Legislator Case Law & Legislation
660/2012 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds and rejects claim of evidence misinterpretation regarding co-ownership.

Case Number 660/2012
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal filed by heirs against a second-instance court decision regarding property co-ownership. The appellants argued the lower court misinterpreted a specific judgment, but the court found its reasoning based on witness testimonies and other evidence rather than a single document. Consequently, the appeal was rejected as unfounded, and the appellants were ordered to pay the legal costs.

Legislator headnote

AI generated

Art. 559 para. 19 of the Code of Civil Procedure; Art. 559 para. 20 of the Code of Civil Procedure: The Supreme Court does not review factual assessments or evidence evaluation, and an appeal based on alleged misinterpretation of a document is inadmissible unless the decision relies exclusively on that document to reach a conclusion contrary to the appellant's view.

Keywords

AI generated
Code of Civil Procedure appeal admissibility factual assessment evidence evaluation co-ownership dispute legal costs heir succession

Cited Legislation

AI generated
Art. 559 para. 19 of the Code of Civil Procedure
Art. 559 para. 20 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
OL.AP 2/2008
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 660 / 2012 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 660/2012

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Αντιπρόεδρο, Χαράλαμπο Δημάδη, Σπυρίδωνα Μιτσιάλη, Δημήτριο Μαζαράκη και Ερωτόκριτο Καλούδη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 8 Φεβρουαρίου 2012, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1. Ν. Α. του Γ., 2. Γ. Α. του Α. και 3. Ε. συζ. Γ. Α., το γένος Α. Γ., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Σπυρίδωνα Πετρίδη, ο οποίος ανακάλεσε την από 18-1-2012 δήλωσή του εκ του άρθρου 242 παρ.2 του ΚΠολΔ και παραστάθηκε αυτοπροσώπως και δήλωσε ότι ο δεύτερος Γ. Α. απεβίωσε στις 8-5-2010 και κληρονομήθηκε από την σύζυγό του Ε. Α. - ήδη τρίτη αναιρεσείουσα και από τα τέκνα του Ν. Α. -ήδη πρώτο αναιρεσείοντα και Α. Α., οι οποίοι συνεχίζουν την βιαίως διακοπείσα δίκη και εκπροσωπήθηκαν από τον ίδιο ως άνω πληρεξούσιο δικηγόρο τους.

Των αναιρεσίβλητων: 1. Μ. χας Μ. Κ., το γένος Γ. Μ. και 2. Ε. συζ. Γ. Μ., το γένος Μ. Κ., κατοίκων ..., οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Κωνσταντίνο Ψαρρό.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20-2-2006 αγωγή των ήδη αναιρεσίβλητων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 28905/2007 του ίδιου Δικαστηρίου (που διορθώθηκε με την αριθμ. 21160/2008) και 2848/2009 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 24-3-2010 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ερωτόκριτος Καλούδης ανέγνωσε την από 6-12-2010 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.

Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος των αναιρεσίβλητων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. -Μετά την άσκηση της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης και, ειδικότερα, στις 8.5.2010 πέθανε ο δεύτερος εναγόμενος και ήδη δεύτερος αναιρεσείων Γ. Α. του Α.. Οι εγγύτεροι συγγενείς αυτού και μοναδικοί εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του Ε. Α., Ν. Α. (ήδη πρώτος αναιρεσείων) και Α. Α., σύζυγος και τέκνα του, αντίστοιχα, όπως προκύπτει από τα, με επίκληση, προσκομιζόμενα από τους ίδιους έγγραφα, αλλά και δεν αμφισβητείται από τους αναιρεσίβλητους, με προφορική δήλωση του πληρεξούσιου δικηγόρου τους Σπυρίδωνος Πετρίδη, που καταχωρίστηκε στα πρακτικά, γνωστοποίησαν νόμιμα το θάνατο του πιο πάνω άμεσου δικαιοπαρόχου τους και την εκούσια στο όνομά του επανάληψη της δίκης, που διακόπηκε βίαια, η οποία πλέον συνεχίζεται νόμιμα.

