Legislator Case Law & Legislation
660/2018 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on bill of exchange appealability, ruling bank's failure to check tax docs does not prove bad faith.

Case Number 660/2018
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the First Instance Court's decision regarding a bill of exchange. The appellant argued the bank knew of the underlying debt's defect but failed to verify tax documents, claiming this constituted bad faith. The court held that such a failure could stem from negligence rather than intent, and the burden of proving actual knowledge requires specific facts, not mere omissions.

Legislator headnote

AI generated

Articles 83, 85 of the Code of Civil Procedure; Article 22 of Law 5960/1933: The failure of a holder of a bill of exchange to verify tax documents does not automatically establish knowledge of a defect in the underlying relationship, as negligence cannot be equated to bad faith without specific proof.

Keywords

AI generated
bill of exchange appealability bad faith determination negligence vs fraud tax document verification underlying relationship defect

Cited Legislation

AI generated
Articles 83, 85 of the Code of Civil Procedure
Article 22 of Law 5960/1933
Article 1, paragraph 2 of Law 5960/1933
Article 559, paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Article 577, paragraph 3 of the Code of Civil Procedure
Article 495, paragraph 3 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 660 / 2018 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 660/2018

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Σακκά, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Αβροκόμη Θούα, Μιλτιάδη Χατζηγεωργίου και Κυριάκο Οικονόμου - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 11 Δεκεμβρίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως, Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Τ. Β. του Ν., κατοίκου .... Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Εμμανουήλ Παπουτσή, ο οποίος ανακάλεσε την από 7-12-2017 δήλωσή του για παράσταση με το άρθρο 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ. και παραστάθηκε στο ακροατήριο. Της αναιρεσίβλητης: ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "....", η οποία εδρεύει στην …. και εκπροσωπείται νόμιμα, ως ειδικής διαδόχου της τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία ..., με έδρα τη

... .... Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Μαρίνα - Χαριτίνη Μηλιώνη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 29-6-2011 ανακοπή του ήδη αναιρεσείοντος και την από 25-5-2013 αυτοτελή πρόσθετη παρέμβαση της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Μυτιλήνης και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 303/2015 του ίδιου Δικαστηρίου και 20/2017 του Μονομελούς Εφετείου Βορείου Αιγαίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 6-4-2017 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή, με την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η κατ' αντιμωλίαν των διαδίκων εκδοθείσα κατά την ειδική διαδικασία των πιστωτικών τίτλων υπ' αριθ. 20/2017 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Β. Αιγαίου, η οποία, αφού δέχθηκε τυπικά και κατ' ουσίαν την έφεση της αναιρεσίβλητης και εξαφάνισε την υπ` αριθ. 303/2015 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Μυτιλήνης, στη συνέχεια κράτησε και δίκασε την υπόθεση κατ' ουσίαν, εδέχθη την από 25-5-2013 πρόσθετη παρέμβαση της αναιρεσίβλητης (άρθρα 83,85 ΚΠολΔ), απέρριψε την ανακοπή του αναιρεσείοντος και επικύρωσε την κατόπιν αιτήσεως τούτου εκδοθείσα υπ` αριθ. 178/2011 διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Μυτιλήνης. Η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα [άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 § 1 ΚΠολΔ], είναι παραδεκτή (άρθρο 577 § 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 § 3 ΚΠολΔ).

Επειδή, από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, προκύπτει, ότι λόγος αναιρέσεως για ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται αν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή αν εφαρμοσθεί, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένως, η δε παράβαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 7/2006, 4/2005, ΑΠ 319/2017).

Εξ άλλου, κατά το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ αναίρεση χωρεί αν η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως, αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ανεπάρκεια αιτιολογιών, κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, υπάρχει όταν δεν προκύπτουν από την απόφαση σαφώς και επαρκώς τα περιστατικά που είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διατάξεως ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή όταν η απόφαση έχει ελλείψεις, όσον αφορά το νομικό χαρακτηρισμό των κρίσιμων περιστατικών που έγιναν δεκτά.

