Supreme Court allows appeal against appellate court ruling on court fee obligation and procedural error.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court allowed the appellant's appeal against the Athens Court of Appeal's decision, finding a procedural error in the appellate court's declaration of nullity. The appellant filed a claim for damages regarding data privacy violations, which was initially converted to a recognition suit after the 2011 law exempting such suits from fees took effect. The appellate court incorrectly declared the appellant's appearance invalid due to the fee requirement, despite the law's exemption, leading the Supreme Court to annul the decision and remand the case.
Legislator headnote
AI generatedArt. 7 para. 3 of Law 1544/1942; Art. 70 para. 3 of Law 3994/2011: Appeals against judgments declaring a suit subject to a court fee are inadmissible if the suit was filed as a claim for damages before the law's entry into force and subsequently converted to a recognition suit, as the appellant had no obligation to pay the fee.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 65 / 2022 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 65/2022
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αικατερίνη Κρυσταλλίδου - Εισηγήτρια, Μυρσίνη Παπαχίου, Μαρία Ανδρικοπούλου και Κυριάκο Μπαμπαλίδη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 13 Σεπτεμβρίου 2021, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ι. Π. του Δ., κατοίκου .... Παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Μάρκου.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία <<ΤΡΑΠΕΖΙΚΑ ΣΥΣΤΗΜΑΤΑ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΩΝ Α.Ε.>> και τον διακριτικό τίτλο <<ΤΕΙΡΕΣΙΑΣ Α.Ε.>>, που εδρεύει στο Μαρούσι Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα και 2) ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία <<ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ Α.Ε>>, που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, ως (οιονεί) καθολικής διαδόχου της ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία << ΓΕΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε.>>. Η πρώτη αναιρεσίβλητη εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Ευσταθία Τομπουλίδη, ενώ η δεύτερη αναιρεσίβλητη εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Ζωγραφιά Ευαγγελίδου-Τσικρικά, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30-09-2010 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5594/2013 του ίδιου Δικαστηρίου και 2955/2018 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 31-05-2019 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε τη παραδοχή της αίτησης, η πληρεξούσια της πρώτης αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά την αρχική διατύπωση της διάταξης του άρθρου 7 παρ. 3 του ν.δ. 1544/1942 "Η ορθή έννοια του άρθρου 2 του νόμου ΓΠΟΗ' είναι ότι είς το δι' αυτού επιβαλλόμενον τέλος δέν υπόκεινται αί απλώς αναγνωριστικαί αγωγαί ώς και αί περί εξαλείψεως υποθήκης και προσημειώσεις και αι περί ακυρώσεως πλειστηριασμού", ενώ κατά την παράγραφο 4 του ίδιου ως άνω άρθρου "Τα εν τοις προηγουμένοις εδαφίοις 1, 2 και 3 του άρθρου τούτου οριζόμενα εφαρμόζονται και επί των εκκρεμών δικών".
Με το άρθρο 70 παρ. 3 του ν. 3994/2011, η πιο πάνω παρ. 3 του άρθρου 7 του ν.δ. 1544/1942 αντικαταστάθηκε ως εξής: "Στο τέλος, που επιβάλλεται κατά το άρθρο 2 του ν. ΓΠΟΗ/1912 δεν υπόκεινται οι αγωγές περί εξαλείψεως υποθήκης και προσημειώσεως, καθώς και περί ακυρώσεως πλειστηριασμού", καθιερουμένης έτσι της υποχρεώσεως καταβολής ενσήμου και ως προς τις αναγνωριστικές αγωγές.
Εξάλλου, με την παράγραφο 14 του άρθρου 72 του ως άνω ν. 3994/2011 ορίστηκε ότι: "Η παράγραφος 3 του άρθρου 7 του ν.δ/τος 1544/1942 εφαρμόζεται στις αγωγές που ασκούνται μετά την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου", σύμφωνα δε με το άρθρο 77 παρ. 1 του νόμου αυτού, ο οποίος δημοσιεύθηκε στις 25.07.2011 (ΦΕΚ Α` 165/25.07.2011 ), "Η ισχύς των διατάξεων του παρόντος νόμου αρχίζει από τη δημοσίευσή του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, εκτός αν ορίζεται ειδικότερα στις επιμέρους διατάξεις".
