Legislator Case Law & Legislation
660/2017 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against bank's acceptance of counter-indicatio due to bad faith and intent to harm.

Case Number 660/2017
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece dismissed the bank's appeal against a lower court's decision regarding a counter-indication in a commercial dispute. The court found the bank acted in bad faith by knowingly accepting a bill of exchange with the intent to harm the defendant's legal position. Consequently, the appeal was rejected, costs were awarded to the defendant, and the original judgment stood.

Legislator headnote

AI generated

Art. 559 no. 1 of the Code of Civil Procedure; The court may reject an appeal based on bad faith and intent to harm if the appellant knowingly accepts a negotiable instrument to create a new creditor relationship while the original debtor has not been paid.

Keywords

AI generated
counter-indication bad faith intent to harm bill of exchange commercial dispute Supreme Court costs award

Cited Legislation

AI generated
Art. 556 no. 1 of the Code of Civil Procedure
Art. 76 no. 1 of the Code of Civil Procedure
Art. 559 no. 1 of the Code of Civil Procedure
Art. 22 of Law 5960/1983
Art. 495 no. 4 of the Code of Civil Procedure
Arts. 176 and 183 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 660 / 2017 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 660/2017

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1’ Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Βασίλειο Πέππα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Γερασίμου Φουρλάνου), Γεώργιο Λέκκα, Αθανάσιο Καγκάνη, Ιωάννη Μπαλιτσάρη και Αγγελική Τζαβάρα, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ, δημόσια στο ακροατήριό του, στις 6 Μαρτίου 2017, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία "... Α.Ε.", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Τσιάντο και κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "... Α.Ε." και το διακριτικό τίτλο "...", που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Βασίλειο Καρπούζα με δήλωση, κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Κοινοποίηση: Τραπεζική Εταιρεία με την επωνυμία "..." που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία δεν εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 24/2/2012 ανακοπή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης.

Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 8760/2013, οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1345/2015 του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 14/10/2015 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Ο Εισηγητής, Αρεοπαγίτης Αθανάσιος Καγκάνης ανέγνωσε την, από 27/4/2016 έκθεσή, του με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη των λόγων της αναιρέσεως.

Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως παραδεκτώς ασκήθηκε από την αναιρεσείουσα Τράπεζα Πειραιώς, αυτοτελώς παρεμβάσα στη δευτεροβάθμια δίκη υπέρ της καθής η ανακοπή - εφεσίβλητης (άρθρο 556 παρ. 1 ΚΠολΔ) και ειδικής, μετά την άσκηση της εφέσεως, διαδόχου εκείνης, η οποία νομίμως και εμπροθέσμως κλητεύθηκε από την αναιρεσείουσα για την αρχικώς ορισθείσα δικάσιμο της 9ης Μαΐου 2016 (βλ. την .../22.12.2015 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή Α. Κ.), οπότε η συζήτηση της υπόθεσης αναβλήθηκε για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο, με σχετική επισημείωση στο πινάκιο επέχουσα θέση κλήτευσης όλων των διαδίκων (άρθρο 226 παρ. 4 ΚΠολΔ).

Συνεπώς, αυτή, αν και δεν παραστάθηκε κατά την προκείμενη δικάσιμο, θεωρείται ότι αντιπροσωπεύεται από την αναγκαία ομόδικό της αναιρεσείουσα (άρθρο 76 παρ. 1 ΚΠολΔ). Από τη διάταξη του άρθ. 559 αρ.1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, λόγος αναιρέσεως για ευθεία παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται, αν αυτός δεν εφαρμόστηκε ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμόστηκε ενώ δεν έπρεπε καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία του κανόνα δικαίου, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή σ’ αυτόν των περιστατικών της ατομικής περιπτώσεως (Ολ.

ΑΠ 10/2011, ΑΠ 191/2013, ΑΠ 486, 568/13). Προς εξεύρεση της παραβιάσεως ελέγχεται ο δικανικός συλλογισμός που διατυπώνεται, έστω και ατελώς, και συγκροτείται από τη μείζονα πρόταση (νομική διάταξη), την ελάσσονα πρόταση (πραγματικές παραδοχές) και το συμπέρασμα. Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ’ ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναιρέσεως, αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν φανερή την παραβίαση και τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των περιστατικών στη διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται. (ΑΠ 609/13, ΑΠ 495/13).