Αντιφατικότητα δε αιτιολογιών υπάρχει όταν εξ αιτίας της δεν προκύπτει ποια πραγματικά περιστατικά δέχθηκε το δικαστήριο για να στηρίξει το διατακτικό, ώστε να μπορεί να ελεγχθεί αν σωστά εφάρμοσε το Νόμο. Η αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια πρέπει να έχει σχέση με ουσιώδεις ισχυρισμούς και κεφάλαια παροχής έννομης προστασίας και επιθετικά ή αμυντικά μέσα και όχι με την επιχειρηματολογία των διαδίκων ή του δικαστηρίου, ούτε την εκτίμηση των αποδείξεων, εφ' όσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή διατυπώνεται σαφώς (ΟλΑΠ 24/1992, ΟλΑΠ 1/1999, ΑΠ 133/2017).

Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες.

Δηλαδή μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία", ώστε στο πλαίσιο της διάταξης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ να επιδέχονται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια.

O ανωτέρω λόγος αναιρέσεως δεν ιδρύεται εξ αιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων (ΑΠ 319/2017, 1420/2013). Εξ άλλου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 22 του νόμου 5960/1933 "περί επιταγής", η οποία είναι ταυτόσημη με εκείνη του άρθρου 17 του νόμου 5325/1932 "περί συναλλαγματικής και γραμματίου εις διαταγήν", τα πρόσωπα, που ενάγονται από την επιταγή, μπορούν να αντιτάξουν κατά του κομιστή τις ενστάσεις, οι οποίες στηρίζονται στις προσωπικές σχέσεις μεταξύ αυτών και του εκδότη ή των προηγούμενων κομιστών της επιταγής, μόνο εάν ο κομιστής κατά το χρόνο κτήσεως της επιταγής ενήργησε εν γνώσει προς βλάβη του οφειλέτη.

Η αρχή, που καθιερώνεται με τη διάταξη αυτή - από την οποία, σε συνδυασμό με τη διάταξη του άρθρου 1 του νόμου 5960/1933, απορρέει ο αναιτιώδης χαρακτήρας της ενοχής από την επιταγή, του απροβλήτου των ουσιαστικών ενστάσεων, κατά την οποία τα πρόσωπα, που ευθύνονται από την επιταγή δεν δύνανται να προτείνουν κατά του νόμιμου κομιστή αυτής ενστάσεις, που στηρίζονται στις προσωπικές τους σχέσεις με τον εκδότη ή με τους προηγούμενους κομιστές - κάμπτεται μόνο εφ' όσον εκείνος προς τον οποίο μεταβιβάσθηκε με οπισθογράφηση η επιταγή τελούσε κατά την κτήση της σε γνώση της υπάρξεως των ενστάσεων αυτών και με την αποδοχή της μεταβιβάσεως σε αυτόν της επιταγής ενεργούσε με πρόθεση βλάβης του οφειλέτη.

Τέτοια ενέργεια λαμβάνει χώρα, όταν αυτός γνωρίζει κατά την απόκτηση του τίτλου, ότι με τη μεταβίβαση προς αυτόν είναι δυνατόν να ματαιωθεί η προβολή των προαναφερόμενων ενστάσεων και ότι με τον τρόπο αυτό επιτυγχάνεται η πληρωμή, η οποία χωρίς τη μεταβίβαση αυτή δεν θα πραγματοποιείτο. Η γνώση του κομιστή είναι απαραίτητο να υφίσταται κατά το χρόνο της οπισθογραφήσεως σε αυτόν της επιταγής και δεν ασκεί επίδραση η μεταγενέστερη γνώση.

Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 1251 του ΑΚ, που προβλέπει την ενεχύραση τίτλου σε διαταγή, και 38 του ν.δ. 17.7/13.8.1923 "περί ειδικών διατάξεων επί ανωνύμων εταιριών", το οποίο εξακολουθεί να ισχύει κατά το άρθρο 41 παρ. 1 του ΕισΝΑΚ, προκύπτει, ότι μεταξύ των τίτλων σε διαταγή, που ενεχυράζονται με οπισθογράφηση, χωρίς άλλη διατύπωση, κατά την παραπάνω διάταξη του άρθρου 1251 ΑΚ, είναι και η επιταγή.