ΙΙ. -Κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση όταν στο αιτιολογικό, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν αναφέρονται καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, και έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν, στη συγκεκριμένη περίπτωση, συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε.

Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχτηκε τα εξής: "Το επίδικο ακίνητο είναι εδαφοτεμάχιο, εκτάσεως 95,07 τ.μ., βρίσκεται στο Δήμο Πυλαίας ... Θεσσαλονίκης και ορίζεται ..., όπως τούτο εμφαίνεται στο από Ιουνίου 1997 τοπογραφικό διάγραμμα του πολιτικού μηχανικού Μ.

Κ.. Το επίδικο εδαφοτεμάχιο συνορεύει νοτιοανατολικά επί πλευράς Ζ-Η με όμορο οικόπεδο των εναγουσών, στο οποίο υφίσταται ισόγειος οικία εμβαδού 79,04 τ.μ., οι οποίες είχαν πρόσβαση σ' αυτό από ένα διάδρομο, μήκους 1,10 τ.μ., που συνέδεε το επίδικο με την ιδιοκτησία τους, και ο Μ. Κ., σύζυγος της πρώτης και πατέρας της δεύτερης, που απεβίωσε τη 19.9.1982 και κληρονομήθηκε εξ αδιαθέτου από τις ενάγουσες κατά ποσοστό 1/4 η πρώτη και 3/4 η δεύτερη, χρησιμοποιούσε από το έτος 1945 την υπάρχουσα σ' αυτό παλαιά αποθήκη, εμβαδού 10 τ.μ.

περίπου, την οποία χρησιμοποιούσε ως στάβλο και είχε κατασκευάσει και τουαλέτα για την εξυπηρέτηση της παρακείμενης οικίας του. Στο ως άνω επίδικο τμήμα και στην πλευρά Η-Π-Ο-Ξ (όπως φαίνεται στο παραπάνω σχεδιάγραμμα), κατά την οποία συνορεύει με όμορο ακίνητο των εναγομένων, είχε κατασκευασθεί από τους τελευταίους περί το έτος 1980 διαχωριστικό τοιχίο από τούβλα, ύψους περίπου δύο μέτρων, στην προέκταση του ανατολικού τοίχου του στάβλου και στη θέση της παλαιάς περίφραξης, που είχε κατασκευάσει ο Μ.

Κ.. Μετά το θάνατο του τελευταίου οι ενάγουσες συνέχισαν να νέμονται το επίδικο οικοπεδικό τμήμα, κατά το ποσοστό της εξ αδιαθέτου μερίδας τους, αφού το μεν κτίσμα το χρησιμοποιούσαν ως αποθήκη, τοποθετώντας εκεί διάφορα αντικείμενα, όπως οικοδομικά εργαλεία του συζύγου της δεύτερης ενάγουσας, αλλά και βαρέλια με πετρέλαιο, τα οποία χρησιμοποιεί η πρώτη για τη θέρμανση της οικίας της, η οποία βρίσκεται στο όμορο οικόπεδό τους, ενώ μέχρι και το έτος 2002 χρησιμοποιούσαν και την τουαλέτα, την οποία έπαψαν να χρησιμοποιούν γιατί κατασκεύασαν νέα πλησίον της οικίας για την καλλίτερη εξυπηρέτηση της υπερήλικης πρώτης ενάγουσας, αφ' ετέρου δε φρόντιζαν και περιποιόνταν τα εντός αυτού δένδρα (συκιά και φραγκοσυκιές).

Έτσι οι ενάγουσες συνέχιζαν, με εξουσιαστική βούληση, τις διακατοχικές πράξεις του δικαιοπαρόχου τους επί του επίδικου τμήματος, μέχρι και το Σεπτέμβριο του έτους 2005, για δε τα περιστατικά της συνεχούς νομής του από αυτές με σαφήνεια κατέθεσε η από την πλευρά τους εξετασθείσα μάρτυρας, η οποία έχει άμεση γνώση λόγω των συχνών επισκέψεών της στην οικία που κατοικεί η πρώτη ενάγουσα-γιαγιά της, ενώ αντίθετα ο μάρτυρας ανταποδείξεως κατέθεσε ότι έχει καιρό να επισκεφθεί το επίδικο.

