Legislator Case Law & Legislation
660/2008 AI generated

Supreme Court dismisses appeal as inadmissible for vague grounds failing to specify violated substantive law and facts.

Case Number 660/2008
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Court of Athens' decision regarding a contract dispute. The appellant argued the lower court violated substantive law by finding no agency relationship and incorrectly assigned legal costs, but failed to provide specific details. The court ruled that appeals must clearly identify the exact legal provision violated and the specific factual assumptions relied upon by the lower court to allow for meaningful review.

Legislator headnote

AI generated

Articles 118 no. 4, 566 para. 1, 577 para. 3, 578 of the Code of Civil Procedure; An appeal alleging violation of substantive law is inadmissible if it fails to specify the exact provision violated, the interpretative error made, and the specific factual assumptions of the lower court.

Keywords

AI generated
Code of Civil Procedure appeal admissibility substantive law violation factual assumptions legal costs agency relationship vague grounds

Cited Legislation

AI generated
Articles 118 no. 4, 566 para. 1, 577 para. 3, 578 of the Code of Civil Procedure
Article 559 no. 1 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 660 / 2008 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 660/2008

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Καλαμίδα, Αντιπρόεδρο, Ρένα Ασημακοπούλου, Ιωάννη Ιωαννίδη, Χαράλαμπο Ζώη και Ελένη Σπίτσα, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 12 Νοεμβρίου 2007, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Τoυ αναιρεσείοντος: Χ1, ο οποίος παραστάθηκε με τους πληρεξούσιους δικηγόρους του Γεώργιο Μουλά και Τάσο Παναγόπουλο.

Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "INTERAMERIKAN ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΖΩΗΣ" που εδρεύει στο Μαρούσι Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Χρύσα Καρακόϊδα.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 23-7-2003 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2063/2005 του ίδιου Δικαστηρίου και 1801/2006 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά ο αναιρεσείων με την από 8-2-2007 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ελένη Σπίτσα ανέγνωσε την από 22-10-2007 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Οι πληρεξούσιοι του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, η πληρεξούσια της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 118 αρ. 4, 566 παρ. 1 και 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι αν η αγωγή κρίθηκε κατ' ουσίαν βάσιμη ή αβάσιμη, για να είναι ορισμένος και άρα παραδεκτός ο λόγος αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ), πρέπει να καθορίζονται η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε και το κατά την εκδοχή του αναιρεσείοντος ερμηνευτικό ή υπαγωγικό σφάλμα, επί πλέον δε να αναφέρονται με πληρότητα και σαφήνεια τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε το δικαστήριο και ενόψει των οποίων εξέφερε την κρίση του για την βασιμότητα ή μη της αγωγής.

Διότι, μέσω των πραγματικών αυτών παραδοχών πραγματώνεται εκάστοτε η συγκεκριμένη ερμηνεία και εφαρμογή του κανόνα του ουσιαστικού δικαίου και μόνον ενόψει αυτών, μπορεί να ελεγχθεί αν η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στην απόφαση οδήγησε σε εσφαλμένο διατακτικό, από το οποίο και εξαρτάται τελικά η ευδοκίμηση της αναίρεσης (άρθρο 578 ΚΠολΔ).

Η στο αναιρετήριο περιωρισμένη επιλεκτική και αποσπασματική αναφορά ορισμένων παραδοχών της προσβαλλόμενης αποφάσεως δεν αρκεί για το ορισμένο του άνω εκ του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔικ λόγου αναιρέσεως (Α.Π. 1880/2006, Α.Π. 461/2004, Α.Π. 356/2004, Α.Π. 72/2002). Εξάλλου, ως διδάγματα της κοινής πείρας θεωρούνται οι ορισμοί και οι αφηρημένες υποθετικές κρίσεις που αντλούνται από την παρατήρηση της εμπειρικής πραγματικότητας με την βοήθεια των φυσικών επιστημών και χρησιμοποιούνται από το δικαστήριο για την εξειδίκευση αόριστων νομικών εννοιών (ΑΠ 320/2003, Α.Π. 750/2002).

Για την θεμελίωση δε του λόγου αναίρεσης από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ για παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, πρέπει η παραβίαση αυτή να αφορά την ερμηνεία των κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή σε αυτούς των πραγματικών γεγονότων και να εκτίθενται στον σχετικό λόγο, επιπλέον των άλλων, η αποδοθείσα στον κανόνα δικαίου έννοια, που χαρακτηρίζεται ως εσφαλμένη, και η κατά τη γνώμη του αναιρεσείοντος ορθή, που προκύπτει από τα επικαλούμενα διδάγματα της κοινής πείρας, τα οποία παρέλειψε η απόφαση να χρησιμοποιήσει (ΑΠ 320/2003).

