Supreme Court dismisses appeal as inadmissible because the appellant's claim of non-consideration of a third party's liability is not a valid ground for cassation.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's cassation request against the First Instance Court of Lamia's judgment regarding car accident damages. The appellant argued the lower court failed to consider a claim of exclusive or shared liability by a third party, but the court ruled this argument did not constitute a valid ground for cassation under Article 559(8) of the Code of Civil Procedure. Consequently, the appeal was rejected, the security bond was forfeited, and the appellant was ordered to pay the respondent's legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(8), 576(1)-(3) of the Code of Civil Procedure: A cassation ground alleging a lower court's failure to consider a third party's liability constitutes a valid ground only if it is an independent claim; otherwise, it is merely a negative assertion of the plaintiff's claim and does not justify cassation.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 660 / 2022 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 660/2022
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ευστάθιο Νίκα, Μαρία Βάρκα, Άννα Αγγελάτου - Βασιλείου και Γεωργία Κατσιμαγκλή, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 3 Δεκεμβρίου 2021, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Σ. Β. του Π., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Αργυρώ - Ηλιάνα Σεϊτανίδου - Δερμάνη.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ε. Α. του Κ. και 2) Γ. Μ. του Μ., κατοίκων ..., εκ των οποίων η 2η παραστάθηκε με την πληρεξούσια δικηγόρο της Φωτεινή Ταπεινού, ενώ ο 1ος δεν παραστάθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 9-9-2013 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Άμφισσας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 68/2015 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 73/2018 του Μονομελούς Εφετείου Λαμίας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 25-5-2020 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Γεωργία Κατσιμαγκλή, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκαν μόνο ο αναιρεσείων και η 2η των αναιρεσιβλήτων όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης, η πληρεξούσια της 2ης αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθεμία δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η κρινόμενη από 25-05-2020 (με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 7/28-05-2020) αίτηση για την αναίρεση της υπ' αριθμ. 73/2018 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Λαμίας, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των διαφορών για ζημίες από αυτοκίνητο, καθώς και από τη σύμβαση ασφάλισης αυτού (άρθρα 681 Α, 666, 667, 670 - 676 Κ.Πολ.Δ., όπως ίσχυαν πριν από την αντικατάστασή τους με το άρθρο τέταρτο του άρθρου 1 του Ν. 4335/2015), έχει ασκηθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553 παρ. 1β, 556, 558, 564 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ.). Επομένως είναι παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω για το παραδεκτό και βάσιμο των προβαλλόμενων κατ' ιδίαν λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ.).
Από τις διατάξεις του άρθρου 576 παρ.1-3 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, αν κατά τη συζήτηση της αναίρεσης, δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί και δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως ποιος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο διάδικος που απουσιάζει, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι.
Αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικός του, ερευνάται αν ο διάδικος, ο οποίος δεν εμφανίστηκε ή, αν και εμφανίστηκε, δεν έλαβε μέρος στη συζήτηση με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα από εκείνον που επισπεύδει τη συζήτηση. Στην περίπτωση που δεν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, η συζήτηση κηρύσσεται απαράδεκτη και η υπόθεση επαναφέρεται με νέα κλήτευση.
Στην αντίθετη περίπτωση, ο Άρειος Πάγος προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Ειδικότερα, από τις πιο πάνω διατάξεις προκύπτει ότι επί αιτήσεως αναιρέσεως στρεφόμενης κατά περισσότερων αναιρεσίβλητων, που συνδέονται μεταξύ τους με σχέση απλής ομοδικίας, εάν κάποιος από τους αναιρεσίβλητους αυτούς, παρότι έχει κλητευθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα από το διάδικο που επισπεύδει τη συζήτηση, δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί και δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, η συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως χωρεί νομίμως ως προς όλους τους αναιρεσίβλητους, παρά την απουσία εκείνου που έχει νομίμως κλητευθεί (AΠ 91/2020, ΑΠ 546/2020, ΑΠ 242/2015, ΑΠ 546/ 2015).
Στην προκειμένη περίπτωση από την υπ' αριθμ. 5673 Γ'/28-09-2021 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Λαμίας, με έδρα την περιφέρεια του Πρωτοδικείου Άμφισσας, Ι. Α. Π., την οποία επικαλείται και προσκομίζει ο αναιρεσείων, που επισπεύδει τη συζήτηση της υποθέσεως, προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης από 25-05-2020 αιτήσεως αναιρέσεως κατά της υπ' αριθμ. 73/2018 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Λαμίας, με πράξεις καταθέσεως δικογράφου και ορισμού δικασίμου, για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο (03-12-2021) και κλήση για να παραστεί κατά τη συζήτηση αυτής, επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, στον πρώτο αναιρεσίβλητο Ε.
Α. του Κ.. Ο αναιρεσίβλητος όμως αυτός, δεν εμφανίστηκε κατά τη συζήτηση της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως κατά την ανωτέρω δικάσιμο, κατά την οποία εκφωνήθηκε νόμιμα η υπόθεση κατά τη σειρά της από το οικείο πινάκιο, ούτε και κατέθεσε δήλωση, σύμφωνα με τα άρθρα 242 παρ. 2 και 573 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ., ότι δεν θα παραστεί κατά την εκφώνησή της.
Επομένως, σύμφωνα με την ανωτέρω νομική σκέψη, πρέπει να προχωρήσει το Δικαστήριο στη συζήτηση της υποθέσεως, παρά την απουσία του (άρθρο 576 παρ. 2 περ. α' και γ' Κ.Πολ.Δ.).
Με το άρθρο 6 παρ. 2 της ΕΣΔΑ τυποποιείται το τεκμήριο αθωότητας, ως βασική κατεύθυνση της ποινικής δίκης. Αντίστοιχου περιεχομένου διατάξεις περιλαμβάνουν, επίσης, τόσο το άρθρο 14 παρ. 3 του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα, που κυρώθηκε με το ν. 2462/1997, αλλά και το άρθρο 48 του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ε.Ε.
Το τεκμήριο αθωότητας ορίζεται πλέον και στο άρθρο 71 Κ.Ποιν.Δ. και είναι συνέπεια της ενσωμάτωσης της Οδηγίας 2016/343 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 9.3.2016 "για την ενίσχυση ορισμένων πτυχών του τεκμηρίου αθωότητας και του δικαιώματος παραστάσεως του κατηγορουμένου στην δίκη στο πλαίσιο της ποινικής διαδικασίας", με το νόμο 4586/2019.
Το τεκμήριο της αθωότητας, το οποίο δεν αποτελεί μόνον ένα θεμελιώδες δικαίωμα του κατηγορουμένου να τεκμαίρεται αθώος μέχρι τη νόμιμη απόδειξη της ενοχής του, αλλά είναι ταυτόχρονα μία ανεξάρτητη υποχρέωση της πολιτείας, δεν περιορίζεται μόνο στις περιπτώσεις εκείνες, που ο διάδικος έχει την ιδιότητα του κατηγορουμένου στο πλαίσιο μιας ποινικής δίκης, αλλά έχει εφαρμογή και ενώπιον οποιουδήποτε άλλου δικαστηρίου, που επιλαμβάνεται μεταγενέστερα είτε επί των αστικών αξιώσεων του παθόντος, είτε επί θεμάτων διοικητικής ή πειθαρχικής φύσεως, όταν αυτό για τις ανάγκες της δίκης ερμηνεύει την ποινική απόφαση, που στηρίζεται στα ίδια πραγματικά περιστατικά με εκείνα που εισάγονται ενώπιόν του, κατά τρόπο που θέτει σε αμφιβολία το δικαίωμα αυτό του κατηγορουμένου να τεκμαίρεται αθώος μέχρι τη νόμιμη απόδειξη της ενοχής του.