Η μη αναζήτηση τιμολογίων από την πλευρά της Τράπεζας ή οποιουδήποτε άλλου κομιστή της επιταγής κατά την ενεχύραση των τίτλων δεν οδηγεί άνευ ετέρου στην επιβεβαίωση και κατάφαση γνώσης, όπως αυτή απαιτείται από τη διάταξη του άρθρου 22 του νόμου 5960/1933, για την ύπαρξη οποιασδήποτε προσωπικής ενστάσεως, την οποία είναι δυνατό να διατηρεί βάσιμα ο εκδότης της επιταγής σε βάρος του λήπτη αυτής.

Η γνώση θα πρέπει να επιβεβαιώνεται θετικώς και να προκύπτει από συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά και να μη συνάγεται απλώς συμπερασματικά, εφ' όσον η καλή πίστη του κομιστή της επιταγής τεκμαίρεται και κατά συνέπεια δεν είναι αρκετή η επισήμανση της παραλείψεως της Τράπεζας να προβεί στην αναζήτηση τιμολογίων ή άλλων εγγράφων, που να πιστοποιούν την υποκείμενη αιτία, για την κατάφαση γνώσεώς της για οποιαδήποτε προσωπική ένσταση (καταπιστευτική επιταγή, επιταγή "ευκολίας", εικονικότητα, τοκογλυφία κ.λπ.).

Τούτο δε διότι η παράλειψη αυτή είναι δυνατό να οφείλεται όχι μόνο σε δόλο, αλλά και σε αμέλεια ακόμη, η οποία υπό την εκδοχή αυτή αναβαθμίζεται ανεπίτρεπτα σε μέγεθος ισοδύναμο προς εκείνο του δόλου και πέραν αυτού, η αξίωση απέναντι στην Τράπεζα ή οποιονδήποτε άλλον κομιστή της επιταγής για την προσκόμιση σ` αυτούς τιμολογίων, που να πιστοποιούν προηγούμενες συναλλακτικές σχέσεις των ενεχόμενων από την επιταγή προσώπων μεταξύ τους (εκδότη και λήπτη, λήπτη και πρώτου οπισθογράφου, πρώτου και δεύτερου οπισθογράφου, δεύτερου και τρίτου οπισθογράφου κ.ο.κ., μέχρι τον τελευταίο κομιστή), στο πλαίσιο των οποίων έχει λάβει χώρα η έκδοση ή καθεμία από τις οπισθογραφήσεις της επιταγής, δεν επιβάλλεται από καμία διάταξη νόμου, ούτε και συνιστά στοιχείο της επιμέλειας, που απαιτείται στις συναλλαγές κατά τον κανόνα του άρθρου 330 εδ.

β του ΑΚ, εντεύθεν η μη ανταπόκριση της Τράπεζας, ως τελευταίας κομίστριας της επιταγής, στο μέτρο αυτό της μη αναγκαίας επιμέλειας, δεν καθιστά καταχρηστική, υπό την έννοια του άρθρου 281 του ΑΚ, την άσκηση της αξιώσεως του ουσιαστικού δικαίου από το αξιόγραφο, με την εμφάνισή του για πληρωμή, τη βεβαίωση για τη μη πληρωμή κ.τ.λ., από τη δικαιούχο της αξιώσεως αυτής, τελευταία κομίστρια της επιταγής.

Εξ άλλου, οποιαδήποτε εγκύκλιος ή τραπεζική πρακτική έχουν σχέση αποκλειστικώς και μόνο με την εσωτερική λειτουργία των καταστημάτων των Τραπεζών, αφορούν στην έκδοση διαταγών, οδηγιών ή και κατευθύνσεων για τη ρύθμιση θεμάτων εσωτερικής οργανώσεως και λειτουργίας της υπηρεσίας τους και δεν έχουν ισχύ νόμου, με αποτέλεσμα να μην γεννώνται δικαιώματα και υποχρεώσεις από αυτές.