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 22 του ν.5960/1933 "περί επιταγής", τα εξ αναγωγής εναγόμενα πρόσωπα δεν μπορούν να αντιτάξουν κατά του κομιστή ενστάσεις που στηρίζονται σε προσωπικές τους σχέσεις, με τον εκδότη ή τους προηγούμενους κομιστές, εκτός αν ο κομιστής κατά την απόκτηση της επιταγής ενήργησε με γνώση προς βλάβη του οφειλέτη.

Από τη διάταξη αυτή, που εκφράζει το αναιτιώδες της ενοχής από την επιταγή, σαφώς συνάγεται, ότι, κατ’ εξαίρεση μόνον, επιτρέπεται η προβολή τέτοιων ενστάσεων από τον εναγόμενο εξ επιταγής πρόσωπο κατά του κομιστή, αν ο κομιστής, κατά τον χρόνο κτήσεως της επιταγής, αφενός, τελούσε σε γνώση της υπάρξεως των ενστάσεων αυτών κατά του εκδότη ή των πριν από αυτόν κομιστών του τίτλου και αφετέρου ενήργησε αυτός προς βλάβη του οφειλέτη.

Τέτοια ενέργεια, κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, υπάρχει όταν ο κομιστής γνωρίζει, κατά την απόκτηση της επιταγής, ότι με τη μεταβίβασή της σ’ αυτόν είναι δυνατόν να ματαιωθεί η προβολή των ενστάσεων αυτών και ότι επιτυγχάνεται έτσι η πληρωμή της, η οποία χωρίς τη μεταβίβαση αυτή δεν θα επιτυγχανόταν.

Για την απόδειξη της προϋποθέσεως αυτής το περιεχόμενο του στοιχείου αυτού, δεν αρκεί απλή πιθανολόγηση της βλάβης, αλλά πρέπει να υπάρχει συνείδηση βλάβης, δηλαδή γνώση του δυνατού της βλάβης. Σε περίπτωση που ο κομιστής είναι νομικό πρόσωπο, η γνώση και ο σκοπός βλάβης του οφειλέτη κρίνονται από το πρόσωπο του καταστατικού εκπροσώπου., του (ΑΚ 70) ή του αντιπροσώπου του, σε περίπτωση που το νομικό πρόσωπο ενήργησε με αντιπρόσωπο (ΑΚ 214), που έχει, έστω και φαινόμενη, πληρεξουσιότητα, αφού θα ήταν αντίθετο στην καλή πίστη και στα συναλλακτικά έθιμα το νομικό πρόσωπο να μπορεί να επιδιώξει την είσπραξη τίτλου που έλαβε για λογαριασμό του τέτοιο πρόσωπο, αλλά να μην δεσμεύεται από τη συμπεριφορά του προσώπου αυτού κατά την παραλαβή του (βλ.

ΑΠ 1100/2011, ΑΠ 662/2010, ΑΠ 298/2010, ΑΠ 1456/2007). Περαιτέρω, συνήθης είναι στην πράξη η έκδοση καταπιστευτικών αξιόγραφων (συναλλαγματικής ή τραπεζικής επιταγής), που εκδίδονται χάριν εγγυήσεως. Με τον όρο αυτό νοούνται οι περιπτώσεις εκείνες, στις οποίες προσπορίζεται μεν η νομική θέση δικαιούχου του τίτλου, συγχρόνως, όμως, συνομολογείται ότι ο δικαιούχος αυτού, κατά ορισμένο μόνον τρόπο και υπό ορισμένες προϋποθέσεις θα ενασκήσει το δικαίωμα του από τον τίτλο.

Σε όλες αυτές τις περιπτώσεις παρέχεται στον οφειλέτη ένσταση αναβλητική ή ανατρεπτική κατά τις περιστάσεις, βασιζόμενη στην αιτιώδη (υποκείμενη) σχέση, την οποία αυτός, ως εν ιστάμενος, οφείλει να αποκαλύψει και να αποδείξει. Στην κατηγορία των ενστάσεων αυτών υπάγονται, εκτός άλλων, και οι περιπτώσεις, κατά τις οποίες συμφωνείται μεταξύ των ενδιαφερομένων ότι ο αντισυμβαλλόμενος θα δικαιούται να εισπράξει τον τίτλο, υπό την προϋπόθεση ότι εκπληρώθηκαν ορισμένοι όροι από την αιτιώδη σχέση ή θα έχει πληρωθεί άλλη αίρεση ή ακόμη όταν η επιταγή επέχει θέση εγγυοδοσίας και εκδίδεται για ασφάλεια.