Με τις προαναφερθείσες διατάξεις δεν καθιερώνεται δεδικασμένο στην αστική δίκη από απόφαση ποινικού δικαστηρίου, ενώ, ούτε και το Σύνταγμα προβλέπει σχετικό δεδικασμένο, αντιθέτως, μάλιστα, προβαίνει σε διάκριση των δικαιοδοσιών, με αποτέλεσμα οι αποφάσεις των ποινικών δικαστηρίων να μην αποτελούν δεδικασμένο για την πολιτική δίκη.
Ο σεβασμός, δηλαδή, του "τεκμηρίου αθωότητας", που κατοχυρώνεται από τις προαναφερθείσες διατάξεις, δεν έχει την έννοια ότι το πολιτικό δικαστήριο, που εξετάζει το ίδιο βιοτικό συμβάν, κωλύεται να καταλήξει - μετά από αποδείξεις και αιτιολογημένα - σε διαφορετικό αποδεικτικό πόρισμα, υποχρεούμενο να αποδεχθεί την ποινική απόφαση.
Ο σεβασμός, επομένως, του τεκμηρίου αθωότητας δεν αποκλείει τις αστικές διεκδικήσεις. Η απαλλαγή, δηλαδή, από την ποινική ευθύνη δεν συνεπάγεται αυτόματα την απαλλαγή από την αστική ευθύνη, ακόμη και στην περίπτωση της ταυτότητας των πραγματικών περιστατικών. Οι παραδοχές και η εν γένει συλλογιστική της πολιτικής αποφάσεως όμως δεν πρέπει να θέτουν, άμεσα ή έμμεσα, υπό αμφισβήτηση την ορθότητα της ποινικής αποφάσεως, αλλά αντίθετα το πολιτικό δικαστήριο πρέπει να παραμείνει εντός των ορίων της πολιτικής δίκης, αποφεύγοντας χαρακτηρισμούς και κρίσεις που σχετίζονται με το ποινικό αδίκημα, ώστε να μην δίνεται η εντύπωση ότι ασχολείται όχι μόνο με τις αστικές αξιώσεις, αλλά διερευνά και την τέλεση του ποινικού αδικήματος, διαλαμβάνοντας δηλώσεις καταλογισμού ποινικής ευθύνης.
Επομένως, η αυτοτέλεια των αρμοδιοτήτων των δύο δικαιοδοσιών (ποινικής και πολιτικής) έχει την έννοια ότι το πολιτικό δικαστήριο, όταν αποφασίζει περί του αν τελέσθηκε το αστικό, που είναι συγχρόνως και ποινικό αδίκημα, δεν δεσμεύεται από την τυχόν προηγηθείσα σχετική απόφαση ποινικού δικαστηρίου, αθωωτική ή καταδικαστική.
Τελικά, η παραβίαση του ως άνω τεκμηρίου θα πρέπει να κρίνεται πάντα, ενόψει των πραγματικών περιστατικών της συγκεκριμένης υποθέσεως και του τρόπου διατυπώσεως των αιτιολογιών, που θέτουν ενδεχομένως σε αμφιβολία το θεμελιώδες δικαίωμα του κατηγορουμένου να τεκμαίρεται αθώος μέχρι τη νόμιμη απόδειξη της ενοχής του και να υφίσταται, εντεύθεν, θέμα παραβιάσεως του τεκμηρίου αθωότητας.
Γενικότερα, όταν το τεκμήριο αυτό και κατ` επέκταση η αρχή της δίκαιης δίκης παραβιάζονται, δημιουργείται λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (ΟΛ. ΑΠ 4/2020). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται όταν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου.
Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν είχαν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης, που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με την μορφή διατακτικού.
Με το λόγο αυτό ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ειδικότερα, στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση.
Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφήρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχτηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφήρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (Ολ.
ΑΠ 2/2019, Ολ. ΑΠ 6/2019, Ολ. ΑΠ 7/2006, ΑΠ 1034/2020, ΑΠ 19/2017, ΑΠ 130/2016). Εξάλλου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 562 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση (ήτοι η παραβίαση να προκύπτει μόνο από την ανάγνωση της απόφασης, χωρίς να απαιτείται και επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων) και γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη.
Η διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει την ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναίρεσης, της οποίας η συνδρομή πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο.
Πρέπει, δηλαδή, να αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι ο ισχυρισμός που στηρίζει το λόγο αναίρεσης είχε προταθεί στο δικαστήριο, το οποίο εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση και μάλιστα είχε προταθεί νόμιμα. Ειδικότερα, για να είναι παραδεκτός ο σχετικός ισχυρισμός, ο οποίος προτείνεται πρώτη φορά ενώπιον του Αρείου Πάγου, όταν αφορά τη δημόσια τάξη ή όταν το σφάλμα προκύπτει από την ίδια την απόφαση, πρέπει τα πραγματικά γεγονότα, στα οποία στηρίζεται, να είχαν υποβληθεί στο δικαστήριο που εξέδωσε την πληττόμενη απόφαση και να γίνεται στο αναιρετήριο επίκληση της υποβολής αυτής (ΑΠ Ολομ. 15/2000, ΑΠ 646/2020, ΑΠ 94/2020, ΑΠ 403/2019, ΑΠ 209/2019, ΑΠ 74/2019, ΑΠ 199/2017).
Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., επισκόπηση της προσβαλλόμενης υπ' αριθμ. 73/2018 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Λαμίας, προκύπτει ότι το Εφετείο αυτό δέχθηκε ως αποδειχθέντα, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικώς κρίση του (άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.), μετά από εκτίμηση των επικληθέντων και προσκομισθέντων αποδεικτικών μέσων που αναφέρει, τα ακόλουθα : "Στις 9 Σεπτεμβρίου του έτους 2012 και περί ώρα 21:00, ο πρώτος ενάγων μετέβη στο Α.Τ.
Ιτέας, μαζί με την δεύτερη ενάγουσα προκειμένου να παραλάβουν από εκεί το ανήλικο τέκνο της τελευταίας και του πρώτου εναγομένου, οι οποίοι τελούσαν σε διάσταση, μετά την άσκηση του δικαιώματος επικοινωνίας με το τέκνο αυτό του πρώτου εναγομένου, όπως είχε καθορισθεί δυνάμει της υπ' αριθμ. 6827/2011 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς (διαδικασία ασφαλιστικών μέτρων).
Αφού παρέλαβαν το τέκνο της δεύτερης ενάγουσας, ο πρώτος ενάγων, η δεύτερη ενάγουσα και το ως άνω ανήλικο τέκνο επιβιβάσθηκαν στο υπ' αριθμ. κυκλοφ. ... Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητο του πρώτου ενάγοντος, ο οποίος οδηγώντας τούτο, κινήθηκε εντός της πόλεως της Ιτέας και επί της οδού Καψάλη με κατεύθυνση προς την έξοδο της Ιτέας.
