Legislator Case Law & Legislation
660/2010 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against eviction enforcement damages claim due to lack of fault and non-prejudicial withdrawal.

Case Number 660/2010
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the company's appeal against a first-instance judgment rejecting its claim for damages resulting from the acceleration of eviction enforcement. The court found that the defendants' withdrawal of the property right was legally valid and did not cause prejudice to the company, thereby negating the elements of unlawful act and fault required for liability. Consequently, the court ruled that the lower court's decision was legally sound and upheld the rejection of the damages claim.

Legislator headnote

AI generated

Art. 940 para. 3 of the Code of Civil Procedure; Art. 914 of the Civil Code: The acceleration of enforcement constitutes an unlawful act only if it causes prejudice to the beneficiary of the right of withdrawal, and liability requires proof of fault and causation.

Keywords

AI generated
eviction enforcement acceleration of execution right of withdrawal unlawful act liability non-prejudicial withdrawal fault requirement damages claim

Cited Legislation

AI generated
Art. 940 para. 3 of the Code of Civil Procedure
Art. 914 of the Civil Code
Art. 399 of the Civil Code
Art. 396 of the Civil Code
Art. 920 of the Civil Code
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 660 / 2010 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 660/2010

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ιωάννη Παπανικολάου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεώργιο Χρυσικό, Νικόλαο Λεοντή, Γεώργιο Γεωργέλλη και Δημήτριο Τίγγα, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 1 Μαρτίου 2010, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ομόρρυθμης εταιρίας με την επωνυμία "Χ ΚΑΙ ΣΙΑ Ο.Ε", που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα, που στο ακροατήριο εκπροσωπήθηκε από τον νόμιμο εκπρόσωπο της Χ, ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Διονύσιο Δήμου.

Των αναιρεσιβλήτων: 1.Ψ1, 2.Ψ2 και 3. Ψ3, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Μαγουλά, με δήλωση κατ' αρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 27 Ιουλίου 2005 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης.

Εκδόθηκε η απόφαση 19513/2008 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 30 Οκτωβρίου 2008 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Γεωργέλλης, ανέγνωσε την από 19 Φεβρουαρίου 2010 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης.

Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη των αντιδίκων του στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά τη διάταξη του άρθρου 940 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ., η οποία περιέχει κανόνα ουσιαστικού δικαίου αν ακυρωθεί αμετάκλητα η αναγκαστική εκτέλεση, εκείνος κατά του οποίου έγινε η εκτέλεση έχει δικαίωμα να ζητήσει από εκείνον που την επέσπευσε αποζημίωση για τις ζημιές που επήλθαν από την εκτέλεση, αν συντρέχουν οι προϋποθέσεις των άρθρων 914 ή 919 του Α.Κ.

αλλά και χρηματική ικανοποίηση, για τη μη περιουσιακή ζημία, δηλαδή την ηθική βλάβη που υπέστη από την ακυρωθείσα εκτέλεση. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής του άρθρου 940 παρ. 3 του ΚΠολΔ, το άδικο, ως στοιχείο της καθιερούμενης αδικοπραξίας εντοπίζεται στην επίσπευση της αναγκαστικής εκτέλεσης, και σε οποιαδήποτε πράξη της αναγκαστικής εκτέλεσης.

Το δε άδικο μπορεί να συνίσταται σε λόγους ακυρότητας τόσο ουσιαστικούς, όπως η έλλειψη δικαιώματος, όσο και τυπικούς, συνεπεία των οποίων κρίθηκε αμετάκλητα παράνομη η αναγκαστική εκτέλεση. Εξάλλου, από τις πιο πάνω διατάξεις, το άρθρο 914 του Α.Κ. ορίζει ότι όποιος ζημιώσει άλλον παράνομα και υπαίτια έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει.

Κατά την έννοια της ανωτέρω διάταξης του άρθρου 914 του Α.Κ. για τη θεμελίωση αξίωσης από αδικοπραξία για αποζημίωση καθώς και για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης που αποτελεί μη περιουσιακή ζημία (αρθρ. 299 και 932 του Α.Κ.) απαιτείται να συντρέχουν αθροιστικά οι εξής προϋποθέσεις: α) πράξη ή παράλειψη του δράστη που είναι παράνομη δηλαδή να αντίκειται σε απαγορευτικό ή επιτακτικό κανόνα δικαίου που απονέμει δικαίωμα ή προστατεύει συγκεκριμένο συμφέρον του ζημιωθέντος, β) η πράξη ή παράλειψη να είναι υπαίτια, δηλαδή να οφείλεται σε δόλο ή αμέλεια του δράστη, ακόμη και ελαφρά, γ) ζημία περιουσιακή ή μη (ηθική βλάβη) και δ) αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της πράξης ή παράλειψης του δράστη και της περιουσιακής ζημίας ή της ηθικής βλάβης, που κρίνεται κατά τις διατάξεις των άρθρων 297 και 298 του Α.Κ., και υφίσταται όταν η υπαίτια συμπεριφορά ήταν κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων ικανή με βάση αντικειμενικά κριτήρια κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, να επιφέρει το επιζήμιο αποτέλεσμα, επέφερε δε πράγματι τούτο στη συγκεκριμένη περίπτωση.

Οι πιο πάνω έννοιες της υπαιτιότητας (δόλου ή αμέλειας) που στη συγκεκριμένη αδικοπραξία αρκεί να είναι και ελαφρά και της αιτιώδους συνάφειας είναι αόριστες νομικές έννοιες, και γι` αυτό η από το δικαστήριο της ουσίας κρίση περί της συνδρομής ή μη αυτών με την έννοια που προαναφέρθηκε, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, ο οποίος στο ζήτημα της αιτιώδους συνάφειας κρίνει το εάν τα κυριαρχικώς διαπιστωθέντα από το δικαστήριο της ουσίας πραγματικά περιστατικά, επιτρέπουν το συμπέρασμα, ότι ορισμένο γεγονός μπορεί αντικειμενικά, σε συνδυασμό και με τα διδάγματα της κοινής πείρας να θεωρηθεί ως πρόσφορη αιτία του ζημιογόνου (περιουσιακού ή ηθικού) αποτελέσματος που επήλθε.