Επίσης, σύμφωνα με το άρθρο 21 παρ. 1 του ν. 4055/2012, η παράγραφος 3 του άρθρου 7 του ν.δ/τος 1544/1942 , που αντικαταστάθηκε με το άρθρου 70 του ν. 3994/2011, αντικαθίσταται ως εξής: "Στο τέλος, που επιβάλλεται κατά το άρθρο 2 του ν. ΓπΟΗ/1912, δεν υπόκεινται οι αναγνωριστικές που αφορούν τις διαφορές των άρθρων 663, 677, 681Α` και 681Β`, καθώς και οι αγωγές για την εξάλειψη υποθήκης και προσημείωσης και εκείνες που αφορούν την ακύρωση πλειστηριασμού", ενώ με το άρθρο 21 παρ. 2 του ν. 4055/2012 ορίστηκε ότι: "Η διάταξη της παραγράφου 14 του άρθρου 72 του ν. 3994/2011 δεν εφαρμόζεται στις αγωγές, που ασκήθηκαν ως καταψηφιστικές, πριν την έναρξη ισχύος του, εφόσον μετατραπούν σε αναγνωριστικές μετά την έναρξη ισχύος αυτού".
Από το συνδυασμό των ως άνω διατάξεων, προκύπτουν τα ακόλουθα: α) Μετά την έναρξη ισχύος του ν. 3994/2011, δηλαδή μετά την 25.07.2011, οι αναγνωριστικές αγωγές, που δικάζονται κατά την τακτική διαδικασία, υπόκεινται σε τέλος δικαστικού ενσήμου, β) Με το άρθρο 72 παρ. 14 του ν. 3994/2011, εισήχθη εξαίρεση από τον κανόνα του άρθρου 7 παρ. 4 του ν.δ/τος 1544/1942, δηλαδή, από τον κανόνα ότι η διάταξη της παρ. 3 του εν λόγω άρθρου, που προβλέπει ποιες αγωγές υπόκεινται σε τέλος δικαστικού ενσήμου, εφαρμόζεται και επί εκκρεμών δικών.
Ειδικότερα, ορίστηκε ότι, η εν λόγω διάταξη της παρ. 3 του άρθρου 7 του ν.δ/τος 1544/1942, όπως τροποποιήθηκε, κατά τα ανωτέρω, σύμφωνα με την οποία υπόκεινται πλέον σε δικαστικό ένσημο και οι αναγνωριστικές αγωγές, θα εφαρμόζεται μόνο στις (αναγνωριστικές) αγωγές που ασκούνται μετά την έναρξη ισχύος του ν. 3994/2011, δηλαδή μετά την 25.07.2011, και συνεπώς η ρύθμιση αυτή καταλάμβανε και εκείνες τις καταψηφιστικές αγωγές, που είχαν ασκηθεί πριν την 25.07.2011, αλλά μετατρέπονταν μετά την ημερομηνία αυτή σε αναγνωριστικές.
Συνεπώς, ο νομοθέτης επέλεξε να μην υπόκεινται σε τέλος δικαστικού ενσήμου μόνον όσες αναγνωριστικές αγωγές είχαν ήδη ασκηθεί, κατά το χρόνο έναρξης ισχύος του ν. 3994/2011, δηλαδή όσες αναγνωριστικές αγωγές είχαν ασκηθεί μέχρι την 25.07.2011 (και επίσης όσες αγωγές είχαν ασκηθεί μεν ως καταψηφιστικές αλλά είχαν μετατραπεί μέχρι τότε σε αναγνωριστικές).
γ) με τη διάταξη, όμως, του άρθρου 21 παρ. 2 του ν. 4055/2012, ορίστηκε ότι η προαναφερόμενη διάταξη του άρθρου 72 παρ. 14 του ν. 3994/2011, που θεσπίζει, κατά τα ανωτέρω, την υποχρέωση καταβολής δικαστικού ενσήμου στις αναγνωριστικές αγωγές που ασκήθηκαν μετά την ισχύ του ν.3994/2011 (25.07.2021), συνακόλουθα δε και στις ασκηθείσες ήδη καταψηφιστικές που μετατρέπονταν μετά την 25.07.2011 σε αναγνωριστικές, δεν εφαρμόζεται σε όσες αγωγές είχαν ασκηθεί, ως καταψηφιστικές, πριν την έναρξη ισχύος αυτού (ν. 3994/2011), αλλά "μετατράπηκαν" σε αναγνωριστικές μετά την έναρξη ισχύος του ως άνω νόμου.
