Legislator Case Law & Legislation
660/2020 AI generated

Supreme Court allows appeal against liability for pollution, remanding case due to insufficient proof of negligence.

Case Number 660/2020
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court allowed the appeal against the Third Instance Court's judgment holding the appellants liable for pollution. The appellants argued that mere presence of their vessel in the marina did not create a duty to place guards, as no specific law or general duty of care required such measures. The court agreed that the lower court erred in finding negligence based solely on the vessel's presence without an extraordinary event, thus remanding the case for further examination.

Legislator headnote

AI generated

Articles 297, 298, 330 of the Civil Code; Articles 11 and 12 of Law 743/1977; General Regulations on Tourist Port Operation; Fire Protection Regulation 10/2002: Mere presence of a pleasure vessel in a tourist marina does not automatically create a legal obligation to place guards to prevent pollution unless a specific law or general duty of care imposes such a requirement.

Keywords

AI generated
marina pollution liability negligence standard duty of care fire safety regulations remand for retrial environmental tort general duty of care

Cited Legislation

AI generated
Articles 297, 298, 330 of the Civil Code
Articles 11 and 12 of Law 743/1977
General Regulations on Tourist Port Operation
Fire Protection Regulation 10/2002
Articles 176 and 183 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 660 / 2020 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 660/2020

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αβροκόμη Θούα, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, Μιλτιάδη Χατζηγεωργίου - Εισηγητή, Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Κωνσταντίνα Μαυρικοπούλου και Αικατερίνη Κρυσταλλίδου - Μωρέση, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 23 Σεπτεμβρίου 2019, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειουσών: 1) εταιρείας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "... Ε.Π.Ε.", που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα και 2) Θ. Β. του Φ., κατοίκου .... Εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ευάγγελο Γκιουγκή. Της αναιρεσίβλητης: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "... Α.Ε.", η οποία εδρεύει στον ... και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γρηγόριο Τιμαγένη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 1-10-2012 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Πειραιώς.

Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5186/2014 του ίδιου Δικαστηρίου και 716/2017 του Εφετείου Πειραιώς. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείουσες με την από 23-7-2018 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειουσών ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1. Με την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία υπ' αριθμ. 716/2017 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πειραιώς, κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής, κατ' επιτρεπτή, κατά το άρθρο 561 § 2 ΚΠολΔ, εκτίμηση των διαδικαστικών εγγράφων.

Ειδικότερα, η αναιρεσίβλητη (ενάγουσα), η οποία τυγχάνει ανώνυμη εταιρεία, με την από 1-10-2012 αγωγή της ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, την οποία απηύθυνε μεταξύ άλλων και κατά των ήδη αναιρεσειουσών (εναγομένων), εξέθεσε ότι, την 27η Ιανουαρίου 2012 και περί ώρα 03:30 π.μ., εκδηλώθηκε πυρκαγιά στα πλοία της πρώτης έως και έβδομης των εναγομένων πλοιοκτητριών εταιρειών, που ήταν πρυμνοδετημένα στην προβλήτα Β' του τουριστικού λιμένα (μαρίνας) ...

και είχαν ασφαλιστεί για αστική ευθύνη, συμπεριλαμβανομένου του κινδύνου θαλάσσιας ρύπανσης, στις όγδοη έως και δωδέκατη εναγόμενες ασφαλιστικές εταιρείες. Ότι, λόγω της σφοδρότητας και της εκτάσεως της πυρκαγιάς, για την οποία, κατά τους αγωγικούς ισχυρισμούς, ευθύνονται εξαιτίας υπαιτίων παραλείψεων των νομίμων εκπροσώπων των ως άνω πλοιοκτητριών εταιρειών [συνισταμένων σε πλημμελή συντήρηση, μη τήρηση των κανόνων πυρασφαλείας και φύλαξης των πλοίων], οι δέκατος τρίτος έως και εικοστός των εναγομένων, προκλήθηκε ρύπανση στην ευρύτερη θαλάσσια περιοχή των λιμενικών εγκαταστάσεων της μαρίνας ..., που επεκτάθηκε σε έκταση περίπου 24.000 τ.μ.

Ότι η εταιρεία με την επωνυμία "Εταιρεία Ακινήτων Δημοσίου Ανώνυμη Εταιρεία" (ΕΤ.Α.Δ. Α.Ε.), η οποία έχει τη διαχείριση και εκμετάλλευση της μαρίνας ..., ανέθεσε στην ενάγουσα την εκτέλεση εργασιών για την προστασία του θαλασσίου περιβάλλοντος και τον περιορισμό και αντιμετώπιση της ως άνω προκληθείσης ρυπάνσεως, εκείνη δε ανέλαβε, με έγγραφη συμφωνία, την υποχρέωση να της καταβάλει το ποσό των 218.000,00 ευρώ, προς μερική κάλυψη των δαπανών της για απορρύπανση.

Ότι, σε εκτέλεση του έργου αυτού, απέστειλε αυθημερόν στη ... προσωπικό, μηχανήματα, σκάφη και υλικά, και ότι άρχισε να παρέχει αμέσως τις υπηρεσίες της υπό τη διαρκή εποπτεία, τον έλεγχο και τις οδηγίες της αρμόδιας Λιμενικής Αρχής, έως τις 14.2.2012, οπότε περατώθηκαν επιτυχώς οι εργασίες απορρύπανσης. Με βάση το πραγματικό αυτό, ζήτησε η ενάγουσα κατά τις περί αδικοπραξιών διατάξεις, άλλως κατ' άρθρο 12 παρ. 1(α) του Ν. 743/77 "περί προστασίας του θαλασσίου περιβάλλοντος και ρυθμίσεως συναφών θεμάτων", όπως αυτό κωδικοποιήθηκε δια του Π.Δ. 55/1998, να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι, (πλην της όγδοης εξ αυτών ως προς την οποία παραιτήθηκε του δικογράφου της αγωγής), να της καταβάλουν, ως ευθυνόμενοι εις ολόκληρον, για δαπάνες (αμοιβή και έξοδα) απορρύπανσης της μαρίνας ..., μετά από αφαίρεση του ήδη ως άνω ληφθέντος ποσού των 218.000,00 ευρώ, το ποσό των 644.350,00 ευρώ, με τους νόμιμους τόκους από την επομένη της ημερομηνίας παραδόσεως του έργου, άλλως από την επίδοση της αγωγής, καθώς και να απαγγελθεί εις βάρος των εκ των εναγομένων φυσικών προσώπων προσωπική κράτηση ως μέσο αναγκαστικής εκτελέσεως της αποφάσεως.

Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 5186/2014 απόφαση του ως άνω Πρωτοδικείου, με την οποία: α) θεωρήθηκε ως μη ασκηθείσα η αγωγή ως προς την όγδοη εναγομένη, ως προς την οποία έλαβε χώρα η ως άνω παραίτηση της ενάγουσας από το δικόγραφο της αγωγής, β) απορρίφθηκε ως απαράδεκτη κατά το μέρος που αυτή στρέφεται κατά των εναγομένων ασφαλιστικών εταιριών, γ) απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ως προς την ερειδόμενη επί του άρθρου 914 ΑΚ κυρία βάση της, δ) κρίθηκε ορισμένη και νόμιμη, ως προς τους λοιπούς εκ των εναγομένων, ως στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 330, 346 και 481 ΑΚ και 12 παρ. 1 (α) του Ν. 743/77, και, τέλος, ε) έγινε δεκτή κατ' ουσίαν για το ποσό των 644.350,00 ευρώ ως προς τον ερήμην δικασθέντα Μ.

Τ., ενώ απορρίφθηκε ως ουσιαστικά αβάσιμη ως προς την επικουρική επί του άρθρου 12 παρ. 1 και 1 (α) του ν. 743/77 βάση της ως προς τους λοιπούς εκ των εναγομένων. Κατά της αποφάσεως αυτής η εν μέρει ηττηθείσα ενάγουσα άσκησε έφεση, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση του Εφετείου Πειραιώς, με την οποία, ως προς το ενδιαφέρον την αναιρετική διαδικασία μέρος της, έγινε δεκτή η έφεση κατ' ουσίαν ως προς τις επτά πλοιοκτήτριες εταιρείες και τους αντίστοιχους νόμιμους εκπροσώπους τους, εξαφανίστηκε η εκκαλουμένη ως προς αυτούς και εν συνεχεία (επί της ουσίας) έγινε δεκτή η αγωγή και υποχρεώθηκαν αυτά τα πρόσωπα να καταβάλουν εις ολόκληρον στην αναιρεσίβλητη το ποσό των 644.350 €.

Κατά της τελευταίας αυτής αποφάσεως εναντιώνονται οι ηττηθέντες εφεσίβλητοι "... ΕΠΕ" και Θ. Β. και ζητούν την αναίρεσή της με τους λόγους που προβάλλουν, οι οποίοι και ερευνώνται στη συνέχεια.

2.Σύμφωνα με το άρθρο 29 παρ. 1 του ν. 2160/1993 "Ρυθμίσεις για τον Τουρισμό και άλλες διατάξεις", τουριστικοί λιμένες σκαφών αναψυχής (μαρίνες) είναι οι χερσαίοι και θαλάσσιοι χώροι που προορίζονται, κατά κύριο λόγο, για την εξυπηρέτηση σκαφών αναψυχής, είτε για αγκυροβόλημα είτε για μακροχρόνια ή παροδική χερσαία εναπόθεση είτε για εξυπηρέτηση των διερχομένων σκαφών.

Το φυσικό ή νομικό πρόσωπο δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου, το οποίο έχει αναλάβει με σύμβαση μετά του Δημοσίου ή μετά της εταιρείας "Ελληνικά Τουριστικά Ακίνητα Ανώνυμη Εταιρία" ή εκ του νόμου, την κατασκευή, λειτουργία και εκμετάλλευση τουριστικού λιμένα σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. 2160/1993, αποτελεί τον "φορέα διαχείρισης" του λιμένα (άρθρο 29 παρ. 3).

Με το άρθρο 38 παρ. 3 του ν. 3105/2003 προστέθηκε στον ως άνω ν. 2160/1993 άρθρο 31α, με το οποίο ορίζονται τα εξής: "1. Με κοινή απόφαση των Υπουργών Ανάπτυξης και Εμπορικής Ναυτιλίας, θεσπίζεται Γενικός Κανονισμός Λειτουργίας Τουριστικών Λιμένων. Ο Κανονισμός έχει εφαρμογή σε όλους τους τουριστικούς λιμένες, στις ζώνες αγκυροβολίου, στα καταφύγια τουριστικών σκαφών και στους λιμένες ξενοδοχειακών μονάδων ανεξάρτητα από το φορέα διαχείρισης αυτών (δημόσιο ή ιδιωτικό) και από το χρόνο έναρξης λειτουργίας τους. 2.

Με το Γενικό Κανονισμό Λειτουργίας Τουριστικών Λιμένων ρυθμίζονται θέματα λειτουργίας και ασφάλειας των λιμένων αυτών όπως: α. Τα μέτρα ασφαλείας και προστασίας από πυρκαγιά, ρύπανση και κάθε είδους κίνδυνο εντός της ζώνης του λιμένα. β. Η προστασία περιβάλλοντος, καθαριότητα και ευταξία του λιμένα.

γ. Οι πέραν της καταβολής της αξίας των τιμολογίων υποχρεώσεις και ευθύνες των ιδιοκτητών των ελλιμενιζομένων σκαφών και όσων κάνουν χρήση των εξυπηρετήσεων του τουριστικού λιμένα. δ. Ο είσπλους και έκπλους των σκαφών, η αγκυροβολία, πρυμνοδέτηση ή πλαγιοδέτηση αυτών, καθώς και η κατάληψη θέσης και η παραμονή αυτών στον τουριστικό λιμένα.

