Legislator Case Law & Legislation
65/2024 AI generated

Supreme Court dismisses appeals in a bank negligence case, upholding the lower court's finding of contributory negligence.

Case Number 65/2024
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece joined two separate appeals against a Third Instance Court decision regarding a bank's negligence in handling a large cash deposit. The appellant bank argued the court erred in finding the customer contributed to the loss through improper procedures and delay, while the customer claimed the bank failed to follow required protocols. The court rejected both appeals, ruling that the lower court correctly applied civil liability statutes and common sense to establish the customer's contributory negligence and lack of legal basis for the bank's claims.

Legislator headnote

AI generated

Articles 298, 299, 330, 914 of the Civil Code; Article 559 of the Code of Civil Procedure: The Supreme Court held that an appellate court must reject an appeal if the lower court's reasoning sufficiently addresses the statutory requirements for civil liability and correctly applies the law and common sense to establish the appellant's contributory negligence.

Keywords

AI generated
bank negligence liability contributory negligence appellate review standard cash deposit safety civil procedure appeal

Cited Legislation

AI generated
Articles 298, 299, 330, 914 of the Civil Code
Article 559 of the Code of Civil Procedure
Article 246 of the Code of Civil Procedure
Article 495 of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 65 / 2024 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 65/2024

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κυριάκο Μπαμπαλίδη, Παναγιώτη Βενιζελέα, Βρυσηίδα Θωμάτου και Ευτύχιο Νικόπουλο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 14 Νοεμβρίου 2022, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει τις υποθέσεις μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας - αναιρεσιβλήτου: ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ Α.Ε.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Τσιάντο.

Του αναιρεσιβλήτου - αναιρεσείοντος: Χ. Τ. του Π., κατοίκου .... Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Τσάτσο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 2-1-2012 και 22-1-2013 αγωγές του ήδη αναιρεσιβλήτου - αναιρεσείοντος και προσώπου που δεν είναι διάδικος στην παρούσα δίκη, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 13190/2019 του ίδιου Δικαστηρίου και 867/2021 του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με τις από 3-6-2021 και 23-2-2022 αιτήσεις τους.

Κατά τη συζήτηση των αιτήσεων αυτών, που εκφωνήθηκαν από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας - αναιρεσιβλήτου ζήτησε την παραδοχή της αίτησής της, την απόρριψη της αίτησης του αντιδίκου της και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά τη διάταξη του άρθρου 246 ΚΠολΔ, η οποία εφαρμόζεται και στην αναιρετική διαδικασία κατά το άρθρο 573 παρ.1 ΚΠολΔ, το δικαστήριο σε κάθε στάση τη δίκης μπορεί, αυτεπαγγέλτως ή ύστερα από αίτηση κάποιου διαδίκου, να διατάξει την ένωση και συνεκδίκαση περισσοτέρων εκκρεμών ενώπιόν του δικών, ανάμεσα στους ίδιους ή διαφορετικούς διαδίκους, αν υπάγονται στην ίδια διαδικασία και, κατά την κρίση του, διευκολύνεται ή επιταχύνεται η διεξαγωγή της δίκης ή επέρχεται μείωση των εξόδων. Στην προκειμένη περίπτωση, κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο (14-11-2022) συζητήθηκαν οι εξής υποθέσεις: α) η από 3.6.2021 αίτηση αναίρεσης της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "Τράπεζα Πειραιώς Α.Ε." και β) η από 23.2.2022 αίτηση αναίρεσης του Χ. Τ.. Οι ανωτέρω αιτήσεις αναιρέσεως στρέφονται κατά της ίδιας απόφασης και συγκεκριμένα κατά της υπ` αριθμ. 867/2021 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης και, επομένως, πρέπει να συνεκδικαστούν, κατά το ως άνω άρθρο 246 ΚΠολΔ, αφού είναι συναφείς και από τη συνεκδίκασή τους διευκολύνεται η διεξαγωγή της δίκης και επέρχεται μείωση των εξόδων.

Α. Επί της από 3.6.2021 αίτησης αναίρεσης της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "Τράπεζα Πειραιώς Α.Ε.".

Από τις διατάξεις των άρθρων 298, 299, 330 και 914 ΑΚ προκύπτει ότι η αδικοπρακτική ευθύνη προς αποζημίωση προϋποθέτει συμπεριφορά παράνομη και υπαίτια (γενεσιουργό λόγο ευθύνης), επέλευση περιουσιακής ζημίας και ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συμπεριφοράς του δράστη και της, περιουσιακού ή μη χαρακτήρα, ζημίας.

Παράνομη είναι η συμπεριφορά που αντίκειται σε απαγορευτικό ή επιτακτικό κανόνα δικαίου, ο οποίος απονέμει δικαίωμα ή προστατεύει συγκεκριμένο συμφέρον του ζημιωθέντος, και μπορεί η συμπεριφορά αυτή να συνίσταται σε θετική, ενέργεια ή σε παράλειψη ορισμένης ενέργειας. Για την κατάφαση της παρανομίας δεν απαιτείται παράβαση συγκεκριμένου κανόνα δικαίου, αλλά αρκεί η αντίθεση της συμπεριφοράς στο γενικότερο πνεύμα του δικαίου ή στις επιταγές της έννομης τάξης.

Έτσι, παρανομία συνιστά και η παράβαση της γενικής υποχρέωσης πρόνοιας και ασφάλειας στο πλαίσιο της συναλλακτικής και γενικότερα της κοινωνικής δραστηριότητας των ατόμων, δηλαδή η παράβαση της, κοινωνικώς επιβεβλημένης και εκ της θεμελιώδους δικαιϊκής αρχής της συνεπούς συμπεριφοράς απορρέουσας, υποχρέωσης λήψης ορισμένων μέτρων επιμέλειας για την αποφυγή πρόκλησης ζημίας σε έννομα αγαθά τρίτων προσώπων.

Αιτιώδης δε σύνδεσμος υπάρχει όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνόμενου προσώπου ήταν, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ικανή και μπορούσε, αντικειμενικά, να επιφέρει, κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων και, χωρίς τη μεσολάβηση άλλου περιστατικού, το συγκεκριμένο επιζήμιο αποτέλεσμα (ΟλΑΠ 18/2004, ΑΠ 354/2022).

Δεν εξετάζονται οι ατομικές δυνατότητες και γνώσεις του συγκεκριμένου βλάψαντος, αλλά η δυνατότητα πρόγνωσης του μέσου συνετού ανθρώπου (ΑΠ 719/2012). Η κρίση δε του δικαστηρίου της ουσίας, ότι τα πραγματικά περιστατικά, που δέχτηκε κυριαρχικώς, ως αποδειχθέντα, επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη αιτία της ζημίας, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, γιατί είναι κρίση νομική, αναγόμενη στην ορθή η μη υπαγωγή από το δικαστήριο της ουσίας των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας, η παράβαση των οποίων ιδρύει τον αναιρετικό λόγο του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ.