Επίσης, κατά την ΑΚ 920 όποιος, γνωρίζοντας ή υπαίτια αγνοώντας υποστηρίζει ή διαδίδει αναληθείς ειδήσεις που εκθέτουν σε κίνδυνο την πίστη, το επάγγελμα ή το μέλλον άλλου έχει την υποχρέωση να τον αποζημιώσει. Ακόμη επί αδιαιρέτων δικαιωμάτων η μεμονωμένη άσκηση του δικαιώματος υπαναχώρησης κατά την ΑΚ 399 ενός μόνον από τους εξ αδιαιρέτου δικαιούχους έχει ως αποτέλεσμα το ανίσχυρο άνευ εννόμων αποτελεσμάτων και όχι το παράνομο της ασκηθείσας υπαναχώρησης, η ισχύς της οποίας εξαρτάται από την στάση των λοιπών εξ αδιαιρέτου συνδικαιούχων οι οποίοι μπορούν να ασκήσουν το δικαίωμά τους από την ΑΚ 399 και μεταγενεστέρως, πάντως εντός ευλόγου χρόνου (βλ.

και Α.Κ. 396). Τέλος, κατά το άρθρο 57 του Α.Κ. όποιος προσβάλλεται παράνομα στην προσωπικότητά του έχει δικαίωμα να απαιτήσει να αρθεί η προσβολή και να μην επαναληφθεί στο μέλλον, κατά δε το άρθρο 59 του Α.Κ., στις περιπτώσεις των δυο προηγουμένων άρθρων (στα οποία περιλαμβάνεται και το άρθρο 57), το Δικαστήριο με την απόφαση του, ύστερα από αίτηση αυτού που έχει προσβληθεί, και αφού λάβει υπόψη το είδος της προσβολής μπορεί επί πλέον να καταδικάσει τον υπαίτιο να ικανοποιήσει την ηθική βλάβη αυτού που έχει προσβληθεί.

Η ικανοποίηση συνίσταται σε πληρωμή χρηματικού ποσού, σε δημοσίευμα, ή σε ο,τιδήποτε επιβάλλεται από τις περιστάσεις. Με τις παραπάνω διατάξεις προστατεύεται το δικαίωμα της προσωπικότητας, το οποίο αποτελεί πλέγμα αγαθών που συνθέτουν την υπόσταση του προσώπου με το οποίο είναι αναπόσπαστα συνδεδεμένα.

Τέτοια προστατευόμενα αγαθά είναι, εξάλλου και η τιμή κάθε ανθρώπου, η οποία αντικατοπτρίζεται, στην αντίληψη και την εκτίμηση που έχουν οι άλλοι γι` αυτόν, η ψυχική υγεία και ο συναισθηματικός κόσμος του ατόμου. Προϋποθέσεις για την εφαρμογή των ανωτέρω διατάξεων είναι: α) η προσβολή του δικαιώματος της προσωπικότητας η οποία προκαλείται με οποιαδήποτε πράξη ή παράλειψη τρίτου με την οποία διαταράσσεται η κατάσταση που υπάρχει σε μία ή περισσότερες εκδηλώσεις της σωματικής, ψυχικής, πνευματικής και κοινωνικής ατομικότητας του βλαπτόμενου κατά τη στιγμή της προσβολής, β) η προσβολή να είναι παράνομη, πράγμα που συμβαίνει όταν η προσβολή γίνεται χωρίς δικαίωμα ή κατ` ενάσκηση δικαιώματος, το οποίο όμως είναι από άποψη έννομης τάξης μικρότερης σπουδαιότητας, είτε ασκείται υπό περιστάσεις που καθιστούν την άσκηση αυτού καταχρηστική σύμφωνα με το άρθρο 281 Α.Κ.

ή το άρθρο 25 παρ.3 του Συντάγματος, και γ) για την επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης και πταίσμα του προσβολέως. Ακόμη, από τα άρθρα 298, 299 και 932 ΑΚ προκύπτει, ότι τα νομικά πρόσωπα (ΑΚ 61), μεταξύ των οποίων υπάγονται και οι έχουσες νομική προσωπικότητα ομόρρυθμες εταιρείες δικαιούνται να αξιώσουν χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, αν υπέστησαν προσβολή που αναφέρεται στην πίστη, την υπόληψη, το μέλλον και γενικά στα αναγνωριζόμενα σε αυτά αγαθά από αδικοπραξία κατά την έννοια της ΑΚ 914.

Εξετέρου κατά τη διάταξη του αρθρ. 559 αριθ. 1 του Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. (άρθρα 173 και 200 του ΑΚ). Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.

ΑΠ 7/2006 και Ολ.ΑΠ 4/2005). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν υσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ` αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία (Ολ.

ΑΠ 1/1999). Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.

Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (Ολ. ΑΠ 861/1984). Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε.

Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος.

Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 561 παράγραφος 1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμηση τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.

Περαιτέρω, αν η προσβαλλόμενη απόφαση περιέχει δύο ή περισσότερες αιτιολογίες, η κάθε μία των οποίων στηρίζει αυτοτελώς την κρίση της και με την αναίρεση δεν πλήσσεται καθόλου ή δεν πλήσσεται επιτυχώς η μία από τις αιτιολογίες αυτές, ο λόγος αναιρέσεως, που αφορά άλλη αιτιολογία, απορρίπτεται ως αλυσιτελής.

Στη προκείμενη περίπτωση το Πολυμελές Πρωτοδικείο δέχθηκε κατά την ανέλεγκτη αυτού κρίση τα εξής: Οι εναγόμενοι και ήδη αναιρεσίβλητοι μαζί με τρίτους, οι οποίοι δεν είναι διάδικοι στην παρούσα δίκη, ήταν συγκύριοι δύο συνεχόμενων οικοπέδων, και συγκεκριμένα του υπ' αριθ. 02 και Γ35 οικ. τετραγώνου και Γ του 35 A οικ.

τετραγώνου του Δήμου ..., τα οποία περιήλθαν σε αυτούς κατά νόμιμο τρόπο, όπως αυτό συνολογείται από τους διαδίκους. Όλοι οι προαναφερόμενοι συγκύριοι των δύο οικοπέδων δυνάμει του υπ' αριθμ. ... προσυμφώνου μεταβίβασης ποσοστών οικοπέδων και εργολαβικού συμβολαίου του συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Βασιλείου Ντέσκου, ανέθεσαν στο Χ, εργολάβο οικοδομών, την ανέγερση επί των προαναφερομένων οικοπέδων τους, κατά το σύστημα της αντιπαροχής, δύο αυτοτελών οικοδομικών συγκροτημάτων πολυωρόφων οικοδομών, που θα διέπονταν από τις διατάξεις του N 3741/1929 και του ΝΔ 1024/1971 και των άρθρων 1002 και 1117 του AK.

