αναιρεσίβλητης, ως προσθέτως παρεμβαίνουσας και των Σ. Π., Κ. Π. και Α. Π., τρίτου, τέταρτου και πέμπτου των αναιρεσιβλήτων, αντίστοιχα, ως καθών η ανακοπή και η πρόσθετη παρέμβαση, είναι απαράδεκτη. Και τούτο διότι οι ως άνω αναιρεσίβλητοι με τις προεκτεθείσες ιδιότητές τους δεν είναι αντίδικοι του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου, καθόσον στη δίκη που ανοίχθηκε με τα προαναφερόμενα δικόγραφα (ανακοπής και αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης) δεν ήταν διάδικος το Ελληνικό Δημόσιο, τα δικόγραφα αυτά δεν στρέφονταν κατ'αυτού, αλλά μόνο η συνεκδικαζομένη με αυτά τριτανακοπή στρεφόταν κατ'αυτού.
Η συνεκδίκαση των εν λόγω τριών εισαγωγικών δικογράφων δεν επέφερε καμία μεταβολή στις σχέσεις των διαδίκων των ενωμένων διαφορετικών δικών, οι οποίες διατηρούν την αυτοτέλειά τους, και έτσι η ανακόπτουσα, η προσθέτως υπέρ αυτής παρεμβαίνουσα, οι καθών η ανακοπή και η πρόσθετη παρέμβαση και η τριτανακόπτουσα, δεν μεταβάλλονται σε ομοδίκους.
Τούτο συνεπάγεται ότι το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο έχει δικαίωμα ασκήσεως αναιρέσεως, κατά της προσβαλλομένης αποφάσεως, μόνο κατά το μέρος αυτής που αφορά την συνεκδικαζόμενη τριτανακοπή, στην οποία και μόνο το ίδιο ήταν διάδικος εκκαλούν-καθού η τριτανακοπή, στρεφόμενο κατά των εφεσιβλήτων, τριτανακόπτουσας και των λοιπών καθών η τριτανακοπή, φυσικών προσώπων, δηλαδή μόνο κατά των διαδίκων στην ίδια αυτοτελή συνεκδικαζόμενη δίκη.
Επομένως η υπό κρίση αναίρεση του Ελληνικού Δημοσίου κατά το μέρος της προσβαλλομένης που αφορά τις συνεκδικαζόμενες ανακοπή και αυτοτελή πρόσθετη παρέμβαση και στρέφεται κατά των διαδίκων των αυτοτελών αυτών συνεκδικαζόμενων δικών, δηλαδή κατά των εφεσιβλήτων- ανακόπτουσας, αυτοτελώς, υπέρ αυτής, προσθέτως παρεμβαίνουσας και των καθών η ανακοπή και η αυτοτελής πρόσθετη παρέμβαση τριών φυσικών προσώπων, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη.
Κατά τα λοιπά η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 495 παρ. 3 Β' αριθμ. 4, 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ). Είναι, συνεπώς παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα) και πρέπει να ερευνηθεί, περαιτέρω, ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων αυτής, κατ' άρθρο 577 παρ. 3 του ίδιου Κώδικα.
Ο από το άρθρο 559 αρ. 14 λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν το δικαστήριο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Ο λόγος αυτός αφορά σε ακυρότητες, απαράδεκτα και εκπτώσεις, που χαρακτηρίζονται ως δικονομικές, σχετίζονται δε με τα εισαγωγικά της δίκης έγγραφα (αγωγές, ανακοπές κ.λ.π.) ή δημιουργούνται κατά την ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας διαδικασία (Ολ.
Α.Π. 1/2019, Ολ.Α.Π. 25/2008, ΑΠ 1383/2021). Με την ως άνω διάταξη εισάγεται γενικός δικονομικός λόγος αναίρεσης, με τον οποίο ελέγχεται κάθε μορφή ανισχύρου των διαδικαστικών πράξεων, που πηγάζει από άμεση παραβίαση διάταξης δικονομικής φύσης (Ολ ΑΠ 2/2001, ΑΠ 933/2019). Ειδικότερα, με τον όρο "απαράδεκτο" νοείται το δικονομικό απαράδεκτο, δηλαδή αυτό που δημιουργείται από την αθέτηση - παραβίαση δικονομικής διάταξης, με αποτέλεσμα η δικονομική ενέργεια να στερείται των αναγκαίων προϋποθέσεων του κύρους της (Ολ ΑΠ 2/2001, ΑΠ 480/2020, ΑΠ 175/2019, ΑΠ 1496/2017).
Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, το απαράδεκτο αφορά μόνο στις "επιτευκτικές" διαδικαστικές πράξεις, δηλαδή εκείνες που τείνουν στη δημιουργία των αναγκαίων όρων για την έκδοση συγκεκριμένης απόφασης, ώστε η κατ' αποτέλεσμα ενέργειά τους να εκδηλώνεται με την απόφαση και μόνο δυνάμει αυτής (ΑΠ 927/2019, ΑΠ 357/2018).
Έτσι, με τον ανωτέρω, από το άρθρο 559 αρ. 14 ΚΠολΔ, αναιρετικό λόγο ελέγχονται, πλην άλλων, το παραδεκτό της ασκήσεως των ενδίκων μέσων (ΑΠ 371/2008), των προσθέτων λόγων εφέσεως, της αντεφέσεως, των ανακοπών (άρθρα 583 επ. 632, 933 ΚΠολΔ) και των προσθέτων λόγων αυτών, καθώς και το παραδεκτό της προβολής των ισχυρισμών (ΑΠ 1206/2019, ΑΠ 2081/2018).
Με τον μοναδικό λόγο της αίτησης αναίρεσης το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο προσάπτει στην προσβαλλομένη απόφαση την από το άρθρο 559 αριθμ.14 Κ.Πολ.Δ. πλημμέλεια - κατ'ορθή υπαγωγή και όχι από τον αριθ.1 όπως ισχυρίζεται το αναιρεσείον- επικαλούμενο ότι η τριτανακόπτουσα "Τ. Π. Α..Ε..", σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 583 και 586 ΚΠολΔ, δεν νομιμοποιείτο στην άσκηση της τριτανακοπής της κατά της υπ'αριθμ.24499/2013 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, και για το λόγο αυτό το Εφετείο έπρεπε κατά παραδοχή του σχετικού λόγου της έφεσέως του να απορρίψει την τριτανακοπή ως απαράδεκτη α) διότι η τριτανακόπτουσα "Τ.
Π. Α..Ε.." δεν ήταν ειδική διάδοχος της ανακόπτουσας τράπεζας "C. P. B. P. C. L.", όπως εσφαλμένως αυτή ισχυριζόταν και έγινε δεκτό με την προσβαλλομένη απόφαση, αλλά, κατά το άρθρο 63 Δ παρ.5 εδ.δ'του ν. 3601/2007, είχε ex lege υποκαταστήσει την ανακόπτουσα και είχε υπεισέλθει στη θέση της β) διότι δεν είχε έννομο συμφέρον προς άσκηση της τριτανακοπής της, καθόσον τούτο θεμελιωνόταν στην ευδοκίμηση της εκ του άρθρου 979 Κ.Πολ.Δ.
ανακοπής της δικαιοπαρόχου της "C. P. B. P. C. L.", η οποία (ανακοπή) έγινε δεκτή με την άνω υπ'αριθ.3376/2018 απόφαση, η απόφαση όμως αυτή είναι εσφαλμένη, διότι η απολιπόμενη στη δίκη αυτή ανακόπτουσα θεωρήθηκε ως αντιπροσωπευόμενη από την παριστάμενη ειδική διάδοχό της-αυτοτελώς προσθέτως παρεμβαίνουσα- "Τ. Π. Α..Ε..", και έγινε δεκτή η ανακοπή, ενώ θα έπρεπε να δικαστεί ερήμην (η ανακόπτουσα) και να απορριφθεί, λόγω της ερημοδικίας της, η ανακοπή της.
Οι διαλαμβανόμενες στον υπό κρίση λόγο ανακοπής αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, με βάση και τα διαδικαστικά έγγραφα που επισκοπεί ο Άρειος Πάγος, δεν επάγονται απαράδεκτο της τριτανακοπής. Και τούτο διότι, η τριτανακόπτουσα, είτε ως ειδική διάδοχος της ανακόπτουσας, όπως η ίδια εκθέτει στην τριτανακοπή της, είτε ως ex lege υπεισελθούσα στη θέση της, κατ'εφαρμογή της διατάξεων του άρθρου 63 Δ παρ.5 εδ.δ'του ν.3601/2007, όπως ισχυρίζεται το αναιρεσείον, νομιμοποιείτο ενεργητικά στην άσκηση της υπό κρίση τριτανακοπής της, ως διάδοχος της καταταγείσης στον προσβαλλόμενο πίνακα ανακόπτουσας και συνακόλουθα δικαιούχος της απαίτησής της, η ιδιότητά της δε αυτή, κτηθείσα, είτε κατόπιν ειδικής διαδοχής, είτε κατόπιν υποκατάστασης ex lege, κατ'εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 63 Δ παρ.5 εδ.δ' του ν.3601/2007, στηρίζει την ενεργητική της νομιμοποίηση και το παραδεκτό, για το λόγο αυτό, της τριτανακοπής της.