Κατά τον ως άνω χρόνο και μετά την προαναφερομένη συνάντηση ο πρώτος εναγόμενος κινούνταν επίσης επί της ως άνω οδού, οδηγώντας το υπ' αριθμ. κυκλοφ. ... - Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητο, ιδιοκτησίας του, το οποίο ήταν ασφαλισμένο για την έναντι τρίτων αστική ευθύνη από την κυκλοφορία του στην δεύτερη εναγομένη ασφαλιστική εταιρία, ομόρροπα με το αυτοκίνητο, που οδηγούσε ο πρώτος ενάγων και πίσω από αυτόν.
Στο ύψος, των εργατικών κατοικιών, ο πρώτος εναγόμενος επέπεσε με σφοδρότητα με το εμπρόσθιο τμήμα του αυτοκινήτου του, στο οπίσθιο τμήμα του αυτοκινήτου το πρώτου ενάγοντος. Ο τελευταίος, λόγω του ότι, μετά την ακινητοποίηση των αυτοκινήτων, ο πρώτος εναγόμενος εξήλθε από το δικό του αυτοκίνητο και κινήθηκε απειλητικά εναντίον του και εναντίον της δεύτερης ενάγουσας, αποχώρησε από τον χώρο της σύγκρουσης.
Αποτέλεσμα της πιο πάνω σύγκρουσης ήταν να τραυματισθεί η δεύτερη ενάγουσα, η οποία βρίσκονταν κατά το χρόνο του συμβάντος στην 23ή εβδομάδα κύησης. Αποκλειστικά υπαίτιος για το ανωτέρω συμβάν είναι ο πρώτος εναγόμενος, ο οποίος ενεργώντας με πρόθεση, επέπεσε με σφοδρότητα στο μπροστά από αυτόν κινούμενο όχημα, στο οποίο επέβαινε και η δεύτερη ενάγουσα, η οποία τραυματίστηκε γνωρίζοντας το ενδεχόμενο και αποδεχόμενος το τυχόν προκληθησόμενο από αυτόν, αποτέλεσμα του τραυματισμού της.
Περαιτέρω προκύπτει ότι ο πρώτος ενάγων κατέθεσε στο Α.Τ. Ιτέας την από 10/9/2012 προφορική του μήνυση κατά του πρώτου εναγομένου, κατά του οποίου ασκήθηκε ποινική δίωξη για την αξιόποινη πράξη της επικίνδυνης σωματικής βλάβης (άρθρο 309 Π.Κ.) σε βάρος της δεύτερης ενάγουσας. Η υπόθεση αυτή εκδικάστηκε στο Τριμελές Πλημμελειοδικείο Άμφισσας, το οποίο με την υπ' αριθμ. 41/2017 απόφασή του έκρινε τον πρώτο εναγόμενο (τότε κατηγορούμενο) ένοχο για ενδοοικογενειακή επικίνδυνη σωματική βλάβη, καταδικάζοντας αυτόν σε φυλάκιση τριών (3) ετών.
Επίσης, στις 19 Σεπτεμβρίου του έτους 2017 στο Τριμελές Πλημμελειοδικείο Άμφισσας ο κατηγορούμενος, ο οποίος δεν παρέστη κατά την εκδίκαση της υπόθεσης, καταδικάστηκε, εξ αφορμής του ένδικου συμβάντος, για απόπειρα ενδοοικογενειακής επικίνδυνης σωματικής βλάβης με ενδεχόμενο δόλο, σε βάρος της ανήλικης κόρη αυτού και για την πράξη της ενδοοικογενειακής απειλής σε βάρος της εν διαστάσει συζύγου του - δεύτερης ενάγουσας.
Επομένως το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο έκρινε τον πρώτο εναγόμενο υπαίτιο του πιο πάνω συμβάντος, ορθά τις αποδείξεις εκτίμησε και επομένως η υπ' αριθμ. 43/2015 έφεση του πρώτου εναγομένου, με την οποία υποστηρίζει τα αντίθετα, θα πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη και να επιβληθούν σε βάρος του εκκαλούντος, λόγω της ήττας του, τα δικαστικά έξοδα των εφεσίβλητων, του παρόντος βαθμού δικαιοδοσίας.
Θα πρέπει εξάλλου να σημειωθεί ότι η παραδοχή της εκκαλουμένης ότι το ένδικο περιστατικό έλαβε χώρα με πρόθεση του πρώτου εναγομένου δεν πλήττεται με λόγο έφεσης ούτε από τους ενάγοντες, ούτε από τον πρώτο εναγόμενο. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι αμέσως μετά το ανωτέρω περιστατικό η δεύτερη ενάγουσα, μετέβη στο Κέντρο Υγείας Ιτέας, όπου εξετάσθηκε, χωρίς να αναφερθεί από αυτήν οξύ άλγος είτε στον θώρακα, είτε στην κοιλιακή χώρα, όπως προκύπτει από την υπ' αριθμ.
πρωτ. .../15-11-2012 ιατρική βεβαίωση του Διευθυντή του Κέντρου Υγείας Ιτέας, Γ. Σ., διακομίσθηκε δε αυτή στη συνέχεια με ΕΚΑΒ στο Γενικό Νοσοκομείο Άμφισσας, για προληπτικούς λόγους. Με βάση όμως, την από 20/9/2012 ιατρική βεβαίωση - γνωμάτευση του Γ. Κ., Επιμελητή της μαιευτικής - γυναικολογικής κλινικής του Γενικού Νοσοκομείου Άμφισσας, όπου εισήχθη η δεύτερη ενάγουσα αυθημερόν (9/9/2012), διαπιστώθηκε κατόπιν ορθοπαιδικής εξέτασης, κάκωση αυχενικής και οσφυϊκής μοίρας σπονδυλικής στήλης επί εδάφους κύησης 23 εβδομάδων, με έντονη ευαισθησία και στις δύο πλευρές, τοποθετήθηκε σ' αυτήν αυχενικό κολλάρο, τέθηκε σε κλινοστατισμό και λόγω των έντονων πόνων δόθηκαν αναλγητικά φάρμακα.
Εξήλθε δε αυτή στις 12/9/2012 με οδηγίες για φαρμακευτική αγωγή για τον πόνο, λόγω ευαισθησίας στην οσφυϊκή μοίρα και στον κόκκυγα. Από την από 26/11/2012 ιατρική βεβαίωση - γνωμάτευση του ως άνω Επιμελητή της μαιευτικής - γυναικολογικής κλινικής του Γενικού Νοσοκομείου Άμφισσας, προκύπτει ότι η δεύτερη ενάγουσα εμφάνισε κατά τον χρόνο εκείνο (26/11/2012) πρόωρες συσπάσεις μήτρας (επαπειλούμενος πρόωρος τοκετός) συνεπεία των οποίων έπρεπε να παραμείνει κλινήρης για δέκα (10) ημέρες.