Μάλιστα οι ενάγουσες με την .../13.6.2005 δήλωση αποδοχής κληρονομίας ενώπιον της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Ευαγγελίας Κομνηνού-Κουρού, που μεταγράφηκε νόμιμα, αποδέχθηκαν το περιελθόν στις ίδιες από κληρονομιά του δικαιοπαρόχου τους οικόπεδο, εμβαδού 201,71 τ.μ., στο οποίο συμπεριλαμβάνεται και το επίδικο τμήμα εμβαδού 95,07 τ.μ.

Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι στις 9.9.2005, οι εναγόμενοι, συγκύριοι της όμορης νοτιοανατολικά με το ευρύτερο ακίνητο των εναγουσών ιδιοκτησίας τους, αφού κατέστρεψαν το τούβλινο τοιχίο, που είχαν οι ίδιοι κατασκευάσει και χώριζε το επίδικο οικοπεδικό τμήμα από την ιδιοκτησία τους, κατέλαβαν το επίδικο τμήμα, ξερίζωσαν ορισμένα δένδρα, κατέστρεψαν την υπάρχουσα σ' αυτό αποθήκη, που υπήρχε σ' αυτό και χρησιμοποιούσαν, όπως προαναφέρθηκε, αρχικά ο δικαιοπάροχος των εναγουσών και στη συνέχεια μετά το θάνατό του οι ίδιες, και απέκοψαν την είσοδο σ' αυτές, τοποθετώντας, στην πλευρά Ζ-Η, με την οποία το επίδικο εδαφοτεμάχιο ενωνόταν με το μείζον ακίνητο των εναγουσών, σιδερένιο κιγκλίδωμα, ύψους 2 μέτρων περίπου, ενσωματώνοντας με τον τρόπο αυτό το επίδικο στο όμορο ακίνητο ιδιοκτησίας τους, και με τον τρόπο αυτό απέβαλλαν παράνομα τις ενάγουσες από τη σύννομή τους επί του επιδίκου.

Οι εναγόμενοι ισχυρίζονται ότι πράγματι κατασκεύασαν αυτοί το τοιχίο, από το οποίο διαχωρίζεται το επίδικο εδαφοτεμάχιο με το όμορο ακίνητο ιδιοκτησίας τους, το έτος όμως 1995 (αντί του προαποδειχθέντος 1980), αλλά μόνο προκειμένου να προφυλάξουν τα ανήλικα τέκνα τους από τα μπάζα και τη ετοιμόρροπη αποθήκη.

Ο εν λόγω όμως ισχυρισμός τους, τον οποίο οι εξετασθέντες με επιμέλειά τους μάρτυρες στην προσπάθεια συμπόρευσής τους μη πειστικά επιβεβαιώνουν, εκτός του ότι αντικρούεται πλήρως από τις αντίθετες καταθέσεις των λοιπών μαρτύρων, αντίκειται στα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής, καθόσον αν πράγματι ήταν νομείς της επίδικης έκτασης, όπως ισχυρίζονται, θα προέβαιναν στη καθαίρεση της ετοιμόρροπης αποθήκης και στην απομάκρυνση των επικίνδυνων για τα τέκνα τους αντικειμένων και δεν ήταν αναγκαίο να προβούν σε ανέγερση τοιχίου και να διαχωρίσουν έτσι το ακίνητό τους.

Αντίθετα από τα ίδια αποδεικτικά μέσα δεν προέκυψε ότι αυτοί ήταν συννομείς του επιδίκου, αφού καμία πράξη νομής δεν άσκησαν στο επίδικο οικοπεδικό τμήμα κατά το προηγούμενο χρονικό διάστημα πριν από το Σεπτέμβριο του έτους 2005, καθόσον αφ' ενός μεν το κατασκευασθέν απ' αυτούς τοιχίο εμπόδιζε τη χρήση της εν λόγω έκτασης, αφού δεν αποδείχθηκε η ύπαρξη κάποιας πόρτας σ' αυτό (τοιχίο), που τους επέτρεπε την είσοδο στο επίδικο τμήμα, εφ' ετέρου δε ο ισχυρισμός τους ότι εισέρχονταν σ' αυτό από παρακείμενο έτερο τμήμα της ιδιοκτησίας τους δεν αποδείχθηκε, ανεξάρτητα του ότι μόνη η δυνατότητα εισόδου στο επίδικο δεν αποτελεί και εμφανή πράξη νομής.

