Legislator Case Law & Legislation
660/2006 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on grounds of vague legal arguments and procedural defects regarding employment compensation.

Case Number 660/2006
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court rejected the appellant's request to overturn the Athens Court of Appeal's decision denying his employment compensation claim. The court found the appellant's legal arguments regarding the employer's discretionary rights and the procedural history of the original suit were insufficiently substantiated. Consequently, the appeal was dismissed, and the appellant was ordered to pay the respondent's legal costs.

Legislator headnote

AI generated

Art. 298 para. 2 Civil Code; Art. 559 para. 1 no. 1 & 14 Civil Procedure Code: An appeal based on the violation of substantive law rules regarding the dismissal of a claim as vague is inadmissible if the historical basis of the original claim is not fully referenced, rendering the appellate review impossible.

Keywords

AI generated
Employment Law Employer Discretion Vague Claim Appeal Admissibility Legal Costs Substantive Law Violation Procedural Defect

Cited Legislation

AI generated
Art. 298 para. 2 Civil Code
Art. 559 para. 1 no. 1 Civil Procedure Code
Art. 559 para. 1 no. 14 Civil Procedure Code
Art. 281 Civil Code
Art. 118 no. 4 Civil Procedure Code
Art. 566 para. 1 Civil Procedure Code
Art. 577 para. 3 Civil Procedure Code
Art. 578 Civil Procedure Code

Cited Case Law

AI generated
OLAP 28/1998
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 660 / 2006 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 660/2006

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Δαβίλλα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, (επειδή κωλύεται ο Αντιπρόεδρος), Γεώργιο Καράμπελα, Εμμανουήλ Καλούδη, Aθανάσιο Θεμέλη και Μάριο - Φώτιο Χατζηπανταζή, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 10 Ιανουαρίου 2006, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Σ. Σ., κατοίκου…, ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Δημαράκη.

Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΤΗΛΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΩΝ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε." (Ο.Τ.Ε.), που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Τριανταφύλλου βάσει δηλώσεως του άρθρου 242 § 2 Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-7-1996 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2823/1997 του ίδιου Δικαστηρίου και 6009/2004 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 26/9/2004 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Καράμπελας, διάβασε την από 28/12/2005 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή κατά το άρθρο 298 εδ. β' του ΑΚ, ως διαφυγόν κέρδος λογίζεται εκείνο που προσδοκάται με πιθανότητα σύμφωνα με τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων ή τις ειδικές περιστάσεις και ιδίως τα προπαρασκευαστικά μέτρα που έχουν ληφθεί. Εξάλλου ο εργοδότης, ασκώντας το διευθυντικό του δικαίωμα, έχει την εξουσία να εξειδικεύει κάθε φορά την υποχρέωση του μισθωτού για εργασία, καθορίζοντας τους όρους της παροχής της (τόπο, χρόνο και τρόπο), εφόσον οι όροι αυτοί δεν έχουν προσδιορισθεί από κανόνες δικαίου ή από την εργασιακή σύμβαση.

Παραλλήλως το δικαίωμα αυτό περιλαμβάνει και την εξουσία του εργοδότη, ως διευθυντή της εκμετάλλευσης, να οργανώνει και να διευθύνει την επιχείρησή του κατά τον προσφορότερο τρόπο. Περιορισμός στην άσκηση του διευθυντικού δικαιώματος τίθεται από την απαγορευτική διάταξη του άρθρου 281 του ΑΚ. Ειδικότερα στην περίπτωση που ο εργοδότης, ασκώντας αυτό το δικαίωμα, προβαίνει στην τοποθέτηση συγκεκριμένου εργαζομένου ως προϊσταμένου ενός τμήματος ή ενός καταστήματος της επιχειρήσεώς του και παραλείπει να τοποθετήσει στη θέση αυτή ένα άλλο μισθωτό, μόνη η υπεροχή του τελευταίου σε τυπικά και ουσιαστικά προσόντα έναντι του τοποθετηθέντος, ακόμη και αν είναι καταφανής, δεν καθιστά την άσκηση του διευθυντικού δικαιώματος καταχρηστική, διότι δεν πρόκειται για βαθμολογική ή μισθολογική προαγωγή (για την οποία υφίσταται αντίστοιχο δικαίωμα του μισθωτού), αλλά για απόφαση που αφορά προεχόντως την οργάνωση και διεύθυνση της επιχειρήσεως.