Αντιθέτως, η κρίση ότι η πράξη ή η παράλειψη υπήρξε ή δεν υπήρξε ένας από τους αναγκαίους όρους του αποτελέσματος αφορά τα πράγματα και δεν ελέγχεται αναιρετικά (ΟλΑΠ 2/2019, ΑΠ 354/2022). Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 922 ΑΚ, ο κύριος ή ο προστήσας κάποιον άλλο σε μία υπηρεσία ευθύνεται για τη ζημία, που ο υπηρέτης ή ο προστηθείς προξένησε σε τρίτο παράνομα κατά την υπηρεσία του.

Η εφαρμογή της ως άνω διάταξης προϋποθέτει: 1) σχέση πρόστησης, η οποία υπάρχει όταν ο προστήσας διατηρεί το δικαίωμα να δίδει οδηγίες και εντολές στον προστηθέντα, αναφορικά με τον τρόπο εκπλήρωσης της υπηρεσίας του, όπως συμβαίνει στην περίπτωση υπαλλήλου, απλού ή διευθυντικού, τράπεζας, 2) ενέργεια του προστηθέντος παράνομη και υπαίτια πληρούσα τις προϋποθέσεις του άρθρου 914 ΑΚ και 3) η ενέργεια αυτή του προστηθέντος να έγινε κατά την εκτέλεση της υπηρεσίας, που του είχε ανατεθεί, ακόμη και κατά κατάχρηση της υπηρεσίας του αυτής, η οποία υφίσταται όταν η ζημιογόνα πράξη τελέστηκε εντός των ορίων των καθηκόντων που ανατέθηκαν στον προστηθέντα, ή επ' ευκαιρία ή εξ αφορμής της υπηρεσίας, αλλά κατά παράβαση των εντολών και των οδηγιών, που δόθηκαν σ' αυτόν ή καθ' υπέρβαση των καθηκόντων του, υπό την προϋπόθεση όμως ότι μεταξύ της ζημιογόνας ενέργειας του προστηθέντος και της υπηρεσίας του υπάρχει εσωτερική συνάφεια, με την έννοια ότι η αδικοπραξία δεν θα ήταν δυνατό να τελεστεί χωρίς την πρόστηση ή ότι η τελευταία υπήρξε το αναγκαίο μέσο για τη διάπραξή της.

Δηλαδή, ο προστήσας ευθύνεται και για κάθε πράξη του προστηθέντος, της οποίας η εκτέλεση κατέστη δυνατή στον τελευταίο, λόγω ακριβώς της θέσης του, των ευκαιριών τις οποίες αυτή (πρόστηση) του παρείχε να χρησιμοποιήσει για άλλο σκοπό τα τεθέντα στη διάθεσή του μέσα και γενικότερα όταν η υπηρεσία του προστηθέντος αποτέλεσε το αναγκαίο μέσο προς επιχείρηση της ζημιογόνου πράξης.

Με τις προϋποθέσεις αυτές θεμελιώνεται η αντικειμενική ευθύνη του προστήσαντος για τις ζημίες που παράνομα και υπαίτια προκάλεσε ο προστηθείς, με τον οποίο ευθύνεται εις ολόκληρο, όπως συνάγεται από τις διατάξεις των άρθρων 481, 486 και 926 ΑΚ. Αντίθετα, δεν ευθύνεται ο προστήσας, όταν η παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά του προστηθέντος οφείλεται σε προσωπικούς λόγους του τελευταίου, άσχετους με την υπηρεσία που του έχει ανατεθεί, αφού η ύπαρξη των λόγων αυτών διακόπτει την αιτιώδη συνάφεια ανάμεσα στη βλαπτική πράξη του προστηθέντος και την άσκηση ή κατάχρηση της υπηρεσίας του.

Αυτό συμβαίνει και στην περίπτωση, που υπάρχει μεν τoπικός ή χρονικός σύνδεσμος της επιβλαβούς συμπεριφοράς του προστηθέντος με την υπηρεσία του, δηλαδή η συμπεριφορά αυτή εκδηλώθηκε τοπικά και χρονικά με την ευκαιρία της υπηρεσίας του, πλην όμως οφείλεται σε προσωπικό πταίσμα του προστηθέντος, τον κίνδυνο του οποίου δεν μπορεί να φέρει ο προστήσας (AΠ 1532/2022).

Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 300, 334 και 922 ΑΚ προκύπτει ότι ο κύριος ή ο προστήσας άλλον σε κάποια υπηρεσία, που ευθύνεται για της ζημίες που προξενήθηκαν από τον προστηθέντα παρανόμως σε τρίτο κατά την εκτέλεση της ανατεθείσας σ' αυτόν υπηρεσίας, απαλλάσσεται της ευθύνης, όταν ο προστηθείς έδρασε κατά κατάχρηση της ανατεθείσας σ' αυτόν υπηρεσίας υπό την προϋπόθεση όμως ότι ο ζημιωθείς γνώριζε ή όφειλε να γνωρίζει την κατάχρηση αυτή, περιστατικά που πρέπει να προτείνει και ν' αποδείξει για την απαλλαγή του ο εναγόμενος προστήσας, έναντι της αγωγής του ζημιωθέντος (ΑΠ 780/2019, ΑΠ 2259/2014, ΑΠ 530/2014).

Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης, αν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου. Τούτο συμβαίνει αν για την εφαρμογή κανόνα του ουσιαστικού δικαίου, το δικαστήριο απαίτησε περισσότερα στοιχεία ή αρκέστηκε σε λιγότερα στοιχεία από εκείνα που αυτός απαιτεί, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα δικαίου έννοια διαφορετική από την πραγματική.

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που (ανελέγκτως) δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, ιδρύεται δε ο λόγος αυτός, όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα προβατικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένο υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται.

Με το λόγο αυτό δεν επιτρέπεται να πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο (ΑΠ 1067/2013, ΑΠ 849/2007). Εξάλλου, η παραβίαση από τη διάταξη αυτή πρέπει να προκύπτει από την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, η οποία στηρίζει το δικανικό συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού, η έλλειψη δε μείζονος προτάσεως και οι τυχόν εσφαλμένες κρίσεις του δικαστηρίου της ουσίας, ως προς την έννοια της διάταξης του ουσιαστικού νόμου και τις προϋποθέσεις εφαρμογής της, δεν ιδρύουν αυτές και μόνο λόγο αναίρεσης, αν δεν συνέχονται με την ουσιαστική του κρίση (ΑΠ 1354/2015, ΑΠ 903/2010).

Περαιτέρω, η παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας ιδρύει λόγο αναιρέσεως, μόνο αν αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ' αυτούς, δηλαδή όταν το δικαστήριο χρησιμοποιεί εσφαλμένα ή παραλείπει εσφαλμένα να χρησιμοποιήσει διδάγματα της κοινής πείρας για να βρει την έννοια κάποιου κανόνα δικαίου ή να υπαγάγει σ' αυτόν τα πραγματικά περιστατικά της διαφοράς, όχι δε και όταν χρησιμεύουν για την εξακρίβωση από το δικαστήριο της ύπαρξης πραγματικών περιστατικών, ή προς εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των αποδεικτικών μέσων, που προσκομίστηκαν, γιατί στην περίπτωση αυτή πρόκειται για εκτίμηση πραγμάτων, η οποία είναι ανέλεγκτη αναιρετικά (ΑΠ 789/2010).