μελλοντικής απαιτήσεως του κομιστή, ο οποίος δεσμεύεται να μην κάνει πρόωρη χρήση αυτής.

Με τους πρώτο και δεύτερο λόγους της αναιρέσεως προβάλλεται από την αναιρεσείουσα, αυτοτελώς προσθέτως παρεμβάσα στη δευτεροβάθμια δίκη υπέρ της καθής η ανακοπή - εφεσίβλητης ως ειδικής αυτής διαδόχου η, κατ’ ορθή εκτίμηση των προς θεμελίωσή τους εκτιθεμένων, από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, αιτίαση με την επίκληση ότι, κατ’ εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή της, ουσιαστικού δικαίου, διατάξεως του άρθρου 22 ν. 5960/1933 η προσβαλλομένη απόφαση δέχθηκε, ως και ουσιαστικά βάσιμη, κατ’ αποδοχή της ασκηθείσας από την αναιρεσίβλητη κατά της αντιθέτως κρίνασας πρωτοδίκου αποφάσεως (8760/13 Μ.Πρ.

Θεσ/νίκης) έφεσεώς της, την ένδικη, από το άρθρο 632 ΚΠολΔ, ανακοπή της τελευταίας (αναιρεσίβλητης) κατά της ...2012 διαταγής πληρωμής του Δικαστή του Μον/λούς Πρωτ. Θεσ/νίκης, που εκδόθηκε σε βάρος της από την δικαιοπάροχο της αναιρεσείουσας με βάση την αναφερόμενη σ’ αυτήν Τραπεζική επιταγή που η πρώτη (αναιρεσίβλητη) είχε εκδώσει σε διαταγή της μη διαδίκου στην παρούσα δίκη ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία ...

ΑΕ, (λήπτρια) η οποία, ακολούθως, την μεταβίβασε με οπισθογράφηση σ’ αυτήν (δικαιοπάροχο της αναιρεσείουσας - εφεσίβλητης) στο πλαίσιο της μεταξύ τους καταρτισθείσας και λειτουργήσασας συμβάσεως ανοικτού αλληλόχρεου λογαριασμού, δεχθείσα (εσφαλμένως κατά την προσβαλλομένη αιτίαση) τη συνδρομή της απαιτουμένης για την ουσιαστική ευδοκίμηση αυτής (ανακοπής) προϋποθέσεως ότι η ανωτέρω κομίστρια κατά την 7-7-11, οπότε μεταβιβάστηκε σ’ αυτήν από την ως άνω λήπτρια (εργολάβο) εταιρεία η με αριθμό ...

ένδικη ισόποση τραπεζική επιταγή της ίδιας ως άνω αναιρεσίβλητης εκδότριας (με βάση την οποία εκδόθηκε η ανακοπτομένη διαταγή πληρωμής) η κομίστρια - υπερής η αυτοτελής πρόσθετη παρέμβαση της αναιρεσείουσας αφενός τελούσε σε γνώση της υπάρξεως ενστάσεως της εκδότριας - εργοδότριας αναιρεσίβλητης κατά της ως άνω λήπτριας (εργολάβου) εταιρείας, η οποία καθιστούσε ανεπίτρεπτη την πληρωμή της (μη πλήρωσης της αιρέσεως εκτελέσεως και παραδόσεως από την ως άνω εργολάβο λήπτρια εταιρεία του ανατεθέντος από την αναιρεσίβλητη - εκδότρια (εργοδότρια) έργου, από την οποία είχε εξαρτηθεί η πληρωμή της και αφετέρου ενήργησε προς βλάβη αυτής (αναιρεσίβλητης), παρόλο που τα ως αποδειχθέντα γενόμενα δεκτά πραγματικά περιστατικά απέκλειαν την κρίση αυτή επιβάλλοντας την απόρριψή της (ανακοπής) ως αβασίμου.