Ειδικότερα, επί του υπ' αριθ. 2 οικοπέδου θα ανεγείροντο τέσσερις οικοδομές με στοιχεία A, Β, Γ1 και Γ2, επί του Γ' 35 A δύο πολυώροφες οικοδομές με στοιχεία Δ και E. Με το ως άνω αναφερόμενο προσύμφωνο και εργολαβικό συμβόλαιο, οι οικοπεδούχοι (διάδικοι και τρίτοι) ανέλαβαν την υποχρέωση να μεταβιβάσουν στον εργολάβο ή σε τρίτα πρόσωπα που θα υποδείκνυε αυτός, ως εργολαβικό αντάλλαγμα, ποσοστά 500°/οο εξ αδιαιρέτου από τα πιο πάνω οικόπεδά τους με τις αντίστοιχες οριζόντιες ιδιοκτησίες.

Στη συνέχεια με το υπ' αριθ. ... τροποποιητικό συμβόλαιο του ιδίου ως άνω συμβολαιογράφου ο αρχικός εργολάβος, Χ, μεταβίβασε με εκχώρηση, την οποία αποδέχθηκαν οι οικοπεδούχοι, όλα τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις που είχε από το υπ' αριθ. ...προσύμφωνο μεταβίβασης ποσοστών και εργολαβικό συμβόλαιο στην ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα ομόρρυθμη εταιρία με την επωνυμία "Χ και Σια Ο.Ε.", η οποία υπεισήλθε στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις που απέρρεαν από την παραπάνω εργολαβική σύμβαση του αρχικώς συμβαλλομένου εργολάβου.

Σύμφωνα με τον 9ο όρο του προσυμφώνου εργολαβικού συμβολαίου η εναγομένη εργολάβος εταιρία υποχρεούνταν να κατασκευάσει και αποπερατώσει τους διαιρετούς χώρους εκάστης οικοδομής, που θα περιέρχονταν στους οικοπεδούχους ως αντιπαροχή, καθώς και τους κοινόχρηστους χώρους, εντός προθεσμίας 24 μηνών από την έκδοση της άδειας ανέγερσης των οικοδομών, η οποία έπρεπε να εκδοθεί, άνευ υπαιτιότητας της εργολάβου, εντός προθεσμίας δύο μηνών από την υπογραφή της εργολαβικής συμβάσεως, η δε διαμόρφωση του περιβάλλοντος χώρου έπρεπε να περατωθεί από την εργολάβο εντός προθεσμίας 4 μηνών από την αποπεράτωση των οικοδομών.

Ακόμη με τον 24ο όρο του ιδίου προσυμφώνου συνομολογήθηκε ότι εάν η εργολάβος εταιρία μετά την παρέλευση εξαμήνου, από την ταχθείσα προθεσμία, μη οφειλομένης της παρέλευσης αυτής σε ανώτερη βία ή σε διαταγή του Υπουργού ή της αρμόδιας Πολεοδομικής Αρχής, υπαίτια δεν παραδώσει τη συνομολογηθείσα αντιπαροχή στους οικοπεδούχους ή δεν αποπερατώσει τις οικοδομές σύμφωνα με όσα συμφωνήθηκαν, μπορούν αυτοί (οικοπεδούχοι), να κηρύξουν αυτήν (εργολάβο) έκπτωτο, με εκτέλεση του προσυμφώνου - εργολαβικού συμβολαίου, κηρυσσομένου τίτλου εκτελεστού και εκκαθαρισμένου.

Σε περίπτωση έκπτωσης της εργολάβου, κατά τα ανωτέρω, οι άδειες ανέγερσης των οικοδομών και οι τυχόν κατασκευασθέντες διαιρετοί χώροι αυτών, που δεν θα έχουν μεταβιβασθεί με οριστικό συμβόλαιο μέχρι την κήρυξη της έκπτωσης, παραμένουν υπέρ των οικοπεδούχων, σε οποιοδήποτε στάδιο και αν βρίσκονται. Όλα τα ανωτέρω αποδεικνύονται από τα νομίμως προσκομιζόμενα από αμφότερους τους διαδίκους, δημόσια έγγραφα.

Σύμφωνα δε με τους παραπάνω όρους της εργολαβικής συμβάσεως η εναγομένη είχε υποχρέωση να εκδώσει την άδεια ανέγερσης των οικοδομών εντός δύο μηνών από την υπογραφή της (εργολαβικής συμβάσεως, η οποία έγινε την 15η -12-1997 ήτοι μέχρι την 15-2-1998, άνευ υπαιτιότητας της εργολάβου. Η ενάγουσα - εργολάβος υπέβαλε σχετική αίτηση προς την αρμόδια αρχή την 4-3-1998 και η οικοδομική άδεια εκδόθηκε όπως προκύπτει από το προσκομιζόμενο αντίγραφο αυτής, την 9-4-1998, ανεξαρτήτως δε υπαιτιότητας ή μη της ενάγουσας ως προς την έκδοση της οικοδομικής αδείας εντός των δύο μηνών από την υπογραφή του εργολαβικού συμβολαίου, δεδομένου μάλιστα ότι η ίδια δεν επικαλείται ότι η καθυστέρηση αυτή δεν οφείλεται σε δική της υπαιτιότητα, o συμφωνηθείς χρόνος παράδοσης των οικοδομών και των διαιρετών χώρων των οικοπεδούχων, μεταξύ των οποίων και των εναγομένων, ήταν η 15η-2-2000 και όχι όπως αβάσιμα η ενάγουσα ισχυρίζεται η 9η-4-2000.

Η ενάγουσα αποπεράτωσε το αναληφθέν έργο μέχρι την 15-3-2000, ημερομηνία κατά την οποία πραγματοποιήθηκε η τελική αυτοψία των οικοδομών από τους αρμόδιους υπαλλήλους της Διεύθυνσης Πολεοδομίας Θεσσαλονίκης, όπως αυτό αναγράφεται στην ειδική θέση στο προσκομιζόμενο αντίγραφο της οικοδομικής αδείας και φέρει τη θεώρηση από τους αρμοδίους υπαλλήλους της υπηρεσίας.