Η παραπάνω κρίση του δικαστηρίου, ότι δηλαδή συννομείς του επίδικου τμήματος μέχρι την 9.9.2005 ήταν οι εφεσίβλητες-ενάγουσες και προηγούμενα νομέας αυτού ο δικαιοπάροχός τους Μ. Κ. ενισχύεται και από το ότι με την 761/1969 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης (διαδικασίας ασφαλιστικών μέτρων), που εκδόθηκε επί αιτήσεως του δεύτερου των εναγομένων και του Π.

Δ. κατά του δικαιοπαρόχου των εναγουσών, με την οποία απορρίφθηκε η αίτηση, που αφορούσε τη νομή της επί του επιδίκου αποθήκης (στάβλου), καθόσον κρίθηκε ότι αυτή (αποθήκη) νεμόταν από πολλών ετών ο δικαιοπάροχος των εναγουσών. Αντίθετη δε από τα παραπάνω κρίση δεν μπορεί να στηριχθεί στην προσαγόμενη από τους εναγομένους τεχνική έκθεση του πολιτικού μηχανικού Π.

Σ., αφού στη προκείμενη περίπτωση, δεν ασκεί επιρροή αν το επίδικο τμήμα εμπεριέχεται στον τίτλο κτήσης τους, δεδομένου ότι η υπό κρίση αγωγή αντικείμενο έχει την προστασία της νομής των εναγουσών και όχι αυτή της κυριότητας. Κατ' ακολουθία όλων των ανωτέρω πλήρως αποδείχθηκε, ότι οι ενάγουσες είναι συννομείς του επίδικου οικοπεδικού τμήματος ακινήτου (εμβαδού 95,07 τ.μ.), κατά ποσοστό 1/4 η πρώτη και 3/4 η δεύτερη εξ αδιαιρέτου και έχουν αποβληθεί παράνομα και χωρίς τη θέλησή τους από αυτό και συνεπώς έχουν δικαίωμα να αξιώσουν την απόδοση της νομής τους από τους επιληψίμως κατέχοντες αυτό εναγομένους".

Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο κατέληξε στην κρίση, ότι η ένδικη περί αποβολής από τη νομή του επίδικου ακινήτου αγωγή των αναιρεσιβλήτων είναι βάσιμη και κατ' ουσίαν και απέρριψε ως αβάσιμη την έφεση των εναγομένων (αναιρεσειόντων) κατά της εκκαλούμενης απόφασης του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, το οποίο είχε εκφέρει όμοια κρίση.

Με βάση αυτά που δέχτηκε και, έτσι, που έκρινε το Εφετείο, δεν στέρησε την απόφασή του από τη νόμιμη βάση της, αφού ως προς τα ουσιώδη ζητήματα - και στοιχεία της βάσης της ένδικης αγωγής- ότι οι αναιρεσίβλητες ήταν συννομείς του επίδικου ακινήτου, κατά το χρόνο της αποβολής τους από τους αναιρεσείοντες (άρθρα 974, 980, 981, 984 και 987 ΑΚ), δηλαδή το Σεπτέμβριο του 2005, διέλαβε στην απόφαση, σαφείς, πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, οι οποίες επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο για τη ορθή εφαρμογή των διατάξεων του ΑΚ που προαναφέρθηκαν.

Γι' αυτό ο πρώτος, κατά το πρώτο μέρος του, λόγος της αναίρεσης, από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.