Στην προκειμένη περίπτωση από την παραδεκτή (άρθρ 561 παρ. 2 ΚΠολ) επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι, αυτή, μετ’ εκτίμηση των προσκομισθεισών από τους διαδίκους αποδείξεων, δέχθηκε, αναφορικά με τα κρίσιμα για την έκβαση της δίκης ως άνω ζητήματα, τα ακόλουθα: " Δυνάμει συμβάσεως έργου που καταρτίστηκε στις 31-1-2011 μεταξύ της ανακόπτουσας - νυν εκκαλούσας που έχει την έδρα της στο ..., και της ανωνύμου εταιρίας με την επωνυμία "...

A.E" ( μη διαδίκου στην παρούσα δίκη), η οποία είχε αντικείμενο της εμπορικής δραστηριότητας της και την εμπορία, εγκατάσταση και εκμετάλλευση ενεργειακού εξοπλισμού καθώς και τη διαχείριση, παραγωγή και εκμετάλλευση ενέργειας πάσης φύσεως, η τελευταία ανέλαβε τη μελέτη, προμήθεια εξοπλισμών και εγκατάσταση μονάδας παραγωγής ηλεκτρικού ρεύματος με φωτοβολταϊκά στοιχεία, εγκατεστημένης ισχύος 99,66 KWP επί της στέγης του επαγγελματικού κτηρίου της πρώτης (ανακόπτουσας - εκκαλούσας).

Με ρητό συμφωνηθέντα όρο, περιληφθέντα ως άρθρο 10, ορίσθηκε ότι "οι εργασίες κατασκευής του έργου θα αρχίσουν εντός 7 εργασίμων ημερών μετά την υπογραφή του συμφωνητικού και θα διαρκέσουν 40 εργάσιμες μέρες, εκτός εάν υπάρχουν λόγοι ανώτερης βίας, συμπεριλαμβανομένων και των δυσμενών καιρικών συνθηκών, που επιβάλλουν παράταση του χρονοδιαγράμματος".

Η εργολαβική αμοιβή συμφωνήθηκε με σχετικό όρο αυτού, ως άρθρο 7 επί λέξει ως εξής : " Η αμοιβή της εργολάβου για την εκτέλεση του έργου ανέρχεται σε : ΔΙΑΚΟΣΙΕΣ ΕΞΗΝΤΑ ΧΙΛΙΑΔΕΣ ΕΥΡΩ (260.000,00 Ε)..."

ενώ ορίσθηκε, επίσης ρητά, ο τρόπος εξόφλησης αυτής με σχετικό όρο, ως άρθρο 8, επί λέξει ως εξής :: "Το εργολαβικό τίμημα θα καταβάλλεται ως εξής : ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΕΣ ΠΛΗΡΩΜΗΣ, καταβλητέο ποσό, 1η καταβολή κατάθεση σε τραπεζικό λογαριασμό της ... 85.000E με την υπογραφή του συμφωνητικού, 2η καταβολή δίγραμμη επιταγή αξίας 60.000Ε λήξεως 30/6/2011 με την υπογραφή του συμφωνητικού, 3η καταβολή Δίγραμμη επιταγή αξίας 60.000Ε λήξεως 30/7/2011 με την υπογραφή του συμφωνητικού, 4η καταβολή δίγραμμη επιταγή αξίας 60.000 Ε λήξεως 30/8/2011 με την υπογραφή του συμφωνητικού.

Ρητά συμφωνείται ότι μετά την σύνδεση με τη ΔΕΗ και την εκταμίευση των τραπεζικών δανείων, η αποπληρωμή των επιταγών της 2ης,3ης και 4ης, καταβολής, που αναφέρονται στον παραπάνω πίνακα, θα επισπευθεί και θα πραγματοποιηθεί άμεσα πριν τις ημερομηνίες λήξεώς των. Σε περίπτωση καθυστέρησης της σύνδεσης με την ΔΕΗ και κατ’ επέκταση της δυνατότητας εκταμίευσης των τραπεζικών δανείων, η αποπληρωμή της 2ης,3ης και 4ης καταβολής όπως αναφέρεται στον πίνακα, θα παραταθεί ισόχρονα ( όσο απαιτηθεί)".