Πρέπει ακόμη να σημειωθεί ότι κατόπιν ειδικής συμφωνίας των διαδίκων, η οποία περιλήφθηκε στο εργολαβικό συμβόλαιο, και συγκεκριμένα στον 20ο όρο αυτού, συμφωνήθηκε η ενάγουσα - εργολάβος εταιρία να προβεί, αντί αμοιβής, με δικά της υλικά και δικό της εργατοτεχνικό προσωπικό και για λογαριασμό των εναγόντων, κατά τη διάρκεια εκτέλεσης του έργου της αντιπαροχής, σε διάφορες πρόσθετες εργασίες (κατασκευές, προσθήκες, διαρρυθμίσεις) στους χώρους της αντιπαροχής, τις οποίες θα ζητούσαν, αφού προηγουμένως συμφωνούσαν για την αμοιβή της εναγομένης και το κόστος αυτών.

Οι εναγόμενοι κατά τα συμφωνηθέντα θα εξοφλούσαν την αμοιβή της ενάγουσας για τις πρόσθετες αυτές εργασίες κατά το χρόνο παράδοσης των διαιρετών χώρων. Οι πρόσθετες αυτές εργασίες πραγματοποιήθηκαν εν τέλει μετά από αίτημα των εναγομένων και το κόστος αυτών ανήλθε, κατά τον ισχυρισμό της ενάγουσας, στο συνολικό ποσό των 32.665,95 ευρώ για τους διαιρετούς χώρους των εναγομένων, πλην όμως κρίθηκε με δύναμη δεδικασμένου, με την υπ' αριθμ. 2356/2004 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, η οποία κατέστη αμετάκλητη δυνάμει της υπ' αριθμ. 1654/2005 αποφάσεως του Αρείου Πάγου, σε δίκη μεταξύ των αυτών διαδίκων για αγωγές που άσκησαν οι εναγόμενοι της παρούσας δίκης, με αντικείμενο η πρώτη από αυτές αποζημίωση λόγο ελαττωμάτων των διαιρετών χώρων τους και η δεύτερη κατάπτωσης ποινικής ρήτρας, λόγω υπερημερίας της εργολάβου ως προς την παράδοση των αντιπαροχών τους, και οι οποίες αγωγές συνεκδικάστηκαν, ότι οι πραγματοποιηθείσες αυτές πρόσθετες εργασίες ανήλθαν για τον πρώτο εναγόμενο στο ποσό των 5.965,86 ευρώ, για τον δεύτερο στο ποσό των 7.189,12 ευρώ και για την τρίτη από αυτές στο ποσό των 9.029,62 ευρώ και συνολικά για όλους τους εναγομένους στο ποσό των 22.184,6 ευρώ, το οποίο και συμψηφίστηκε, μετά από προβληθείσα ένσταση της εργολάβου, με την απαίτηση που είχαν σε βάρος της, οι εναγόμενοι της δίκης αυτής. 'Οπως προαναφέρθηκε, η τελική αυτοψία της Διεύθυνσης Πολεοδομίας διενεργήθηκε την 15-3-2000 και οι διαιρετοί χώροι των οικοπεδούχων παραδόθηκαν σε αυτούς, πλην αυτών που ανήκαν στους εναγομένους, όπως αυτό ισχυρίζεται η ενάγουσα, χωρίς να αρνούνται οι εναγόμενοι.

Στη συνέχεια η εργολάβος εταιρία κάλεσε μεν τους εναγομένους να παραλάβουν κατά την παραπάνω ημερομηνία, όπως και τους λοιπούς οικοπεδούχους, τις αντιπαροχές τους αιτούμενη όμως παράλληλα με την ταυτόχρονη παράδοση, να της καταβάλουν την αμοιβή της από τις πρόσθετες εργασίες που πραγματοποίησε μετά από αίτημα δικό τους, ασκώντας έτσι το δικαίωμα επισχέσεως κατ' άρθρ. 325 AK, επί των διαιρετών χώρων της αντιπαροχής που ανήκαν στους εναγομένους και βρισκόταν στην κατοχή αυτής.

Κατόπιν αυτού ακολούθησε ανταλλαγή εξωδίκων, ειδικότερα οι εναγόμενοι με την από 11-9-2000 εξώδικη πρόσκλησή τους προς την ενάγουσα, η οποία επιδόθηκε σε αυτήν την 13-9-2000 (βλ. σχετική επισημείωση του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, ... καλούσαν την εργολάβο να παραδώσει σε αυτούς τους διαιρετούς χώρους που κατασκεύασε για λογαριασμό τους, επιφυλασσόμενοι για την άσκηση των νομίμων δικαιωμάτων τους από τη μη έγκαιρη παράδοση και για τυχόν ελαττώματα που θα διαπίστωναν.

Σε απάντηση αυτής η εργολάβος κοινοποίησε σε έκαστο από αυτούς την από 15-9-2000 εξώδικο απάντηση - πρόσκληση, η οποία επιδόθηκε σε έκαστο από αυτούς την 20-9-2000 (βλ. προσκομιζόμενες υπ' αριθ. ... εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης ..., με την οποία ανέφερε ότι κατ' επανάληψη όχλησε αυτούς να παραλάβουν τους χώρους της αντιπαροχής, οι οποίοι έχουν αποπερατωθεί και ότι ουδέποτε η ίδια αρνήθηκε την παράδοση αυτών, ενώ καλούσε αυτούς την 22-9-2000 και ώρα 13.00 στο γραφείο της για να παραδώσει τα κλειδιά των χώρων των αντιπαροχών τους, με την επιφύλαξη παντός νομίμου δικαιώματός της.

Οι εναγόμενοι απάντησαν με την από 20-9-2000 εξώδικο, που επιδόθηκε την 21-9-2000 (βλ. σχετική επισημείωση δικαστικού επιμελητή), με την οποία δήλωναν σε αυτήν ότι για σοβαρούς προσωπικούς λόγους αδυνατούσαν να προσέλθουν στον καθορισμένο τόπο και χρόνο, δηλώνοντας συγχρόνως ότι θα προσκαλούσαν αυτήν με νέα εξώδικο.