Επιπροσθέτως, οι εσωτερικές σχέσεις και ιδιαίτερες συμφωνίες μεταξύ του εκδότη και της λήπτριας της επιταγής σχετικά με το αξιόγραφο και την άσκηση των αξιώσεων από αυτό, πρέπει να αποδεικνύονται από τα υπάρχοντα αποδεικτικά στοιχεία, ότι εμπίπτουν στο πεδίο της γνώσεως της Τράπεζας ή άλλης τελευταίας κομίστριας, δεδομένου ότι τούτο προϋποθέτει, ότι η αμέσως με αυτή συναλλασσόμενη, λήπτρια της επιταγής, θα αποκάλυπτε σε αυτή τις εν λόγω συμφωνίες, κάτι που πρέπει να αποδεικνύεται, ότι συνέβη.

Η υιοθέτηση αντίθετης απόψεως θα οδηγούσε στην πλήρη ανατροπή της αρχής του αναιτιώδους χαρακτήρα της ενοχής από την επιταγή και θα καθιστούσε την αιτία (causa) τόσο της εκδόσεως αυτής, όσο και των οπισθογραφήσεών της, εν τοις πράγμασιν, σε στοιχείο του αξιόγραφου, κάτι που θα οδηγούσε στην αντιστροφή του συστήματος, που καθιερώνεται με το νόμο 5960/1933, δοθέντος ότι, από τις διατάξεις του νόμου αυτού, συνάγεται, ότι η ενοχή από την επιταγή είναι αναιτιώδης, ότι η αιτία εκδόσεως και οπισθογραφήσεως της δεν αποτελεί στοιχείο της επιταγής και ότι αποκαλύπτεται η αιτία μόνο με την προβολή σχετικής ενστάσεως, ότι η αιτία εξέλιπε (έληξε ή δεν επακολούθησε), ότι ήταν εξ αρχής ανύπαρκτη, παράνομη, ανήθικη, ελαττωματική κ.τ.λ., από τον οφειλέτη, που καλείται για την πληρωμή της, είτε με την άσκηση αγωγής εναντίον του, είτε με την έκδοση σε βάρος του διαταγής πληρωμής( ΑΠ 353/2015 ).

Εν προκειμένω, με τους λόγους τής ως άνω αιτήσεως αναιρέσεως, προσάπτεται στην πληττόμενη απόφαση η αιτίαση ότι υπέπεσε στην πλημμέλεια των λόγων αναιρέσεως των αριθμών 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ. Τούτο δε διότι ψευδώς ερμήνευσε τις διατάξεις των άρθρων 1,12 παρ. 1,14,28 και ιδίως αυτή του άρθρου 22 του ν.5960|1933" περί επιταγής" και ψευδώς υπήγαγε τα αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά στον εφαρμοστέο κανόνα δικαίου, όπως είναι η διάταξη του άρθρου 22 του ν. 3690|1933, ενώ και περιέλαβε ψευδείς και ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες επί ζητημάτων κρίσιμων που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση αυτής της δίκης, όπως είναι η θετική γνώση της ανυπαρξίας οιασδήποτε εσωτερικής σχέσης του αναιρεσείοντος ως εκδότου της επιταγής, ως επιταγής ευκολίας, και της λήπτριας, εις διαταγήν της οποίας αυτή εκδόθηκε για να ενισχύει την πιστοληπτική ικανότητα της και την δημιουργία πλαφόν αυτής με σκοπό να χρηματοδοτηθεί από την αναιρεσίβλητη Τράπεζα, η οποία εγνώριζε τα ανωτέρω και παρά ταύτα ενήργησε με σκοπό να τον βλάψει με την είσπραξη της επιταγής αυτής, από ανύπαρκτη αιτία, έχοντας πλήρως την γνώση ότι δεν υφίσταται κατά της λήπτριας αυτή η σχέση και ότι η επιταγή ήταν ευκολίας, στέρησε την απόφαση από την νόμιμη βάση της.