ε...ζ.. Κάθε άλλο θέμα σχετικό με την ασφάλεια, προστασία και την εύρυθμη λειτουργία των τουριστικών λιμένων... 8 (που προστέθηκε με την παρ. 2 του άρθρου 5 του ν. 3270/2004).... Οι Ειδικοί Κανονισμοί Λειτουργίας των τουριστικών λιμένων που ανήκουν κατά διοίκηση και διαχείριση στην Εταιρεία Τουριστικής Ανάπτυξης (ΕΤΑ ΑΕ), καταρτίζονται από το διοικητικό συμβούλιο του εκάστοτε, σύμφωνα με την παρ. 3 του άρθρου 29 του ν. 2160/1993, φορέα διαχείρισης και εγκρίνονται με απόφαση του Υπουργού Τουριστικής Ανάπτυξης που δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως".

Με την απόφαση Τ/9803/5.9.2003 του Υφυπουργού Ανάπτυξης και του Υπουργού Εμπορικής Ναυτιλίας (Β' 1323) εγκρίθηκε, κατ' επίκληση του άρθρου 31α του ν. 2160/1993, ο Γενικός Κανονισμός Λειτουργίας Τουριστικών Λιμένων, ο οποίος ισχύει και εφαρμόζεται, σύμφωνα με το άρθρο 1 παρ. 1 αυτού, "στη χερσαία και θαλάσσια ζώνη όλων των τουριστικών λιμένων ανεξάρτητα από το φορέα διαχείρισης αυτών (δημόσιο ή ιδιωτικό)".

Στο άρθρο 3 του Κανονισμού, το οποίο αναφέρεται στα μέτρα ασφάλειας και πυροπροστασίας, διαλαμβάνονται, στην παράγραφο 1, τα εξής: "Οι φορείς διαχείρισης των τουριστικών λιμένων οφείλουν να λαμβάνουν όλα τα αναγκαία μέτρα φύλαξης και προστασίας των σκαφών και να διαθέτουν πλήρες και εφαρμόσιμο σχέδιο λήψης μέτρων για την πρόληψη και προστασία των εγκαταστάσεων του τουριστικού λιμένα, των ατόμων, των σκαφών και των οχημάτων που βρίσκονται στη ζώνη αυτού από έκτακτα περιστατικά, όπως έκρηξη, πυρκαγιά, ακραία καιρικά φαινόμενα κ.λπ.

γνωστοποιώντας το στο προσωπικό και τους χρήστες", και στην παράγραφο 2: "Ειδικότερα, οι φορείς διαχείρισης των τουριστικών λιμένων οφείλουν να λαμβάνουν όλα τα προληπτικά και κατασταλτικά μέτρα και μέσα πυροπροστασίας που προβλέπονται στην αριθμ. 10/2002 Πυροσβεστική Διάταξη όπως εκάστοτε ισχύει, καθώς και στις κείμενες διατάξεις, για την πρόληψη και αποτροπή πυρκαϊών και ατυχημάτων καθώς και τη διάσωση ατόμων και υλικών αγαθών που βρίσκονται και διακινούνται στη χερσαία και θαλάσσια ζώνη τους.

Οι φορείς διαχείρισης έχουν την ευθύνη συντήρησης και καλής λειτουργίας όλων των συστημάτων και μέσων πυροπροστασίας του τουριστικού λιμένα". Τέλος, με το άρθρο 4 του ανωτέρω Κανονισμού, που αφορά την προστασία του περιβάλλοντος, ορίζεται στην παράγραφο 1 ότι "Οι φορείς διαχείρισης των τουριστικών λιμένων, τα ελλιμενιζόμενα σκάφη και όποιος χρησιμοποιεί τις εγκαταστάσεις της θαλάσσιας και χερσαίας ζώνης του τουριστικού λιμένα οφείλουν να τηρούν τα προβλεπόμενα από την κείμενη νομοθεσία μέτρα προστασίας του περιβάλλοντος και ιδιαίτερα να μεριμνούν για την αποφυγή ρύπανσης της θάλασσας και των ακτών από πετρέλαιο, πετρελαιοειδή μείγματα, επιβλαβείς ουσίες ή μείγματα αυτών και πάσης φύσεως απόβλητα, λύματα και απορρίμματα".

Από τις ανωτέρω διατάξεις προκύπτει ότι η προβλεπόμενη σ' αυτές υποχρέωση των φορέων διαχείρισης των τουριστικών λιμένων σκαφών αναψυχής να λαμβάνουν, ως οργανωμένα αγκυροβόλια (μαρίνες), όλα τα αναγκαία μέτρα φύλαξης και προστασίας των σκαφών, ακόμη και από έκτακτα περιστατικά, καθώς και όλα τα προληπτικά και κατασταλτικά μέτρα και μέσα πυροπροστασίας που προβλέπονται στην αριθμ. 10/2002 Πυροσβεστική Διάταξη, ουδόλως αναιρεί την υποχρέωση των ιδιοκτητών των σκαφών και των νομίμων εκπροσώπων τους για τη λήψη μέτρων προς αποφυγή πρόκλησης, με το σκάφος τους, ζημιών στην περιουσία τρίτων και ειδικότερα σε άλλα ελλιμενιζόμενα στον τουριστικό λιμένα σκάφη, ιδίως από ζημιογόνο γεγονός εντός τους σκάφους τους, το οποίο εκφεύγει του ελέγχου του φορέα διαχείρισης.

Προκύπτει, επίσης, σαφής υποχρέωση αυτών να τηρούν, όπως και οι φορείς διαχείρισης των τουριστικών λιμένων, τις ισχύουσες διατάξεις για την προστασία του περιβάλλοντος και ιδιαίτερα να μεριμνούν για την αποφυγή ρύπανσης της θάλασσας. Περαιτέρω, από τις διατάξεις του άρθρου 24 του Συντάγματος προκύπτει ότι η προστασία του φυσικού και πολιτιστικού περιβάλλοντος αποτελεί υποχρέωση του Κράτους, το οποίο για τη διαφύλαξή του έχει υποχρέωση να παίρνει ιδιαίτερα προληπτικά ή κατασταλτικά μέτρα και οφείλει να θεσπίζει τις αναγκαίες εκείνες ρυθμίσεις, ώστε να διασφαλίζεται η προστασία του περιβάλλοντος, οι άριστοι δυνατοί όροι διαβίωσης του πληθυσμού και η οικονομική ανάπτυξη στο πλαίσιο της αρχής της αειφορίας (ΑΠ 456/2019).

Σε αρμονία με την ανωτέρω συνταγματική διάταξη εκδόθηκε ο ν. 1650/1986 "για την προστασία του φυσικού περιβάλλοντος", ο οποίος στο άρθρο 2 παρ. 1 ορίζει το περιβάλλον ως "το σύνολο των φυσικών και ανθρωπογενών παραγόντων και στοιχείων, που βρίσκονται σε αλληλεπίδραση και επηρεάζουν την οικολογική ισορροπία, την ποιότητα ζωής, την υγεία των κατοίκων, την ιστορική και πολιτιστική παράδοση και τις αισθητικές αξίες".

Ωστόσο, η προστασία του φυσικού περιβάλλοντος και ιδιαίτερα του θαλάσσιου περιβάλλοντος αποτελεί βασική προτεραιότητα σε παγκόσμιο επίπεδο λόγω της ρύπανσης της θάλασσας από τις ανθρώπινες δραστηριότητες, με αποτέλεσμα να έχουν τεθεί κανόνες σε εθνικό και διεθνές επίπεδο ούτως ώστε να αποφεύγεται η θαλάσσια ρύπανση.

Έτσι, για την αντιμετώπιση των κινδύνων και των προβλημάτων από τη ρύπανση, λόγω της μεταφοράς διά θαλάσσης του πετρελαίου, υπογράφηκε το έτος 1969 στις Βρυξέλλες η Διεθνής Σύμβαση των Βρυξελλών ή CLC "περί αστικής ευθύνης συνεπεία ζημιών εκ ρυπάνσεως υπό πετρελαίου", η οποία κυρώθηκε από την Ελλάδα με το ν. 314/1976, μετά δε την κύρωση και των Πρωτοκόλλων των ετών 1976,1984 και 1992, η σύμβαση αυτή ονομάζεται Διεθνής Σύμβαση του 1992 αναφορικά με την Αστική Ευθύνη για Ζημίες Ρύπανσης από Πετρέλαιο (Σύμβαση Ευθύνης 1992) (ΟλΑΠ 23/2006).

Η ανωτέρω Διεθνής Σύμβαση καθιερώνει αντικειμενική ευθύνη του πλοιοκτήτη για τις ζημιές που προκλήθηκαν από ρύπανση της θάλασσας λόγω διαφυγής ή διαρροής πετρελαίου από το πλοίο του, αφού για τη στοιχειοθέτηση της ευθύνης του δεν απαιτείται πταίσμα του. Εξάλλου, με το ν.δ. 4529/1966 (Α` 154), κυρώθηκε η Διεθνής Σύμβαση του Λονδίνου του 1954, όπως είχε τροποποιηθεί από τη Διάσκεψη του Λονδίνου το 1962 "Περί προλήψεως της ρυπάνσεως της θαλάσσης δια πετρελαίου", ενώ, στη συνέχεια, με το β.δ. 532/1967 (Α` 161), που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του ανωτέρω νομοθετικού διατάγματος, καθορίσθηκαν οι προϋποθέσεις και η διαδικασία επιβολής προστίμου σε περίπτωση ρύπανσης της ανοικτής θάλασσας με πετρέλαιο.

Επακολούθησε ο ν. 743/1977 "Περί προστασίας του θαλασσίου περιβάλλοντος και ρυθμίσεως συναφών θεμάτων" (Α` 319), που εξακολουθεί να ισχύει, ως ειδικός, κατά το άρθρο 32 παρ. 1 του ανωτέρω αναφερόμενου ν. 1650/1986 (ΑΠ 247/2000), την έκδοση του οποίου, όπως εκτίθεται στην εισηγητική έκθεση του νόμου, υπαγόρευσε "η έλλειψις ειδικού νομοθετήματος διέποντος την προστασίαν του θαλασσίου περιβάλλοντος εκ της ρυπάνσεως".

Με τις διατάξεις του ανωτέρω νόμου, ενισχύθηκε το νομοθετικό πλαίσιο με τη θέσπιση πρόσθετων απαγορευτικών κανόνων και ελήφθησαν μέτρα για την πρόληψη, τον περιορισμό και την καταπολέμηση της ρύπανσης του θαλασσίου περιβάλλοντος από πετρελαιοειδή, λύματα και πάσης φύσεως απόβλητα (ΣτΕ 1335/2018), λόγω των εξαιρετικά δυσμενών συνεπειών της ρύπανσης στη δημόσια υγεία και την εθνική οικονομία.

Στη συνέχεια τέθηκε σε ισχύ ο ν. 2252/1994, με το άρθρο πρώτο του οποίου κυρώθηκε η Διεθνής Σύμβαση "για την ετοιμότητα, συνεργασία και αντιμετώπιση της ρύπανσης της θάλασσας από πετρέλαιο" που υπογράφηκε στο Λονδίνο στις 30 Νοεμβρίου 1990 και με τις λοιπές διατάξεις του (άρθρα δεύτερο έως δέκατο) θεσπίσθηκαν τα αναγκαία μέτρα για την εφαρμογή της ανωτέρω Σύμβασης και τροποποιήθηκαν οι διατάξεις του ν. 743/1977, ώστε να προσαρμοσθούν στους ορισμούς και τις λοιπές υποχρεώσεις που προβλέπει η Σύμβαση αυτή και να ενισχυθεί το νομοθετικό πλαίσιο προστασίας της θάλασσας από τη ρύπανση, χορηγήθηκε δε εξουσιοδότηση για την κωδικοποίηση των διατάξεων του ν. 743/1977.

Πράγματι, με το π.δ. 55/1998 (Α` 58) κωδικοποιήθηκαν σε ενιαίο κείμενο και μεταγλωττίσθηκαν στη δημοτική οι διατάξεις του ν. 743/1977, όπως αυτές τροποποιήθηκαν με το ν. 2252/1994. Οι διατάξεις του ν. 743/1977, παρά την επί μέρους στενή διατύπωσή τους ως προς ορισμένα σημεία, αποσκοπούν στην πλήρη και συνολική ρύθμιση του θέματος της ρυπάνσεως της θάλασσας από κάθε είδους πηγή (πρβλ.