Στη συνέχεια, με την από 18-10-2000 εξώδικο πρόσκλησή τους, η οποία επιδόθηκε στην ενάγουσα την 20-10-2000, οι εναγόμενοι κάλεσαν την τελευταία στο γραφείο του συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Βασιλείου Νέτσκου, την 23-10-2000 και ώρα 13.00 προκειμένου να τους παραδώσει τους χώρους τις αντιπαροχής τους, πλην όμως με νέα εξώδικη, ήτοι την από 20-10-2000 που επιδόθηκε σε αυτούς την 23-10-2000, η εργολάβος γνωστοποίησε κώλυμα του νομίμου εκπροσώπου της, ο οποίος απουσίαζε και θα επέστρεφε την 26-10-2000 και καλούσε εκ νέου αυτούς στο γραφείο του ως άνω συμβολαιογράφου την 30-10-2000 και ώρα 14.30 προκειμένου να υπογραφεί σχετικό πρωτόκολλο παράδοσης και παραλαβής των διαιρετών χώρων, με την επιφύλαξη παντός νομίμου δικαιώματός της.

Εν τέλει την συμφωνηθείσα ημέρα και ώρα προσήλθαν αμφότερα τα διάδικα μέρη ενώπιον του προαναφερομένου συμβολαιογράφου, με σκοπό τη σύνταξη της σχετικής συμβολαιογραφικής πράξης, κατά τα συμφωνηθέντα στο προσύμφωνο, και την παράδοση στους εναγομένους, από το νόμιμο εκπρόσωπο της ενάγουσας των οριζόντιων ιδιοκτησιών της αντιπαροχής τους, πλην όμως δεν έγινε η παράδοση αυτών, καθώς ανέκυψε διαφορά ως προς τις αξιώσεις που προέβαλε η ενάγουσα, από τις πρόσθετες εκτελεσθείσες εκ μέρους της εργασίες, μετά από αίτημα και συμφωνία με τους εναγομένους, ο δε νόμιμος εκπρόσωπος αυτής αρνήθηκε την παράδοση και προέβαλε την ένσταση επισχέσεως, για τα ανωτέρω δε συντάχθηκε εκ μέρους του συμβολαιογράφου η υπ' αριθμ. ...

πράξη εμφάνισης και δηλώσεων. Ακολούθως οι εναγόμενοι άσκησαν σε βάρος της ενάγουσας και του νομίμου εκπροσώπου αυτής, Χ, αίτηση ασφαλιστικών μέτρων ενώπιον του Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης, αιτούμενοι την νομή των περιγραφομένων σε αυτήν διαιρετών χώρων και την παράδοση της νομής αυτών, η οποία έγινε δεκτή δυνάμει της υπ' αριθμ. 68/30-1-2001 αποφάσεως του Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης και αναγνώρισε τους εναγομένους - αιτούντες προσωρινά νομείς των εκεί περιγραφομένων ακινήτων και διέταξε τους καθών (εργολάβο εταιρία και νόμιμο εκπρόσωπο αυτής) να παραδώσουν τη νομή αυτών.

Στο μεταξύ εκκρεμούσης της εκδόσεως της παραπάνω αποφάσεως, οι εναγόμενοι την 14-12-2000 επέδωσαν στην ενάγουσα αντίγραφο εξ απογράφου του υπ" αριθμ ... εργολαβικού προσυμφώνου, με επιταγή με την οποία 1) κήρυξαν αυτήν έκπτωτη, δυνάμει του υπ' αριθμ. 24 όρου του ως άνω συμβολαίου, λόγω μη παραδόσεως εντός της συνομολογηθείσας με το εργολαβικό προθεσμίας των 26 μηνών από την υπογραφή αυτού, η οποία έπρεπε με βάση τα συμφωνηθέντα να γίνει μέχρι την 15-2-2000 και ενώ είχε παρέλθει χρονικό διάστημα άνω των 6 μηνών από την ταχθείσα προθεσμία παράδοσης των χώρων της αντιπαροχής, 2) απαγόρευσαν στην εργολάβο τη μεταβίβαση των διαιρετών χώρων που δεν είχαν μεταβιβασθεί μέχρι τότε με οριστικά συμβόλαια σε τρίτους και οι οποίοι περιέρχονταν στην κυριότητα των οικοπεδούχων μαζί με τις άδειες ανέγερσης της οικοδομής, 3) ανακάλεσαν τη δοθείσα με τον 23ο όρο του εργολαβικού πληρεξουσιότητα για υπογραφή οριστικού συμβολαίου από την έκπτωτη εργολάβο εταιρία και τη λήψη πιστοποιητικών από οποιαδήποτε υπηρεσία και 4) επέτασσαν αυτήν να παραδώσει στους εναγομένους - οικοπεδούχους τις οριζόντιες ιδιοκτησίες, οι οποίες με βάση την εργολαβική σύμβαση περιέρχονταν σε αυτούς και περιγράφονται στην επιταγή, ως και να καταβάλουν τα σχετικά έξοδα.

Περαιτέρω οι εναγόμενοι με τις υπ' αριθμ. ... εκθέσεις βιαίας αποβολής και εγκατάστασης αντίστοιχα, του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης ..., οι οποίες επιδόθηκαν την 25-1-2001 στην ενάγουσα - εργολάβο εταιρία, απέβαλαν αυτήν από τις περιγραφόμενες σε αυτές οριζόντιες ιδιοκτησίες. Στη συνέχεια η ενάγουσα άσκησε κατά της από ...

επιταγής προς εκτέλεση την υπ'αριθμ. 45643/2000 ανακοπή ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, επί της οποίας εκδόθηκε η υπ" αριθμ. 24165/26-8-20 απόφαση του προαναφερομένου Δικαστηρίου ως και η υπ' αριθ. ... διορθωτική αυτής, η οποία έκανε δεκτή αυτήν και ακύρωσε την από ... επιταγή προς εκτέλεση, κάτωθι αντιγράφου εξ απογράφου του υπ' αριθ. ...