Παρέπεται εκ τούτου ότι στην περίπτωση αυτή, για να είναι καταχρηστική η άσκηση του διευθυντικού δικαιώματος, απαιτείται η συνδρομή και άλλων περιστάσεων (όπως ειδική γνώση του αντικειμένου, διοικητική ικανότητα, εξαιρετική κρίση και αντίληψη, ικανότητα αντιμετωπίσεως υπηρεσιακών προβλημάτων και μεθοδικότητα επίλυσης τους, μεγάλη εμπειρία και συντονιστικό πνεύμα συνεργασίας και επικοινωνίας), οι οποίες σε συνδυασμό με την καταφανή υπεροχή του παραλειφθέντος, να θεμελιώνουν προφανή, από μέρους του εργοδότη, υπέρβαση των ορίων που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος και να δημιουργείται έτσι δικαίωμα σε απόληψη θετικής ή απoθετικής ζημίας του παρα-λειφθέντος.

Περαιτέρω ο Γενικός Κανονισμός Προσωπικού του ΟΤΕ (ΓΚΠ-ΟΤΕ), που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 7 του Α.Ν. 301/1968, κυρώθηκε με το άρθρο 54 του ΝΔ 165/1973 και έχει ισχύ νόμου, στο άρθρο 12 παρ.2 εδάφ. δ', όπως το εδάφιο αυτό αντικαταστάθηκε με την 8155/25-5-1983 απόφαση των Υπουργών Εργασίας και Συγκοινωνιών (ΦΕΚ 325 Β'/1983)- η οποία, κατά το μέρος που αντικατέστησε το παραπάνω εδάφιο, δεν ακυρώθηκε με την 5095/1984 απόφαση του Σ.τ.Ε. -ορίζει ότι η ανάθεση στο προσωπικό ορισμένης υπηρεσιακής λειτουργίας ή ορισμένου υπηρεσιακού έργου είναι ανεξάρτητη της γενικής ή στον βαθμό αρχαιότητας αυτού και αποφασίζεται, μετά από εκτίμηση του υπηρεσιακού συμφέροντος, από το συμβούλιο προσωπικού ή τον προϊστάμενο της οικείας υποδιευθύνσεως ή του οικείου συγκροτήματος.

Με την από 17-4-1995 επιχειρησιακή συλλογική σύμβαση εργασίας (ΕΣΣΕ), που καταρτίστηκε μεταξύ του ΟΤΕ και της ΟΜΕ-ΟΤΕ, σύμφωνα με τις διατάξεις του Ν.1876/1990 και των άρθρων δεύτερου παρ. 6β του Ν.2167/1993 και δεύτερου παρ.2α του Ν.2257/1994, τροποποιήθηκαν οι διατάξεις του ΓΚΠ-ΟΤΕ για την επιλογή και τοποθέτηση προϊσταμένων σε υπηρεσιακές λειτουργίες και ορίστηκε ειδικότερα ότι η πλήρωση των θέσεων προϊσταμένων υπηρεσιακής λειτουργίας στάθμης τομέα και άνω πραγματοποιείται α) με προκήρυξη των οικείων θέσεων, β) με βάση τα αναφερόμενα ενδεικτικά κριτήρια βαθμολογούμενα με συντελεστές βαρύτητας που προσδιορίζονται κατά περίπτωση, γ) με υποβολή μέσα σε αποκλειστική προθεσμία 15 ημερών σχετικής αιτήσεως μετά βιογραφικού σημειώματος από μέρους των ενδιαφερομένων υπαλλήλων.