Επίσης, συμφωνήθηκε ρητά, ως όρος 9, επί λέξει " οι πληρωμές των μετρητών θα γίνονται σε κατάθεση στον Τραπεζικό λογαριασμό ... έναντι των οποίων θα εκδίδονται τα αντίστοιχα προβλεπόμενα από τον Κ.Β.Σ παραστατικά, από την εργολάβο προς τον εργοδότη". Η δήλωση βουλήσεως των συμβαλλομένων ως προς τον ως άνω τρόπο εξοφλήσεως της συμφωνηθείσης εργολαβικής αμοιβής και δια της εκδόσεως των άνω δίγραμμων επιταγών είναι σαφής, και είναι αυτή της "αντί καταβολής" μέρους, ύψους 175.000 ευρώ, χωρίς να δημιουργείται κανένα κενό ή αμφιβολία στο δικαστήριο γι’ αυτή (δήλωση βουλήσεως) ώστε να υποχρεούται σύμφωνα και με τα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη της παρούσης, να προσφύγει στα άρθρα 173 και 200 Α.Κ, για ανεύρεση αυτής (δήλωση βουλήσεως), τελούσε δε αυτή (πληρωμή των δίγραμμων επιταγών) υπό την αναβλητική αίρεση της συνδέσεως του έργου με τη ΔΕΗ (άρα της αποπερατώσεως αυτού) και την με αυτόν τον τρόπο (αποπεράτωση του έργου) δυνατότητα εκταμίευσης των τραπεζικών δανείων που θα καθιστούσαν δυνατή την εξόφληση αυτών (επιταγών), οι οποίες, σημειωτέο, ήταν μεταχρονολογημένες, και πριν από το οκταήμερο χρονικό διάστημα με εναρκτήριο χρόνο τον αναγραφόμενο σ’ αυτές ως χρόνο εκδόσεώς τους, για την περίπτωση που η ως άνω αναβλητική αίρεση με τους ως άνω όρους της επληρούτο σε χρόνο προγενέστερο αυτών, που εφέροντο και ως χρόνος εκδόσεώς τους αλλά και παρατάσεως του χρόνου πληρωμής αυτών ισοχρόνου για την περίπτωση μη πληρωμής των όρων(σύνδεση με ΔΕΗ, λήψη δανείων) αυτής (αναβλητικής αίρεσης).Στα πλαίσια της εν λόγω συμφωνίας η ως άνω εργοδότρια και νυν ανακόπτουσα - εκκαλούσα εξέδωσε στις 30-1-2011, μεταξύ άλλων, και τη με αριθμό ...

δίγραμμη επιταγή της ανωνύμου τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "... A.E" ποσού 60.000 ευρώ, με φερόμενη επ’ αυτής ημερομηνία εκδόσεως την 30-6-2011, που εσύρετο από τον σχετικό τηρούμενο στην ως άνω πληρώτρια τράπεζα λογαριασμό αυτής (ανακόπτουσας), σε διαταγή της ως άνω ανωνύμου εταιρίας, εχούσης την ιδιότητα της εργολάβου εταιρίας στην ανωτέρω συναφθείσα εγγράφως μεταξύ τους σύμβαση έργου.

Η τελευταία ... AE στις 3-2-2011 μετεβίβασε με οπισθογράφηση "ως αξία λόγω ενεχύρου" και παρέδωσε αυτή (άνω επιταγή) στην τραπεζική εταιρία με την επωνυμία "... ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΙΜΙΤΕΔ", με την οποία, σημειωτέο ήδη από το έτος 1999 είχε συνάψει σύμβαση αλληλοχρέου λογαριασμού με συνολικό πιστωτικό όριο το ποσό των 2.500.000.000 δρχ και ήδη σε ευρω 7.336.757,15 ευρώ.