ΣτΕ 3155/1993, ΑΠ 1893/2000), θεσπίστηκαν δε για την ικανοποίηση επιτακτικού και άμεσου σκοπού δημοσίου συμφέροντος, συνισταμένου στην αποτελεσματική αντιμετώπιση της ρύπανσης της θάλασσας από πετρελαιοειδή και τον περιορισμό των συνεπειών της ρύπανσης. Προς εκπλήρωση δε του σκοπού αυτού θεσπίστηκαν οι προβλεπόμενες στον νόμο ποινικές, διοικητικές και πειθαρχικές κυρώσεις σε περίπτωση ρύπανσης της θάλασσας (πρβλ.

ΣτΕ. 4582/2005). Ο δημόσιος σκοπός, προκύπτει και από την προαναφερθείσα διεθνή Σύμβαση του Λονδίνου του έτους 1990 και συγκεκριμένα ως έκφανση της γενικής αρχής της διεθνούς νομοθεσίας για την προστασία του περιβάλλοντος "ο ρυπαίνων πληρώνει" (βλ. προοίμιο της Σύμβασης), η οποία λειτουργεί συμπληρωματικά προς τις αρχές της πρόληψης και προφύλαξης (ΣτΕ 2059/2014).

Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 191 της Συνθήκης για τη Λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης (πρώην 174 ΣΕΚ), η πολιτική της Ένωσης στον τομέα του περιβάλλοντος αποβλέπει σε υψηλό επίπεδο προστασίας και στηρίζεται στις αρχές της προφύλαξης και της προληπτικής δράσης, της επανόρθωσης των καταστροφών του περιβάλλοντος, κατά προτεραιότητα στην πηγή, καθώς και στην ανωτέρω αρχή "ο ρυπαίνων πληρώνει".

Σύµφωνα µε την αρχή αυτή, κάθε φορέας εκµετάλλευσης που προκαλεί περιβαλλοντική ζηµία ή άµεσο κίνδυνο ανάλογης ζηµίας καλείται, κατ' αρχήν, να επωµισθεί το κόστος των απαραίτητων µέτρων πρόληψης ή αποκατάστασης. Άλλωστε, η ρύπανση εν γένει προκαλείται κυρίως από παραγωγικές (οικονομικές) δραστηριότητες, που αποκομίζουν κέρδη από την εκτεταμένη και πολλές φορές αλόγιστη χρήση των φυσικών πόρων, μη τηρώντας βασικούς περιβαλλοντικούς όρους που τους έχουν τεθεί και που τελικά λειτουργούν σε βάρος του οικολογικού αποθέματος, της κοινωνίας και της οικονομίας.

Ενόψει αυτών, οι διατάξεις του του ν. 743/1977 θα πρέπει να ερμηνευθούν λαμβάνοντας υπόψη τόσο την ανωτέρω αρχή, όσο και το σκοπό του ίδιου του νόμου, ο οποίος, όπως αναφέρθηκε, αποβλέπει στην έγκαιρη λήψη αποτελεσματικών μέτρων για την πρόληψη και καταστολή της θαλάσσιας ρύπανσης από τους φορείς εκμετάλλευσης.

Συγκεκριμένα, μετά τις πιο πάνω τροποποιήσεις, στο άρθρο 1 του ν. 743/1977 (άρθρο 1 π.δ. 55/1998) περιλαμβάνονται οι νομοθετικοί ορισμοί, ορίζεται δε ότι "Ρύπανση" είναι η παρουσία στη θάλασσα κάθε ουσίας, η οποία αλλοιώνει τη φυσική κατάσταση του θαλασσινού νερού ή το καθιστά επιβλαβές στην υγεία του ανθρώπου ή στην πανίδα και χλωρίδα των βυθών και γενικά ακατάλληλο για τις προβλεπόμενες κατά περίπτωση χρήσεις του (εδάφιο ιδ'), ενώ ως "Περιβάλλον" ορίζεται το σύνολο των φυσικών και ανθρωπογενών παραγόντων και στοιχείων που βρίσκονται σε αλληλεπίδραση και επηρεάζουν την οικολογική ισορροπία, την ποιότητα ζωής, την υγεία των κατοίκων, την ιστορική και πολιτιστική παράδοση και τις αισθητικές αξίες (εδάφιο κα').

Το άρθρο 2, αφορά το πεδίο εφαρμογής του νόμου και ορίζει ότι ο ως άνω νόμος εφαρμόζεται, μεταξύ άλλων, στις περιπτώσεις ρυπάνσεως των λιμένων, των ακτών της χώρας και των ελληνικών χωρικών υδάτων από πλοία ή δεξαμενόπλοια με ελληνική ή ξένη σημαία. Εξάλλου, στο άρθρο 11 ορίζεται ότι "Σε περίπτωση ρύπανσης ή πιθανού κινδύνου πρόκλησης αυτής, ο πλοίαρχος και ο εκπρόσωπος του πλοίου, ο προϊστάμενος ή διευθυντής της εγκατάστασης, καθώς και οι τυχόν εντεταλμένοι υποχρεούνται να αναφέρουν αμέσως το περιστατικό στην αρμόδια Λιμενική Αρχή ή στο Υπουργείο και να λάβουν άμεσα κάθε πρόσφορο μέτρο για την αποτροπή, περιορισμό και αντιμετώπιση της ρύπανσης, ενεργώντας σύμφωνα με τα υφιστάμενα σχέδια αντιμετώπισης της ρύπανσης.

Σε περίπτωση που για οποιονδήποτε λόγο αυτός που προκάλεσε τη ρύπανση, οι συνυπεύθυνοι και οι τυχόν εντεταλμένοι αδυνατούν να λάβουν τα αναγκαία μέτρα, στην έκταση που απαιτείται, υποχρεούνται να αναθέτουν αμέσως τις εργασίες αυτές σε αναγνωρισμένες επιχειρήσεις αντιμετώπισης της ρύπανσης, ευθυνόμενοι επιπρόσθετα για τις συνέπειες κάθε καθυστέρησης (§ 1).

Η Αρχή, αμέσως μόλις πληροφορηθεί περιστατικό ρύπανσης ή πρόδηλο και επικείμενο κίνδυνο πρόκλησης ρύπανσης, παίρνει κάθε πρόσφορο μέτρο για την αποτροπή, τον περιορισμό και την εξουδετέρωση των συνεπειών της, ενημερώνοντας σχετικά τον πλοίαρχο ή πλοιοκτήτη ή το νόμιμο αντιπρόσωπό του και σε περίπτωση απουσίας αυτών, τον πράκτορα ή άλλο αρμόδιο και σε περίπτωση εγκατάστασης τον ιδιοκτήτη ή αυτόν που την εκμεταλλεύεται (§ 2).

Η Αρχή μπορεί να χρησιμοποιεί και να συντονίζει ιδιωτικά μέσα και να ζητά τη συνδρομή συναφών οργανισμών ή ιδιωτικών επιχειρήσεων που διαθέτουν τα αναγκαία μέσα και τη σχετική πείρα για την αντιμετώπιση τέτοιων περιστατικών (§ 3). Η χρησιμοποίηση των μέσων που ανήκουν σε Οργανισμούς και ιδιώτες γίνεται πάντοτε κάτω από τον έλεγχο της Αρχής, ενώ οι σχετικές δαπάνες βαρύνουν το πλοίο ή την εγκατάσταση και αυτόν που με οποιονδήποτε τρόπο προκάλεσε τη ρύπανση (§ 4).

Οι εργασίες αντιμετώπισης της ρύπανσης εκτελούνται πάντοτε υπό την άμεση εποπτεία της Αρχής, η οποία εξασφαλίζει ότι διενεργούνται με την επιβαλλόμενη ταχύτητα και με αποδεκτές μεθόδους (§5). Με απόφαση του Υπουργού καθορίζονται οι προϋποθέσεις χορήγησης άδειας και οι ελάχιστες απαιτήσεις σε οργάνωση, επιστημονικό και τεχνικό προσωπικό, εξοπλισμό, υλικά, μέσα και ουσίες που πρέπει να διαθέτουν οι ιδιωτικές επιχειρήσεις, καθώς και κάθε άλλη λεπτομέρεια προκειμένου να τους χορηγηθεί η άδεια λειτουργίας ως αναγνωρισμένες επιχειρήσεις καταπολέμησης της ρύπανσης της θάλασσας (§ 6).

Οι αναγνωρισμένες επιχειρήσεις καταπολέμησης της ρύπανσης έχουν όλες τις ευθύνες του εντολοδόχου τους για τη λήψη των προβλεπόμενων μέτρων πρόληψης και καταπολέμησης της ρύπανσης και εκτελούν τις σχετικές εργασίες υπό την εποπτεία και σύμφωνα με τις υποδείξεις της Αρχής επί ποινή ανακλήσεως της άδειας που τους έχει χορηγηθεί (§7).

Τέλος, στο υπό τον τίτλο "Εξασφάλιση απαιτήσεων" άρθρο 12 του ιδίου αυτού Νόμου προβλέπεται ότι "1. Για την αποκατάσταση ζημιών που έχουν προκληθεί από ρύπανση, καθώς και για τις δαπάνες που έχουν γίνει για την αποτροπή ή την εξουδετέρωση αυτής, υπεύθυνος είναι αυτός που προκάλεσε υπαίτια τη ρύπανση και μαζί με αυτόν ευθύνονται εις ολόκληρον και οι παρακάτω:

α) Για πλοία και δεξαμενόπλοια, ο πλοίαρχος, ο πλοιοκτήτης, ο εφοπλιστής, ο διαχειριστής του πλοίου στην Ελλάδα και για πλοία και δεξαμενόπλοια που ανήκουν σε Ανώνυμες Εταιρίες και ο Πρόεδρος του Διοικητικού Συμβουλίου καθώς και ο Διευθύνων Σύμβουλος αυτής". Καθιερώνεται, δηλαδή, με την τελευταία αυτή διάταξη, για την αποκατάσταση των ως άνω ζημιών και δαπανών, αφενός μεν ευθύνη εκείνου, που προκάλεσε υπαιτίως τη ρύπανση ή τον πιθανό κίνδυνο προκλήσεως αυτής (πταισματική ευθύνη), αφετέρου δε ευθύνη και των πιο πάνω αναφερόμενων φυσικών και νομικών προσώπων (αντικειμενική ευθύνη, λόγω πταισματικής ευθύνης του προσώπου που προκάλεσε τη ρύπανση) (ΑΠ 537/2016, ΑΠ 332/2006).

Ειδικότερα, με τις διατάξεις αυτές του ν. 743/1977 θεσπίζονται, κατ' αρχάς, οι υποχρεώσεις των υπευθύνων ρύπανσης του θαλάσσιου περιβάλλοντος και, επίσης, καθιερώνεται με τη διάταξη του άρθρου 12 ειδική αστική ευθύνη αυτών για την αποκατάσταση των εξ αυτής ζημιών και των δαπανών που είναι αναγκαίες για την αποτροπή ή την εξουδετέρωση της ρύπανσης.

Η εν λόγω αστική ευθύνη δεν θεσπίστηκε αποκλειστικώς χάριν του γενικού συμφέροντος προς διασφάλιση των περιβαλλοντικών αγαθών αλλά και για την προστασία ιδιωτικών δικαιωμάτων (ΣτΕ 1893/2000). Ο χαρακτήρας της είναι αποζημιωτικός και περιεχόμενο έχει την ανόρθωση των ζημιών που προκλήθηκαν στο θαλάσσιο και παράκτιο περιβάλλον από τη ρύπανση, καθώς και την αποκατάσταση των δαπανών που πραγματοποιήθηκαν είτε προληπτικά, για την αποτροπή της είτε κατασταλτικά, για την εξουδετέρωση των βλαπτικών συνεπειών της.

Ως προς τη νομική της φύση η εν λόγω ευθύνη είναι, κατά ανωτέρω, υποκειμενική, αφού προϋποθέτει πταίσμα, δηλαδή υπαιτιότητα κάποιου φυσικού προσώπου, το οποίο (πταίσμα), μάλιστα, δεν τεκμαίρεται αλλά πρέπει να αποδειχθεί από το ζημιωθέντα. Έτσι, μολονότι με τη Διεθνή Σύμβαση των Βρυξελλών, που κυρώθηκε με το ν. 314/1976, καθιερώθηκε η αντικειμενική ευθύνη του ζημιούντος, με την ανωτέρω διάταξη καθιερώνεται, σε επίπεδο εθνικού δικαίου, η υποκειμενική ευθύνη, γεγονός που εξηγείται από το ευρύτατο πεδίο εφαρμογής του ν. 743/1977.