Επομένως, οι ως άνω αναφερόμενες αγωγές, δηλαδή όσες ασκήθηκαν ως καταψηφιστικές πριν την έναρξη ισχύος του ν. 3994/2011 και περιορίστηκαν σε αναγνωριστικές μετά την έναρξη ισχύος αυτού, δεν υπόκεινται σε τέλος δικαστικού ενσήμου, αφού ως προς αυτές δεν τυγχάνει εφαρμογής η διάταξη της παρ. 14 του άρθρου 72 του ν.3994/2011 η ρύθμιση της οποίας καταλάμβανε, όπως αναφέρθηκε, και τις εν λόγω αγωγές, ως εξομοιούμενες με τις μετά την ισχύ του νόμου (25-7-2011) ασκούμενες αναγνωριστικές αγωγές.
Η θέσπιση των εν λόγω διατάξεων (72 παρ.14 ν3994/2011 και 21 παρ.2 ν 4055/2012 ) αποβλέπει, ακριβώς λόγω της ισχύος της παρ.4 του άνω άρθρου 7 νδ/τος 1544/1942 που καταλαμβάνει και τις εκκρεμείς δίκες, αφενός μεν στην αποφυγή αιφνιδιασμού των πολιτών από την υποχρέωση καταβολής δικαστικού ενσήμου αναδρομικώς για αναγνωριστικές αγωγές που είχαν εγερθεί υπό το προγενέστερο καθεστώς, περιορίζοντας ρητά την υποχρέωση καταβολής δικαστικού ενσήμου με το άρθρο 72 παρ. 14 ν39994/2011 στις ασκούμενες μετά την ισχύ του αγωγές, αφετέρου με το άρθρο 21 παρ.2 του ν.4055/2012 προλαμβάνει τη στέρηση της δικονομικής δυνατότητας μετατροπής σε αναγνωριστικές αγωγών που είχαν ασκηθεί ως καταψηφιστικές υπό το προγενέστερο νομικό καθεστώς αλλά εκδικάζονται υπό την ισχύ του ν.3994/2011, ώστε να μην επιβαρυνθούν αυτές με την επιβολή (ως αναγνωριστικές πλέον) δικαστικού ενσήμου (βλ και ΑΠ 2037/2017).
Περαιτέρω, με τις διατάξεις των άρθρων 20 παρ. 1 του Συντάγματος και 6 της κυρωθείσης με το ν.δ. 53/1974 Ευρωπαϊκής Συμβάσεως της Ρώμης του 1950 για τα δικαιώματα του ανθρώπου, καθιερώνεται η προστασία του δικαιώματος του διαδίκου να διατυπώσει τις απόψεις του ενώπιον του δικαστηρίου. Οι διατάξεις, όμως, αυτές δεν αποκλείουν παράλληλα στον κοινό νομοθέτη, να θεσπίζει δικονομικές προϋποθέσεις και δαπανήματα και γενικότερα διατυπώσεις για την πρόοδο της δίκης, αρκεί αυτές να συνάπτονται προς την λειτουργία των δικαστηρίων και την ανάγκη αποτελεσματικής απονομής της δικαιοσύνης και, περαιτέρω, να μην υπερβαίνουν τα όρια εκείνα, πέραν των οποίων επάγονται την άμεση ή έμμεση κατάλυση του προστατευόμενου από τις εν λόγω διατάξεις ατομικού δικαιώματος παροχής έννομης δικαστικής προστασίας.