Από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλομένης εφετειακής αποφάσεως (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) προκύπτει ότι, εκτιμώντας αυτή το σύνολο των αποδεικτικών μέσων, που παραδεκτώς επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, δέχθηκε ως προς την ουσία της υποθέσεως τα ακόλουθα: "... Ο ανακόπτων - εφεσίβλητος, ο οποίος είναι πολιτικός μηχανικός στο επάγγελμα και αναλαμβάνει οικοδομικές εργολαβίες και δημόσια έργα, διατηρούσε φιλικές σχέσεις με τον Π.

Κ., Πρόεδρο του Δ.Σ. και νόμιμο εκπρόσωπο της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "...". Επ' αφορμή αυτής της φιλικής σχέσης ο ανακόπτων-εφεσίβλητος εξέδωσε στην ……… σε διαταγή της ανώνυμης εταιρείας "...", με πληρώτρια τράπεζα την " ...", μια μεταχρονολογημένη επιταγή με αριθμό ……59-0, ποσού 50.000 ευρώ, με αναγραφόμενη ημερομηνία έκδοσης 30-4-2011, με χρέωση του υπ' αριθ.

…..1-1 λογαριασμού του που τηρεί στην ανωτέρω τράπεζα. Αιτία έκδοσης της άνω επιταγής αποτέλεσε η πρόθεση του ανακόπτοντος - εφεσιβλήτου να ενισχύσει την πιστοληπτική ικανότητα της άνω λήπτριας εταιρείας και να τη συνδράμει με τον τρόπο αυτό στην προσπάθειά της να εξασφαλίσει απρόσκοπτη χρηματοδότηση από τις τράπεζες με τις οποίες διατηρούσε συνεργασία, όπως, μεταξύ άλλων, το καθού η ανακοπή πιστωτικό ίδρυμα.

Υλοποιώντας το σκοπό αυτό η λήπτρια ανώνυμη εταιρεία οπισθογράφησε προς την καθής η ανακοπή Τράπεζα ... την άνω επίδικη επιταγή στις 14-1-2011. Η τελευταία εμφάνισε εμπρόθεσμα και νομότυπα την επιταγή στις 5-5-2011, πλην όμως αυτή δεν πληρώθηκε, αν και υπήρχε επαρκές υπόλοιπο, λόγω ανακλήσεως της εντολής πληρωμής της εκ μέρους του εκδότη- ανακόπτοντος, όπως αποδεικνύεται από τη σχετική βεβαίωση της πληρώτριας τράπεζας επί του σώματος της επιταγής, με αποτέλεσμα η καθής η ανακοπή τράπεζα να επιδιώξει και να πετύχει κατόπιν της από 15-6-2011 αιτήσεώς της την έκδοση της προσβαλλόμενης υπ' αριθ. 178/2011 διαταγής πληρωμής της δικαστού του Μονομελούς Πρωτοδικείου Μυτιλήνης, με την οποία ο ανακόπτων-εφεσίβλητος υποχρεώθηκε να της καταβάλει το συνολικό ποσό των 50.000 ευρώ, πλέον τόκων και εξόδων.

Η καθής η ανακοπή Τράπεζα ... είχε συνάψει με την ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "..." την υπ' αριθ. ….29/20-10-2003 σύμβαση πίστωσης με ανοιχτό (αλληλόχρεο) λογαριασμό, στο πλαίσιο της οποίας, η παροχή των πιστώσεων προς την πιστούχο γινόταν επ' ενεχύρω χρεογράφων. Δεν αποδείχθηκε όμως από οποιοδήποτε αποδεικτικό στοιχείο ότι η καθής η ανακοπή, κατά τον κρίσιμο χρόνο που κατέστη νόμιμος κομιστής της επιταγής, ήτοι της οπισθογράφησης λόγω ενεχύρου της επίδικης επιταγής προς αυτήν, γνώριζε ότι επρόκειτο περί επιταγής ευκολίας, όπως ισχυρίζεται ο ανακόπτων-εφεσίβλητος και ότι δεν υπήρχε πραγματική συναλλαγή μεταξύ του αντιδίκου της και της εξ οπισθογραφήσεως δικαιούχου ανώνυμης εταιρείας (που ενδιαφέρει εν προκειμένω) και ότι ενήργησε προς βλάβη του ανακόπτοντος - εφεσιβλήτου, ενώ μη πειστική κρίνεται η κατάθεση του εξετασθέντος στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου μάρτυρος του ανακόπτοντος Ν.