προσυμφώνου εργολαβικού συμβολαίου του προαναφερομένου συμβολαιογράφου, για δικονομικό λόγο και συγκεκριμένα δεχόμενο ότι λόγω της φύσεως του δικαιώματος. της υπαναχώρησης, το οποίο είναι αδιαίρετο, έπρεπε να ασκηθεί από το σύνολο των συμβληθέντων οικοπεδούχων, καθόσον δεν ορίστηκε άλλως στην εργολαβική σύμβαση, και όχι από μερικούς από αυτούς, όπως εν προκειμένω έπραξαν οι εναγόμενοι της ένδικης αγωγής, και έκρινε ότι δεν παρήγαγε έννομα αποτελέσματα και η γενόμενη υπαναχώρηση αυτών, ως ανίσχυρη και άκυρη.

Κατά της παραπάνω αποφάσεως οι εναγόμενοι άσκησαν έφεση επί της οποίας εκδόθηκε η υπ αριθ. 2909/2003 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, η οποία απέρριψε την ασκηθείσα έφεση, επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση, ενώ κατά της αποφάσεως αυτής, η οποία επιδόθηκε σε έκαστο των εναγομένων την 5-12-2003 (βλ. σχετικές εκθέσεις επιδόσεως) δεν ασκήθηκε ένδικο μέσο, όπως προκύπτει από το υπ' αριθμ. ...

πιστοποιητικό του Γραμματέα του Εφετείου Θεσσαλονίκης και κατέστη έτσι αυτή αμετάκλητη. Παράλληλα με την ασκηθείσα εκ μέρους της ενάγουσας ανακοπή οι εναγόμενοι άσκησαν, όπως ήδη αναφέρθηκε ανωτέρω, σε βάρος της εργολάβου αγωγή για κατάπτωση ποινικής ρήτρας και αγωγή καταβολής αποζημιώσεως λόγω ελαττωμάτων, οι οποίες συνεκδικάστηκαν και απορρίφθηκαν σε πρώτο βαθμό με την υπ' αριθ. 16241/2003 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, ενώ μετά από άσκηση εφέσεως ενώπιον του Εφετείου Θεσσαλονίκης εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 2356/2004 απόφαση του παραπάνω Δικαστηρίου, η οποία εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, απέρριψε τη δεύτερη αγωγή ως προς την τρίτη εναγομένη της ένδικης αγωγής, ενώ κατά τα λοιπά έκανε εν μέρει δεκτές αμφότερες τις αγωγές, μετά δε την αίτηση αναίρεσης που άσκησε η εργολάβος, εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 1654/2005 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία απέρριψε αυτήν και κατέστη έτσι αμετάκλητη η προαναφερόμενη απόφαση του Εφετείου.

Μεταξύ άλλων η ως άνω αναφερόμενη απόφαση του Εφετείου έκρινε με δύναμη δεδικασμένου ότι η εργολάβος εταιρία δεν είχε παραδώσει μέχρι την 12-12-2000 τις οριζόντιες ιδιοκτησίες στους εναγομένους της παρούσας δίκης- οικοπεδούχους, η αξία δε αυτών (οριζόντιων ιδιοκτησιών) εκάστου από τους εναγομένους κατά τον κρίσιμο χρόνο, ήτοι την 15-2-2000, ανέρχονταν για τον πρώτο, στο ποσό των 199.860,60 ευρώ, για τον δεύτερο στο ποσό των 262.135,00 ευρώ και για την τρίτη στο ποσό των 276.947,90 ευρώ και ότι η προβληθείσα εκ μέρους της εναγομένης εργολάβου εταιρίας ένσταση επισχέσεως για αξιώσεις έναντι εκάστου από αυτούς, για τις πρόσθετες εργασίες που πραγματοποίησε αξίας 5.965,86 ευρώ, 7.189,12 ευρώ και 9.029,62 ευρώ αντίστοιχα, υπερέβαινε προφανώς τα όρια τα επιβαλλόμενα από την καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και τον κοινωνικό και οικονομικό σκοπό του δικαιώματός της, καθώς δέσμευε υπέρμετρα την περιουσία των εναγομένων, με συνέπεια να υποστούν αυτοί ζημία από τη στέρηση αυτών, κρίνοντας ότι θα ηδύνατο, μέσα στα όρια που επιβάλλει η διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, να ασκήσει το δικαίωμα επίσχεσης σε ένα μόνο ακίνητο εκάστου από αυτούς και εν κατακλείδι ότι ενεργώντας έτσι η εργολάβος εταιρία κατέστη υπερήμερη ως προς την παράδοση των υπολοίπων οριζοντίων ιδιοκτησιών των εναγομένων πλην μιας από τον καθένα, υποχρεώνοντας αυτήν στην καταβολή της συμφωνηθείσας ποινικής ρήτρας, για δύο χωριστές ιδιοκτησίες του πρώτου, τρεις του δευτέρου και τέσσερις της τρίτης, τις οποίες δεν παρέδωσε εντός των ορισθέντων χρονικών ορίων με τον 9ο όρο του προσυμφώνου, για διάστημα 10 μηνών, ήτοι από 15-2-2000 έως 15-12-2000.

Επομένως, κρίθηκε, με δύναμη δεδικασμένου, με την ως άνω απόφαση ότι η ενάγουσα -εργολάβος κατέστη υπερήμερη ως προς την παράδοση των οριζόντιων ιδιοκτησιών των εναγομένων και μάλιστα επί δεκάμηνο, κρίση η οποία είναι δεσμευτική για το παρόν Δικαστήριο, ως προς το ζήτημα αυτό. Με βάση τα παραπάνω αποδεικνύεται ότι συνέτρεχαν οι ουσιαστικές προϋποθέσεις ως προς την άσκηση εκ μέρους των εναγομένων του δικαιώματος υπαναχωρήσεως από τη σύμβαση και κηρύξεως αυτής εκπτώτου της εργολάβου εταιρίας, λόγω μη τηρήσεως των συμφωνηθέντων, ήτοι μη παράδοση των χώρων της αντιπαροχής εντός της ορισθείσας προθεσμίας.

Το γεγονός δε ότι για μη ουσιαστικό λόγο ακυρώθηκε η από ... επιταγή προς εκτέλεση των εναγομένων και κατέστη αμετάκλητη η αναγνωρίσασα την ακυρότητα απόφαση, όπως αναφέρθηκε ανωτέρω, δεν αναιρεί τη δημιουργηθείσα πραγματική κατάσταση της υπερημερίας, στην οποία περιήλθε η ενάγουσα, ως προς την εμπρόθεσμη παράδοση των οριζόντιων ιδιοκτησιών των εναγομένων και τους λόγους για τους οποίους οι τελευταίοι ενήργησαν κατ'αυτό τον τρόπο.