Στο πλαίσιο αυτό επιτρεπτώς επιβάλλεται από το ν. ΓΠΟΗ/1912 η υποχρέωση καταβολής αναλογικού τέλους δικαστικού ενσήμου επί των αναφερομένων στις διατάξεις του αποτιμητών σε χρήμα αγωγών, χωρίς εντεύθεν να αναιρείται ή περιορίζεται το ατομικό δικαίωμα παροχής έννομης προστασίας και ακροάσεως του διαδίκου από την δικονομική συνέπεια της ερημοδικίας του, σε περίπτωση παραλείψεώς του να ανταποκριθεί στην εν λόγω υποχρέωσή του, που καθιερώνεται με τα άρθρα 2 ν.
ΓΠΟΗ/1912 και 7 παρ. 1 του ν.δ. 1544/1942 (ΑΠ 2031/2017, ΑΠ 675/2010). Κατά την έννοια των διατάξεων των άρθρων 2 και 8 του ν. ΓπΟΗ/1912 "Περί δικαστικών ενσήμων", όπως ερμηνεύθηκε αυθεντικά με το άρθρο 7 παρ. 1 του ν.δ/τος 1544/1942 και τροποποιήθηκε με το άρθρο 11 του ν.δ. 4189/1961, η παράλειψη προκαταβολής από τον ενάγοντα του οφειλομένου κατά τα άρθρα 2 και 3 του ν.
ΓπΟΗ/1912 τέλους δικαστικού ενσήμου, η οποία εξετάζεται αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο, δεν επάγεται απαράδεκτο της αγωγής ή της συζητήσεώς της, αλλά ο παραλείπων την καταβολή ενάγων, λογίζεται, κατά νόμιμο πλάσμα, ως μη εμφανιζόμενος και δικάζεται ερήμην (ΑΠ 5/2020), με επακόλουθο να απορρίπτεται η αγωγή του, λόγω πλασματικής ερημοδικίας, ως κατ' ουσίαν αβάσιμη, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 272 παρ. 1 του ΚΠολΔ, όπως αυτή τέθηκε σε ισχύ με τη διάταξη του άρθρου 30 του Ν. 3994/25.07.2011 (Α.Π. 84/2015, Α.Π. 204/2014, Α.Π. 1572/2013, Α.Π. 567/2012).
Η απόρριψη δε αυτή θεωρείται ότι γίνεται για ουσιαστικό και όχι για τυπικό λόγο, γεγονός που συνεπάγεται τη δημιουργία δεδικασμένου περί της ουσιαστικής αβασιμότητας της αγωγής, αν η σχετική απόφαση καταστεί τελεσίδικη (Α.Π. 1572/2013, Α.Π. 1337/2011). Κατά της αποφάσεως που απορρίπτει την αγωγή λόγω μη καταβολής του τέλους δικαστικού ενσήμου ο ενάγων δικαιούται να ασκήσει έφεση, μοναδικός λόγος της οποίας δύναται να είναι η άρση της ειρημένης παραλείψεως, δηλαδή η εκ των υστέρων καταβολή του άνω τέλους.
Αν ο λόγος αυτός είναι βάσιμος, η πρωτόδικη απόφαση εξαφανίζεται. Μετά δε την εξαφάνισή της χωρεί ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, νέα συζήτηση της υποθέσεως, κατά την οποία ο ενάγων, κατ' ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 528 ΚΠολΔ, δύναται να προτείνει όλους τους πραγματικούς ισχυρισμούς, τους οποίους και πρωτοδίκως ηδύνατο να προτείνει, χωρίς να δεσμεύεται από τους περιορισμούς του άρθρου 527 του ΚΠολΔ (ΑΠ 538/2019, ΑΠ 668/2015, ΑΠ 1572/2013, ΑΠ 1095/2006).
Επίσης, ο ενάγων σε περίπτωση που δικάστηκε πρωτοδίκως ερήμην και απορρίφθηκε η αγωγή του λόγω μη καταβολής δικαστικού ενσήμου, καίτοι δεν είχε υποχρέωση καταβολής αυτού, μπορεί να ασκήσει έφεση κατά της πρωτόδικης απόφασης, προβάλλοντας ως λόγο την έλλειψη υποχρέωσής του να καταβάλει δικαστικό ένσημο, οπότε το Εφετείο, αν κρίνει βάσιμο το λόγο αυτό, θα κάνει δεκτή την έφεση και θα εξαφανίσει την πρωτόδικη απόφαση κατά τα ανωτέρω εκτιθέμενα.