Μ., που τυγχάνει να είναι λογιστής της λήπτριας της επιταγής εταιρείας, που έκανε λόγο για ενημέρωση του υπαλλήλου της καθής η ανακοπή τράπεζας στο υποκατάστημα ... των Αθηνών Ι. Ζ. από τον ίδιο ότι επρόκειτο για επιταγή ευκολίας, πλην όμως η κατάθεσή του έχει πλήθος αοριστιών και αντιφάσεων, αφού δεν κατέθεσε πότε έγινε αυτή η ενημέρωση έτσι ώστε να κριθεί η γνώση της τράπεζας τον κρίσιμο χρόνο κτήσης της επιταγής που ενδιαφέρει εν προκειμένω, δεν θυμόταν για ποια επιταγή επρόκειτο (στοιχεία αυτής), κατέθεσε αορίστως ότι "το 90% των επιταγών ήταν ευκολίας", "έγινε κουβέντα με την ...

αρχές του 2011", " συζήτησα προσωπικά αν η επιταγή είναι ευκολίας" και "δεν είπε ο Κ. ότι η επιταγή είναι ευκολίας αλλά η Τράπεζα το γνώριζε", ενώ θα ήταν εύκολο να αποδειχθεί η όποια τυχόν ενημέρωση της τράπεζας από τον εκδότη της επιταγής που θα ήταν ο άμεσα ενδιαφερόμενος να ενημερώσει- γνωστοποιήσει την τράπεζα και όχι ο λογιστής της λήπτριας και ωφελούμενης (από τη χρηματοδότηση) εταιρείας, με την αποστολή ενός εξωδίκου ή εγγράφου σημειώματος που θα είχε επιδοθεί στην καθής τράπεζα.

Αντιθέτως αποδείχθηκε ότι το αντικείμενο εργασιών αφενός του εκδότη (ανακόπτοντος - εφεσιβλήτου) και αφετέρου της λήπτριας (...) της επίδικης επιταγής είναι συναφές, αφού ο εκδότης είναι πολιτικός μηχανικός, κάτοικος ….., με μεγάλο κύκλο εργασιών στην ….αλλά και σε ολόκληρη τη …..και αναλαμβάνει οικοδομικές εργολαβίες και δημόσια έργα, ενώ η λήπτρια ανώνυμη εταιρεία δραστηριοποιείται στον τομέα χονδρικής και λιανικής εμπορίας οικοδομικών υλικών, ειδών υγιεινής και συναφών ειδών, με εγκαταστάσεις στα …..και στη …… και υποκαταστήματα στο ….,στα …., στην …..