Περαιτέρω η δεύτερη ενάγουσα συνεπεία του ως άνω τραυματισμού της και της μετέπειτα ταλαιπωρίας της, ενόψει και του ότι βρισκόταν σε κατάσταση προχωρημένης κύησης, υπέστη ηθική βλάβη. Επομένως, δικαιούται χρηματική ικανοποίηση, την οποία το Δικαστήριο καθορίζει στο ποσό των 7.500 ευρώ, λαμβάνοντας προς τούτο υπόψη του τις συνθήκες προσβολής και την επικινδυνότητα της συμπεριφοράς του πρώτου εναγομένου, το βαθμό του πταίσματος του πρώτου εναγομένου, ο οποίος με πρόθεση συγκρούστηκε με το αυτοκίνητο, που οδηγούσε ο πρώτος ενάγων και στο οποίο επέβαινε η δεύτερη ενάγουσα, την έλλειψη οποιουδήποτε πταίσματος της δεύτερης ενάγουσας, το είδος και την σοβαρότητα του τραυματισμού αυτής, το βαθμό του ψυχικού άλγους και της ταλαιπωρίας της, ενόψει και της κατάστασης προχωρημένης κυήσεως στην οποία αυτή βρίσκονταν, κατά το χρόνο της σύγκρουσης και τέλος την ηλικία και την κοινωνικοοικονομική κατάσταση των μερών.
Επομένως, το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλουμένη απόφαση του, επιδίκασε για την ως άνω αιτία στην δεύτερη ενάγουσα, το ποσό των 5.000 ευρώ, εσφαλμένα εκτίμησε τις αποδείξεις, κατά το βάσιμο περί τούτου, λόγο της υπ' αριθμ. 44/2015 έφεσης". Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο: α) δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ' ουσίαν την από 20-10-2015 έφεση του πρώτου εναγομένου - εκκαλούντος και ήδη αναιρεσείοντος και β) δέχθηκε τυπικά την από 29-10-2015 έφεση των εναγόντων - εκκαλούντων και ήδη αναιρεσίβλητων, απέρριψε αυτή κατ' ουσίαν ως προς τον πρώτο ενάγοντα - εκκαλούντα και ήδη πρώτο αναιρεσίβλητο και δέχθηκε αυτή κατ' ουσίαν ως προς τη δεύτερη ενάγουσα - εκκαλούσα και ήδη δεύτερη αναιρεσίβλητη, κατά το μέρος που ασκείτο κατά του πρώτου εναγομένου - εφεσίβλητου και ήδη αναιρεσείοντος και, αφού εξαφάνισε, ως προς τους διαδίκους αυτούς, την πρωτόδικη εκκαλουμένη υπ' αριθμ. 68/2015 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Άμφισσας [με την οποία είχε γίνει κατά ένα μέρος δεκτή ως τη δεύτερη ενάγουσα και ήδη δεύτερη αναιρεσίβλητη η από 09-09-2013 αγωγή της, περί επιδικάσεως χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ηθικής βλάβης προκληθείσας από την ιστορούμενη αδικοπρακτική συμπεριφορά του πρώτου εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος και της είχε επιδικαστεί για την αιτία αυτή το ποσό των 5.000 ευρώ], δίκασε εκ νέου την ένδικη αγωγή, δέχθηκε εν μέρει αυτή ως κατ' ουσίαν βάσιμη και υποχρέωσε τον αναιρεσείοντα να καταβάλει στη δεύτερη αναιρεσίβλητη το ποσό των 7.500 ευρώ για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, την οποία υπέστη από τον τραυματισμό, που προκλήθηκε σε αυτή από την εκτιθέμενη αδικοπρακτική συμπεριφορά του αναιρεσείοντος.
Ήδη, με τον πρώτο αναιρετικό λόγο, ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., αιτιώμενος την παραβίαση, με εσφαλμένη ερμηνεία και μη εφαρμογή, των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 6 παρ. 2 της ΕΣΔΑ και 14 παρ. 3 του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα, η οποία, όπως υποστηρίζει, συντελέσθηκε με την παραβίαση σε βάρος του, του τεκμηρίου αθωότητάς του.
Ειδικότερα παραπονείται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση τον έκρινε υπαίτιο της ένδικης αδικοπραξίας, τα περιστατικά της οποίας ταυτίζονται πλήρως με το περιεχόμενο των αποδοθέντων σε αυτόν κατωτέρω αναφερομένων ποινικών αδικημάτων, με μόνα αποδεικτικά στοιχεία: α) την από 10/9/2012 προφορική του μήνυση του πρώτου αναιρεσίβλητου ενώπιον του Α.Τ.
Ιτέας, με βάση την οποία ασκήθηκε σε βάρος του ποινική δίωξη για την αξιόποινη πράξη της επικίνδυνης σωματικής βλάβης, β) τη με αριθμό 41/2017 πρωτόδικη απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Άμφισσας, με την οποία κρίθηκε ένοχος για ενδοοικογενειακή επικίνδυνη σωματική βλάβη και γ) τη (μη μνημονευόμενη με αριθμό) από 19 Σεπτεμβρίου του έτους 2017 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Άμφισσας, με την οποία καταδικάστηκε, εξ αφορμής του ιδίου ένδικου συμβάντος, για απόπειρα ενδοοικογενειακής επικίνδυνης σωματικής βλάβης με ενδεχόμενο δόλο, σε βάρος της ανήλικης κόρη αυτού και για την πράξη της ενδοοικογενειακής απειλής σε βάρος της πρώην συζύγου του - δεύτερης αναιρεσίβλητης, η παραβίαση δε αυτή του τεκμηρίου αθωότητάς του, όπως ισχυρίζεται, καθίσταται κατάφωρη, καθόσον, μετά την έκδοση της προσβαλλόμενης αποφάσεως, αθωώθηκε σε δεύτερο βαθμό για τα ανωτέρω ποινικά αδικήματα με τις υπ' αριθμ. 37/18-02-2020 και 38/18-02-2020 αμετάκλητες αποφάσεις του Τριμελούς Εφετείου Λαμίας.
Ο ανωτέρω πρώτος αναιρετικός λόγος παραδεκτά προβάλλεται, αφού τα πραγματικά περιστατικά, που τον στηρίζουν, προτάθηκαν στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο που εξέδωσε την πληττόμενη απόφαση (με σχετικό λόγο έφεσης), γίνεται στο αναιρετήριο επίκληση της υποβολής αυτής και το επικαλούμενο σφάλμα προκύπτει από την ίδια την απόφαση.
Ο λόγος όμως αυτός κρίνεται αβάσιμος. Ειδικότερα, όπως προκύπτει από τις προεκτεθείσες παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως, το Εφετείο, αφού έλαβε υπόψη του τα αναφερόμενα σ' αυτή αποδεικτικά μέσα, κατέληξε, όσον αφορά την αχθείσα ενώπιον του αστική διαφορά, σε καταφατική κρίση για την αδικοπρακτική ευθύνη του αναιρεσείοντος, δεχόμενο ειδικότερα ότι "αποκλειστικά υπαίτιος για το ανωτέρω συμβάν είναι ο πρώτος εναγόμενος, ο οποίος ενεργώντας με πρόθεση, επέπεσε με σφοδρότητα στο μπροστά από αυτόν κινούμενο όχημα, στο οποίο επέβαινε και η δεύτερη ενάγουσα, η οποία τραυματίστηκε γνωρίζοντας το ενδεχόμενο και αποδεχόμενος το τυχόν προκληθησόμενο από αυτόν, αποτέλεσμα του τραυματισμού της" και ακολούθως, μετά την εκφερθείσα αυτή καταφατική κρίση του για το αστικό αδίκημα, έκανε μνεία της ανωτέρω από 10/9/2012 προφορικής μηνύσεως του πρώτου αναιρεσίβλητου ενώπιον του Α.Τ.