Ενόψει των ανωτέρω, ο πρώτος λόγος της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο ο αναιρεσείων προβάλλει αιτίαση από το άρθρο 559 αρ. 1 του ΚΠολΔ, ισχυριζόμενος ότι το Εφετείο που δέχτηκε ανυπαρξία σχέσης πρόστησης μεταξύ της αναιρεσίβλητης και του πωλητή της Γ1, παραβίασε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 922 ΑΚ, με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή αυτού, είναι αόριστος και εντεύθεν απορριπτέος ως απαράδεκτος, αφού στο αναιρετήριο δεν αναφέρονται με πληρότητα οι πραγματικές παραδοχές του Εφετείου σε σχέση με το κρίσιμο αυτό ζήτημα.

Η στο αναιρετήριο περιωρισμένη, επιλεκτική και αποσπασματική αναφορά μιάς μόνο παραδοχής της προσβαλλόμενης αποφάσεως, αφορώσης την ανυπαρξία σχέση προστήσεως μεταξύ αναιρεσίβλητης και Γ1 για τον εκτιθέμενο λόγο, δεν αρκεί για το ορισμένο του άνω λόγου αναιρέσεως, κατά τα εκτεθέντα στη μείζονα σκέψη, αφού με βάση το περιεχόμενο του αναιρετηρίου δεν μπορεί να ελεγχθεί η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στην προσβαλλόμενη και αν αυτή οδήγησε σε εσφαλμένο διατακτικό, από το οποίο εξαρτάται η ευδοκίμηση της αναιρέσεως.

Επίσης, ο δεύτερος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο ο αναιρεσείων επικαλούμένος το άρθρο 559 αρ. 1 εδ. β' του ΚΠολΔ, προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αιτίαση ότι παρέλειψε να λάβει υπόψη τα διδάγματα της κοινής πείρας κατά την ερμηνεία των ουσιαστικού δικαίου κανόνων των άρθρων 922, 914 και 197 του ΑΚ, είναι αόριστος, αφού δεν αναφέρονται στο αναιρετήριο ποια είναι τα διδάγματα της κοινής πείρας που το Εφετείο παρέλειψε να λάβει υπόψη κατά την ερμηνεία των προαναφερόμενων ουσιαστικού δικαίου διατάξεων και ποια η αποδοθείσα στους παραπάνω κανόνες δικαίου έννοια, την οποία ο αναιρεσείων χαρακτηρίζει εσφαλμένη και η κατά την γνώμη του ορθή, ούτε δε αναφέρονται οι παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, ώστε να είναι εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος.

Συνεπώς, και ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι, λόγω της αοριστίας του, απορριπτέος ως απαράδεκτος.

Επειδή από τις διατάξεις των άρθρων 118 αρ. 4, 566 παρ. 1, 577 παρ. 3 και 578 του ΚΠολΔ συνάγεται ότι στο λόγο αναίρεσης πρέπει να αναφέρεται σαφώς η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, ώστε να μπορεί να διαπιστωθεί αν και σε ποιόν από τους περιοριστικώς αναφερόμενους στο άρθρο 559 του ΚΠολΔ λόγους εμπίπτει η προβαλλόμενη αιτίαση.

Συνεπώς, ο τρίτος λόγος της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο ο αναιρεσείων αιτιάται την προσβαλλόμενη απόφαση, ισχυριζόμενος ότι παρά το νόμο επιβλήθηκε σε βάρος του η δικαστική δαπάνη, ποσού 1.950 Ευρώ, αφού το μόνο που έκανε ήταν να εγείρει αγωγή για να λάβει τα χρήματα του, που κατέβαλε στην αναιρεσίβλητη, κατόπιν εντολής του υπαλλήλου της Γ1 και συνεπώς δεν φταίει, ώστε το Εφετείο να τον καταδικάσει σε δικαστική δαπάνη, είναι αόριστος και εντεύθεν απορριπτέος ως απαράδεκτος.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 8-2-2007 αίτηση του Χ1 για αναίρεση της 1801/2006 απόφασης του Εφετείου Αθηνών. Και

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 21 Δεκεμβρίου 2007. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 1 Απριλίου 2008..

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