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (ΑΠ 780/2019).

Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε, με την προσβαλλομένη απόφασή του, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Η πρώτη εναγόμενη Κ. Μ. ήταν υπάλληλος της δεύτερης εναγομένης ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας (αναιρεσείουσας), με σχετική σύμβαση εργασίας από το έτος 1989, ενώ από το έτος 2005 κατείχε την θέση της υποδιευθύντριας στο υποκατάστημα που διατηρούσε η τελευταία στην ...

Θεσσαλονίκης και μετέπειτα στις 2.5.2007 τοποθετήθηκε στο υποκατάστημά της που κείται εντός του ... Νοσοκομείου Θεσσαλονίκης, όπου και προήχθη στη θέση της διευθύντριας αυτού. Στα καθήκοντα της πρώτης εναγομένης περιλαμβάνονταν, μεταξύ άλλων, η διοίκηση και οργάνωση του ανωτέρω υποκαταστήματος, με την έννοια κυρίως ότι έπρεπε να φροντίζει για την συμμόρφωση της τράπεζας προς τους κανόνες και τις οδηγίες της Τράπεζας της Ελλάδος, των νομισματικών αρχών και της διοίκησης της τράπεζας, την εύρυθμη και σύμφωνη με τους κανόνες και διαδικασίες ασφαλείας λειτουργία του καταστήματος και ροή των εργασιών αυτού.

Επίσης όφειλε να μεριμνά για την ανάπτυξη των εργασιών του καταστήματος στην αγορά όπου δραστηριοποιούνταν και την προώθηση των προϊόντων και των υπηρεσιών που προσφέρει η δεύτερη εναγόμενη στο κοινό. Ο ενάγων (αναιρεσίβλητος) ασκεί εμπορική δραστηριότητα διατηρώντας κατάστημα γουναρικών και δερμάτινων ειδών στην ...

Θεσσαλονίκης, επί της οδού ... αριθμός 15. Για τις ανάγκες της εμπορίας του συνεργαζόταν με την δεύτερη εναγόμενη τράπεζα, ενώ μεταξύ αυτού και της πρώτης εναγομένης δημιουργήθηκε κλίμα αμοιβαίας επαγγελματικής εμπιστοσύνης. Μάλιστα ο ενάγων μίσθωσε την με αριθμό 26 θυρίδα του υποκαταστήματος του ... της δεύτερης εναγομένης, εντός της οποίας τοποθέτησε το χρηματικό ποσό των 200.000 ευρώ.

Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι ο ενάγων την 5.5.2011, έχοντας δανειστεί από τον υιό του Π. το ποσό των 10.000 ευρώ, προσήλθε στο ως άνω υποκατάστημα της δεύτερης εναγομένης, συνοδευόμενος από τη φίλη του Α. Σ., από την οποία είχε δανειστεί το ποσό των 126.000 ευρώ, και, αφού ανέλαβε και το ποσό των 200.000 ευρώ που διατηρούσε κατά τα άνω στη θυρίδα του, παρέδωσε στην πρώτη εναγομένη εντός φακέλου το συνολικό ποσό των 336.000 ευρώ, στο γραφείο της, όπου εργαζόταν, προκειμένου, κατόπιν υπόδειξής της, να το καταθέσει η ίδια σε λογαριασμό προθεσμιακής κατάθεσης που θα άνοιγε στο όνομά του στο ως άνω υποκατάστημα της τράπεζας, με σκοπό το ποσό αυτό να χρησιμεύσει ως κάλυμμα για την εκ μέρους του ενάγοντος λήψη ισόποσου δανείου από την τράπεζα για την χρηματοδότηση επένδυσης με αντικείμενο την ίδρυση και τον εξοπλισμό πάρκου εγκατάστασης φωτοβολταϊκής μονάδας.

Αυτό ήταν ένα προϊόν που εκείνη την περίοδο προωθούσε η δεύτερη εναγόμενη τράπεζα και διαφήμιζε η πρώτη εναγόμενη στα πλαίσια προώθησης προγραμμάτων επένδυσης της τράπεζας, υποσχόμενη χρηματοδότηση με προνομιακούς όρους και υψηλά κέρδη από την επένδυση. Η πρώτη εναγόμενη παρέλαβε η ίδια το ποσό αυτό με την ως άνω ιδιότητα της και με την σχετική εντολή καταθέσεώς του εντός των επόμενων ημερών στο λογαριασμό προθεσμιακής κατάθεσης που θα άνοιγε στο όνομα του ενάγοντος για τον παραπάνω σκοπό, χωρίς ο τελευταίος να λάβει οποιοδήποτε παραστατικό έγγραφο, εξαιτίας της εμπιστοσύνης που είχε στο πρόσωπο της, λόγω και της διευθυντικής θέσης που αυτή κατείχε.

Ωστόσο, η πρώτη εναγόμενη αντί να καταθέσει το ανωτέρω ποσό στον τραπεζικό λογαριασμό προθεσμιακής κατάθεσης του εναγομένου, για τον οποίο είχε εξουσιοδοτηθεί από τον ίδιο να ανοίξει στο όνομα του, το παρακράτησε, χωρίς νόμιμο λόγο, ιδιοποιούμενη έτσι αυτό για δικό της όφελος, γεγονός το οποίο του ανακοίνωσε ίδια σε συνάντηση τους την 6.5.2011 στον παραπάνω εργασιακό της χώρο.

Μάλιστα, η τελευταία υποσχέθηκε στον ενάγοντα ότι θα του επιστρέψει το ως άνω ποσό, παραδίδοντάς του συγχρόνως πέντε συναλλαγματικές αποδοχής της, εκ των οποίων οι τέσσερις ποσού 14.000 ευρώ εκάστη και η μία ποσού 280.000 ευρώ, με ημερομηνίες λήξης την 12.6.2011, την 12.7.2011, την 12.8.2011, την 12.9.2011 αντίστοιχα, εκ των οποίων εξοφλήθηκε μόνον η πρώτη ενώ για την δεύτερη από αυτές, λήξης την 12.7.2011, του κατέβαλε έναντι το ποσό των 2.000 ευρώ, εξακολουθώντας να του οφείλει το υπόλοιπο χρηματικό ποσό των (336.000 - 14.000 =) 320.000 ευρώ.

Κατόπιν εσωτερικού ελέγχου που διενήργησε η δεύτερη εναγομένη στο εν λόγω υποκατάστημα, τον Ιούνιο του 2011, διαπιστώθηκε ότι η άνω πρώτη εναγομένη από τα τέλη του έτους 2009 έως και τον Ιούνιο του 2011 υπεξαίρεσε σημαντικά ποσά από λογαριασμούς οκτώ πελατών του προαναφερόμενου υποκαταστήματος το οποίο διηύθυνε, συνολικού ποσού 2.405.855,43 ευρώ, γεγονός το οποίο παραδέχθηκε η ίδια, εγχειρίζοντας την 3.6.2011 στη βοηθό γενικής διευθύντριας της τράπεζας σχετικό ιδιόγραφο σημείωμα.