Ιτέας, της με αριθμό 41/2017 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Άμφισσας και της από 19 Σεπτεμβρίου του έτους 2017 αποφάσεως του ιδίου Τριμελούς Πλημμελειοδικείου, με τις οποίες ανέφερε ότι ο αναιρεσείων κρίθηκε ένοχος για τα προαναφερόμενα ποινικά αδικήματα. Δηλαδή, το Εφετείο, σύμφωνα με τις ανωτέρω εκτιθέμενες παραδοχές του, αφού ολοκλήρωσε την ουσιαστική του κρίση και διατύπωσε το αποδεικτικό του πόρισμα, δεχόμενο την αποκλειστική ευθύνη του αναιρεσείοντος για την ένδικο συμβάν και τον τραυματισμό της δεύτερης αναιρεσίβλητης, το οποίο στήριξε στο σύνολο των αποδεικτικών μέσων, που αναφέρονται στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη και όχι αποκλειστικά και μόνο στην άνω μήνυση και στις άνω καταδικαστικές αποφάσεις, όπως αβάσιμα υποστηρίζει ο αναιρεσείων, στη συνέχεια, και αφού είχε ήδη προβεί στη σαφή διατύπωση του άνω αποδεικτικού του πορίσματος (με την κρίση του ότι αποκλειστικά υπαίτιος για το ανωτέρω συμβάν και τον τραυματισμό της δεύτερης αναιρεσίβλητης είναι ο αναιρεσείων), κάνει αναφορά στην ως άνω μήνυση και τις ως άνω καταδικαστικές αποφάσεις, που σημειωτέον ότι δεν αποτελούσαν απαράδεκτα αποδεικτικά μέσα, όπως επίσης αβάσιμα υποστηρίζει ο αναιρεσείων, χωρίς να προβεί σε οποιαδήποτε ερμηνεία και σχολιασμό αυτών και χωρίς να αποφανθεί άμεσα ή έμμεσα για την ποινική ενοχή του αναιρεσείοντος, ώστε να ανακύπτει ζήτημα αμφισβητήσεως του τεκμηρίου αθωότητας αυτού.
Ειδικότερα, η αναφορά της προσβαλλόμενης αποφάσεως στην άνω μήνυση και στις άνω καταδικαστικές αποφάσεις, ουδόλως υποδηλώνει ότι το Εφετείο κατέληξε στην ανωτέρω κρίση του για το ερευνώμενο αστικό αδίκημα εξαιτίας της λήψης υπόψη μόνο των άνω ανωτέρω εγγράφων, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται ο αναιρεσείων, καθόσον σύμφωνα με τα προεκτιθέμενα, η αναφορά αυτή είναι εντελώς διηγηματική και σε κάθε περίπτωση πλεοναστική και δεν επιδρά στη διαμόρφωση του διατακτικού της, το οποίο στηρίζεται αυτοτελώς στις λοιπές προηγηθείσες παραδοχές του αιτιολογικού της πληττόμενης αποφάσεως, ενώ από το σύνολο των προεκτεθεισών αιτιολογιών της αποφάσεως αυτής, καθίσταται σαφές ότι το Εφετείο [εκτός του ότι σε καμία περίπτωση δεν δέχθηκε δεδικασμένο από τις άνω ποινικές αποφάσεις], ουδόλως περαιτέρω άντλησε τεκμήριο ενοχής από τα ανωτέρω έγγραφα παραβιάζοντας το τεκμήριο αθωότητας του αναιρεσείοντος, όπως αβάσιμα αυτός υποστηρίζει, καθόσον περιορίστηκε ειδικώς και μόνο εντός των ορίων της αστικής δίκης, χωρίς χαρακτηρισμούς και κρίσεις για τα ποινικά αδικήματα, χωρίς να διαλάβει δηλώσεις καταλογισμού και ποινικής ευθύνης στον αναιρεσείοντα, του οποίου, κατόπιν όλων αυτών, δεν παραβίασε το τεκμήριο αθωότητας.
Επισημαίνεται ότι οι άνω επικαλούμενες από τον αναιρεσείοντα αθωωτικές, για τα άνω ποινικά αδικήματα, αποφάσεις του Τριμελούς Εφετείου Λαμίας, είναι μεταγενέστερες της έκδοσης της προσβαλλόμενης αποφάσεως και ως εκ τούτου, όπως δέχεται και ο αναιρεσείων, δεν μπορούσαν να ληφθούν υπόψη του. Σύμφωνα με τα όλα τα ανωτέρω, το Εφετείο, στην ένδικη περίπτωση, δεν παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 6 παρ. 2 της Ε.Σ.Δ.Α.
και 14 παρ. 3 του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα και συνεπώς ο σχετικός πρώτος αναιρετικός λόγος είναι απορριπτέος, όπως προαναφέρθηκε, ως αβάσιμος.
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ, όποιος ζημιώσει άλλον παρανόμως και υπαιτίως έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει. Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 297, 298, 330 και 932 του ίδιου Κώδικα, προκύπτει, ότι προϋποθέσεις της ευθύνης προς αποζημίωση, ή (και) προς ικανοποίηση της ηθικής βλάβης ή της ψυχικής οδύνης, από αδικοπραξία, είναι:
α) ζημιογόνος συμπεριφορά (πράξη ή παράλειψη), β) παράνομος χαρακτήρας της πράξεως ή παραλείψεως, γ) υπαιτιότητα και δ) πρόσφορος αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ ζημιογόνου συμπεριφοράς και αποτελέσματος (ζημίας). Παράνομη είναι η συμπεριφορά που αντίκειται σε απαγορευτικό ή επιτακτικό κανόνα δικαίου, ο οποίος απονέμει δικαίωμα ή προστατεύει συγκεκριμένο συμφέρον του ζημιωθέντος, μπορεί δε η συμπεριφορά αυτή να συνίσταται σε θετική ενέργεια ή σε παράλειψη ορισμένης ενέργειας.
Υπαιτιότητα είναι ο ψυχικός δεσμός του δράστη προς την αδικοπραξία. Ειδικότερα, στην έννοια της κατά το άρθρο 914 Α.Κ. υπαιτιότητας, περιλαμβάνεται ο δόλος και η αμέλεια του παρανόμως πράξαντος ή παραλείψαντος. Εφόσον δε, γίνεται επίκληση υπαίτιας συμπεριφοράς, με το χαρακτηρισμό είτε του δόλου, είτε της αμέλειας, στον ειδικότερο προσδιορισμό αυτής (της υπαιτιότητας) προβαίνει το δικαστήριο στη συγκεκριμένη περίπτωση από την εκτίμηση των αποδείξεων, χωρίς εντεύθεν να επέρχεται μεταβολή της βάσεως της αγωγής (ΑΠ 1206/2019, ΑΠ 345/2017, ΑΠ 183/2009, ΑΠ 380/2008, ΑΠ 299/2007).