Στην ανωτέρω ΕΣΣΕ προβλέπεται επίσης ότι η αξιολόγηση του προσωπικού γίνεται από επιτροπή, που ορίζεται κάθε φορά από το Δ.Σ. ή τον διευθύνοντα σύμβουλο, ότι η σειρά κατάταξης των επιλεγομένων από την επιτροπή είναι υποχρεωτική για τον Οργανισμό και τον ενδιαφερόμενο υπάλληλο και η τοποθέτηση στη θέση ευθύνης του προσωπικού που επιλέχθηκε γίνεται με απόφαση του διευθύνοντος συμβούλου ή του συμβουλίου προσωπικού για ορισμένη διετή θητεία που μπορεί να παραταθεί και ότι το προσωπικό με βαθμό τομεάρχη, υποδιευθυντή και διευθυντή, που δεν υπέβαλε αίτηση για συμμετοχή του στην προκήρυξη της θέσης ή δεν επιλέχθηκε γι' αυτή, τοποθετείται ως στέλεχος σε τομέα, υποδιεύθυνση και διεύθυνση αντίστοιχα.

Εξάλλου με την από 16-5-1995 ΕΣΣΕ που καταρτίστηκε επίσης, σύμφωνα με τις προαναφερόμενες διατάξεις, μεταξύ του ΟΤΕ και της ΟΜΕ-ΟΤΕ, ορίστηκε ότι από 1-6-1995 καταβάλλονται στους προϊσταμένους των αναφερόμενων υπηρεσιακών λειτουργιών τα προσδιοριζόμενα ποσά για έξοδα κίνησης και παράστασης, για τα οποία προβλέπεται ότι είναι οικειοθελής παροχή και δεν αποτελούν τακτικές αποδοχές ούτε υπολογίζονται στα δώρα εορτών και στο επίδομα άδειας και τονίζεται ότι χορηγούνται αποκλειστικά και συνδέονται υποχρεωτικά με την πραγματική άσκηση των υπηρεσιακών καθηκόντων των προϊσταμένων.

Τέλος ορίστηκε ότι από 1-6-1995 καταργούνται οι αναφερόμενες αποφάσεις του ΔΣ του ΟΤΕ και ο όρος 25 της από 7-3-1990 ΕΣΣΕ που πρόβλεπαν την καταβολή επιδόματος ευθύνης θέσεως στους προϊσταμένους υπηρεσιακών λειτουργιών στάθμης τομέα και άνω και τον χαρακτηρισμό του ως οικειοθελούς παροχής που δεν αποτελεί μέρος των τακτικών αποδοχών.

Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο δέχθηκε και τα ακόλουθα: Ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων προσλήφθηκε τη 1-10-1964 με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας από την εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητη ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΤΗΛΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΩΝ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ" (ΟΤΕ) ως υπάλληλoς, προαγόμενος σε όλους τους βαθμούς, με τελευταία προαγωγή στον βαθμό του τομεάρχη, τον οποίο κατέχει από 25-11-1985.

Κατά τις προαγωγικές κρίσεις του έτους 1993 για την κάλυψη κενών θέσεων στον βαθμό του υποδιευθυντή, το διοικητικό συμβούλιο της εναγομένης παρέλειψε να προαγάγει τον ενάγοντα, ο οποίος υπερείχε καταφανώς ως προς τα τυπικά και ουσιαστικά προσόντα έναντι των αντ' αυτού προαχθέντων συναδέλφων του Ε. Μ., Α.

Μ. και Ε. Κ., υπολειπόμενος όμως έναντι των μη προαχθέντων Σ. Σ. και Ε. Φ., οι οποίοι -μεταξύ άλλων- είχαν προταθεί από την εναγομένη προς σύγκριση με τη σχετική διακωλυτική ένστασή της. Το Εφετείο, με βάση τις παραδοχές αυτές, έκρινε ότι η παράλειψη του αναιρεσείοντος έναντι του Ε. Μ. ήταν καταχρηστική κατά την έννοια του άρθρου 281 του ΑΚ και -μετά από εξαφάνιση της πρωτόδικης αποφάσεως και κατά μερική παραδοχή της ένδικης αγωγής- αναγνώρισε ότι ο αναιρεσείων έπρεπε να είχε προαχθεί στον βαθμό του υποδιευθυντή από 1-1-1993 και ότι η αναιρεσίβλητη όφειλε να καταβάλει σ' αυτόν, για χρηματική ικανοποίηση από την ηθική βλάβη που υπέστη από την παράνομη παράλειψη προαγωγής του, το ποσό των 500 ευρώ.