Πρόκειται συγκεκριμένα για περιπτώσεις έκδοσης και χορήγησης ψευδών και μη λογιστικοποιημένων στο σύστημα της τράπεζας βεβαιώσεων προθεσμιακών καταθέσεων και επενδυτικών προϊόντων, παράνομων και χωρίς την εντολή του πελάτη παρεμβάσεων σε λογαριασμούς του και παράνομης ιδιοποίησης του ποσού των καταθέσεων και των προϊόντων αυτών από την πρώτη εναγομένη.

Ακολούθως υποβλήθηκε εναντίον της εν λόγω υπαλλήλου μήνυση και ασκήθηκε εις βάρος της ποινική δίωξη για τις κακουργηματικές πράξεις της υπεξαίρεσης στην υπηρεσία κατ' εξακολούθηση και της πλαστογραφίας με χρήση κατ' εξακολούθηση, για τις οποίες καταδικάστηκε αυτή αμετακλήτως σε πολυετή κάθειρξη (βλ.

την προσκομιζόμενη υπ' αριθμόν 886/2018 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης). Ακολούθως, η δεύτερη εναγόμενη, προκειμένου να διαφυλάξει το κύρος και την φήμη της, αποζημίωσε τους άνω οκτώ παθόντες πελάτες της, ενώ την 8.5.2011 κατήγγειλε την σύμβαση εργασίας της πρώτης εναγομένης υπαλλήλου της. Από τα παραπάνω αποδεικτικά μέσα αποδείχτηκε ότι η πρώτη εναγόμενη, την οποία η δεύτερη εναγόμενη τράπεζα περιέβαλε κατά τον ένδικο χρόνο με εμπιστοσύνη θέσης διευθύντριας του άνω υποκαταστήματος της, ιδιοποιήθηκε παρανόμως το χρηματικό ποσό των 320.000 € που της παρέδωσε ο τελευταίος εντός του χώρου εργασίας της, προκειμένου αυτή να προβεί χωρίς την παρουσία του στις απαραίτητες ενέργειες για την μελλοντική επένδυση του ποσού αυτού, ως ανωτέρω αναφέρθηκε, δίνοντας την εντύπωση στον ενάγοντα ότι η τακτική αυτή διευκόλυνσης ακολουθείται για τους καλούς και φερέγγυους πελάτες από την δεύτερη εναγόμενη, παρά το γεγονός ότι η πρακτική αυτή, αντιβαίνει στους κανόνες της ασφαλούς λειτουργίας και στις οδηγίες της Τράπεζας της Ελλάδος, των νομισματικών αρχών και όλων των τραπεζικών εταιρειών.

Η δεύτερη εναγόμενη, τόσο πρωτοδίκως όσο και αν προκειμένω με την έφεσή της, αρνήθηκε την δική της ευθύνη έναντι του ενάγοντος, ισχυριζόμενη ότι δεν υφίσταται σχετικό παραστατικό έγγραφο της επίδικης συναλλαγής και λαμβανομένου υπόψη ότι και η ίδια η πρώτη εναγόμενη δεν ανέφερε τον ενάγοντα στο ιδιόχειρο σημείωμα που εγχείρισε στην εκπρόσωπό της την 3.6.2011, με το οποίο συνομολογούσε τις πράξεις υπεξαίρεσης που τέλεσε σε βάρος άλλων οκτώ πελατών της, η πράξη αυτή σε βάρος του ενάγοντος αφορούσε προσωπικές συναλλακτικές σχέσεις αυτού με την πρώτη εναγομένη, που βρίσκονταν εκτός της σχέσης πρόστησης που την συνδέει με το ανώτερο διευθυντικό στέλεχος του υποκαταστήματος της.

Ωστόσο, η ως άνω παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά της πρώτης εναγομένης εκδηλώθηκε κατά κατάχρηση της ανατεθείσας σε αυτήν υπηρεσίας από την δεύτερη εναγόμενη ανώνυμη τραπεζική εταιρεία, επ' ευκαιρία και εξ αφορμής αυτής, αλλά κατά παράβαση των επισήμων εντολών και των οδηγιών που δόθηκαν σε αυτήν από την δεύτερη εναγόμενη, όμως μεταξύ της ζημιογόνου ενέργειας της προστηθείσας πρώτης εναγομένης και της υπηρεσίας που ανατέθηκε σε αυτήν υπάρχει εσωτερική συνάφεια, με την έννοια ότι η προαναφερθείσα αδικοπρακτική συμπεριφορά της δεν θα ήταν δυνατόν να υπάρξει χωρίς την πρόστηση, ενώ, επιπροσθέτως, η πρόστηση αυτή υπήρξε και το αναγκαίο μέσο για την τέλεση της αδικοπραξίας.

Χωρίς την πρόστηση της πρώτης εναγομένης στη θέση της διευθύντριας του υποκαταστήματος, των μέσων και των ευκαιριών που της χορήγησε η δεύτερη εναγομένη και χρησιμοποίησε η πρώτη για άλλο σκοπό από εκείνον για τον οποίο της ανατέθηκαν, δεν θα γινόταν δυνατή η τέλεση της ένδικης αδικοπρακτικής συμπεριφοράς της προστηθείσας της.

Συγκεκριμένα, η δεύτερη εναγόμενη διατήρησε την πρώτη εναγόμενη στην άνω διευθυντική θέση του υποκαταστήματος της επί μακρό χρόνο και χωρίς την δέουσα εποπτεία και ελέγχους επιθεώρησης των μεθόδων ενέργειας που ανέπτυξε στο υποκατάστημα της, με βάση τις οποίες εξυπηρετούσε τους πελάτες της. Η ως άνω παράνομη δραστηριότητα της πρώτης εναγομένης, κατά τον κρίσιμο χρόνο της επίδικης συναλλαγής της με τον ενάγοντα, ήταν άγνωστη τόσο στον ενάγοντα όσο και στην δεύτερη εναγόμενη, η οποία την περιέβαλε με εμπιστοσύνη στην ανωτέρω θέσεις διεύθυνσης του υποκαταστήματος της.

Χωρίς την πρόστηση αυτή δεν θα τελούνταν σε βάρος του ενάγοντος η αδικοπρακτική συμπεριφορά της πρώτης εναγομένης, η οποία χρησιμοποίησε την διευθυντική της θέση για σκοπό άλλο από τον ανατεθέντα άσκησης των καθηκόντων της, παραβιάζοντας τις οδηγίες και τις αρχές που διέπουν τις τραπεζικές εργασίες και δόθηκαν σε αυτήν από την δεύτερη εναγομένη και που επιβάλλουν την παροχή ειδικής έγγραφης εξουσιοδότησης ή την αυτοπρόσωπη παρουσία του συναλλασσομένου στο τραπεζικό κατάστημα για κάθε τραπεζική συναλλαγή, καθώς και την παράδοση σε αυτόν του σχετικού αποδεικτικού της εκάστοτε συναλλαγής.

Ο ενάγων δεν γνώριζε ούτε όφειλε να γνωρίζει ότι η πρώτη εναγόμενη ενεργούσε κατά κατάχρηση της ανατεθείσας υπηρεσίας της, δεδομένου ότι είχε την εύλογη πεποίθηση ότι υπήρχε έγκριση της δεύτερης εναγομένης για εξυπηρέτηση των πελατών της που είχαν μεγάλο κύκλο συναλλαγών με αυτόν τον τρόπο, ενισχυόμενη και από την εμπιστοσύνη με την οποία περιέβαλε για πολλά έτη η εν λόγω τράπεζα την πρώτη εναγόμενη, ως έντιμη και συνεπή στα υπηρεσιακά της καθήκοντα, διευθύντρια του υποκαταστήματός της.