Σημειώνεται ότι, μαζί με την παράδοση τη ως άνω επιταγής προς την καθ’ ης και νυν εφεσίβλητης παρέδωσε και αντίγραφα του ως άνω με ημερομηνία 31-1-2011 ιδιωτικού συμφωνητικού με περιεχόμενο την ως άνω σύμβαση έργου. Η εν λόγω επιταγή αντικαταστάθηκε με τη με αριθμό ... δίγραμμη επιταγή με φερόμενο χρόνο εκδόσεως την 31-12-2011 από την ανακόπτουσα και πάλι ως εκδότρια αυτής σε διαταγή της ως άνω εργολάβου εταιρίας, η οποία οπισθογραφείται και πάλι ως "αξία λόγω ενεχύρου" και παραδίδεται στις 7-7-2011 σ’ αυτή (καθ’ ης η ανακοπή).

Στο σημείο αυτό είναι άξιον επισημάνσεως το γεγονός της γνώσεως από πλευράς της ανακόπτουσας της οπισθογραφήσεως ως αξίας λόγω ενεχύρου προς την καθ’ ης από την λήπτρια αυτής ως άνω εργολάβου εταιρία, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της με αριθμό πρωτ. ...-6-2011 επιστολής αυτής (ανακόπτουσας) προς αυτήν (καθ’ ης) όπου ενδεικτικώς αναφέρεται τμήμα αυτής επί λέξει : "...

αποστέλλουμε στο κατάστημά σας ισόποση επιταγή με αρ. ... λήξη 31/12/2011,σε αντικατάσταση της επιταγής με αρ. ..." λήξη 30/6/2011 προς διευκόλυνση και παράταση χρόνου του ανεκτέλεστου έργου της εταιρίας ... ..." χωρίς να αμφισβητείται καθόλου η ύπαρξη αυτής από αυτή (ανακόπτουσα). Η ως άνω δεύτερη επιταγή (επίδικη) εμφανίστηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα στις 2-1-2012 πλην όμως, μετά από έλεγχο του λογαριασμού του εκδότη της στην πληρώτρια τράπεζα και κατ’ εξουσιοδότηση αυτής, δεν πληρώθηκε καίτοι υπήρχε επαρκές υπόλοιπο σ’ αυτόν, λόγω ανακλήσεως της από αυτόν (εκδότη της).

Σημειώνεται ότι η ανάκληση αυτής κατά νόμο ισοδυναμεί με έλλειψη διαθεσίμων κεφαλαίων στον ως άνω λογαριασμό, από τον οποίο αυτή εσύρετο και καθιστά αυτή ακάλυπτη (βλ. και Εφ.Θρακ. 489/2008 ΔΕΕ 2009.607). Ακολούθως, κατόπιν αιτήσεως της καθ’ ης - νυν εφεσίβλητης σε βάρος της ανακόπτουσας - νυν εκκαλούσας και της ως άνω ενεχυριάστριας οπισθογράφου εταιρίας, σε διαταγή της οποίας εκδόθηκε η επιταγή (μη διαδίκου, όπως προελέχθη, στην παρούσα δίκη) εκδόθηκε η πληττομένη με την ένδικη ανακοπή υπ’ αριθμ. ...2012 διαταγή πληρωμής της Δικαστού του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσ/νίκης, δυνάμει της οποίας υποχρεώθηκαν και οι δύο, εις ολόκληρο ο καθένας να καταβάλουν στην τότε αιτούσα και νυν καθ’ ής η ανακοπή- εφεσίβλητη το ποσό των 60.000 ευρώ, πλέον τόκων και δικαστικών εξόδων.

Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι το συμφωνηθέν έργο δεν αποπερατώθηκε μέσα στον άνω αναφερόμενο ως συμφωνηθέντα χρόνο, αλλά ούτε και σ’ αυτόν της παρατάσεώς του (20-7-2011 βλ. την με ημερομηνία συντάξεως 29-6-2011 επιστολή της εργολάβου εταιρίας προς την εργοδότρια εταιρία), με αποτέλεσμα η ανακόπτουσα - νυν εκκαλούσα με την από 8-9-2011 έγγραφη δήλωσή της, η οποία επιδόθηκε στην ως άνω εργολάβο εταιρία στις 12-9-2011 (βλ.