Στην έννοια της υπαιτιότητας περιλαμβάνεται ο δόλος και η αμέλεια (υπό διάφορες μορφές της), η οποία, κατ' άρθρο 330 ΑΚ, υπάρχει όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, αυτή δηλαδή που πρέπει να καταβάλλεται κατά τη συναλλακτική καλή πίστη από τον υπαίτιο στον κύκλο της αρμοδιότητάς του, είτε υπάρχει προς τούτο σαφές νομικό καθήκον είτε όχι, αρκεί ο υπαίτιος να συμπεριφέρθηκε κατά τρόπο αντίθετο από εκείνο που επιβάλλεται από τις καταστάσεις (ΑΠ 204/2016, ΑΠ 322/2018, ΑΠ 2030/2017, ΑΠ 1979/2017).

Όταν δε η συμπεριφορά συνίσταται σε υπαίτια παράλειψη, αμέλεια υφίσταται, μόνο όταν υπήρχε υποχρέωση του υπαιτίου, προς ενέργεια της πράξεως που παραλήφθηκε, από το νόμο ή τη δικαιοπραξία ή την καλή πίστη, την κρατούσα κοινωνική αντίληψη και ιδία από προηγούμενη συμπεριφορά του, από την οποία δημιουργήθηκε κατάσταση, η οποία επέβαλε τη λήψη μέτρων προς αποτροπή του απειλούμενου κινδύνου, καθώς και από το γενικό πνεύμα του δικαίου (ΑΠ 585/2017, ΑΠ 623/2016, ΑΠ 504/2016, ΑΠ 1739/2013).

Σύμφωνα με όσα ήδη αναφέρθηκαν, με τις διατάξεις του ν. 743/1977 δημιουργείται βασική υποχρέωση και ιδιαίτερα αυξημένη ευθύνη των φορέων εκμετάλλευσης παντός είδους σκαφών και, συνεπώς, και των πλοιοκτητών και των νομίμων εκπροσώπων τους, να λαμβάνουν αποτελεσματικά μέτρα πρόληψης και καταστολής της θαλάσσιας ρύπανσης, αφού η πιο πάνω διάταξη επιβάλλει την άμεση λήψη "κάθε πρόσφορου μέτρου" για την αποτροπή πιθανού κινδύνου προκλήσεως τέτοιας ρύπανσης.

Επομένως, η ίδια υποχρέωση δημιουργείται και για τα ελλιμενιζόμενα σε τουριστικούς λιμένες σκάφη αναψυχής, τουριστικά ή επαγγελματικά, τα οποία, ως περιουσιακά στοιχεία, τελούν υπό την εκμετάλλευση των πλοιοκτητών, και συνεπώς η διατήρηση της καλής κατάστασης και της ασφάλειας αυτών, εντάσσεται ως υποχρέωση στη σφαίρα ευθύνης των τελευταίων, οι οποίοι οφείλουν να λαμβάνουν κατάλληλα μέτρα προς αποφυγή ρύπανσης εξ αιτίας ζημιογόνου γεγονότος προερχόμενου από το σκάφος τους.

Η προβλεπόμενη από το Γενικό Κανονισμό Λειτουργίας Τουριστικών Λιμένων υποχρέωση του φορέα διαχείρισης της μαρίνας για τη λήψη μέτρων πρόληψης και προστασίας των σκαφών και μέτρων πυροπροστασίας, όπως και η υποχρέωση του εν λόγω φορέα για την προστασία του περιβάλλοντος, ουδόλως αναιρεί την ανωτέρω ξεχωριστή υποχρέωση των πλοιοκτητών και των διαχειριστών των σκαφών για τη λήψη "πρόσφορων μέτρων", αφού, όπως αναφέρθηκε, οφείλουν και αυτοί να τηρούν τα προβλεπόμενα από την κείμενη νομοθεσία μέτρα προστασίας του περιβάλλοντος και να μεριμνούν για την αποφυγή ρύπανσης της θάλασσας.

Ωστόσο, αυτή καθ' εαυτή η παραμονή των εν λόγω σκαφών αναψυχής στον τουριστικό λιμένα δεν εγκυμονεί, κατ' αρχήν, από μόνη της κίνδυνο για το θαλάσσιο περιβάλλον. Αν, όμως, οι πλοιοκτήτες των ανωτέρω σκαφών και οι νόμιμοι εκπρόσωποί τους ή οι προστηθέντες από αυτούς και γενικά πρόσωπα σχετιζόμενα με τα σκάφη αυτά δημιούργησαν ορισμένη επικίνδυνη κατάσταση στο πλοίο, η οποία στην εξέλιξή της μπορεί να προκαλέσει ρύπανση της θάλασσας, έχουν, στην περίπτωση αυτή, υποχρέωση να λάβουν κάθε ενδεικνυόμενο από τις περιστάσεις μέτρο, ήτοι να λάβουν άμεσα, μετά τη δημιουργία της επικίνδυνης κατάστασης, κάθε πρόσφορο (αποτελεσματικό - κατάλληλο) μέτρο για την αποτροπή του κινδύνου ρύπανσης της θάλασσας, τέτοιο δε θεωρείται και η τοποθέτηση επί του πλοίου φύλακα.

Η υποχρέωση αυτή επιβάλλεται από την καλή πίστη, τις κρατούσες κοινωνικές αντιλήψεις και από το γενικό καθήκον επιμέλειας, σύμφωνα με το οποίο αξιώνεται από κάθε κοινωνό να συμπεριφέρεται, όπως ο μέσος συνετός συναλλασσόμενος, άσχετα αν κατά τα λοιπά η συμπεριφορά του αποτελεί ή όχι και παράβαση συγκεκριμένου απαγορευτικού ή επιτακτικού κανόνα δικαίου.

Επομένως, σε περίπτωση που Επομένως, σε περίπτωση που προυπήρχαν ή δημιουργήθηκαν εκ των υστέρων σε συγκεκριμένο σκάφος, τουριστικό ή επαγγελματικό, ελλιμενισμένο σε τουριστικό λιμένα, με υπαιτιότητα των υπευθύνων αυτού (πλοιοκτήτη, νομίμου εκπροσώπου του) συνθήκες που κατά τη κοινή πείρα και λογική θα ήταν δυνατόν να οδηγήσουν σε μία επικίνδυνη κατάσταση, όπως η πρόκληση πυρκαγιάς, η παράλειψη των ανωτέρω να τοποθετήσουν φύλακα, για την αποτροπή του κινδύνου θαλάσσιας ρύπανσης, συνιστά υπαιτιότητα με τη μορφή της αμέλειας, κατά την έννοια των άρθρων 330 ΑΚ και 12 παρ. 1 του ν. 743/1977.

Αντιθέτως, δεν συνιστά αμελή συμπεριφορά η παράλειψη των πλοιοκτητών και των νομίμων εκπροσώπων των λοιπών ελλιμενισμένων σκαφών, στα οποία απλώς επεκτάθηκε η πυρκαγιά, να τοποθετήσουν επ' αυτών φύλακα κατά τη διάρκεια του ελλιμενισμού τους, εφόσον δεν είχαν δημιουργήσει σε αυτά κάποια επικίνδυνη κατάσταση.

Τέτοια υποχρέωση για την πρόσληψη και τοποθέτηση φύλακα στα ελλιμενισμένα στις οργανωμένες μαρίνες σκάφη αναψυχής, με σκοπό είτε την αποτροπή επέκτασης της εκδηλωθείσης σε άλλο παρακείμενο σκάφος πυρκαγιάς είτε την απομάκρυνση των σκαφών αυτών, χωρίς προηγουμένως να έχουν δημιουργήσει σε αυτά επικίνδυνη κατάσταση, δεν προκύπτει από τις ανωτέρω αναφερόμενες ή άλλες διατάξεις του νόμου ούτε και επιβάλλεται με βάση την καλή πίστη, τις κρατούσες κοινωνικές αντιλήψεις και το γενικό καθήκον επιμέλειας, δεδομένου μάλιστα ότι, μετά την εκδήλωση της πυρκαγιάς, ο φορέας διαχείρισης του τουριστικού λιμένα, ο οποίος, κατά τα ανωτέρω, έχει υποχρέωση να λαμβάνει όλα τα αναγκαία μέτρα φύλαξης και προστασίας των σκαφών από έκτακτα περιστατικά, όπως είναι και η πυρκαγιά σε ελλιμενισμένο σκάφος, καθώς και όλα τα προληπτικά και κατασταλτικά μέτρα και μέσα πυροπροστασίας που προβλέπονται στην αριθμ. 10/2002 Πυροσβεστική Διάταξη, είναι εκείνος υποχρεωμένος να προβεί σε όλες τις απαραίτητες ενέργειες προς αποτροπή της περαιτέρω επέκτασης της πυρκαγιάς σε άλλα ελλιμενισμένα σκάφη και την αποφυγή ρύπανσης της θάλασσας.

Περαιτέρω, όπως ήδη αναφέρθηκε, πέραν του προσώπου που προκάλεσε υπαιτίως τη ρύπανση, ο ν. 743/1977 καθιερώνει, παράλληλα, αντικειμενική ευθύνη και άλλων προσώπων, που τελούν σε ειδική σχέση με το ρυπογόνο πλοίο, υπό την προϋπόθεση, όμως, ότι το ζημιογόνο αποτέλεσμα υπήρξε απότοκο αμελούς ανθρώπινης συμπεριφοράς, ήτοι εφόσον διαπιστωθεί υπαιτιότητα προσώπου σχετιζόμενου με το πλοίο (συνήθως εργαζόμενου σε αυτό) που προκάλεσε τη ρύπανση, διαφορετικού βεβαίως από το πρόσωπο εκείνο στο οποίο επεκτείνεται η ευθύνη.

Ουσιαστικά, δηλαδή, η συγκεκριμένη διάταξη του άρθ. 12 παρ. 1 δεν διαφέρει ως προς τις προϋποθέσεις της ευθύνης του πλοιάρχου, πλοιοκτήτη κ.λπ. από το άρθρο 922 ΑΚ σε συνδ. με άρθ. 926 ΑΚ, που ρυθμίζουν την έναντι του ζημιωθέντος ευθύνη προστήσαντος και προστηθέντος, παρά μόνο κατά το ότι διευρύνει τον κύκλο των "προστησάντων", εκκινώντας όμως και πάλι από τη βασική Ιδέα της θεμελίωσης ευθύνης των ωφελούμενων από τη δραστηριότητα του υπαίτιου προσώπου.

Η διεύρυνση αυτή του κύκλου των προσώπων, που ευθύνονται για την αποκατάσταση ζημιών που έχουν προκληθεί από ρύπανση προερχομένη από πλοίο, με τη θέσπιση της αντικειμενικής ευθύνης αυτών, αποσκοπεί στην πληρέστερη προστασία του κοινωνικού αγαθού του φυσικού περιβάλλοντος, αφού τα εν λόγω πρόσωπα αντλούν ωφελήματα, υπό την ευρεία έννοια του όρου, από την λειτουργία και εκμετάλλευση του πλοίου και, συνεπώς, είναι δίκαιο, κατά τη νομοθετική βούληση, να επιβαρυνθούν με το ανάλογο κόστος αποκατάστασης των σχετικών αυτών ζημιών.

Παράλληλα, όμως, σκοπείται με την ανωτέρω διάταξη να εξαναγκαστούν τα πρόσωπα αυτά σε επίταση της προσοχής τους προς το σκοπό ελαχιστοποιήσεως των ρυπογόνων καταστάσεων στο θαλάσσιο περιβάλλον. Πρόκειται, συνεπώς, για ευθύνη που αποσκοπεί στην κάλυψη της ζημίας που μπορεί να προκαλέσει η άσκηση μιας νόμιμης κατά βάση (οικονομικής) δραστηριότητας, στο πλαίσιο της οποίας, όμως, λόγω του κινδυνώδους χαρακτήρα της, τίθεται σε διακινδύνευση το προστατευόμενο έννομο αγαθό του θαλάσσιου περιβάλλοντος.