και στην ….. Με δεδομένη τη συνάφεια του αντικειμένου της δραστηριότητας εκδότη και λήπτριας της επιταγής και του γεγονότος ότι, λόγω του αναιτιώδους χαρακτήρα της επιταγής, η καθής η ανακοπή τράπεζα, λαμβάνοντας μεταχρονολογημένη επιταγή με οπισθογράφηση ως ενέχυρο δεν ερευνά και ούτε έχει τη σχετική υποχρέωση να ελέγξει τις εσωτερικές σχέσεις μεταξύ ενεχυραστή και οφειλέτη της επιταγής ή να ζητήσει την προσκομιδή κάποιου εγγράφου αποδεικτικού της εμπορικής συναλλαγής με την οποία συνδέεται η μεταχρονολογημένη επιταγή, δεδομένου μάλιστα ότι η επιταγή δυνατόν να προερχόταν και από δανεισμό, οποιαδήποτε δε τραπεζική πρακτική έχει σχέση με την εσωτερική μόνο λειτουργία των διαφόρων καταστημάτων της εκάστοτε τράπεζας και δεν έχει ισχύ νόμου, με αποτέλεσμα να μην γεννώνται δικαιώματα και υποχρεώσεις από την τυχόν πρακτική αυτή, ούτε η μη τήρησή της να δύναται να θεμελιώσει θέμα δόλιας συμπεριφοράς των υπαλλήλων της τράπεζας (ΕφΑΘ 2009/2009 ΕλλΔνη 51.154), οι προστηθέντες υπάλληλοι της τελευταίας προέβησαν σε έλεγχο της υπόστασης της επιταγής, δηλαδή έλεγξαν την αδιάκοπη σειρά των οπισθογραφήσεων και τη συνάφεια των δραστηριοτήτων μεταξύ εκδότη και λήπτριας της επιταγής και επομένως τυχόν παράλειψη αυτών να ζητήσουν περαιτέρω αποδεικτικά στοιχεία της συναλλαγής (τιμολόγια κλπ.) δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι συνιστά αμέλεια αυτών κατά τις συναλλαγές, σύμφωνα με το άρθρο 330 ΑΚ, πολλώ δε μάλλον δεν στοιχειοθετεί δόλο και πρόθεση βλάβης του ανακόπτοντος, όπως απαιτείται για την παραδοχή της νομικής και ουσιαστικής βασιμότητας του προβαλλόμενου λόγου της ανακοπής.

Επίσης, από κανένα στοιχείο δεν αποδείχθηκε ο ισχυρισμός του ανακόπτοντος ότι η καθής η ανακοπή τράπεζα, κατά το χρόνο που έλαβε την επίδικη επιταγή γνώριζε ότι η λήπτρια της επιταγής, με την από 27-5-2010 αίτησή της ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Μυτιλήνης είχε ζητήσει την υπαγωγή της στη ρύθμιση του άρθρου 99 ΠτΚ και ότι, συνεπώς, γνώριζε τα προβλήματα ρευστότητας που αντιμετώπιζε αυτή, ενώ και από την υπ' αριθ. 2/31-1-2011 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Μυτιλήνης (εκούσιας δικαιοδοσίας), που εκδόθηκε επί της ως άνω αιτήσεως και με την οποία διατάχθηκε το άνοιγμα της διαδικασίας συνδιαλλαγής μεταξύ της λήπτριας της επιταγής και των δανειστών αυτής, προκύπτει ότι η καθής η ανακοπή δεν συμμετείχε με κανέναν τρόπο στη δίκη αυτή, ούτε και στη διαδικασία συνδιαλλαγής και, συνεπώς, δεν αποδείχθηκε ότι γνώριζε περί αυτής.

Επομένως, σε καμιά περίπτωση δεν αποδείχθηκε η ύπαρξη θετικής γνώσης των υπαλλήλων της καθής η ανακοπή για την έλλειψη εμπορικής συναλλαγής, στο πλαίσιο της οποίας εκδόθηκε η επίδικη επιταγή και ακόμη περισσότερο σκοπός βλάβης του ανακόπτοντος...". Υπό τις ως άνω παραδοχές, το Εφετείο ορθώς ερμήνευσε και εφήρμοσε τις ανωτέρω διατάξεις, ενώ διέλαβε στην απόφασή του πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, όσον αφορά στην έλλειψη γνώσεως της Τράπεζας κατά τον κρίσιμο χρόνο που κατέστη νόμιμη κομίστρια της επιταγής, ήτοι της οπισθογραφήσεως λόγω ενεχύρου της επίδικης επιταγής προς αυτήν, ότι επρόκειτο περί επιταγής ευκολίας, και στην ανυπαρξία σκοπού βλάβης του ανακόπτοντος -αναιρεσείοντος.