υπ’ αριθμ. ... / 12-9-2011 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο πρωτοδικείο Θεσ/νίκης Ε. Δ.) να υπαναχωρήσει από τη σύμβαση, ζητώντας και την επιστροφή των επιταγών, μεταξύ των οποίων και την επίδικη, επέδωσε δε και σχετική δήλωσή της στις 29-12-2011 στην καθ’ ης - νυν εφεσίβλητη (βλ. επ’ αριθμ. ... 29-12-2011 έκθεση επιδόσεως του ως άνω δικαστικού επιμελητή), με την οποία, αφού της γνωστοποιούσε την καταγγελία της συμβάσεως, της ζητούσε την επιστροφή της επιδίκου επιταγής και τη μη εμφάνισή της προς πληρωμή.

Επίσης, αποδείχθηκε ότι οι νόμιμοι εκπρόσωποι και αρμόδιοι υπάλληλοι της άνω τραπεζικής εταιρίας και νυν καθ’ ης η ανακοπή - εφεσίβλητης, κατά την ημεροχρονολογία κτήσεως της ως άνω δεύτερης επιταγής (επίδικης), ήτοι στις 7-7-2011 είχε γνώση της ύπαρξης του ως άνω ιδιωτικού συμφωνητικού, αφού, όπως προελέχθη, της είχε ενεχεριασθεί ήδη κατά την παράδοση σ’ αυτή της ως άνω πρώτης επιταγής (3-2-2011), σε αντικατάσταση της οποίας έλαβε την επίδικη, γεγονός που ουδόλως από αυτή αμφισβητείται.

Και ναι μεν οι σ’ αυτό (ιδιωτικό συμφωνητικό) περιλαμβανόμενοι όροι, μεταξύ των οποίων και η πιο πάνω αναβλητική αίρεση, δεν μπορούσαν να δεσμεύουν αυτή ως τρίτη με την έννοια του νόμου, δεδομένου ότι δεν προέκυπταν από το ίδιο σώμα αυτής (αρχή της γραμματοπάγειας στο αξιογραφικό δίκαιο), πλην όμως από την επισκόπηση αυτού ευχερώς γινόταν αντιληπτό και γνώριζαν κατά το χρόνο κίνησης αυτής (επιταγής) την ύπαρξη της γεγεννημένης ως άνω ενστάσεως της ανακόπτουσας - εργοδότριας του έργου και εκδότριας της επιταγής έναντι της λήπτριας αυτής και ως άνω εργολάβου εταιρίας, η οποία ενόψει των ως άνω όρων της καθιστούσε και αβέβαιη χρονικά και επισφαλή την αξίωση της τελευταίας έναντι αυτής, αν μάλιστα ληφθεί υπόψη και η ως άνω αντικατάσταση των επιταγών, γεγονός που έπρεπε, τουλάχιστον στις 7-7-2011 να μην δεχθούν την ως άνω ενεχυριακή οπισθογράφηση, προστατεύοντας έτσι τα συμφέροντά της, παρά ταύτα ενήργησαν αντίθετα και με τον τρόπο αυτό γνώριζαν ότι απέκοπταν την ανακόπτουσα και εκδότρια αυτής από τη δυνατότητα προβολής της γεγεννημένης ενστάσεως της έναντι της ως άνω συμβαλλομένης της και λήπτριας της επιταγής, αφού αυτή (καθ’ ης) ως ενεχυριούχος δανείστρια αποκτούσε δυνάμει αυτής (ενεχυριακής οπισθογραφήσεως) αυτοτελή και ανεξάρτητη νομική θέση έναντι της ενεχυριούχου οπισθογράφου (βλ.

Α.Π 440/2012 δημ. ΝΟΜΟΣ), ενεργώντας έτσι με σκοπό βλάβης αυτής και συμφέρον της καθ’ ης, για απόκτηση και ενός επιπλέον οφειλέτη έναντι αυτής για είσπραξη μέρους του ποσού του ως άνω αλληλόχρεου λογαριασμού που τηρούσε με την ως άνω πιστούχο της εταιρία)." ‘ Ετσι που έκρινε το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δεν προέβη σε εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή της, ουσιαστικού δικαίου, διάταξης του άρθρου 22 ν 5960/1933 καθόσον δέχθηκε, με πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, της ελάσσονος προτάσεως του δικανικού της συλλογισμού που αναφέρεται στην παραπάνω διάταξη τη συνδρομή των από την τελευταία (22 ν.5960/1933) απαιτουμένων και στη μείζονα σκέψη αναφερομένων για την ουσιαστική ευδοκίμηση αυτής προϋποθέσεων και ειδικότερα, α)της υπάρξεως κακής πίστεως της κομιστρίας, δικαιοπαρόχου της αναιρεσείουσας, κατά τον κρίσιμο χρόνο της 7-7-11, οπότε μεταβιβάστηκε σ’ αυτήν από τη λήπτρια - εργολάβο - της εταιρείας η από την αναιρεσίβλητη εκδοθείσα ένδικη ειδική τραπεζική επιταγή [με αριθμό ...