Η ευθύνη των υπόχρεων σε αποζημίωση διαμορφώνεται νομοθετικά ως παθητική εις ολόκληρον ενοχή, με αποτέλεσμα τη γένεση αυτοτελούς δικαιώματος του ζημιωθέντος κατά ενός εκάστου των κατά νόμο συνυποχρέων, τη διατήρηση της ευθύνης όλων των συνοφειλετών μέχρι την πλήρη ικανοποίηση του δανειστή και την παραγωγή, μετά από αυτήν, αμοιβαίου δικαιώματος αναγωγής μεταξύ των εις ολόκληρον ευθυνομένων (άρθρα 481, 487 και 488 ΑΚ).

Από την ίδια ως άνω διάταξη προκύπτει ότι η ευθύνη αυτή όλων των ως άνω προσώπων, για την ανόρθωση των ζημιών που προκλήθηκαν από την ρύπανση και την αποκατάσταση των δαπανών που έγιναν για την αποτροπή ή την εξουδετέρωσή της, υφίσταται και έναντι αυτού που πραγματοποίησε την απορρύπανση, ανεξάρτητα από το αν τη συνδρομή του ζήτησε η αρμόδια λιμενική αρχή, κατά την παρεχομένη σ' αυτήν με το άρθρο 11 § 3 του Ν. 743/1977 ευχέρεια ή το σχετικό έργο του ανατέθηκε με σύμβαση που συνήψε μαζί του ο εκμεταλλευόμενος το ρυπογόνο πλοίο πλοιοκτήτης, εφοπλιστής ή διαχειριστής του, αφού ο νόμος δεν διακρίνει.

Συνεπώς οι ιδιωτικές επιχειρήσεις που διέθεσαν τα αναγκαία μέσα και παρείχαν τις προαναφερθείσες υπηρεσίες για την αποτελεσματική αντιμετώπιση του περιστατικού θαλάσσιας ρύπανσης, δικαιούνται την αντίστοιχη αμοιβή και τις δαπάνες απορρύπανσης από τα ανωτέρω ευθυνόμενα πρόσωπα. Εξάλλου, οι δαπάνες στις οποίες υπεβλήθησαν το Δημόσιο και οι Ο.Τ.Α.

για την αποτροπή ή την αντιμετώπιση της ρύπανσης καταλογίζονται με απόφαση της Αρχής σε βάρος των ανωτέρω συνυπεύθυνων προς αποκατάσταση της ζημίας προσώπων (ΑΠ 537/2016). Δηλαδή, ο άμεσος αυτός καταλογισμός προβλέπεται αποκλειστικώς για τις δαπάνες του Δημοσίου και των Ο.Τ.Α. και η είσπραξη του ποσού των δαπανών αυτών χωρεί αυτοτελώς, χωρίς να αναιρείται ουδόλως η υποχρέωση των υπευθύνων της ρύπανσης για την αποκατάσταση, περαιτέρω, των ζημιών που προκαλούνται από τη ρύπανση και για την καταβολή των δαπανών εξουδετέρωσης αυτής, στις οποίες υποβάλλονται αναγνωρισμένες ιδιωτικές επιχειρήσεις, που ενεργούν κατόπιν εντολής της Λιμενικής Αρχής (πρβλ.

Α.Π. 332/2006, ΣτΕ 2059/2014). Επομένως, προϋποθέσεις για τη θεμελίωση της ανωτέρω ευθύνης είναι: α) ρύπανση ή κίνδυνος ρύπανσης του θαλάσσιου περιβάλλοντος από επιβλαβείς ουσίες, οι οποίες μπορεί να προέρχονται και από πλοίο, β) υπαιτιότητα του προσώπου που προκάλεσε τη ρύπανση, γ) ζημία ή δαπάνη αποτροπής ή εξουδετέρωσης της ρύπανσης και δ) αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της υπαίτιας συμπεριφοράς του προσώπου και της ζημίας ή της δαπάνης.

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αριθ.1 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναιρέσεως, αν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου. Τούτο συμβαίνει αν, για την εφαρμογή κανόνα ουσιαστικού δικαίου, το δικαστήριο απαίτησε περισσότερα στοιχεία ή αρκέστηκε σε λιγότερα στοιχεία από εκείνα που αυτός απαιτεί, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα δικαίου έννοια διαφορετική από την αληθινή.

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσία την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, ιδρύεται δε ο λόγος αυτός, όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΑΠ 995/2017, ΑΠ 713/2016).

3. Από την παραδεκτή κατά το άρθρ. 561§2 ΚΠολΔ επισκόπηση της προσβαλλόμενης εφετειακής αποφάσεως προκύπτει ότι αυτή, δέχτηκε ως προς την ουσία της υποθέσεως κατά το ενδιαφέρον την αναιρετική διαδικασία μέρος τα ακόλουθα: "Την 27η Ιανουαρίου 2012 και περί ώρα 03:30' πρωινή εκδηλώθηκε πυρκαγιά στα πλοία των πρώτης έως και έβδομης των εναγομένων εταιρειών, τα οποία ήταν κατά σειρά πρυμνοδετημένα στην προβλήτα Β του τουριστικού λιμένα (μαρίνας) ....

Ειδικότερα, η πυρκαγιά εκδηλώθηκε: α) στο υπό βρετανική σημαία σκάφος αναψυχής "...", με αριθμό νηολογίου Λονδίνου ... μήκους 22,12 μ., πλάτους 5,79 μ., βάθους 2,28 μ. και κοχ. 77,26, που ανήκει στην πλοιοκτησία της πρώτης εναγόμενης εταιρείας, πρόεδρος του Διοικητικού Συμβουλίου και διευθύνων σύμβουλος της οποίας είναι ο Μ.

Τ., β) στο υπό ελληνική σημαία σκάφος αναψυχής "...", με αριθμό νηολογίου Πειραιώς ..., μήκους 21,90 μ, πλάτους 5,70 μ, βάθος 2,36 μ, κοχ. 73,98, κκχ 50,315, που ανήκει στην πλοιοκτησία της δεύτερης εναγόμενης εταιρείας, πρόεδρος του Διοικητικού Συμβουλίου και νόμιμος εκπρόσωπος της οποίας είναι ο δέκατος τέταρτος εναγόμενος, γ) στο υπό ελληνική σημαία επαγγελματικό σκάφος αναψυχής "...", με αριθμό νηολογίου Πειραιώς ..., μήκους 19,23 μ., πλάτους 5,48 μ.

και κοχ. 88,28, που ανήκει στην πλοιοκτησία της τρίτης εναγόμενης εταιρείας, πρόεδρος του Διοικητικού Συμβουλίου της οποίας είναι ο εναγόμενος Ι. Β. και νόμιμη εκπρόσωπος αυτής η εναγομένη Ε. Α., δ) στο υπό βελγική σημαία σκάφος αναψυχής "...", με αριθμό νηολογίου Αμβέρσας ..., μήκους 24,29 μ. και πλάτους 6,20 μ., που ανήκει στην πλοιοκτησία της τέταρτης εναγόμενης εταιρείας, πρόεδρος του Διοικητικού Συμβουλίου και διευθύνων σύμβουλος της οποίας είναι ο δέκατος έβδομος εναγόμενος, ε) στο υπό ελληνική σημαία σκάφος αναψυχής "...", με αριθμό νηολογίου Πειραιώς ..., μήκους 22,24 μ., πλάτους 5,76 μ., κοχ. 97,42, που ανήκει στην πλοιοκτησία της εναγόμενης [και ήδη πρώτης των αναιρεσειουσών] εταιρείας "...

ΕΠΕ", μοναδική διαχειρίστρια και νόμιμη εκπρόσωπος της οποίας είναι η εναγομένη [και ήδη δεύτερη των αναιρεσειουσών] Θ. Β., στ) στο υπό ελληνική σημαία επαγγελματικό σκάφος αναψυχής "..." με αριθμό νηολογίου Πειραιώς ..., μήκους 28,17 μ., πλάτους 6,40μ., που ανήκει στην πλοιοκτησία της εναγόμενης εταιρείας "....", πρόεδρος του Διοικητικού Συμβουλίου και νόμιμος εκπρόσωπος της οποίας είναι ο εναγόμενος Δ.

Π. και ζ) στο υπό ελληνική σημαία επαγγελματικό σκάφος αναψυχής "...", με αριθμό νηολογίου Πειραιώς ..., μήκους 19,25 μ. και πλάτους 4,22 μ., που ανήκει στην πλοιοκτησία της εναγομένης εταιρείας "... Α.Ε.", πρόεδρος του Διοικητικού Συμβουλίου και διευθύνων σύμβουλος της οποίας είναι ο εναγόμενος Π. Σ., τα οποία ήταν πρυμνοδετημένα στις θέσεις ..., αντίστοιχα.

Η πυρκαγιά έγινε αντιληπτή περί ώρα 03.33 από δύο εν υπηρεσία υπαλλήλους της εταιρίας φύλαξης της μαρίνας, οι οποίοι μετέβησαν στο σημείο του συμβάντος και διαπίστωσαν ότι το πρυμνοδετημένο στη θέση ... σκάφος (θαλαμηγός) "..." εφλέγη ολοσχερώς και τα άλλα δύο δεξιά και αριστερά του ευρισκόμενα στις θέσεις ...

σκάφη "......", αντίστοιχα, εφλέγοντο το καθένα στην πλευρά που γειτνίαζε με αυτό. Οι ως άνω υπάλληλοι ειδοποίησαν αμέσως το Λιμενικό Φυλάκιο της μαρίνας ..., οπότε ο Λιμενικός φυλακής μετέβη μαζί με αυτούς στην προβλήτα Β της μαρίνας περί ώρα 03:35, όπου διαπίστωσαν ότι, εκτός από την πυρκαγιά στο πλοίο "..." και την μεταδοθείσα στα παραπλεύρως αυτού ευρισκόμενα πλοία, αυτή είχε εξαπλωθεί σε μεγάλη έκταση.

Όταν κατέφθασε η Πυροσβεστική Υπηρεσία, που ειδοποιήθηκε αμέσως από τη Λιμενική Αρχή, άρχισε το έργο της κατάσβεσης της πυρκαγιάς περί ώρα 03:45, ήτοι περίπου 15 λεπτά μετά αφότου έγινε αντιληπτή αυτή, η οποία, όμως, είχε αρχίσει να επεκτείνεται και στα άλλα τέσσερα παρακείμενα σκάφη "...", "...", "..." και "..." και εν τέλει επετεύχθη η πλήρης κατάσβεση αυτής την 12.40 της ιδίας ημέρας.

Από την εν λόγω πυρκαγιά προκλήθηκαν μικρής έκτασης ζημιές και στα άλλα δύο σκάφη "...", πλοιοκτησίας ως άνω, τα οποία ευρίσκοντο πρυμνοδετημένα τρίτα στη σειρά αριστερά και δεξιά του πλοίου "...". Πέραν των άνω ζημιών, εξαιτίας της έκτασης της πυρκαγιάς και της διαρροής καυσίμων, προκλήθηκε και θαλάσσια ρύπανση που είχε επεκταθεί στην ευρύτερη θαλάσσια περιοχή των λιμενικών εγκαταστάσεων της μαρίνας ..., όπου διαπιστώθηκαν, σε διάσπαρτα σημεία, σε έκταση περίπου 24.000 τετραγωνικών μέτρων, υψηλές συγκεντρώσεις καταλοίπων πετρελαίου και αιθάλης, καθώς και στερεών επιπλεόντων υλικών, προϊόντων της καύσης των σκαφών.