Οι λοιπές αιτιάσεις του ίδιου λόγου αφορούν σε σφάλμα δικαστικής απόφασης εκδοθείσας σε άλλη δίκη και συγκεκριμένα σε αυτή επί της προαναφερόμενης ανακοπής κατά του προσβαλλομένου με αυτήν πίνακα κατάταξης και την υπέρ της ανακόπτουσας πρόσθετη παρέμβαση, οι οποίες συνεκδικάστηκαν μεν με την τριτανακοπή με την άνω υπ'αριθ.3376/2018 απόφαση, εξακολουθούν όμως να διατηρούν έναντι αυτής την αυτοτέλειά τους.
Συνεπώς επί της αυτοτελούς συνεκδικαζόμενης δίκης επί της ένδικης τριτανακοπής δεν νομιμοποιείται το Ελληνικό Δημόσιο να επικαλείται απαράδεκτο της τριτανακοπής αυτής της αντιδίκου του με επίκληση σφάλματος της απόφασης που εκδόθηκε επί της έτερης αυτοτελούς συνεκδικαζόμενης δίκης, επί της ανακοπής και της πρόσθετης παρέμβασης.
Η συνεκδίκαση με την ανωτέρω υπ'αριθ.3376/2018 απόφαση των ως άνω τριών εισαγωγικών δικογράφων-ανακοπής, πρόσθετης παρέμβασης και τριτανακοπής- δεν επέφερε καμία μεταβολή στις σχέσεις των διαδίκων των ενωμένων διαφορετικών δικών και αυτές διατηρούν την αυτοτέλειά τους. Επομένως, το Εφετείο, το οποίο με την προσβαλλόμενη απόφασή του έκρινε παραδεκτή την ένδικη τριτανακοπή της δεύτερης αναιρεσίβλητης, κατά τις διατάξεις των άρθρων 583 και 586 ΚΠολΔ, λόγω της ενεργητικής της νομιμοποίησης και του εννόμου συμφέροντός της για την άσκησή της ως διαδόχου της ανακόπτουσας και δικαιούχου της απαιτήσεως, απορρίπτοντας τον περί του αντιθέτου λόγο της έφεσης του αναιρεσείοντος κατά της πρωτόδικης απόφασης που είχε κρίνει όμοια, δεν υπέπεσε στην προβαλλόμενη από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πλημμέλεια και ο υπό κρίση λόγος αναίρεσης με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος.
Κατόπιν αυτών και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η αίτηση αναίρεσης, να καταδικασθεί το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο, λόγω της ήττας του, στα δικαστικά έξοδα της παρισταμένης δεύτερης αναιρεσίβλητης "Τ. Π. Α..Ε..", που κατέθεσε προτάσεις, κατά παραδοχή του σχετικού αιτήματός της (άρθρα 106, 176, 183 και 191 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.), μειωμένα όμως κατά τα άρθρα 22 παρ. 1, 3 του ν. 3693/1957, που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 52 παρ. 18 Εισ Ν.
ΚΠολΔ και όπως τούτο ισχύει μετά την υπ' αριθ. 134423/1992 κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης (ΦΕΚ Β' 11/20-1-1993), που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 5 παρ. 12 του Ν.1738/1987, ενώ δεν επιδικάζονται δικαστικά έξοδα σε βάρος του αναιρεσείοντος για τους λοιπούς αναιρεσίβλητους, διότι αυτοί, λόγω της ερημοδικίας τους, δεν υπέβαλαν σχετικό αίτημα, όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 22-12-2020 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου για αναίρεση της υπ'αριθ.1869/2020 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Καταδικάζει το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο στα δικαστικά έξοδα της δεύτερης αναιρεσίβλητης "Τ. Π. Α..Ε..", τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 20 Φεβρουαρίου 2023.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 28 Απριλίου 2023.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