Πρέπει να σημειωθεί ότι υπό τις προϋποθέσεις αυτές (συντρεχούσης της υπερημερίας αυτής) οι εναγόμενοι προέβησαν σε άσκηση νομίμου δικαιώματός τους, δηλαδή της υπαναχωρήσεως και κηρύξεως εκπτώτου της εργολάβου επισπεύδοντας σε βάρος της αναγκαστική εκτέλεση, δεδομένου ότι είχαν την πεποίθηση ότι δικαιούνται να ασκήσουν το δικαίωμα αυτό και οι ενέργειές τους αυτές ούτε παράνομες δύνανται να χαρακτηρισθούν, ούτε αντίθετες στα χρηστά ήθη, πολλώ δε μάλλον ότι αυτοί στην πράξη τους κινήθηκαν από δόλο ή ακόμη και από αμέλεια, αφού πρωτίστως η αντισυμβατική συμπεριφορά της ενάγουσας (υπερημερία της) τους οδήγησε άνευ ετέρου σε αυτή την απόφαση, αφού η ίδια καταχρηστικά κατακρατούσε το σύνολο των διαιρετών χώρων των εναγομένων και δεν τους παρέδιδε, αξιώνοντας ήσσονος σημασίας αντάλλαγμα για την παροχή που υποχρεούτο.

Επομένως, δεν βαρύνει αυτούς αδικοπρακτική ευθύνη, αφού δεν επέδειξαν δόλια συμπεριφορά με την επισπευσθείσα αναγκαστική εκτέλεση σε βάρος της ενάγουσας, η οποία εν τέλει ακυρώθηκε αμετακλήτως και τα όσα ισχυρίζεται αυτή είναι απορριπτέα ως αβάσιμα, όπως απορριπτέα είναι και η βάση αυτή της αγωγής. Αναφορικά με τη δεύτερη σωρευόμενη βάση της αδικοπραξίας πρέπει να σημειωθούν τα ακόλουθα:

Όπως αποδείχθηκε και εκτέθηκε ανωτέρω η ενάγουσα κατέστη υπερήμερη ως προς την παράδοση των διαιρετών χώρων των εναγομένων και επομένως νόμιμη συνέπεια της υπερημερίας αυτής και αντίστοιχο δικαίωμα είναι η κήρυξη, εκ μέρους του δικαιούχου, εκπτώτου του εργολάβου, επομένως, όπως εκτέθηκε και ανωτέρω, η ενέργεια των εναγομένων ουδόλως δύναται να χαρακτηρισθεί ως παράνομη, πολύ δε περισσότερο ως υπαίτια.

Εξάλλου, σε κάθε περίπτωση, το γεγονός αυτό καθεαυτό της εκπτώσεως από κανένα στοιχείο δεν αποδείχθηκε ότι περιήλθε σε γνώση ευρύτερου κύκλου τρίτων προσώπων κατά τρόπο μάλιστα να επηρεάσει αυτούς δυσμενώς στην απόφασή τους, είτε να προβούν σε αγορά αποπερατωμένων διαμερισμάτων, είτε, ως οικοπεδούχοι, να συμβληθούν με την ενάγουσα για ανέγερση οικοδομής με το σύστημα της αντιπαροχής.

Ειδικότερα, ο ίδιος ο μάρτυρας της ενάγουσας δεν μπόρεσε να προσδιορίσει και να αναφέρει συγκεκριμένα περιστατικά και πρόσωπα, τα οποία κατά το επίδικο χρονικό διάστημα ήρθαν σε επαφή με την ενάγουσα και τελικά απέφυγαν μαζί της κάθε συμφωνία, γιατί πληροφορήθηκαν το δυσμενές γι αυτήν γεγονός της έκπτωσης.

Επί πλέον, το ότι για πρώτη φορά η ενάγουσα εταιρία υπέστη αυτή τη συνέπεια (έκπτωση), όπως ισχυρίζεται η ίδια και όπως κατέθεσε ο μάρτυράς της, είναι κάτι παραπάνω από σαφές, δεδομένου ότι συστήθηκε μόλις το έτος 1998 (βλ. το από 23-3-1998 συμφωνητικό συστάσεως ομορρύθμου εταιρίας, που καταχωρήθηκε στα βιβλία του Πρωτοδικείου με αριθ. 932/27-3-1998), δηλαδή μετά από την ανάληψη του έργου από τον εργολάβο Χ, o οποίος εκχώρησε σε αυτήν όλα τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις που απέρρεαν από το εργολαβικό προσύμφωνο, όπως όλα αυτά αναφέρονται ανωτέρω και επομένως, εφόσον προηγουμένως το νομικό αυτό πρόσωπο δεν υφίστατο, δεν ηδύνατο να έχει κινηθεί σε βάρος του η διαδικασία- της έκπτωσης, η ατομική δε δραστηριότητα του νομίμου εκπροσώπου της, Χ, στο χώρο των οικοδομών δεν αφορά την παρούσα δίκη δεδομένου ότι ο ίδιος δεν είναι διάδικος.

Εξάλλου η μάρτυρας ανταπόδειξης, η οποία είναι σύζυγος του πρώτου εναγομένου και μητέρα των λοιπών, κατέθεσε έχοντας προσωπική αντίληψη, αφού από αρχές του 2001 οι εναγόμενοι παρέλαβαν κατά τον προαναφερθέντα τρόπο τους διαιρετούς χώρους τους και έκτοτε κατοικούσαν στο ανεγερθέν συγκρότημα, ότι η ενάγουσα μετά την κήρυξη αυτής εκπτώτου εξακολουθούσε τις πωλήσεις των διαμερισμάτων, που ήταν ήδη αποπερατωμένα, ενώ ανέλαβε με το σύστημα της ανοικοδόμησης λόγω αντιπαροχής να ανεγείρει και άλλες οικοδομές, συγκεκριμένα ανέφερε την ανέγερση μιας πολυώροφης οικοδομής στην οδό ...