Επομένως, η δεύτερη εναγόμενη υπέχει ευθύνη ως προστήσασα την πρώτη εναγόμενη στην προαναφερθείσα διευθυντική θέση του υποκαταστήματος της, κατά κατάχρηση της οποίας, παραβιάζοντας τους κανόνες τραπεζικών συναλλαγών, υπεξαίρεσε, όπως προαναφέρθηκε, το ποσό των 320.000 ευρώ από τον ενάγοντα, συμπεριφορά που τελεί σε αιτιώδη συνάφεια με την πρόστησή της από την πρώτη εναγόμενη...

Ωστόσο, αποδείχτηκε ότι στην πρόκληση της ως άνω ζημιάς του ενάγοντος συντέλεσε και πταίσμα του ίδιου του ενάγοντος, ο οποίος, παρόλο που ήταν έμπειρος γνώστης οικονομικών συναλλαγών, αφού ήταν έμπορος που δραστηριοποιούνταν για πολλά έτη στην αγορά, δεν φρόντισε να διασφαλίσει απολύτως τα συμφέροντα του, λαμβάνοντας κάποιο αποδεικτικό έγγραφο της παράδοσης στην πρώτη εναγόμενη του επίδικου υψηλού χρηματικού ποσού, ενώ δεν φρόντισε περαιτέρω να απευθυνθεί άμεσα στην γενική διεύθυνση της δεύτερης εναγομένης, καταγγέλλοντας την πράξη της πρώτης εναγομένης, πλην ανέμεινε να παρέλθει χρονικό διάστημα περίπου τεσσάρων μηνών από την συναλλαγή, όταν δηλαδή έληξε και η τελευταία συναλλαγματική που είχε παραδοθεί σε αυτόν από την πρώτη εναγόμενη, η συγκλίνουσα υπαιτιότητα του ενάγοντος ανέρχεται σε ποσοστό 60%, δεκτής εν μέρει γενομένης της προβληθείσας από την δεύτερη εναγομένη ένστασης του άρθρου 300 ΑΚ περί συνυπαιτιότητας του ενάγοντος στην πρόκληση της ζημιάς του και ουσιαστικά βάσιμη ...".

Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο απέρριψε την έφεση της αναιρεσείουσας, επικυρώνοντας την απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, το οποίο κρίνοντας ομοίως είχε κάνει εν μέρει δεκτή την αγωγή του αναιρεσιβλήτου. Έτσι που έκρινε το Εφετείο, ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 914 και 922 ΑΚ, καθόσον τα ανωτέρω ανελέγκτως δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά καταφάσκουν την ύπαρξη σχέσης πρόστησης μεταξύ της αναιρεσείουσας τράπεζας και της προαναφερόμενης υπαλλήλου της, διευθύντριας του συγκεκριμένου υποκαταστήματος, που θεμελιώνει αντικειμενική ευθύνη της αναιρεσείουσας προς αποζημίωση του αναιρεσιβλήτου, αμέσως ζημιωθέντος από την παράνομη και υπαίτια πράξη της ανωτέρω υπαλλήλου της αναιρεσείουσας, συνισταμένη, ειδικότερα, στην κατά κατάχρηση της ανατεθείσας σε αυτήν υπηρεσίας, αλλά επ' ευκαιρία και εξ αφορμής αυτής, υπεξαίρεση του ποσού των 320.000 ευρώ, χωρίς να συντρέχει η αρνητική προϋπόθεση της άρσης της ευθύνης της αναιρεσείουσας λόγω γνώσης ή δυνατότητας γνώσης του αναιρεσιβλήτου ότι η αδικοπρακτήσασα υπάλληλός της ενεργούσε κατά κατάχρηση της ανατεθείσας σ' αυτήν υπηρεσίας, υφίσταται δε υφίσταται εσωτερική συνάφεια μεταξύ της τελεσθείσας από την προστηθείσα υπάλληλο αδικοπραξίας και της ως άνω υπηρεσίας που της είχε ανατεθεί από την αναιρεσείουσα, με την έννοια ότι η προαναφερθείσα αδικοπρακτική συμπεριφορά της δεν θα ήταν δυνατόν να υπάρξει χωρίς την πρόστηση, η οποία έτσι απετέλεσε το αναγκαίο μέσο για την τέλεση της αδικοπραξίας, ενώ ο αιτιώδης αυτός σύνδεσμος δεν διακόπτεται από το συντρέχον πταίσμα του αναιρεσιβλήτου, αφού η συνυπαιτιότητα προϋποθέτει την ύπαρξη πταίσματος, οποιουδήποτε βαθμού, και του προστηθέντος.

Επομένως, ο πρώτος, κατά το δεύτερο σκέλος, λόγος της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος. Ο ίδιος λόγος, κατά το τρίτο σκέλος, ως προς την προβαλλόμενη αιτίαση ότι το Εφετείο παραβίασε τα διδάγματα κοινής πείρας, σύμφωνα με τα οποία οι τραπεζικές συναλλαγές υπόκεινται σε αυξημένη τυπικότητα και αποδεικνύονται εγγράφως, είναι απαράδεκτος, αφού η αιτίαση αυτή δεν αφορά παραβίαση διδάγματος της κοινής πείρας κατά την εφαρμογή των κανόνων του δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ' αυτούς αλλά κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίφαση δε της επικαλούμενης αναιρετικής πλημμέλειας πλήττεται η ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου, ότι ο αναιρεσίβλητος δεν γνώριζε ούτε όφειλε να γνωρίζει ότι η πρώτη εναγόμενη ενεργούσε κατά κατάχρηση της ανατεθείσας υπηρεσίας της, η οποία κρίση όμως είναι αναιρετικά ανέλεγκτη.

Επίσης, με τον ίδιο πρώτο λόγο αναίρεσης, κατά το πρώτο σκέλος, προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο διατύπωσε εσφαλμένα και ελλιπώς τη μείζονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού του, και συγκεριμένα ότι έσφαλε ως προς την ερμηνεία της διάταξης του άρθρου 922 ΑΚ τόσο αυτοτελώς όσο και σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 300 ΑΚ, καθόσον παρέλειψε να διαγνώσει ότι για να υπάρχει ευθύνη από πρόστηση πρέπει η πρόστηση να αποτελεί τον αναγκαίο όρο για την επέλευση της ζημίας, πράγμα που δεν συμβαίνει όταν ο προστήσας έχει λάβει κάθε μέτρο που είναι αναγκαίο για την αποτροπή της βλαπτικής συμπεριφοράς του προστηθέντος και πάντως δεν συντρέχει όταν διακόπτεται η αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της συμπεριφοράς του προστηθέντος και της επελθούσας ζημίας, όπως συμβαίνει όταν η ζημία οφείλεται σε πταίσμα του ζημιωθέντος.