Η έννοια του δόλου, όπως γίνεται δεκτή στο πεδίο του αστικού δικαίου, συμπίπτει με εκείνη του άρθρου 27 παρ. 1 Π.Κ., που ορίζει ότι "Με δόλο (με πρόθεση) πράττει όποιος θέλει την παραγωγή των περιστατικών που κατά το νόμο απαρτίζουν την έννοια κάποιας αξιόποινης πράξεως. Επίσης όποιος γνωρίζει ότι από την πράξη του ενδέχεται να παραχθούν αυτά τα περιστατικά και το αποδέχεται".
Η τελευταία αυτή διάταξη διακρίνει το δόλο σε άμεσο και ενδεχόμενο (ΑΠ 69/2013).
Συνεπώς, κατά την έννοια της ως άνω διατάξεως του άρθρου 914 Α.Κ., ερμηνευόμενης ενόψει και του άρθρου 27 του Ποινικού Κώδικα, δόλος συντρέχει όχι μόνο όταν ο δράστης επιδιώκει την πρόκληση ζημίας σε άλλον, αλλά και όταν, χωρίς να την αποσκοπεί, προβλέπει και αποδέχεται την επέλευση της ζημίας αυτής, είτε ως αναγκαία, είτε ως ενδεχόμενη συνέπεια της παράνομης συμπεριφοράς του (ΑΠ 1206/2019, ΑΠ 183/2009, ΑΠ 299/2007).
Αμέλεια υπάρχει, κατά την έννοια του άρθρου 330 Α.Κ., όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια, που απαιτείται στις συναλλαγές, αυτή δηλαδή που πρέπει να καταβάλλεται κατά τη συναλλακτική πίστη από το δράστη στον κύκλο της αρμοδιότητάς του, είτε υπάρχει προς τούτο σαφές νομικό καθήκον, είτε όχι, αρκεί να συμπεριφέρθηκε κατά τρόπο αντίθετο από εκείνον, που επιβάλλεται από τις περιστάσεις Εξάλλου, αιτιώδης συνάφεια υπάρχει όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνόμενου προσώπου, ήταν, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ικανή και μπορούσε αντικειμενικά να επιφέρει κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων το επιζήμιο αποτέλεσμα (ΑΠ 12/2020, ΑΠ 548/2020, ΑΠ 88/2019, ΑΠ 270/2018).
Οι έννοιες της υπαιτιότητας και της συνυπαιτιότητας είναι νομικές και, επομένως, η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ως προς τη συνδρομή ή όχι υπαιτιότητας του ζημιώσαντος ή οικείου πταίσματος του ζημιωθέντος κατά την επέλευση της ζημίας, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου κατά τις διατάξεις του άρθρου 559 αριθμ. 1 και 19 Κ.Πολ.Δ.
για ευθεία και εκ πλαγίου παράβαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου, καθώς και για παραβίαση διδαγμάτων κοινής πείρας (ΑΠ 1060/2017, ΑΠ 1309/2017, ΑΠ 1591/2014, ΑΠ 76/2014, ΑΠ 2181/ 2013), αφενός ως προς το αν τα πραγματικά περιστατικά που το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ανελέγκτως ως αποδειχθέντα, συγκροτούν αντικειμενικά την έννοια του πταίσματος, αφετέρου ως προς την ορθή υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας, κατά πόσο δηλαδή τα περιστατικά αυτά του πταίσματος επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί, αντικειμενικά, ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη αιτία του ζημιογόνου αποτελέσματος (ΑΠ 184/2021, ΑΠ 12/2020, ΑΠ 210/2013).
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 19 Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, η οποία ορίζει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (Ολ.
ΑΠ 1/2020, Ολ. ΑΠ 2/2019, Ολ. ΑΠ 8/2018, Ολ. ΑΠ 1/1999). Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες (ΑΠ 85/2020, ΑΠ 38/2020).
Συνεπώς, κατά την έννοια του αναιρετικού αυτού λόγου η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υπάρχει, επομένως, εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι, να μην μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε (ΑΠ 78/2020, ΑΠ 59/2020).
Ειδικότερα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που, είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση, της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή του ή όταν η απόφαση έχει ελλείψεις, όσον αφορά το νομικό χαρακτηρισμό των κρίσιμων περιστατικών που έγιναν δεκτά (Ολ.
ΑΠ 15/2006, ΑΠ 78/2020, 38/2020, ΑΠ 638/2019, ΑΠ 98/2017). Δεν υπάρχει ανεπάρκεια αιτιολογίας, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτική, αλλά πλήρη αιτιολογία, αφού μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΑΠ 307/2020, ΑΠ 414/2019). Επίσης δεν ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθμός 19 Κ.Πολ.Δ., αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα, των διαδίκων, που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (ΑΠ 1112/2020, ΑΠ 797/2020, ΑΠ 882/2019, ΑΠ 565/2018, ΑΠ 813/2017).
Εξάλλου, για να είναι ορισμένος ο λόγος αναιρέσεως με τον οποίο αποδίδεται η πλημμέλεια ότι η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση (αριθμός 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ.) εξαιτίας ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο, πλην άλλων, και σε τι συνίσταται η έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης και, ειδικότερα, όταν προβάλλεται αιτίαση για ανεπαρκείς αιτιολογίες της, πρέπει να προσδιορίζονται στο αναιρετήριο ποια επί πλέον περιστατικά έπρεπε να αναφέρονται στην απόφαση, ώστε να είναι επαρκής η αιτιολογία της, χωρίς να αρκούν γενικές εκφράσεις για "ανεπάρκεια" και "έλλειψη αιτιολογιών" (Ολ.
ΑΠ 20/2005, Ολ. ΑΠ 32/1996, ΑΠ 510/2021, ΑΠ 182/2021, ΑΠ 342/2021, ΑΠ 550/2017). Με το δεύτερο λόγο της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως, ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια, από το άρθρο 559 αριθμός 19 Κ.Πολ.Δ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο, παραβίασε εκ πλαγίου τους ουσιαστικούς κανόνες δικαίου διατάξεις των άρθρων 914, 932 του Α.Κ., καθόσον διέλαβε ανεπαρκή αιτιολογία ως προς το ζήτημα της υπαιτιότητας εκ μέρους του στην επέλευση του ένδικου συμβάντος.
Ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι απορριπτέος προεχόντως ως απαράδεκτος λόγω αοριστίας, καθόσον δεν εκτίθεται στο αναιρετήριο, όπως απαιτείται, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στην προηγηθείσα νομική σκέψη, ποια επιπλέον περιστατικά έπρεπε να αναφέρονται στην προσβαλλόμενη απόφαση, ώστε να είναι επαρκής η αιτιολογία της, αναφορικά με το στοιχείο της υπαιτιότητας του αναιρεσείοντος.