στον ... και ενός εμπορικού κέντρου στο .... Η κρίση δε ότι δεν επηρεάστηκε τελικά δυσμενώς η πορεία της εταιρίας από την κήρυξη αυτής εκπτώτου, επικυρώνεται και από το γεγονός ότι τον αμέσως επόμενο χρόνο και συγκεκριμένα την 28-12-2001 προέβη σε τροποποίηση του καταστατικού της, αυξάνοντας σημαντικά το κεφάλαιό της κατά 410.858,00 ευρώ, η τροποποίηση δε αυτή δημοσιεύθηκε στα βιβλία εταιριών του αυτού Πρωτοδικείου με αριθ. 4107/31-12-2001, όπως αυτό προκύπτει από το αντίγραφο που προσκομίζουν αμφότεροι οι διάδικοι.

Τα όσα δε κατέθεσε ο μάρτυρας αυτής ότι τα χρήματα αυτά (της αύξησης του κεφαλαίου) ήταν από χρήσεις και από κέρδη προηγούμενων ετών, είναι αβάσιμος, καθώς η εταιρία ήταν νεοσύστατη και ο μόνος δικαιολογητικός λόγος της αυξήσεως αυτής είναι η καθ' όλα ανοδική πορεία της, όπως αυτή προκύπτει και από τα προσκομιζόμενα από την ίδια αντίγραφα των δηλώσεων του E3 προς την αρμόδια Δ.Ο.Υ από τη χρήση του έτους 1999 έως και 2004.

Επομένως απ όλα τα ανωτέρω αποδείχθηκε, αφενός μεν ότι το γεγονός της υπερημερίας της ενάγουσας ως προς το χρόνο παράδοσης των διαιρετών χώρων των εναγομένων ήταν αληθινό και ως εκ τούτου είχαν νόμιμο δικαίωμα να κινήσουν τη διαδικασία έκπτωσης αυτής, ενώ το τυπικό μέρος ότι το δικαίωμα αυτό εν τέλει δεν ασκήθηκε απ' όλους τους οικοπεδούχους - συνιδιοκτήτες, δεν αναιρεί όλα τα παραπάνω, ούτε μειώνει την ευθύνη της ενάγουσας, η οποία σε κάθε περίπτωση ουδεμία βλάβη υπέστη εξ αυτού, καθώς ούτε σε γνώση τρίτων περιήλθε το πραγματικό αυτό γεγονός της έκπτωσης, ούτε δυσμενείς συνέπειες υπήρξαν για τα συμφέροντά της και πρέπει για τους λόγους αυτούς να απορριφθεί και αυτή η σωρευόμενη βάση της αγωγής.

Με βάση τις ανωτέρω παραδοχές το Πολυμελές Πρωτοδικείο απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη την αγωγή τόσο κατά τη βάση της από τη διάταξη του άρθρου 940 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ. όσο και κατά τη βάση της (αυτοτελώς) από την αδικοπραξία. Με αυτά που δέχθηκε το Πολυμελές Πρωτοδικείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του σε σχέση με τη πρώτη βάση δεν παραβίασε ευθέως τις διατάξεις των άρθρων 940 παρ.3 Κ.Πολ.Δ.

σε συνδ. με τη διάταξη 399 Α.Κ. αλλά ούτε και εκ πλαγίου καθόσον διέλαβε σ'αυτή σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες που στηρίζουν το διατακτικό. Ειδικότερα με βάση τα δεκτά γενόμενα ως άνω πραγματικά περιστατικά δεν συντρέχει το στοιχείο του παρανόμου, με την έννοια της ΑΚ 914, ως στοιχείου της επίμαχης αναγκαστικής εκτέλεσης εκ του ότι το δικαίωμα της υπαναχώρησης ασκήθηκε μόνο από τους εναγομένους και όχι συγχρόνως και από τους λοιπούς δικαιούχους, οικοπεδούχους, αλλ' απλώς επρόκειτο για ανίσχυρη υπαναχώρηση (άνευ ουσιαστικών εννόμων συνεπειών) των δικαιούχων εναγομένων, μέχρις ότου ασκούσαν το ίδιο δικαίωμα και οι λοιποί συνδικαιούχοι, λόγω του αδιαιρέτου του σχετικού δικαιώματος από την ΑΚ 399, εντός ευλόγου χρόνου (ΑΚ 396).

Επίσης το Πρωτοδικείο με επαρκείς αιτιολογίες έκρινε ότι δεν συνέτρεξε ούτε υπαιτιότητα στο πρόσωπο των εναγομένων στην ενέργειά τους να προβούν στην ως άνω ανίσχυρη άνω πράξη της αναγκαστικής εκτέλεσης και συνακόλουθα ότι δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής των ανωτέρω διατάξεων από την αιτία αυτή.

Συνεπώς ο πρώτος λόγος της αναίρεσης από τους αριθ. 1 και 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα είναι αβάσιμος. Όπως δε προκύπτει από το περιεχόμενο της απόφασης η δεύτερη (επικουρική) βάση της αγωγής από την αδικοπραξία απορρίφθηκε με την αιτιολογία ότι δεν αποδείχθηκε, ότι οι αναιρεσίβλητοι έθεσαν σε κίνδυνο, με την υποστήριξη ή διάδοση ψευδών ειδήσεων, την πίστη, το επάγγελμα ή το μέλλον της αναιρεσείουσας, ούτε, ειδικότερα, αποδείχθηκε ότι το γεγονός της κηρύξεως εκπτώτου της ενάγουσας περιήλθε σε γνώση ευρύτερου κύκλου τρίτων προσώπων, τα οποία μάλιστα να επηρεάστηκαν δυσμενώς τόσο για την αγορά αποπερατωμένων διαμερισμάτων από αυτή όσο και για τη σύναψη με αυτή συμβάσεων για την ανέγερση οικοδομής με το σύστημα της αντιπαροχής. Η αιτιολογία αυτή που στηρίζει τη σχετική απορριπτική διάταξη της προσβαλλόμενης απόφασης είναι σαφής, πλήρης και χωρίς αντιφάσεις. Επομένως ο δεύτερος λόγος της αναίρεσης από τους αριθ. 1 και 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. με τον οποίο πλήττεται η ως άνω αιτιολογία για ευθεία και εκ πλαγίου παραβίαση της ΑΚ 920 είναι αβάσιμος.-

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 30 Οκτωβρίου 2008 αίτηση της ομόρρυθμης εταιρίας με την επωνυμία Χ και Σία Ο.Ε." για αναίρεση της υπ' αριθ. 19513/2008 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης. Και

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 16 Μαρτίου 2010. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 19 Απριλίου 2010.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