Άλλως, αν δηλαδή το Εφετείο κρίνει εσφαλμένως ότι ήταν υποχρεωμένος να καταβάλει δικαστικό ένσημο και απορρίψει την έφεση, επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση, η οποία με το ίδιο σκεπτικό απέρριψε την αγωγή, ιδρύεται ο αναιρετικός λόγος από τον αρ. 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ. Ειδικότερα, κατά την έννοια δηλαδή του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, ως κανόνας ουσιαστικού δικαίου, η παραβίαση του οποίου ιδρύει λόγο αναίρεσης της απόφασης, νοείται εκείνος ο οποίος περιέχει αφηρημένους κανόνες εξ αντικειμένου δικαίου από τους οποίους επέρχονται έννομες συνέπειες αν συντρέξουν ορισμένες προϋποθέσεις.
Τέτοιο όμως κανόνα δεν περιέχει η διάταξη του άρθρου 2 του Ν. ΓΠΟΗ/1912 "περί δικαστικού ενσήμου", όπως συμπληρώθηκε με τα άρθρα 7 παραγρ. 2 του ΝΔ 1544/42 και 11 του ΝΔ 4189/61, γιατί εντάσσεται, ως εκ του περιεχομένου της, στο πλαίσιο των δικονομικών και όχι των ουσιαστικού δικαίου, υπό την προαναφερθείσα έννοια, διατάξεων, εφόσον καθορίζει τις προϋποθέσεις δικαστικής προστασίας στο πλαίσιο δικονομικού δικαίου (ΑΠ 2031/2017, ΑΠ 491/2015, ΑΠ 1077/2014, ΑΠ 181/2013, ΑΠ 1320/2010, αντίθ.
ΑΠ 538/2019, ΑΠ 315/2010, που έκριναν ότι αυτή αποτελεί ουσιαστικού δικαίου διάταξη). Επίσης, όπως ήδη εκτέθηκε, σε περίπτωση μη καταβολής από τον ενάγοντα του οφειλομένου κατά το άρθρο 2 του ν. ΓΠΟΗ/1912 τέλους δικαστικού ενσήμου, δεν επέρχεται απαράδεκτο της αγωγής ή της συζητήσεώς της, αλλά ο ενάγων λογίζεται, κατά νόμιμο πλάσμα, ως μη εμφανιζόμενος και δικάζεται ερήμην (ΑΠ 5/2020), η δε αγωγή του απορρίπτεται κατ' ουσίαν λόγω της πλασματικής αυτής ερημοδικίας.
Η απόρριψη, όμως, αυτή έχει την έννοια ότι αναφέρεται σε κήρυξη ακυρότητας λόγω μη προσήκουσας παράστασης του ενάγοντος, όπως αυτή επιβάλλεται από την ανωτέρω δικονομικού δικαίου διάταξη του άρθρου 2 του ν. ΓΠΟΗ/1912 επί αγωγής υποκείμενης σε τέλος δικαστικού ενσήμου, η οποία ακυρότητα, που εξετάζεται και αυτεπαγγέλτως, συνεπάγεται ακολούθως και την πλασματική ερημοδικία αυτού και την απόρριψη της αγωγής, ανεξαρτήτως μάλιστα εάν ο ενάγων θεωρήθηκε ως κατ' αντιμωλία δικαζόμενος, αφού τελικώς η αγωγή απορρίπτεται λόγω μη καταβολής του δικαστικού ενσήμου.
Επομένως, σε περίπτωση, κατά την οποία η αγωγή απορρίφθηκε, εσφαλμένως, από το Εφετείο λόγω μη καταβολής δικαστικού ενσήμου, μολονότι ο ενάγων δεν είχε υποχρέωση καταβολής του εν λόγω τέλους, ιδρύεται ο από τον αρ. 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως της παρά νόμο κήρυξης ακυρότητας. Στην προκειμένη περίπτωση από την παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων προκύπτουν τα ακόλουθα:
Ο εδώ αναιρεσείων άσκησε στις 1-10-2010 την από 30-9-2010 καταψηφιστική αγωγή αποζημίωσης και χρηματικής ικανοποιήσεως για ηθική βλάβη λόγω παραβίασης εκ μέρους των προστηθέντων υπαλλήλων των εναγομένων εταιρειών "ΤΕΙΡΕΣΙΑΣ ΑΕ" και "ΓΕΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΕ" (καθολική διάδοχος της οποίας κατέστη η νυν δεύτερη αναιρεσίβλητη) των διατάξεων του άρθρου 23 παρ.3εδ.α' ν.2472/1997 περί των προσωπικών δεδομένων.