Ο ως άνω λόγος, κατά το οικείο σκέλος, είναι απαράδεκτος, διότι πλήττει την μη ιδρύουσα αυτοτελή λόγο αναίρεσης μείζονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού. Περαιτέρω, το Εφετείο, υπό τις προεκτεθείσες παραδοχές του, δεν στέρησε την προσβαλλόμενη απόφασή του από νόμιμη βάση, καθόσον παρατίθενται στην απόφαση με σαφήνεια, επάρκεια και χωρίς αντιφατικές ή ενδοιαστικές διατυπώσεις τα, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του, γενόμενα δεκτά ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, τα οποία θεμελιώνουν το σαφώς διατυπούμενο αποδεικτικό πόρισμά του, με τις υποστηρίζουσες αυτό αναιρετικά ανέλεγκτες παραδοχές που αναφέρονται ανωτέρω, αναφορικά με τις συνθήκες κάτω από τις οποίες η προστηθείσα από την αναιρεσείουσα διευθύντρια τέλεσε την ως άνω αναφερόμενη αδικοπραξία (υπεξαίρεση), και συγκεκριμένα:

α) ότι ο αναιρεσίβλητος παρέδωσε στην ανωτέρω υπάλληλο της αναιρεσείουσας και διευθύντρια του υποκαταστήματος, το συνολικό ποσό των 336.000 ευρώ, στο γραφείο της όπου εργαζόταν, προκειμένου, κατόπιν υπόδειξής της, να το καταθέσει η ίδια σε λογαριασμό προθεσμιακής κατάθεσης που θα άνοιγε στο όνομά του, με σκοπό το ποσό αυτό να χρησιμεύσει ως κάλυμμα για την εκ μέρους του ενάγοντος λήψη ισόποσου δανείου από την τράπεζα για την χρηματοδότηση επένδυσης, β) ότι αυτό ήταν ένα προϊόν που εκείνη την περίοδο προωθούσε η αναιρεσείουσα και διαφήμιζε η ανωτέρω υπάλληλος, στα πλαίσια προώθησης προγραμμάτων επένδυσης της τράπεζας, υποσχόμενη χρηματοδότηση με προνομιακούς όρους και υψηλά κέρδη από την επένδυση, γ) ότι η ανωτέρω υπάλληλος, όμως, αντί να καταθέσει το ανωτέρω ποσό στον τραπεζικό λογαριασμό προθεσμιακής κατάθεσης του αναιρεσιβλήτου, παρακράτησε το παραπάνω ποσό, χωρίς νόμιμο λόγο, ιδιοποιούμενη έτσι παρανόμως αυτό για δικό της όφελος, έναντι του οποίου απέδωσε αργότερα στον αναιρεσίβλητο μόνον 16.000 ευρώ, με αποτέλεσμα να του οφείλει 320.000 ευρώ, δ) ότι η αναιρεσείουσα τράπεζα, κατά τον ένδικο χρόνο, περιέλαβε με εμπιστοσύνη θέσης διευθύντριας του υποκαταστήματος τη συγκεκριμένη υπάλλληλο, η οποία ιδιοποιήθηκε παρανόμως το παραπάνω χρηματικό ποσό, δίνοντας την εντύπωση στον αναιρεσίβλητο ότι η τακτική αυτή διευκόλυνσης ακολουθείται για τους καλούς και φερέγγυους πελάτες της αναιρεσείουσας, ε) ότι η ως άνω παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά της υπαλλήλου εκδηλώθηκε μεν κατά κατάχρηση της ανατεθείσας σε αυτήν από την αναιρεσειουσα υπηρεσίας, αλλά επ' ευκαιρία και εξ αφορμής αυτής, η αδικοπρακτική δε συμπεριφορά της, δεν θα ήταν δυνατόν να υπάρξει χωρίς την πρόστηση, η οποία υπήρξε και το αναγκαίο μέσο για την τέλεση της αδικοπραξίας, και στ) ότι η παράνομη αυτή δραστηριότητα της υπαλλήλου ήταν άγνωστη στον ενάγοντα, ο οποίος δεν γνώριζε ούτε όφειλε να γνωρίζει ότι η πρώτη εναγόμενη ενεργούσε κατά κατάχρηση της ανατεθείσας υπηρεσίας της, δεδομένου ότι είχε την εύλογη πεποίθηση ότι υπήρχε έγκριση της αναιρεσείουσας για εξυπηρέτηση των πελατών της, που είχαν μεγάλο κύκλο συναλλαγών, με αυτόν τον τρόπο, ενισχυόμενη και από την εμπιστοσύνη με την οποία περιέβαλε για πολλά έτη η αναιρεσείουσα την υπάλληλο, ως έντιμη και συνεπή στα υπηρεσιακά της καθήκοντα.

Επομένως, ο δεύτερος, από τον αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης με τον οποίο η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος. Σύμφωνα με τον αριθμό 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και εάν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής ως "πράγματα", των οποίων η λήψη υπόψη, καίτοι μη προταθέντων ή αντίθετα η μη λήψη υπόψη, καίτοι προταθέντων, ιδρύει τον ως άνω αναιρετικό λόγο, νοούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί και παραδεκτά προβαλλόμενοι ισχυρισμοί που συγκροτούν την ιστορική βάση και, επομένως, στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως ουσιαστικού ή δικονομικού δικαίου (ΟλΑΠ 22/2005, ΟλΑΠ 25/2003, ΑΠ 757/2015).

Στοιχείο ενός αυτοτελούς ισχυρισμού είναι κάθε περιστατικό το οποίο, αφηρημένως λαμβανόμενο, οδηγεί κατά νόμο στη γέννηση ή στην κατάλυση του δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή ή την ένσταση (ΑΠ 50/2020, ΑΠ 1795/2008). Επομένως, δεν αποτελούν "πράγματα" οι μη νόμιμοι, απαράδεκτοι, αόριστοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει σ' αυτούς, ούτε και οι αρνητικοί ισχυρισμοί, που συνέχονται με την ιστορική βάση της αγωγής, ένστασης ή αντένστασης και αποτελούν αιτιολογημένη άρνηση καθεμιάς εξ αυτών, αφού αυτοί αποκρούονται με την παραδοχή ως βασίμων των θεμελιωτικών τους γεγονότων (ΟλΑΠ 8/2013, ΟλΑΠ 3/1997, ΑΠ 630/2020, ΑΠ 1142/2019).

Ως εκ τούτου, και ο λόγος εφέσεως αποτελεί "πράγμα" κατά την ως άνω έννοια του άρθρου 559 αριθμός 8 ΚΠολΔ, μόνον όταν επαναφέρει προς κρίση στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο αυτοτελή πραγματικό ισχυρισμό και όχι άρνηση της αγωγής ή της ένστασης (ΑΠ 1187/2021, 1588/2017). Πάντως, ο λόγος από το άρθρο 559 αριθμός 8 ΚΠολΔ δεν στοιχειοθετείται, αν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπ' όψη τον ισχυρισμό που προτάθηκε και ευθέως τον απέρριψε για οποιονδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό, διότι η απόρριψη σημαίνει ότι ο ισχυρισμός έχει ληφθεί υπ' όψη ανεξάρτητα αν δεν έγινε δεκτός (ΟλΑΠ 25/2003, ΑΠ 1330/2022, ΑΠ 1703/2008).