Σε κάθε περίπτωση ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, καθόσον το Εφετείο, με το να οδηγηθεί στην προαναφερθείσα κρίση του και ειδικότερα δεχόμενο, όσον αφορά το ζήτημα της υπαιτιότητας του αναιρεσείοντος στην πρόκληση του ένδικου συμβάντος, ότι "αποκλειστικά υπαίτιος για το ανωτέρω συμβάν είναι ο πρώτος εναγόμενος, ο οποίος ενεργώντας με πρόθεση, επέπεσε με σφοδρότητα στο μπροστά από αυτόν κινούμενο όχημα, στο οποίο επέβαινε και η δεύτερη ενάγουσα, η οποία τραυματίστηκε, γνωρίζοντας το ενδεχόμενο και αποδεχόμενος το τυχόν προκληθησόμενο από αυτόν, αποτέλεσμα του τραυματισμού της", δεν παραβίασε εκ πλαγίου τις ανωτέρω διατάξεις ουσιαστικού δικαίου του Α.Κ., τις οποίες ερμήνευσε και εφάρμοσε ορθώς, ενώ διέλαβε στην πληττόμενη απόφασή του αιτιολογίες επαρκείς, σαφείς, χωρίς αντιφάσεις, λογικά κενά ή ενδοιαστικές κρίσεις, οι αιτιολογίες δε αυτές επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή ερμηνεία και εφαρμογή των άνω διατάξεων που εφαρμόστηκαν, ενώ δεν ήταν αναγκαία η παράθεση και άλλων αιτιολογιών και συνεπώς, η προσβαλλομένη απόφαση δεν στερείται νόμιμης βάσης.
Ειδικότερα, το Εφετείο, ως προς το κρίσιμο αυτό ζήτημα της υπαιτιότητας του αναιρεσείοντος στην πρόκληση του ένδικου συμβάντος επί του οποίου θεμελιώθηκε η ευθύνη του για την καταβολή χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ηθικής βλάβης στη δεύτερη αναιρεσίβλητη, διέλαβε σαφείς και επαρκείς αιτιολογίες, καθόσον:
α) αναφέρει το είδος της υπαιτιότητας του αναιρεσείοντος συνιστάμενο σε ενδεχόμενο δόλο αυτού, αναφορικά με τον προκλήθεντα τραυματισμό της δεύτερης αναιρεσίβλητης, δεδομένου ότι ανελέγκτως δέχθηκε ότι από την εκτιθέμενη συμπεριφορά του (να επιπέσει δηλαδή από πρόθεση με σφοδρότητα στο μπροστά από αυτόν κινούμενο όχημα, στο οποίο επέβαινε η δεύτερη ενάγουσα), γνώριζε το ενδεχόμενο αποτέλεσμα της πρόκλησης του τραυματισμού αυτής και το αποδέχθηκε, ήτοι προσδιόρισε με σαφήνεια και επάρκεια το είδος του δόλου του και δη ως ενδεχόμενου, ο οποίος εμπίπτει στην έννοια του δόλου, που απαιτεί, όπως αναφέρθηκε στην προηγουμένη νομική σκέψη, η διάταξη του άρθρου 914 του Α.Κ., ερμηνευόμενη σύμφωνα και με εκείνη του άρθρου 27 του Π.Κ.
και β) προσδιορίζει το βαθμό της υπαιτιότητας του αναιρεσείοντος, δεχόμενο σαφώς ότι αυτός ήταν "αποκλειστικά υπαίτιος" για την πρόκληση του τραυματισμού της δεύτερης αναιρεσίβλητης, μη δεχόμενο κατ' ακολουθίαν την ύπαρξη οποιασδήποτε μορφής πταίσματος από πλευράς της δεύτερης αναιρεσίβλητης - παθούσας και του πρώτου αναιρεσίβλητου, ο οποίος οδηγούσε το αυτοκίνητο στο οποίο αυτή επέβαινε.
Εξάλλου, δεν καθίστανται ανεπαρκείς οι ανωτέρω αιτιολογίες της προσβαλλόμενης αποφάσεως, ως προς το εν λόγω ζήτημα της υπαιτιότητας του αναιρεσείοντος στην πρόκληση του ένδικου συμβάντος, επειδή στην ένδικη αγωγή των αναιρεσίβλητων γίνεται αναφορά ότι το συμβάν αυτό προκλήθηκε "από εγκληματική αμέλεια του εναγομένου (ήτοι του αναιρεσείοντος) και από έλλειψη της προσοχής του, την οποία μπορούσε να καταβάλει...", καθόσον, σύμφωνα και με τα αναφερθέντα στην προηγηθείσα νομική σκέψη, εφόσον στην ένδικη αγωγή γίνεται επίκληση υπαίτιας συμπεριφοράς του αναιρεσείοντος, στον ειδικότερο προσδιορισμό αυτής, προβαίνει το δικαστήριο από την εκτίμηση των αποδείξεων, χωρίς εντεύθεν να επέρχεται μεταβολή της βάσεως της αγωγής και στην ένδικη περίπτωση το Εφετείο, προσδιόρισε ανελέγκτως από την εκτίμηση των αποδείξεων το κρίσιμο ζήτημα της υπαιτιότητας του αναιρεσείοντος, με σαφείς και επαρκείς, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, αιτιολογίες κατά το είδος (ενδεχόμενος δόλος) και το βαθμό αυτής ("αποκλειστικά υπαίτιος"), χωρίς να στερήσει νόμιμης βάσης την πληττόμενη απόφασή του και ως εκ τούτου δεν υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθμός 19 Κ.Πολ.Δ.
Περαιτέρω, ο λόγος αναιρέσεως από τον αριθμό 8 εδάφιο β' του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. [που στόχο έχει τη διασφάλιση του συζητητικού συστήματος (άρθρο 106 Κ.Πολ.Δικ.), αλλά και της αρχής της ακροάσεως των διαδίκων (άρθρο 110 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.)], ιδρύεται όταν το δικαστήριο, παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, "πράγματα" είναι οι πραγματικοί ισχυρισμοί, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, παρακώλυση ή κατάλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, το οποίο ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό μέσο (βάση αγωγής, ανταγωγής), είτε ως αμυντικό μέσο (ένσταση, αντένσταση) και, συνακόλουθα, στηρίζουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης, αντένστασης ή λόγου έφεσης.
Δεν αποτελούν "πράγματα" οι αρνητικοί ισχυρισμοί, που συνέχονται με την ιστορική βάση της αγωγής, ένστασης ή αντένστασης και αποτελούν αιτιολογημένη άρνηση καθεμιάς εξ αυτών, αφού οι τελευταίοι αποκρούονται με την παραδοχή ως βάσιμων των θεμελιωτικών τους γεγονότων (Ολ. ΑΠ 469/1984, ΑΠ 1093/2020, ΑΠ 141/2017), ή οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου από την εκτίμηση των αποδείξεων, και προβάλλονται προς υποστήριξη των απόψεων των διαδίκων, ούτε οι νομικοί ισχυρισμοί και η νομική επιχειρηματολογία του διαδίκου ή τα πορίσματα των αποδείξεων, τα οποία το δικαστήριο εκτιμά ανελέγκτως, έστω και αν αποτελούν περιεχόμενο λόγου έφεσης, ούτε οι απαράδεκτοι ή αβάσιμοι ισχυρισμοί (Ολ.
ΑΠ 3/1997, ΑΠ 231/2021, ΑΠ 1093/2020, ΑΠ 11/2017). Ειδικότερα, "πράγμα" αποτελεί, όπως προεκτέθηκε, και ο λόγος εφέσεως, με τον οποίο εκφέρεται παράπονο σχετικό με αυτοτελή ισχυρισμό και όχι με ισχυρισμό αρνητικό της αγωγής, δηλαδή για την ίδρυση του λόγου αυτού πρέπει να αγνοήθηκαν λόγοι έφεσης, που αφορούν αυτοτελείς ισχυρισμούς (ΑΠ 869/2017, ΑΠ 1207/2017, ΑΠ 1126/2013, ΑΠ 88/2011).
Ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται, αν το δικαστήριο που δίκασε έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό και τον απέρριψε ρητά για οποιονδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (Ολομ. ΑΠ 25/2003, ΑΠ 98/2020, ΑΠ 172/2020, ΑΠ 250/2014, ΑΠ 1418/2013), ή όταν το δικαστήριο αντιμετωπίζει και απορρίπτει εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό, γεγονός που συμβαίνει και όταν η απόφαση περιέχει παραδοχές αντίθετες με τον ισχυρισμό (Ολομ.
ΑΠ 11/1996, ΑΠ 98/2020, ΑΠ 7/2020, ΑΠ 1150/2011, ΑΠ 421 - 425/2009), ή στην περίπτωση που το δικαστήριο τον απέρριψε ακόμη και σιωπηρώς, όταν είναι φανερό ότι όντως τον απέρριψε (ΑΠ 98/2020, ΑΠ 7/2020, ΑΠ 74/2019, ΑΠ 656/2016). Περαιτέρω, επί αγωγής αποζημιώσεως ή (και) και χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ηθικής βλάβης, που στηρίζεται σε αδικοπραξία του εναγομένου κατά το άρθρο 914 Α.Κ., ο ισχυρισμός του τελευταίου, ότι αποκλειστικά υπαίτιος, άλλως συνυπαίτιος της ζημίας του ενάγοντος - παθόντος είναι τρίτος, συνιστά αρνητικό της αγωγής ισχυρισμό (ΑΠ 54/2020, ΑΠ 1105/2017).
Αντίθετα, ο ισχυρισμός του εναγομένου ότι στην επέλευση της ζημίας συνετέλεσε και πταίσμα του ενάγοντος - παθόντος, συνιστά ένσταση, από το άρθρο 300 Α.Κ., καταλυτική εν όλω ή εν μέρει της αγωγής, ο ισχυρισμός δε αυτός δεν μπορεί, να θεωρηθεί ότι περιέχεται στον ισχυρισμό περί αποκλειστικής υπαιτιότητας του ενάγοντος - παθόντος και γι' αυτό το λόγο πρέπει να προτείνεται από τον εναγόμενο με πληρότητα και με σχετικό αίτημα, δεν μπορεί δε να ληφθεί υπόψη αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο (Ολ.ΑΠ 1115/1986).
Με τον τρίτο αναιρετικό λόγο ο αναιρεσείων προβάλλει την αιτίαση ότι το Εφετείο υπέπεσε στην από το άρθρο 559 αριθμός 8 εδάφιο β' Κ.Πολ.Δ., προβλεπόμενη πλημμέλεια, επειδή, όπως ισχυρίζεται, δεν έλαβε υπόψη πράγματα, που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και ειδικότερα δεν έλαβε υπόψη του το σχετικό λόγο της εφέσεώς του, με τον οποίο ισχυρίστηκε ότι αποκλειστικά υπαίτιος, άλλως συνυπαίτιος για το ένδικο συμβάν είναι ο πρώτος αναιρεσίβλητος, ο οποίος οδηγούσε το αυτοκίνητο στο οποίο επέβαινε η δεύτερη αναιρεσίβλητη - παθούσα.
Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, καθόσον, ο επικαλούμενος από τον αναιρεσείοντα, ως μη ληφθείς υπόψη από το Εφετείο, λόγος εφέσεώς του, που περιείχε τον ισχυρισμό περί αποκλειστικής υπαιτιότητας, άλλως συνυπαιτιότητας του πρώτου αναιρεσίβλητου στην πρόκληση του ένδικου συμβάντος και του συνεπεία αυτού τραυματισμού της δεύτερης αναιρεσίβλητης - παθούσας, δεν συνιστά "πράγμα", κατά την προεκτεθείσα έννοια της διατάξεως του άρθρου 559 αριθμός 8 Κ.Πολ.Δ., έστω και εάν, προτάθηκε με λόγο εφέσεως, καθόσον ο ισχυρισμός αυτός, ήτοι, ότι αποκλειστικά υπαίτιος, άλλως συνυπαίτιος του τραυματισμού της ενάγουσας - παθούσας είναι ο πρώτος αναιρεσίβλητος, δηλαδή όχι η ίδια η ενάγουσα - παθούσα - δεύτερη αναιρεσίβλητη (οπότε ο ισχυρισμός περί συνυπαιτιότητάς της θα συνιστούσε αυτοτελή ισχυρισμό - ένσταση), αλλά τρίτο πρόσωπο και δη ο πρώτος αναιρεσίβλητος, αποτελεί, σύμφωνα και με τα αναφερόμενα στην προηγούμενη νομική σκέψη, όχι αυτοτελή, αλλά αρνητικό της αγωγής ισχυρισμό, οπότε δεν θεμελιώνεται η εκ του άρθρου 559 αριθμός 8 εδάφιο β' Κ.Πολ.Δ., πλημμέλεια που επικαλείται ο αναιρεσείων.
Σε κάθε περίπτωση, ο κρινόμενος λόγος, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, καθόσον, από το συνολικό προεκτιθέμενο περιεχόμενο της προσβαλλόμενης αποφάσεως, προκύπτει ότι το Εφετείο, παρά την αναφορά ότι "Θα πρέπει εξάλλου να σημειωθεί ότι η παραδοχή της εκκαλουμένης ότι το ένδικο περιστατικό έλαβε χώρα με πρόθεση του πρώτου εναγομένου δεν πλήττεται με λόγο έφεσης ούτε από τους ενάγοντες, ούτε από τον πρώτο εναγόμενο", έλαβε υπόψη τον ανωτέρω ισχυρισμό του αναιρεσείοντος και τον απέρριψε εκ των πραγμάτων, διαλαμβάνοντας τις προεκτεθείσες παραδοχές του, που είναι σαφώς αντίθετες με τον προαναφερόμενο ισχυρισμό του.
Κατόπιν όλων αυτών, εφόσον δεν υπάρχει άλλος αναιρετικός λόγος προς έρευνα, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της. Επίσης, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου, που έχει καταθέσει ο αναιρεσείων για την άσκηση της αναιρέσεως, στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ., όπως ισχύει και εφαρμόζεται στην παρούσα υπόθεση μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015, που ισχύει, κατ' άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 2 αυτού, για τα κατατιθέμενα, από 1-1-2016, ένδικα μέσα). Τέλος, πρέπει να καταδικασθεί ο αναιρεσείων, ως ηττωμένος διάδικος, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της δεύτερης αναιρεσίβλητης, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα της τελευταίας, η οποίο παραστάθηκε με την πληρεξούσια δικηγόρο της και κατέθεσε προτάσεις (άρθρα 176, 183, 189 παρ. 1, 191 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό, ενώ όσον αφορά τον απολειπόμενο πρώτο αναιρεσίβλητο δεν επιδικάζονται δικαστικά έξοδα.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ -
Απορρίπτει την από 25-05-2020 (με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 7/28-05-2020) αίτηση για την αναίρεση της υπ' αριθμ. 73/2018 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Λαμίας -Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο. -
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της δεύτερης αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 4 Φεβρουαρίου 2022.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 19 Απριλίου 2022.
H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