ΙΙΙ. -Ως διδάγματα της κοινής πείρας θεωρούνται γενικές αρχές που συνάγονται επαγωγικώς από την καθημερινή παρατήρηση της εμπειρικής πραγματικότητας, τη συμμετοχή στις συναλλαγές και τις γενικές τεχνικές ή επιστημονικές γνώσεις, οι οποίες έχουν γίνει κοινό κτήμα και χρησιμοποιούνται από το δικαστήριο για την εξειδίκευση των αόριστων νομικών εννοιών και για την έμμεση απόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή την εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των αποδεικτικών μέσων που προσκομίστηκαν.

Η παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας ιδρύει, κατά τη σαφή έννοια του άρθρου 559 παρ. 1 εδάφ. β' ΚΠολΔ, λόγο αναίρεσης μόνο αν αυτά χρησιμοποιήθηκαν εσφαλμένως από το δικαστήριο κατά την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή σ' αυτούς των πραγματικών περιστατικών που αποδείχθηκαν και όχι προς έμμεση απόδειξη ή προς εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των αποδεικτικών μέσων που προσκομίστηκαν (ΟλΑΠ 2/2008, 8,10,11/2005).

Στην προκείμενη περίπτωση, με τον πρώτο, κατά το δεύτερο μέρος του, λόγο της αναίρεσης, προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 1 εδάφ. β' του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, γιατί το Εφετείο, με το να δεχθεί αναφορικά με τον ισχυρισμό των αναιρεσειόντων, που πρότειναν προς απόκρουση της ένδικης αγωγής ότι το τοιχίο στο επίδικο το κατασκεύασαν για προστασία των παιδιών τους, ότι "δεν ανταποκρίνεται στη λογική, αφού, στην περίπτωση αυτή, (οι αναιρεσείοντες) αν ήταν νομείς της επίδικης έκτασης, θα προέβαιναν στην καθαίρεση αυτής και την απομάκρυνση των επικίνδυνων γι' αυτά αντικειμένων" παραβίασε τους κανόνες της λογικής και τα διδάγματα της κοινής πείρας, γιατί "από αυτά δεν προκύπτει οποιοσδήποτε κανόνας ο οποίος να απαγορεύει υποχρεωτικά στον κύριο και νομέα δύο όμορων ακινήτων ή τμημάτων ενιαίου ακινήτου να διαχωρίζει τα ακίνητα ή τα τμήματα του ακινήτου του μεταξύ τους κατά όποιον τρόπον επιθυμεί, πολύ δε περισσότερο, όταν το ένα από τα δύο αποτελεί εστία κινδύνου λόγω απόθεσης σε αυτό διαφόρων ατάκτως ερριμένων αντικειμένων (μπάζων κ.λπ) ή της ύπαρξης ετοιμόρροπων κτισμάτων.

Επίσης, από πουθενά δεν απαγορεύεται να διατηρεί κάποιος εντός της ιδιοκτησίας του τέτοια αντικείμενα και κτίσματα. Και κυρίως η κατασκευή οποιασδήποτε περίφραξης εντός ιδιοκτησίας δεν υποδηλώνει υποχρεωτικά την πρόθεση αποξένωσης του ιδιοκτήτη από ορισμένο τμήμα της ιδιοκτησίας αυτής". Ο ερευνώμενος αναιρετικός λόγος πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτός, αφού τα αναφερόμενα ως διδάγματα της κοινής πείρας πραγματικά περιστατικά, παρεκτός του ότι δεν συγκροτούν την έννοια τέτοιων διδαγμάτων, δεν αφορούν την ερμηνεία ή την εφαρμογή συγκεκριμένων κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή πραγματικών γεγονότων σ' αυτούς, αλλά αναφέρονται στην ουσία της υπόθεσης.

IV.-Ο προβλεπόμενος από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης για παραμόρφωση εγγράφου συνίσταται στο διαγνωστικό λάθος της απόδοσης από το δικαστήριο της ουσίας σε αποδεικτικό, με την έννοια των άρθρων 339 και 432 ΚΠολΔ, έγγραφο, περιεχομένου καταδήλως διαφορετικού από το αληθινό, εξαιτίας του οποίου καταλήγει σε πόρισμα επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα.