Ακόμη, ο ίδιος λόγος δεν στοιχειοθετείται, όταν το δικαστήριο της ουσίας αντιμετωπίζει και απορρίπτει στην ουσία εκ των πραγμάτων προταθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή, ως αποδειχθέντων, γεγονότων αντίθετων προς αυτά, που τον συγκροτούν (ΟλΑΠ 11/1996, ΑΠ 377/2019). Με τον τρίτο λόγο αναίρεσης η αναιρεσείουσα επικουρικά, για την περίπτωση απόρριψης των προαναφερομένων λόγων αναίρεσης, προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση σφάλμα από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ισχυριζόμενη ότι δεν λήφθηκαν υπόψη πράγματα προταθέντα και μάλιστα το αίτημα για μη επιδίκαση τόκων επιδικίας.

Ο λόγος αυτός είναι, προεχόντως, απαράδεκτος, γιατί ο ισχυρισμός αυτός δεν αποτελεί "πράγμα" υπό την προεκτεθείσα έννοια, αφού πρόκειται για αρνητικό ισχυρισμό της αγωγής. Ανεξαρτήτως αυτού, όπως προκύπτει από το περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο δέχθηκε, όσον αφορά τον ανωτέρω λόγο αναιρέσεως, τα ακόλουθα: "...

Συνακόλουθα, η υπό στοιχείο Α αγωγή πρέπει να γίνει εν μέρει δεκτή ως ουσιαστικά βάσιμη και να αναγνωριστεί η υποχρέωση της δεύτερης εναγομένης να καταβάλει στο ενάγοντα το συνολικό ποσό των (128.000 + 5.000 =) 133.000 ευρώ με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής έως την εξόφληση". Επομένως, το Εφετείο έλαβε υπόψη τον προταθέντα από την αναιρεσείουσα ως άνω ισχυρισμό και τον απέρριψε με την παραδοχή γεγονότων αντίθετων προς αυτά που τον συγκροτούν, και ειδικότερα, κάνοντας δεκτό ως βάσιμο και κατ' ουσίαν το αντίθετο αίτημα του ενάγοντος.

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, η κρινόμενη από 3.6.2021 αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 4 ΚΠολΔ). Τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, ο οποίος δεν κατέθεσε προτάσεις πρέπει να επιβληθούν σε βάρος της αναιρεσείουσας λόγω της ήττας της (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ).

Β. Επί της από 23.2.2022 αιτήσεως αναιρέσεως του Χ. Τ.. Από τα άρθρα 300 και 330 ΑΚ, που εφαρμόζονται και στην περίπτωση ευθύνης από πρόστηση, συνάγεται ότι, σε περίπτωση που έχει προκληθεί σε κάποιον ζημία, περιουσιακή ή μη, και έχει ανακύψει θέμα ευθύνης άλλου για αποζημίωση ή χρηματική ικανοποίηση, αν εκείνος που ζημιώθηκε από αμέλεια παρέλειψε κάποια θετική πράξη, την οποία όφειλε από το νόμο ή από δικαιοπραξία ή από τις αρχές της καλής πίστεως να επιχειρήσει και η οποία ήταν ικανή, κατ' αιτιώδη συνάφεια, να αποτρέψει τη ζημία, το δικαστήριο μπορεί να μην επιδικάσει αποζημίωση ή χρηματική ικανοποίηση, ή να μειώσει το ποσό της (ΑΠ 780/2019, ΑΠ 337/2010).

Κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 300 ΑΚ προϋποθέσεις εφαρμογής αυτής, είναι: α) Να υφίσταται συμβατική ή εξωσυμβατική υποχρέωση προς αποζημίωση. β) Συμπεριφορά του ζημιούμενου θετική ή αποθετική που συνέβαλε στην πρόκληση ή την έκταση της ζημίας. γ) Πταίσμα του ζημιωθέντος από δόλο ή αμέλεια, η οποία συνίσταται στην παράλειψη της απαιτούμενης προς περιφρούρηση των ιδίων συμφερόντων επιμέλειας, με συμπεριφορά αντίθετη προς τον από τις περιστάσεις κοινωνικώς επιβαλλόμενο τρόπο και δ) Αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της υπαίτιας συμπεριφοράς του ζημιωθέντος και του ζημιογόνου γεγονότος ή της ζημίας του (ΑΠ 487/2020, ΑΠ 1630/2010).

Δηλαδή, για να εφαρμοσθεί η παραπάνω διάταξη, πρέπει, πλην άλλων, ο ζημιωθείς να συνέβαλε με την συμπεριφορά του στην επέλευση ή την έκταση της ζημίας (ΑΠ 487/2020, ΑΠ 1673/2013, ΑΠ 766/2007, ΑΠ 945/2002). Προκειμένου περί αγωγής αποζημίωσης η οποία στηρίζεται σε αδικοπραξία του εναγομένου (άρθρα 914 επ. ΑΚ), ο ισχυρισμός του τελευταίου ότι στην επέλευση της ζημίας συντέλεσε και πταίσμα του ενάγοντος συνιστά αυτοτελή ισχυρισμό που θεμελιώνει ένσταση από το άρθρο 300 ΑΚ καταλυτική εν όλω ή εν μέρει της αγωγής (ΑΠ 810/2017, ΑΠ 263/2013).

Αμέλεια του ζημιωθέντος συντρέχει, κατά την έννοια του άρθρου 330 ΑΚ, όταν αυτός δεν κατέβαλε την επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, ήτοι την επιμέλεια του μέσου συνετού και επιμελούς εκπροσώπου του επαγγελματικού και λοιπού κύκλου (από άποψη μόρφωσης, περιβάλλοντος, ηλικίας, τόπου διαμονής κλπ) της δραστηριότητάς του (ΑΠ 487/2020, ΑΠ 2144/2013, ΑΠ 2252/2013).

Δεν αποτελούν κριτήριο οι ατομικές ιδιότητες των προσώπων, οι ειδικές γνώσεις ή οι εξαιρετικές ικανότητες αυτών. Έτσι, για να διαπιστωθεί αν ο ζημιωθείς επέδειξε την επιμέλεια που όφειλε, εξετάζεται πρώτα, αν ο, κατά τα άνω, τυπικός εκπρόσωπος του κύκλου του, μπορούσε με κατάλληλη ενέργεια ή παράλειψη να αποφύγει στη συγκεκριμένη περίπτωση τη ζημία ή να την περιορίσει και ύστερα, αν εκείνος που ζημιώθηκε, όφειλε, ως έντιμος και επιμελής κοινωνικός άνθρωπος, να προβεί στη δυνατή αυτή ενέργεια ή παράλειψη, την οποία όφειλε, από το νόμο ή από δικαιοπραξία ή από τις αρχές της καλής πίστης, να επιχειρήσει και η οποία ήταν ικανή, κατ' αιτιώδη συνάφεια, να την αποτρέψει (τη ζημία).