σε αντικατάσταση της ... ισόποσης τραπεζικής επιταγής της ίδιας εκδότριας], απορρέουσα (κακή πίστη) από τη γνώση (κατά τον χρόνο αυτό) ότι η πληρωμή αυτής είχε εξαρτηθεί από την αίρεση της περατώσεως και παραδόσεως από την ως άνω λήπτρια εργολάβο του, ανατεθέντος από την αναιρεσίβλητο - εργοδότρια, έργου, η οποία (αίρεση) δεν είχε πληρωθεί, ευχερώς εντεύθεν συναγομένης της γνώσεως της αναιρεσείουσας τράπεζας ότι η επίδικη τραπεζική επιταγή είχε εγγυητικό χαρακτήρα και είχε δοθεί προς εξασφάλιση μελλοντικής απαιτήσεως του εργολάβου και όχι προς εξασφάλιση γεγεννημένης απαιτήσεως αυτής και β) της ενεργείας της αναιρεσείουσας με πρόθεση βλάβης της οφειλέτριας - αναιρεσίβλητης με την υποστηρίζουσα την παραδοχή αυτή αιτιολογία ότι "με τον τρόπο αυτό, ( της κτήσεως δηλαδή με οπισθογράφηση της επίδικης επιταγής), εγνώριζε ότι η υπερής η αυτοτελής πρόσθετη παρέμβαση - καθής η ανακοπή απέκοπτε την ανακόπτουσα και εκδότρια της επιταγής (αναιρεσίβλητο) από τη δυνατότητα προβολής της γεγεννημένης ενστάσεώς της έναντι της ως άνω συμβαλλομένης της και λήπτριας της επιταγής, αφού αυτή (καθής η ανακοπή) ως ενεχυριούχος δανείστρια αποκτούσε αυτοτελή και ανεξάρτητη νομική θέση έναντι της ενεχυρούχου οπισθογράφου (ΑΠ 440/2012), ενεργώντας έτσι με σκοπό βλάβης αυτής και προς το συμφέρον ης ίδιας, για απόκτηση και ενός επιπλέον οφειλέτη της ιδίας, για απόκτηση και ενός επιπλέον οφειλέτη έναντι αυτής για είσπραξη μέρους του ποσού του ως άνω αλληλόχρεου λογαριασμού που τηρούσε με την ως άνω πιστούχο εταιρεία." Υπό τις παραδοχές αυτές της προσβαλλομένης αποφάσεως οι οποίες δικαιολογούν το αποδεικτικό πόρισμα, υπό την έννοια της ορθής υπαγωγής των που ανελέγκτως γενομένων δεκτών ως αποδειχθέντων πραγματικών περιστατικών στο πραγματικό του εφαρμοσθέντος ως άνω κανόνος δικαίου (αρθ. 22 ν.5960/33)και καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο, δεν βρίσκουν έρεισμα εφαρμογής οι προβαλλόμενες, από το αρθ. 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, αιτιάσεις οι οποίες, για το λόγο αυτό κρίνονται απορριπτέες ως αβάσιμες.

Κατ’ ακολουθίαν όλων των ως άνω αναφερθέντων και ενόψει της μη προβολής άλλου αναιρετικού λόγου προς έρευνα, πρέπει ν’ απορριφθεί, στο σύνολό της, η ένδικη αίτηση αναιρέσεως, να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (αρ. 495 παρ. 4 ΚΠολΔ) και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσιβλήτου (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την, από 14-10-15 και με αριθμ. ..., αίτηση αναιρέσεως της 1345/2015 τελεσιδίκου αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.

ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσιβλήτου από δύο χιλιάδες επτακόσια (2700)ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 20 Μαρτίου 2017.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 27 Απριλίου 2017.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