Ειδικότερα, η επιδίωξη της εισπράξεως της επιταγής εκ μέρους της ενεχυρούχου δανείστριας Τράπεζας κατά την ημέρα λήξεως αυτής υπήρξε θεμιτή ανεξάρτητα από την ελαττωματικότητα ή μη της υποκείμενης σχέσεως μεταξύ της ενεχυράστριας της επιταγής και της οφειλέτιδος αυτής, εφ' όσον το ελάττωμα της υποκείμενης σχέσεως μεταξύ οπισθογράφου και οφειλέτιδος ήταν άγνωστο στην Τράπεζα κατά την κτήση της επιταγής (άρθρο 22 ν. 5960/1933]), όπως συμβαίνει στην υπό κρίση υπόθεση, σύμφωνα με τις πραγματικές παραδοχές της προσβαλλομένης.

Ο αποκλεισμός τής εισπράξεως της επιταγής, στην οποία σημειωτέον δεν υπήρξε αναγραφή τής ρήτρας "ουχί εις διαταγήν", στην περίπτωση ελαττωματικότητας τής υποκειμένης σχέσεως μεταξύ εκδότου της επιταγής και ενεχυράστριας αυτής, έρχεται κατ` αρχάς σε ευθεία αντίθεση με τον ίδιο τον αναιτιώδη χαρακτήρα της επιταγής (άρθρο 1 στοιχ. 2 ν. 5960/1933) και περαιτέρω με τον οικονομικό σκοπό του δικαιώματος από την επιταγή, ο οποίος κατατείνει στην ασφάλεια των σχετικών συναλλαγών και στην κυκλοφοριακή αξία της επιταγής, που στηρίζονται ακριβώς στον αναιτιώδη χαρακτήρα της και δεν πρέπει να γίνεται δεκτός παρά μόνον, αν συντρέχουν όλως εξαιρετικές περιστάσεις κακοπιστίας, που δεν υφίστανται εν προκειμένω.

Η μη αναζήτηση τιμολογίων ή άλλων φορολογικών στοιχείων από την αναιρεσείουσα τράπεζα δεν οδηγεί άνευ άλλου τινός στην επιβεβαίωση της γνώσεώς της, όπως απαιτείται από τη διάταξη του άρθρου 22 του νόμου 5960/1933, για την ύπαρξη οποιασδήποτε προσωπικής ενστάσεως, την οποία είναι δυνατόν να διατηρεί βασίμως ο εκδότης της επιταγής εις βάρος της λήπτριας αυτής.

Η γνώση θα πρέπει να επιβεβαιώνεται θετικώς και να προκύπτει από συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά και να μη συνάγεται απλώς συμπερασματικώς, εφ' όσον η καλή πίστη της κομίστριας της επιταγής τεκμαίρεται.

Συνεπώς, δεν είναι αρκετή η επισήμανση της παραλείψεως της Τράπεζας να προβεί στην αναζήτηση τιμολογίων ή άλλων φορολογικών στοιχείων για την κατάφαση και επιβεβαίωση της γνώσεώς της για οποιαδήποτε προσωπική ένσταση, εφ' όσον η παράλειψη αυτή είναι δυνατόν να οφείλεται όχι μόνο σε δόλο, αλλά ακόμη και σε αμέλεια, η οποία, υπό την εκδοχή αυτή, αναβαθμίζεται ανεπιτρέπτως σε μέγεθος ισοδύναμο προς εκείνο του δόλου, συμφώνως και προς τα εκτεθέντα στην μείζονα πρόταση. Επομένως, οι εκ του άρθρου 559 αριθ. 1 και 19 ΚΠολΔ λόγοι του αναιρετηρίου, είναι αβάσιμοι. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η κρινομένη αίτηση ως αβάσιμη, να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος από τον αναιρεσείοντα παραβόλου, λόγω της ήττας του, στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 του ΚΠολΔ) και να καταδικασθεί αυτός, ως ηττηθείς, στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα της τελευταίας (ΚΠολΔ 176, 183 και 191 παρ.2), όπως ειδικότερα αναφέρεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 6-4-2017 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθ. 20/2017 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Βορείου Αιγαίου. Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος από τον αναιρεσείοντα παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δυο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 13 Μαρτίου 2018.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 29 Μαρτίου 2018.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