Για την αντιμετώπιση της ρύπανσης, η εταιρεία με την επωνυμία "Εταιρεία Ακινήτων Δημοσίου Ανώνυμη Εταιρεία" (ΕΤΑΔ ΑΕ), η οποία, δυνάμει νόμου, έχει τη διαχείριση και εκμετάλλευση της μαρίνας, ανέθεσε αυθημερόν στην ενάγουσα [ήδη αναιρεσίβλητη], η οποία έχει ως αντικείμενο εργασιών την παροχή υπηρεσιών προστασίας του θαλασσίου περιβάλλοντος με τη λήψη προληπτικών και κατασταλτικών αντιρρυπαντικών και απορρυπαντικών μέτρων από πετρελαιοειδή, σύμφωνα με τους ελληνικούς και διεθνείς κανονισμούς, και αυτή αποδέχθηκε την διενέργεια εργασιών για την προστασία του θαλασσίου περιβάλλοντος, τον περιορισμό και την αντιμετώπιση της προκληθείσας ρύπανσης, όπως αποδεικνύεται από το με αρ.

πρωτ. .../27.1.2012 έγγραφο της ΕΤ.Α.Δ. προς το Κεντρικό Λιμεναρχείο Πειραιώς, οι από 1.2.2012 και 5.3.2012 εγκριτικές αποφάσεις του Δ.Σ. αυτής ανάθεσης υπηρεσιών και η από 19.3.2012 εγκριτική σύμβαση. Σε εκτέλεση του αναληφθέντος έργου η ενάγουσα απέστειλε την 07:18 της ίδιας ημέρας στη ... ειδικά αντιρρυπαντικά σκάφη (skimmer vessels) τύπου "..." περισυλλογής πετρελαιοειδών και απορριμμάτων, ταχύπλοο σκάφος τοποθέτησης φραγμάτων, λέμβο εργασίας με αντλία νερού υψηλής πίεσης, ειδικά βυτιοφόρα και γερανοφόρα οχήματα, πλωτά φράγματα, αντλίες και λοιπό εξοπλισμό, καθώς και το αναγκαίο προσωπικό για την ταχύτερη αντιμετώπιση της ρύπανσης, άρχισε δε να παρέχει αμέσως τις υπηρεσίες της υπό τη διαρκή εποπτεία, τον έλεγχο και τις οδηγίες της αρμόδιας Λιμενικής Αρχής μέχρι την 14-2-2012, οπότε και περατώθηκαν επιτυχώς οι εργασίες αντιρρύπανσης, υποβάλλοντας συγχρόνως καθημερινά αναφορές στην άνω διαχειρίστρια εταιρία της μαρίνας ...

με την επωνυμία "ΕΤ.Α.Δ. Α.Ε.". Για τις δαπάνες (έξοδα και αμοιβή) της ενάγουσας για όλες τις ανωτέρω εργασίες απορρύπανσης, που έλαβαν χώρα κατά το χρονικό διάστημα από 27 Ιανουαρίου έως και 14 Φεβρουάριου 2012, ύψους 862.350,00 ευρώ, η ως άνω διαχειρίστρια της μαρίνας ... εταιρεία ανέλαβε την υποχρέωση να της καταβάλει ποσό 218.000,00 ευρώ, με τη ρητή συμφωνία ότι τούτο αποτελεί μερική κάλυψη των δαπανών απορρύπανσης εκ μέρους της (ΕΤΑΔ ΑΕ), λόγω της υποχρέωσης άμεσης λήψης μέτρων, αλλά δεν καλύπτει το συνολικό κόστος των δαπανών απορρύπανσης και, συνεπώς, δεν περιορίζει καθ' οιονδήποτε τρόπο το δικαίωμα της ενάγουσας να ζητήσει ολόκληρη την κατά νόμο αμοιβή της από οποιονδήποτε άλλο υπεύθυνο.

Αναφορικά με το κρίσιμο ζήτημα της υποκειμενικής ευθύνης (υπαιτιότητας), ως αναγκαίου στοιχείου για τη θεμελίωση την ένδικης αξίωσης της ενάγουσας αποδείχθηκαν τα ακόλουθα: Την 28.1.2012 διενεργήθηκε από κλιμάκιο ανδρών της Μονάδας Υποβρυχίων Αποστολών του Λιμενικού Σώματος υποβρύχια επιθεώρηση κατά την οποία δεν διαπιστώθηκαν εκρηκτικοί μηχανισμοί ούτε εντοπίστηκαν ίχνη εμπρησμού.

Τα ανωτέρω διαλαμβάνονται στην με αριθμό ...2012 έκθεση του Α' Ανακριτικού Συμβουλίου Ναυτικών Ατυχημάτων, το οποίο προβλέπεται από το Ν.Δ. 712/1970 και στο απόσπασμα του ημερολογίου συμβάντων του Γ' Λιμενικού Τμήματος Φλοίσβου. Περαιτέρω, στα πλαίσια της προανάκρισης, που διενεργήθηκε στο ως άνω Ανακριτικό Συμβούλιο Ναυτικών Ατυχημάτων (Α.Σ.Ν.Α.)., οι εξετασθέντες μάρτυρες κατέθεσαν τα εξής:

Ο μάρτυρας A. M. του Ali, που απασχολείται ως νυχτοφύλακας στο κέντρο διασκεδάσεως "...", που βρίσκεται στη ... πλησίον του προβλήτα Β', άκουσε ότι περί ώρα 3.20 της 27.1.2012, επειδή γάβγιζε ο σκύλος του καταστήματος, βγήκε έξω από το μαγαζί, οπότε είδε φωτιά σε ένα σκάφος και, νομίζοντας ότι κάποιος είχε βάλει φωτιά για να ψήσει, επέστρεψε στο κατάστημα, πλην όμως άκουσε αμέσως μεγάλη έκρηξη και είδε ότι δύο σκάφη είχαν πάρει φωτιά και συγκεκριμένα αυτό που ήταν δεξιά του, όπως κοιτούσε τη θάλασσα, είχε πάρει φωτιά στο μισό πίσω αριστερό μέρος του και ήταν αυτό στο οποίο έγινε η έκρηξη (εννοεί το "..."), το δε σκάφος που ήταν αριστερά του, είχε πάρει φωτιά σε όλο το πίσω μέρος του.

Ο μάρτυρας Z. H., που βρισκόταν ως φύλακας στο σκάφος "...", που ήταν πρυμνοδετημένο στη θέση ... διαπίστωσε στις 5.30 της 27.1.2012 ότι τα τρία πλοία εξακολουθούσαν να καίγονται, ενώ τα τέσσερα εκατέρωθεν αυτών είχαν βυθιστεί. Οι μάρτυρες Π. Μ., Κ. Λ.Σ., που εκτελούσε υπηρεσία φύλαξης στο φυλάκιο έμπροσθεν της προβλήτας με αρ. 5, Γ.

Φ. και Α. Λ., υπάλληλοι, όπως προελέχθη, της ιδιωτικής εταιρίας φύλαξης της μαρίνας ... "... που βρίσκονταν στην προβλήτα με αρ. 1, Δ. Κ. και Γ. Μ., οι οποίοι είναι υπάλληλοι της διαχειρίστριας "ΕΤ.Α.Δ. Α.Ε.", ήσαν νυχτερινό προσωπικό ασφαλείας και βρίσκονταν στα γραφεία της μαρίνας, αντελήφθησαν τις φλόγες περί ώρα 3.30 και μόλις έφθασαν στην προβλήτα Β, την 03.33 ώρα, είδαν το σκάφος να έχει τυλιχθεί ολοσχερώς στις φλόγες και να έχουν πάρει φωτιά και τα δύο παραπλεύρως αυτού ελλιμενισμένα πλοία.

Βεβαιώνεται έτσι χωρίς αμφιβολία, από όλους τους ανωτέρω μάρτυρες, ότι η πυρκαγιά εκδηλώθηκε αρχικά, σύμφωνα με τη σειρά που είχαν ελλιμενισθεί τα σκάφη, στο σκάφος "..." και στη συνέχεια μεταδόθηκε από αυτό στα άλλα δύο πλοία και ακολούθως και στα υπόλοιπα και ότι οι εκρήξεις, που άκουσαν αυτοί, ακολούθησαν την εκδήλωση της πυρκαγιάς στο πλοίο "...".

Το Α.Σ.Ν.Α., με βάση τη μελέτη και την συνεκτίμηση των στοιχείων που συνέλεξε, κατέληξε στο συμπέρασμα, με την ως άνω έκθεσή του, ότι η καταστροφή των πλοίων "...", "...", "......", "..." και "...", συνεπεία της πυρκαγιάς, αποτελεί ναυτικό ατύχημα κατά την έννοια του άρθρ. 1 παρ. (α) του Ν.Δ. 712/70 "περί διοικητικού ελέγχου του ναυτικού ατυχήματος", το οποίο οφείλεται σε εμπρησμό των τριών πρώτων εξ αυτών (πλοίων) από άγνωστο δράστη δι' εμποτισμού αυτών με εύφλεκτη ουσία και αναφλέξεώς της και στην εν συνεχεία μετάδοση της πυρκαγιάς στα υπόλοιπα πλοία, οι δε προκληθείσες ζημιές στα άλλα δύο πλοία "..." δεν είχαν χαρακτηριστικά ναυτικού ατυχήματος κατά την έννοια του προμνησθέντος νόμου.

Ωστόσο, από την προσκομιζόμενη μετ' επικλήσεως από τους διαδίκους έκθεση πραγματογνωμοσύνης του νομίμως διορισθέντος στα πλαίσια της διενεργηθείσας για το επίδικο ατύχημα προανάκρισης, πραγματογνώμονα Α. Κ., ναυπηγού-μηχανολόγου μηχανικού, προκύπτει σαφώς ότι ο άνω πραγματογνώμονας δεν καταλήγει με βεβαιότητα στο ανωτέρω συμπέρασμα της έκθεσης του ΑΣΝΑ, αλλά αναφέρει μόνο ότι δεν μπορεί να αποκλειστεί η περίπτωση αυτή για το λόγο ότι δεν ήταν δυνατόν να γίνει έρευνα για υπολείμματα τέτοιου υγρού σε διάφορα υπολείμματα των σκαφών, διότι αυτά βρίσκονταν σε περιοχή που ήταν γεμάτη πετρελαιοειδή και τα σκάφη "..." και "..." είχαν βυθιστεί, ενώ για το σκάφος "......" ουδέν αναφέρεται.

Ειδικότερα, στα συμπεράσματα της έκθεσης πραγματογνωμοσύνης αναφέρονται, μεταξύ άλλων, αυτολεξεί και τα εξής: "9.1. Η αρχική εστία της πυρκαγιάς εντοπίζεται στα σκάφη "...", "..." "......". Στα υπόλοιπα σκάφη, ήτοι, "...", "...". ..." και "..." η πυρκαγιά μεταδόθηκε μετά την εξέλιξη της στα τρία ανωτέρω σκάφη. Το πλέον πιθανό, κατά την άποψη του υπογράφοντα είναι ότι η έναρξη της πυρκαγιάς ήταν στο σκάφος "..." και μετά την πλήρη εξέλιξη της σε αστό μεταδόθηκε στα υπόλοιπα δύο σκάφη, "......" και στη συνέχεια και στα υπόλοιπα τέσσερα σκάφη.

Τα ανωτέρω διαπιστώθηκαν σύμφωνα με όσα αναφέρονται στην παράγραφο 8.1. της παρούσης. 9.2. Τα σκάφη "...", "......" είχαν καταστραφεί έντονα και ολοσχερώς (το "...", ξύλινο σκάφος, είχε σπάσει κατά την ανέλκυσή του). Στα υπολείμματα του ηλεκτρομηχανολογικού εξοπλισμού τους και των διαφόρων ηλεκτρικών - ηλεκτρονικών συσκευών τους, δεν διαπιστώθηκαν ίχνη βραχυκλωμάτων, βλάβες μηχανημάτων ή άλλα τεχνικά προβλήματα που να εξηγούν την έναρξη της πυρκαγιάς.

Βέβαια, μεγάλο τμήμα του ηλεκτρομηχανολογικού τους εξοπλισμού δεν μπορούσε να επιθεωρηθεί ή να εξαχθούν ασφαλή συμπεράσματα. 9.3. Στα σκάφη ...", "..." και "...", επίσης δεν διαπιστώθηκαν τεχνικά προβλήματα που να εξηγούν την έναρξη και εξέλιξη της πυρκαγιάς. Άλλωστε στα σκάφη αυτά η πυρκαγιά μεταδόθηκε αργότερα από τα πρώτα τρία σκάφη. 9.4.