Περαιτέρω το Εφετείο έκρινε ότι μόνη η καταφανής υπεροχή του αναιρεσείοντος έναντι των προαναφερόμενων αντ' αυτού προαχθέντων συναδέλφων του ως προς τα τυπικά και ουσιαστικά προσόντα, δεν αρκούσε για να θεμελιώσει δικαίωμα σε απόληψη θετικής ή απoθετικής ζημίας του από τη μη ανάθεση καθηκόντων προϊσταμένου υπηρεσιακής λειτουργίας στάθμης υποδιεύθυνσης, αφού δεν εκτίθενται στην αγωγή και άλλα συγκεκριμένα περιστατικά (όπως ειδική γνώση του αντικειμένου, διοικητική ικανότητα, εξαιρετική κρίση και αντίληψη, ικανότητα αντιμετωπίσεως υπηρεσιακών προβλημάτων και μεθοδικότητα επίλυσης τους, μεγάλη εμπειρία και συντονιστικό πνεύμα συνεργασίας και επικοινωνίας), με βάση τα οποία να μπορεί να κριθεί αν συντρέχει καταχρηστική και ως εκ τούτου παράνομη άσκηση του διευθυντικού δικαιώματος της αναιρεσίβλητης, ώστε να θεμελιώνεται αιτιωδώς, κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων, δικαίωμα αποζημιώσεως του αναιρεσείοντος για στέρηση του επιδόματος ευθύνης προϊσταμένου υπηρεσιακής λειτουργίας και των εξόδων κινήσεως και παραστάσεως.

Με βάση αυτά το Εφετείο απέρριψε ως αόριστη την ένδικη αγωγή του αναιρεσείοντος, ως προς το κεφάλαιο της αποζημιώσεώς του για παράνομη στέρηση του επιδόματος ευθύνης θέσεως υποδιευθυντή από 1-1-1993 (χρόνο κατά τον οποίο κρίθηκε ότι έπρεπε να είχε προαχθεί στον αντίστοιχο βαθμό) μέχρι 31-5-1995 και των εξόδων κινήσεως και παραστάσεως από 1-6-1995 μέχρι 1-8-1996.

Με τον πρώτο λόγο της αναιρέσεως (κατά το πρώτο σκέλος του), από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, προβάλλεται η αιτίαση ότι το δικαστήριο της ουσίας παραβίασε τις διατάξεις που προεκτέθηκαν, διότι έκρινε ότι το αγωγικό αίτημα της αποζημιώσεως είχε ως βάση την, κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων, παράνομη (καταχρηστική) μη ανάθεση καθηκόντων προϊσταμένου υπηρεσιακής λειτουργίας στάθμης υποδιεύθυνσης στον αναιρεσείοντα, ενώ αυτό στηριζόταν σε αποζημίωση για τη στέρηση των παραπάνω επιδομάτων, τα οποία, κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων, αν δεν μεσολαβούσε η παράνομη παράλειψη προαγωγής του στον βαθμό του υποδιευθυντή, θα λάμβανε ο αναιρεσείων από τότε που αναγνωρίστηκε, με την προσβαλλόμενη απόφαση, ότι έπρεπε να είχε προαχθεί (1-1-1993).