Με τις από 2-4-2013 έγγραφες προτάσεις του και σχετική δήλωση στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, κατά τη συζήτηση της αγωγής στις 4/4/2013, μετέτρεψε το αγωγικό καταψηφιστικό του αίτημα καθ' ολοκληρίαν σε αναγνωριστικό. Κατόπιν αυτού, σύμφωνα με τη μείζονα σκέψη, εφόσον η ένδικη αγωγή ασκήθηκε ως καταψηφιστική πριν την έναρξη ισχύος του ν. 3994/2011 (25-7-2011) και περιορίστηκε σε αναγνωριστική μετά την έναρξη ισχύος αυτού και μετά την τεθείσα διάταξη του άρθρου 21 παρ. 2 του ν. 4055/2012, ο ενάγων δεν είχε υποχρέωση καταβολής δικαστικού ενσήμου.
Ωστόσο, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο με την 5594/2013 απόφασή του απέρριψε την άνω αγωγή ως αβάσιμη λόγω πλασματικής ερημοδικίας κρίνοντας ότι η ένδικη αγωγή υπόκειται σε τέλος δικαστικού ενσήμου. Κατά της αποφάσεως αυτής ο ενάγων άσκησε την από 18-2-2014 έφεσή του αμφισβητώντας την υποχρέωσή του να καταβάλει δικαστικό ένσημο για την αγωγή, το οποίο και πάλι δεν προσκόμισε.
Στη συνέχεια, το Εφετείο με την 2955/2018 απόφασή του, δικάζοντας κατ' αντιμωλία των διαδίκων και κρίνοντας ότι η ένδικη αγωγή υπόκειται σε τέλος δικαστικού ενσήμου, απέρριψε το σχετικό λόγο εφέσεως και ακολούθως την έφεση κατ'ουσίαν επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση. Έτσι, όμως, που έκρινε το Εφετείο, το οποίο κατ' αποτέλεσμα θεώρησε ως μη δικονομικώς προσήκουσα την παράσταση του αναιρεσείοντος, μολονότι αυτός δεν είχε υποχρέωση καταβολής δικαστικού ενσήμου και άρα η παράστασή του ήταν νόμιμη, υπέπεσε στην από το άρθρο 559 αρ. 14 ΚΠολΔ πλημμέλεια της παρά τον νόμο κήρυξης ακυρότητας και, ως εκ τούτου, ο πρώτος λόγος της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο ο αναιρεσείων προβάλλει την ανωτέρω πλημμέλεια, είναι βάσιμος.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως να γίνει δεκτή και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, στη συνέχεια δε πρέπει να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο που εξέδωσε την αναιρουμένη, αφού είναι δυνατή η σύνθεση από άλλους δικαστές (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Επίσης πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή του κατατεθέντος παραβόλου στον αναιρεσείοντα (495 παρ.3 ΚΠολΔ) και να επιβληθούν σε βάρος των αναιρεσιβλήτων λόγω της ήττας τους (άρθρ.176, 183, 191 παρ.2 ΚΠολΔ) τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος που κατέθεσε προτάσεις, κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στο διατακτικό
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την με αριθμό 2955/2018 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο πιο πάνω Δικαστήριο, συντιθέμενο από Δικαστές άλλους από εκείνους που εξέδωσαν την εν λόγω απόφαση.
Διατάσσει την επιστροφή του παραβόλου στον αναιρεσείοντα.
Καταδικάζει τις αναιρεσίβλητες στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος τα οποία ορίζει σε τρείς χιλιάδες (3.000) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 13 Δεκεμβρίου 2021.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 18 Ιανουαρίου 2022.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