Στα κιβώτια παροχής ηλεκτρικού ρεύματος στα διάφορα πλοία που βρίσκονταν στον προβλήτα Β, δεν διαπιστώθηκαν τεχνικά προβλήματα που να εξηγούν την εκδήλωση της πυρκαγιάς. 9.5. Η έναρξη της πυρκαγιάς δεν μπορεί να αποδοθεί σε εκρηκτικούς ή εμπρηστικούς μηχανισμούς, διότι κάτι τέτοιο δεν διαπιστώθηκε. 9.6.

Η περίπτωση η έναρξη της πυρκαγιάς να οφείλονταν σε υπολείμματα αναμμένου τσιγάρου ή άλλης θερμής εστίας στους εσωτερικούς χώρους του σκάφους "...", να εξελιχθεί αργά η πυρκαγιά, να απελευθερωθεί βίαια στους εξωτερικούς του χώρους μεγάλη ποσότητα πυροθερμικού φορτίου από σπάσιμο τζαμιών ή άνοιγμα μετά από καύση του ενισχυμένου πλαστικού και να μεταδοθεί η πυρκαγιά στα γειτονικά του ελλιμενισμένα σκάφη, θα μπορούσε να είναι δυνατή περίπτωση.

Όμως σύμφωνα με τις ένορκες καταθέσεις δεν υπήρχε πλήρωμα ούτε επισκέφθηκε το σκάφος κανείς για μεγάλο χρονικό διάστημα πριν την εκδήλωση της πυρκαγιάς,... 9.7. Τα αίτια πρόκλησης και μετάδοσης της πυρκαγιάς στα ανωτέρω σκάφη δεν ήταν δυνατόν να διαπιστωθούν από τον υπογράφοντα παρά την επιμέλεια και την έρευνα προς κάθε κατεύθυνση.

Πιθανές περιπτώσεις είναι οι εξής: α) Την χρονική στιγμή εκδήλωσης της πυρκαγιάς και οι καιρικές συνθήκες που επικρατούσαν ήταν καλές έως μέτριες. Παρ' όλα αυτά n εξέλιξη της πυρκαγιάς στα τρία (3) σκάφη ήταν ταχύτατη, καθώς επίσης και η εξάπλωσή της στη συνέχεια και στα υπόλοιπα τέσσερα (4) σκάφη. Αυτό εξηγείται μόνο με την βίαιη απελευθέρωση από το σκάφος "..." μεγάλης ποσότητας πυροθερμικού φορτίου.

Αυτό θα μπορούσε να συμβεί μόνον εάν η πυρκαγιά ήταν σε εξέλιξη στο εσωτερικό του για μεγάλο χρονικό διάστημα (τουλάχιστον 1-2 ώρες) και ξαφνικά σπάζοντας παράθυρα ή από ανοίγματα που δημιουργήθηκαν μετά από την καύση τον ενισχυμένου πλαστικού, έλαβε χώρα βίαιη απελευθέρωση μεγάλης ποσότητας πυροθερμικού φορτίου και ταχεία εξάπλωση της πυρκαγιάς στα γειτονικά του σκάφη, που απείχαν μεταξύ τους ελάχιστη απόσταση, β) Βέβαια κανείς δεν μπορεί να αποκλείσει την περίπτωση....να οφειλόταν σε εμποτισμό των (άνω τριών) σκαφών με ποσότητες εύφλεκτου υγρού...".

Από τα ανωτέρω, αποδείχθηκε πλήρως ότι η πυρκαγιά προήλθε από το σκάφος "...". Από όλα τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά συνάγεται αδιαμφισβήτητα ότι το σκάφος "..." είναι το ζημιογόνο πλοίο, διότι η πυρκαγιά εκδηλώθηκε σε αυτό το πρώτον και όχι ταυτόχρονα και στα τρία σκάφη, ("...", "..." και "......", κατά σειρά), αλλά μεταδόθηκε στη συνέχεια στα δύο διπλανά "......".

Επιπροσθέτως, δεν διαπιστώθηκε ούτε κάποιος εκρηκτικός ή εμπρηστικός μηχανισμός, όπως προελέχθη, ούτε βίαιη μετατόπιση στοιχείων ή αντικειμένων στα σκάφη, οι δε εκρήξεις που έλαβαν χώρα μετά την εκδήλωση της πυρκαγιάς, οφείλονταν σε φιάλες αερίου, διαφόρων μεγεθών, που υπήρχαν στα πλοία για διάφορους λόγους (καταδυτικά συνεργεία καθαρισμού και ελέγχου υφάλων, για χρήση στην κουζίνα κλπ.).

Κατά συνέπεια η μόνη εκδοχή που ευσταθεί, με βάση όσα προεκτίθενται, είναι η βίαιη απελευθέρωση από το σκάφος "..." μεγάλης ποσότητας πυροθερμικού φορτίου μετά από καύση κάποιου υλικού (πλαστικού) στο εσωτερικό του πλοίου. Να σημειωθεί δε ότι σε καμία από τις καταθέσεις δεν αναφέρεται ότι οι δύο περιφερόμενοι φύλακες είχαν διέλθει από το σημείο αυτό ο ένας 15 λεπτά και ο άλλος 45 λεπτά πριν την εκδήλωση της πυρκαγιάς, χωρίς να αντιληφθούν κάτι, όπως ισχυρίζονται οι εναγόμενοι.

Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι το εν λόγω σκάφος είχε επισκεφθεί ο εναγόμενος Π. Σ., νόμιμος εκπρόσωπος της εναγομένης πλοιοκτήτριας εταιρίας "... Α.Ε.", κατά τις απογευματινές ώρες (περίπου 17.00) της 26.1.2012, όπως ο ίδιος κατέθεσε κατά την προανάκριση και διαλαμβάνεται στην από 31.1.2012 έκθεση ένορκης εξέτασης του ενώπιον των αρμοδίων ανακριτικών υπαλλήλων του Λ.Σ., χωρίς να αναφέρει περαιτέρω το χρόνο αναχώρησής του από αυτό.

Μολονότι ο ανωτέρω είναι καπνιστής, δεν μπορεί να αποδοθεί σε αυτόν αμέλεια για την επέλευση της ζημίας, καθόσον δεν αποδείχθηκε από κανένα στοιχείο ούτε ο χρόνος που παρέμεινε αυτός στο σκάφος ούτε ότι παρέλειψε να σβήσει επιμελώς κάποιο τσιγάρο, γεγονός, βέβαια, που αν συνέβαινε θα οδηγούσε ασφαλώς με βεβαιότητα στην τελευταία εκδοχή του πραγματογνώμονα, σύμφωνα με την οποία, δικαιολογείται η απελευθέρωση μεγάλης ποσότητας πυροθερμικού φορτίου, εφόσον η πυρκαγιά βρισκόταν σε εξέλιξη στο εσωτερικό του σκάφους τουλάχιστον επί 1-2 ώρες πριν την εκδήλωση της.

Ο ισχυρισμός, συνεπώς, αυτός προβάλλεται αυθαίρετα από την ενάγουσα και δεν κρίνεται βάσιμος. Τέλος, σύμφωνα με τον Γενικό Κανονισμό λειτουργίας Τουριστικών Λιμένων (ΦΕΚ Β' 1323/16.09.2003), η "ΕΤ.Α.Δ. Α.Ε.", ως φορέας διαχείρισης της μαρίνας ..., οφείλει αφενός να λαμβάνει όλα τα αναγκαία μέτρα φύλαξης και προστασίας των σκαφών και να διαθέτει πλήρες και εφαρμόσιμο σχέδιο λήψης μέτρων για την πρόληψη και προστασία των εγκαταστάσεων του τουριστικού λιμένα, των ατόμων, των σκαφών και των οχημάτων που βρίσκονται στη ζώνη αυτού, από έκτακτα περιστατικά όπως έκρηξη, πυρκαγιά, ακραία καιρικά φαινόμενα κλπ (άρθρο 3.1 του εν λόγω κανονισμού), αφετέρου να λαμβάνει όλα τα προληπτικά και κατασταλτικά μέτρα και μέσα πυροπροστασίας που προβλέπονται από την υπ' αριθ. 10/2002 Πυροσβεστική Διάταξη, όπως εκάστοτε ισχύει, καθώς και στις κείμενες διατάξεις, για την πρόληψη και αποτροπή πυρκαγιών και ατυχημάτων, καθώς και τη διάσωση ατόμων και υλικών αγαθών που βρίσκονται και διακινούνται στη χερσαία και θαλάσσια ζώνη τους (άρθρο 3.2 του ιδίου ως άνω Κανονισμού).

Από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε ότι κατά τον επίμαχο χρόνο, η εν λόγω διαχειρίστρια είχε λάβει τα ενδεδειγμένα μέτρα για τη φύλαξη των ελλιμενισμένων σκαφών στη ... και, ειδικότερα, είχε αναθέσει με σύμβαση σε ιδιωτική εταιρία φύλαξης την επιτήρηση της χερσαίας ζώνης της μαρίνας και επί πλέον φυλασσόταν αυτή από προσωπικό της ιδίας και άρα ο χώρος ελεγχόταν από τους ανωτέρω, ως προς την πρόσβαση των διερχομένων στους προβλήτες και στους χώρους ευθύνης της.

Επομένως, κρίνονται απορριπτέοι οι περί του αντιθέτου ισχυρισμοί των εναγομένων ότι η επέκταση της πυρκαγιάς και της εξ αυτής ρύπανσης οφείλεται σε υπαιτιότητα της διαχειρίστριας της μαρίνας, καθώς και ο περί συντρέχοντος πταίσματος (της ΕΤ.Α.Δ. ΑΕ) ισχυρισμός, που εν προκειμένω συνιστά αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής, αφού το επικαλούμενο πταίσμα δεν αφορά στην ενάγουσα.

Περαιτέρω, σχετικά με την υποχρέωση τοποθέτησης φυλάκων και λήψεως μέτρων πυρασφαλείας για τα ελλιμενιζόμενα σε τουριστικούς λιμένες σκάφη εκ μέρους των πλοιοκτητριών τους, αυτή επιβάλλεται από το γενικό καθήκον πρόνοιας, επιμέλειας και του να μην ζημιώνει άλλον, που απορρέει από την καλή πίστη και τις κρατούσες κοινωνικές αντιλήψεις και τούτο, διότι πρόκειται για σκάφη αναψυχής, τουριστικά ή και επαγγελματικά με δικαίωμα εκναύλωσης και πρόσληψης πληρώματος (άρθρο 5 του ν. 2743/1999, όπως ίσχυε πριν την τροποποίηση με το ν. 4256/2014).

Συγκεκριμένα, τα μέτρα φύλαξης και προστασίας, που ορίζονται από τον ανωτέρω Κανονισμό, δεν αποσκοπούν στη διατήρηση της καλής και ασφαλούς κατάστασης κάθε σκάφους αναψυχής, στο βαθμό, που κάτι τέτοιο δεν αποτελεί αντικείμενο της σύμβασης ελλιμενισμού μεταξύ της διαχειρίστριας της μαρίνας, εν προκειμένω της "ΕΤ.Α.Δ.

Α.Ε.", και του πλοιοκτήτη κάθε σκάφους, και δεν κατατείνουν στη δημιουργία απεριόριστης ευθύνης της διαχειρίστριας σε περίπτωση που επισυμβεί στο σκάφος κάποιο ζημιογόνος γεγονός, το οποίο εκφεύγει από τη σφαίρα προστασίας και ελέγχου της και το οποίο αποτελεί, ενδεχομένως, αντικείμενο άλλων συμβάσεων, όπως παρακαταθήκης κλπ.

Επομένως, έστω και αν δεν ορίζεται με ειδική διάταξη, για τα σκάφη αναψυχής νομική υποχρέωση φύλαξης αυτών, όπως συμβαίνει με τα πλοία για τα οποία ορίζεται από το νόμο υποχρέωση πραγματοποίησης φυλακών όλο το 24ωρο, η φύλαξη αυτού με φύλακα επιβάλλεται από το ως άνω γενικό καθήκον, δεδομένου ότι και τα εν λόγω σκάφη αποτελούν "πηγή κινδύνων" και, επομένως, η διατήρηση της καλής κατάστασης και της ασφάλειας αυτών, ως περιουσιακών στοιχείων, τα οποία τελούν υπό την εκμετάλλευση των πλοιοκτητών, εντάσσεται ως υποχρέωση στη σφαίρα ευθύνης των τελευταίων.