Δεν περιλαμβάνει όμως και την περίπτωση που το δικαστήριο, από την εκτίμηση και αξιολόγηση του αληθινού περιεχομένου του εγγράφου, έστω και εσφαλμένα, καταλήγει σε συμπέρασμα αντίθετο από εκείνο που θεώρησε ως ορθό ο αναιρεσείων, γιατί τότε πρόκειται για αιτίαση σχετική με την εκτίμηση πραγμάτων, η οποία δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο.

Πρέπει δε την παραπάνω επιζήμια κρίση του για τον αναιρεσείοντα να σχημάτισε το δικαστήριο αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο από το έγγραφο που φέρεται ως παραμορφωμένο, προϋπόθεση, η οποία δεν συντρέχει, όταν το εν λόγω έγγραφο εκτιμήθηκε μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαίρεται η σημασία του σε σχέση με το πόρισμα για την αλήθεια ή αναλήθεια του γεγονότος που αποδείχθηκε, γιατί στην τελευταία αυτή περίπτωση δεν είναι δυνατή η εξακρίβωση της ιδιαίτερης αποδεικτικής σημασίας του (Ολ.ΑΠ 2/2008).

Στην προκείμενη περίπτωση, με το δεύτερο λόγο της αναίρεσης μέμφονται οι αναιρεσείοντες την προσβαλλόμενη απόφαση για πλημμέλεια από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, γιατί το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο της 761/1969 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης (Διαδικασία Ασφαλιστικών Μέτρων), με το να δεχθεί, ότι οι αναιρεσίβλητες ήταν συννομείς του επίδικου ακινήτου κατά την 9.9.2005, αν και κάτι τέτοιο σε κανένα σημείο της εν λόγω απόφασης -εγγράφου αναφέρεται.

Όμως, τη σχετική κρίση του το Εφετείο σχημάτισε, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων, που εξετάστηκαν ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, τις αναφερόμενες στην εν λόγω απόφαση ένορκες βεβαιώσεις και από όλα τα έγγραφα, που νόμιμα προσκόμισαν και επικαλέστηκαν οι διάδικοι, μεταξύ των οποίων είναι και η ως άνω 761/1969 απόφαση, για την οποία υπάρχει σ' αυτήν η μνεία, ότι "η παραπάνω κρίση του Δικαστηρίου, ότι δηλαδή συννομείς του επίδικου τμήματος μέχρι και την 9.9.2005 ήταν οι εφεσίβλητες-ενάγουσες (ήδη αναιρεσίβλητες) και προηγούμενα νομέας αυτού ο δικαιοπάροχός τους Μ.

Κ.ς ενισχύεται και από το ότι με την (εν λόγω) 761/1969 απόφαση, με την οποία απορρίφθηκε αίτηση του δευτέρου των εναγομένων (ήδη αναιρεσειόντων) ... που αφορούσε τη νομή της επί της επιδίκου αποθήκης (στάβλου). Καθόσον κρίθηκε ότι αυτήν (αποθήκη) νεμόταν από πολλών ετών ο δικαιοπάροχος των εναγουσών (ήδη αναιρεσιβλήτων)".

Το Εφετείο, δηλαδή, σχημάτισε την κρίση του για το άνω ζήτημα και κατέληξε εν τέλει σε συμπέρασμα αντίθετο από εκείνο που θεωρούν ορθό οι αναιρεσείοντες ύστερα από συνεκτίμηση με τα άλλα αποδεικτικά μέσα και της ανωτέρω 761/1969 απόφασης και αξιολόγηση του αληθινού περιεχομένου της και όχι από λάθος στην "ανάγνωση" του αντικειμένου της, όπως διατείνονται οι αναιρεσείοντες, και μάλιστα χωρίς να εξαρθεί η σημασία της σε σχέση με το πόρισμα αυτό.

Έτσι, ο λόγος αυτός της αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 24.3.2010 αίτηση των 1) Ν. Α. του Γ. κ.ά., για αναίρεση της 2848/2009 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 6 Απριλίου 2012. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 23 Απριλίου 2012.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