Εάν όφειλε να ενεργήσει ή να παραλείψει, πλην όμως, συμπεριφέρθηκε κατά τρόπο αντίθετο από εκείνον που επιβάλλεται από τις περιστάσεις, είτε γιατί δεν προέβλεψε αδικαιολόγητα την επέλευση του ζημιογόνου αποτελέσματος, είτε προέβλεψε μεν το ενδεχόμενο επελεύσεως του, ήλπιζε όμως ανεπίτρεπτα ότι θα το αποφύγει και έτσι παρέλειψε να πάρει τα κατάλληλα μέτρα που υπάρχουν και συνηθίζονται να παίρνονται, συνεπεία δε αυτής της συμπεριφοράς του δεν αποτρέπει τη ζημία του, το δικαστήριο μπορεί, όπως αναφέρθηκε, να μην επιδικάσει αποζημίωση ή χρηματική ικανοποίηση, ή να μειώσει το ποσό της (ΑΠ 487/2020, ΑΠ 337/2010, ΑΠ 1084/2008, ΑΠ 708/2004), υπό την προϋπόθεση ότι η πράξη ή παράλειψη του ζημιωθέντος πρέπει να συνδέεται όχι γενικώς, αλλά με όλα τα στοιχεία που αποτελούν το νόμιμο λόγο της ευθύνης του (ΑΠ 487/2020, ΑΠ 686/2013, ΑΠ 368/2011).

Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας για τη συνδρομή ή όχι πταίσματος του ζημιωθέντος, η οποία είναι κρίση σχετική με νομική έννοια, υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο κατά τις ως άνω, εκ του άρθρου 559 αρ. 1 και 19 ΚΠολΔ, διατάξεις (ΑΠ 487/2020, ΑΠ 363/2012). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνον αν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου.

Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα (Ολ. Α.Π. 4/2005), η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, όταν προσδίδεται στον εφαρμοστέο κανόνα δικαίου έννοια διαφορετική από την αληθινή έννοιά του, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων που δέχθηκε ανέλεγκτα το Δικαστήριο στον εφαρμοστέο κανόνα δικαίου (ΟλΑΠ 8/2006, ΑΠ 1182/2020, ΑΠ 150/2015).

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (ΑΠ 780/2019).

Στην προκείμενη περίπτωση, με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, όπως το περιεχόμενο αυτής αναλυτικώς εκτέθηκε κατά την έρευνα της από 3.6.2021 αίτησης αναίρεσης, ότι δηλαδή ο αναιρεσείων είναι συνυπαίτιος την πρόκληση της ζημίας του, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 300 και 330 ΑΚ, και δεν παραβίασε τα διδάγματα της κοινής πείρας κατά την εξειδίκευση των αόριστων νομικών εννοιών της συνυπαιτιότητας (με τη μορφή της αμέλειας) και της αιτώδους συνάφειας και την υπαγωγή στις νομικές αυτές έννοιες των ανελέγκτως δεκτών γενομένων ως αποδειχθέντων πραγματκών περιστατικών, δεδομένου ότι, ειδικότερα, τα εν λόγω περιστατικά πληρούν το πραγματικό των ανωτέρω νομικών εννοιών της αμελούς συμπεριφοράς του αναιρεσείοντος και την ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της συμπεριφοράς αυτής και της προκληθείσας ζημίας του, αφού η συμπεριφορά του αυτή ήταν ικανή, σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων, να συντελέσει στη βλάβη αυτή, στην οποία και πράγματι συνετέλεσε, κατά τις ανέλεγκτες παραδοχές του, στη συγκεκριμένη περίπτωση, ώστε να δικαιολογείται η παραδοχή της προβληθείσας από την αναιρεσίβλητη ένστασης συνυπαιτιότητας.

Περαιτέρω, το Εφετείο, υπό τις προεκτεθείσες παραδοχές του, δεν στέρησε την προσβαλλομένη απόφασή του από νόμιμη βάση, καθόσον διέλαβε σε αυτήν την απαιτούμενη αιτιολογία, που ανταποκρίνεται στο πραγματικό των ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διατάξεων και καθιστά εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή ή μη εφαρμογή αυτών, τις οποίες έτσι δεν παραβίασε εκ πλαγίου, αφού αναφέρονται στην απόφαση, με σαφήνεια, επάρκεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν το σαφώς διατυπούμενο αποδεικτικό της πόρισμα ως προς τη συνυπαιτιότητα του αναιρεσείοντος, με τις υποστηρίζουσες αυτό ειδικότερες παραδοχές ότι ο αναιρεσείων α) παρέδωσε στα χέρια της πιο πάνω προστηθείσας από την αναιρεσίβλητη διευθύντριας του υποκαταστήματος χωρίς την τήρηση των προβλεπόμενων διαδικασιών και χωρίς να φροντίσει να διασφαλίσει απολύτως τα συμφέροντα του, λαμβάνοντας κάποιο αποδεικτικό έγγραφο της παράδοσης σ' αυτή του επίδικου υψηλού χρηματικού ποσού, β) παρέλειψε να απευθυνθεί άμεσα στην γενική διεύθυνση της αναιρεσίβλητης, καταγγέλλοντας την πράξη της πιο πάνω υπαλλήλου, και γ) ανέμεινε να παρέλθει χρονικό διάστημα περίπου τεσσάρων μηνών από την συναλλαγή, όταν δηλαδή έληξε και η τελευταία συναλλαγματική που είχε παραδοθεί σε αυτόν από την προστηθείσα της αναιρεσείουσας.

Επομένως, ο δεύτερος λόγος της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, ότι το Εφετείο εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις πιο πάνω διατάξεις, σε συνδυασμό με την παραβίαση διδαγμάτων της κοινής πείρας, δεχόμενο την ύπαρξη αμελούς συμπεριφοράς του και αιτιώδους συναφείας μεταξύ αυτής και της ζημίας του, καθώς και ο πρώτος λόγος της αίτησης, με τον οποίο ο αναιρεσείων προσάπτει στην απόφαση την από τον αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια της έλλειψης νόμιμης βάσης λόγω ανεπαρκών και αντιφατικών αιτιολογιών, σχετικά με τα ανωτέρω ουσιώδη για την έκβαση της δίκης ζητήματα, είναι αβάσιμοι.

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει η ένδικη αίτηση αναιρέσεως να απορριφθεί και να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος από τον αναιρεσείοντα για την άσκηση αυτής παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 4 ΚΠολΔ). Τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις, πρέπει να επιβληθούν σε βάρος του αναιρεσείοντος λόγω της ήττας του (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Συνεκδικάζει τις από 3.6.2021 και 23.2.2022 αιτήσεις αναιρέσεως κατά της υπ' αριθ. 867/2021 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Απορρίπτει την από 3.6.2021 αίτηση της ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "Τράπεζα Πειραιώς Α.Ε." κατά της υπ' αριθ. 867/2021 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.

Επιβάλλει σε βάρος της αναιρεσείουσας τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.

Απορρίπτει την από 23.2.2022 αίτηση του Τ. Χ. για αναίρεση της υπ' αριθ. 867/2021 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.

Επιβάλλει σε βάρος του αναιρεσείοντος τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 15 Μαΐου 2023.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 15 Ιανουαρίου 2024.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