Έτσι, αν για τα επίδικα σκάφη είχαν μεριμνήσει οι εναγόμενες πλοιοκτήτριες και είχαν λάβει μέτρα φύλαξης, όπως είχαν πράξει άλλοι πλοιοκτήτες (π.χ. του στην θέση ... πρυμνοδετημένου σκάφους "..." κλπ.), θα είχε αποτραπεί η ρύπανση του θαλάσσιου χώρου, αφού η εστία της πυρκαγιάς θα είχε γίνει αμέσως αντιληπτή και δεν θα είχε εξαπλωθεί, κατά τα προαναφερθέντα, και συγκεκριμένα, όπως βεβαίωσε και ο μάρτυρας απόδειξης, αν υπήρχε μόνιμος φύλακας στο μεν σκάφος "..." θα είχε αντιληφθεί την εστία και θα είχε θέσει σε λειτουργία τα μέσα πυρόσβεσης, στα δε λοιπά σκάφη είτε θα είχαν μεριμνήσει για άμεση πυρόσβεση ή θα τα είχαν απομακρύνει, με συνδυασμένες ενέργειες, προκειμένου να αποφευγόταν ο κίνδυνος μετάδοσης αυτής, όπως έπραξε ο πλοιοκτήτης του ελλιμενισμένου στη θέση ...

σκάφους "...", Μ. Β., που ευρισκόταν εντός αυτού, μόλις αντελήφθη τη φωτιά. Να σημειωθεί ότι, βάσει των όρων λειτουργίας της μαρίνας στην συγκεκριμένη προβλήτα, επιτρεπόταν η πρυμνοδέτηση 24 σκαφών, όσα δηλαδή ήσαν πρυμνοδετημένα κατά το χρόνο του συμβάντος και άρα δεν ήταν δυσχερής η απομάκρυνση αυτών. Ο ισχυρισμός των εναγομένων ότι ακόμη και αν υπήρχε μόνιμος φύλακας στα σκάφη δεν θα αποτρεπόταν η ζημία δεν είναι βάσιμος κατ' ουσίαν, κατόπιν των άνω πλήρως αποδειχθέντων πραγματικών περιστατικών.

Επομένως, ο ισχυρισμός της ενάγουσας ότι η υπαίτια παράλειψη φύλαξης των επίδικων σκαφών εκ μέρους των αρμοδίων οργάνων των εναγόμενων πλοιοκτητριών εταιρειών (άρθρο 330 ΑΚ) οδήγησε αιτιωδώς στο ζημιογόνο αποτέλεσμα κρίνεται βάσιμος κατ' ουσίαν. Το ότι δεν αποδόθηκε ποινική ευθύνη για την προκληθείσα ρύπανση στους νομίμους εκπροσώπους των εναγομένων πλοιοκτητριών εταιρειών και η σχετική δικογραφία που σχηματίστηκε στο πλαίσιο της διενέργειας προανάκρισης τέθηκε στο αρχείο, δεν ασκεί επιρροή, καθόσον είναι διαφορετικό το υπό έρευνα ζήτημα της πταισματικής ευθύνης των εναγομένων ...

Η ενάγουσα, ως ιδιωτική επιχείρηση, που διέθεσε τα αναγκαία μέσα και παρείχε τις προαναφερθείσες υπηρεσίες για την αποτελεσματική αντιμετώπιση του εν λόγω περιστατικού θαλάσσιας ρύπανσης, δικαιούται ... την αντίστοιχη αμοιβή της και τις δαπάνες απορρύπανσης από τις ως άνω εναγόμενες, πλοιοκτήτριες εταιρίες των επτά σκαφών, λόγω της κοινής συμμετοχικής ευθύνης αυτών, απορρέουσα από την ως άνω υπαίτια παράλειψη αυτών, που συνδέεται με την επελθούσα συνολική ζημία.

Επίσης, αντικειμενικώς υπόχρεοι, εις ολόκληρον, για την καταβολή της ως άνω αμοιβής και των δαπανών είναι και οι εναγόμενοι διαχειριστές των πλοιοκτητριών εταιριών των εν λόγω σκαφών, ενόψει του ότι, όπως αποδείχθηκε, αυτοί ασκούσαν κατά τον κρίσιμο χρόνο όλες τις πράξεις που αφορούν την εμπορική και τεχνική διαχείριση των σκαφών αυτών, για λογαριασμό των πλοιοκτητριών, γεγονότα εξάλλου που δεν αμφισβητούνται ειδικώς, πλην της εναγομένης Θ.

Β., η οποία ισχυρίζεται ότι δεν ήταν εκπρόσωπος της εναγομένης πλοιοκτήτριας "... ΕΠΕ", ισχυρισμός ο οποίος, ωστόσο, είναι αβάσιμος κατ' ουσίαν και πρέπει να απορριφθεί, διότι, όπως αποδεικνύεται από το προσκομιζόμενο από την ενάγουσα με επίκληση, με αριθμό 15033/23.12.2004 ΦΕΚ ΤΑΕ & ΕΠΕ, την διαχείριση και εκπροσώπηση της εταιρίας αυτής είχε η ανωτέρω μέχρι την 19.3.2012, ήτοι κατά το χρόνο του επίδικου συμβάντος.

Επομένως, οι ανωτέρω νομιμοποιούνται παθητικώς εις ολόκληρον όσον αφορά στις αγωγικές αξιώσεις, σύμφωνα με την ίδια υπό στοιχείο (III) νομική σκέψη". Περαιτέρω το Εφετείο παραθέτει στην απόφαση αναλυτικά ανά ημέρα και ανά είδος εξόδου τη δαπάνη στην οποία υποβλήθηκε η ενάγουσα, η οποία συμποσούται σε 862.350 € και συνεχίζει: "Από το άνω συνολικό ποσό η ενάγουσα έλαβε την 27.3.2012 από την "ΕΤ.Α.Δ.

ΑΕ" το καθαρό ποσό των 212.000 €, πλέον του ΦΠΑ, εκδοθέντος του σχετικού τιμολογίου, το δε υπόλοιπο από 650.350 € δικαιούται να αξιώσει όπως προελέχθη από τους εναγόμενους. Κατά των ανωτέρω κονδυλίων, δεν ανταποδεικνύεται κάτι διαφορετικό, ενώ εξάλλου αυτά έχουν υπολογιστεί με βάση τον ισχύοντα τιμοκατάλογο, που έχει καταρτισθεί με βάση τις συνήθεις στην ναυτιλιακή αγορά τιμές (ΕφΠειρ 945/2013 αδημ.) ...".

Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο, αφού δέχθηκε την έφεση της αναιρεσίβλητης, μεταξύ άλλων, και ως προς τις αναιρεσείουσες και εξαφάνισε ως προς αυτές την πρωτόδικη απόφαση που είχε κρίνει αντίθετα, δέχθηκε στη συνέχεια την αγωγή κατά την επικουρική της βάση και υποχρέωσε τις αναιρεσείουσες να καταβάλουν στην αναιρεσίβλητη, εις ολόκληρον (και με άλλους εναγομένους) το ποσό των 644.350 ευρώ με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής μέχρι την εξόφληση. 4.

Έτσι που έκρινε το Εφετείο, ως προς το παραπάνω κρίσιμο για την έκβαση της δίκης ζήτημα της υπαιτιότητας και ειδικότερα της αμέλειας "των αρμοδίων οργάνων των εναγομένων πλοιοκτητριών εταιρειών", άρα και της νόμιμης εκπροσώπου της πρώτης αναιρεσείουσας, δεχόμενο ότι τα σκάφη αναψυχής αποτελούν "πηγή κινδύνων" και ότι ενόψει αυτού, έστω και αν δεν ορίζεται με ειδική διάταξη νομική υποχρέωση φύλαξης αυτών, παρ' όλα αυτά η φύλαξή τους με φύλακα επιβάλλεται από το γενικό καθήκον πρόνοιας και επιμέλειας και του να μην ζημιώνει κανείς άλλον που απορρέει από την καλή πίστη και τις κρατούσες κοινωνικές συνθήκες, ακολούθως δε, δέχθηκε την έφεση της αναιρεσίβλητης, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, και δέχθηκε την αγωγή και ως προς τις αναιρεσείουσες, παραβίασε ευθέως τις εφαρμοσθείσες ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 297, 298, 330 ΑΚ, 11 και 12 παρ. 1 (α) του ν. 743/1977, όπως η έννοια αυτών, αναλύθηκε στις προαναφερθείσες νομικές σκέψεις, καθώς και τις διατάξεις των άρθρων 1 παρ. 1 και 4, 2 παρ. 2 και 3, 3 και 6 του Γενικού Κανονισμού Λειτουργίας Τουριστικών Λιμένων και 1, 2, 3, 4, 5, 6, 7 και 9 της υπ' αριθμ. 10/2002 Πυροσβεστικής Διάταξης, αρκούμενο σε στοιχεία λιγότερα από εκείνα που ο σχετικός κανόνας απαιτεί για τη γένεση του οικείου δικαιώματος, καθόσον τα ανελέγκτως επί της ουσίας δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά δεν πληρούν το πραγματικό της νομικής έννοιας της αμέλειας στο πρόσωπο της νόμιμης εκπροσώπου της πρώτης αναιρεσείουσας, αφού, κατά τη μείζονα σκέψη, μόνη η παραμονή στον τουριστικό λιμένα του ένδικου σκάφους αναψυχής, στο οποίο επεκτάθηκε η πυρκαγιά που προκλήθηκε σε άλλο ελλιμενισμένο πλοίο, χωρίς δηλαδή την παρεμβολή έκτακτου και ασυνήθιστου αντικειμενικώς περιστατικού, δεν δημιουργεί επικίνδυνη κατάσταση πρόκλησης ρύπανσης, ώστε να γεννάται υποχρέωση των αναιρεσειουσών να προβούν, ως ενδεικνυόμενο από τις περιστάσεις μέτρο αποτροπής της, στην τοποθέτηση επί του εν λόγω σκάφους φύλακα, αφού τέτοια υποχρέωση δεν επιβάλλεται από διάταξη νόμου, ούτε όμως από την καλή πίστη, τις κρατούσες κοινωνικές αντιλήψεις και από το γενικό καθήκον επιμέλειας υπαγορεύεται ως συνήθης ή ευλόγως αναμενόμενη συμπεριφορά.

Επομένως, οι καταχωρούμενοι υπό τους αριθμούς 4, 5 και 6 στο δικόγραφο της αιτήσεως αναιρέσεως, κατ' ορθή εκτίμηση του περιεχομένου τους και εν συνόλω λαμβανόμενοι, λόγοι από τον αρ. 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. είναι βάσιμοι. 5. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, παρελκούσης της έρευνας των λοιπών λόγων, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση, κατά την παρ. 3 του άρθρου 580 ΚΠολΔ, για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από δικαστές διαφορετικούς από αυτούς που εξέδωσαν την απόφαση αυτή.

Επίσης, πρέπει να διαταχθεί, κατά την παρ. 3 του άρθρου 495 ΚΠολΔ, η απόδοση στις αναιρεσείουσες του καταβληθέντος από αυτές παραβόλου. Τέλος, τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειουσών, που κατέθεσαν προτάσεις, πρέπει να επιβληθούν σε βάρος της αναιρεσίβλητης λόγω της ήττας της (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ' αρ. 716/2017 απόφαση του Tριμελούς Εφετείου Πειραιώς (Ναυτικού Τμήματος).

Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί όμως από δικαστές άλλους από αυτούς που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση. Διατάσσει την απόδοση στις αναιρεσείουσες του καταβληθέντος από αυτές παραβόλου.

Και

Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσειουσών, την οποία ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 13 Νοεμβρίου 2019.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 12 Ιουνίου 2020.

Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

(και νυν Αντιπρόεδρος του Αρείου Πάγου)