Σύμφωνα όμως με όσα προεκτέθηκαν, η αποζημίωση για τη μη λήψη των επιδομάτων αυτών προϋπέθετε αναγκαίως την καταχρηστική άσκηση του διευθυντικού δικαιώματος της αναιρεσίβλητης, με τη μη ανάθεση καθηκόντων προϊσταμένου υπηρεσιακής λειτουργίας στάθμης υποδιεύθυνσης στον αναιρεσείοντα, με την έννοια που προαναφέρθηκε, ειδικά δε όσον αφορά τα έξοδα κινήσεως και παραστάσεως, και την κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων τήρηση της προαναφερόμενης διαδικασίας για την πλήρωση των θέσεων προϊσταμένων υπηρεσιακής λειτουργίας στάθμης υποδιεύθυνσης και την υποβολή του αναιρεσείοντος στη διαδικασία αυτή μετά από σχετική αίτησή του, αφού μόνο έτσι θα μπορούσε να δημιουργηθεί δικαίωμα απολήψεως της σχετικής αποζημιώσεως και δεν αρκούσε για τη θεμελίωση του δικαιώματος αυτού μόνο η παράνομη παράλειψη της προαγωγής.

Επομένως είναι αβάσιμος ο λόγος αυτός της αναιρέσεως (κατά το πρώτο σκέλος του).

Επειδή η παραβίαση κανόνα του ουσιαστικού δικαίου, που προβλέπεται ως λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, είναι δυνατό να έχει ως περιεχόμενο την αιτίαση ότι η αγωγή, επί της οποίας έκρινε το δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, απορρίφθηκε ως αόριστη ή μη νόμιμη, ενώ συνέβαινε το αντίθετο σύμφωνα με τον συγκεκριμένο κανόνα του ουσιαστικού δικαίου.

Στην περίπτωση αυτή, όπως συνάγεται από τις διατάξεις των άρθρων 118 αριθ. 4, 566 παρ.1 και 577 παρ.3 και 578 του ΚΠολΔ, για να είναι ορισμένος ο λόγος αναιρέσεως και, συνεπώς, εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος, πρέπει να αναφέρεται με πληρότητα η ιστορική βάση της αγωγής που απορρίφθηκε (OλΑΠ 28/1998). Στην προκείμενη περίπτωση με τους δεύτερο και τρίτο λόγους της αναιρέσεως (κατά το πρώτο σκέλος τους), από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, προβάλλεται ότι το Εφετείο παραβίασε τις διατάξεις που προεκτέθηκαν και εκείνες των άρθρων 297 και 914 ΑΚ, αξιώνοντας περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος και απέρριψε εντεύθεν ως αόριστη την αγωγή του αναιρεσείοντος ως προς το προαναφερόμενο κεφάλαιο της αποζημιώσεως.

Δεν αναφέρεται, όμως, στο αναιρετήριο με πληρότητα η ιστορική βάση της αγωγής, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που είχε επικαλεστεί ο αναιρεσείων στην αγωγή του για τη θεμελίωσή της, ώστε να είναι εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος για το αν η απόρριψή της ως αόριστης συνιστά ή όχι παραβίαση των παραπάνω διατάξεων ουσιαστικού δικαίου.

Επομένως οι λόγοι αυτοί πρέπει να απορριφθούν ως αόριστοι. Εξάλλου, σε περίπτωση ασκήσεως αναιρέσεως κατά αποφάσεως που απέρριψε την αγωγή ως αόριστη, ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο αποδίδεται η πλημμέλεια της παρά τον νόμο κηρύξεως απαραδέκτου, πρέπει να διαλαμβάνει και ποιο ακριβώς ήταν το περιεχόμενο της αγωγής.

Επομένως, ενόψει αυτών που προεκτέθηκαν, πρέπει να απορριφθούν ως αόριστοι οι ως άνω τρεις λόγοι της αναιρέσεως (κατά το δεύτερο σκέλος τους), από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, με τους οποίους αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας ότι απέρριψε ως αόριστη την αγωγή ως προς το προαναφερόμενο κεφάλαιο της επιδικάσεως αποζημιώσεως στον αναιρεσείοντα και ότι έτσι παρά τον νόμο κήρυξε απαράδεκτο.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 26-9-2004 αίτηση του Σ. Σ. για αναίρεση της 6009/2004 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που ορίζει στο ποσό των επτακοσίων εβδομήντα (770) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 7 Μαρτίου 2006.

Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο στις 6 Απριλίου 2006.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