Legislator Case Law & Legislation
65/2021 AI generated

Supreme Court dismisses appeal for inadmissibility due to lack of specific facts and improper legal grounds.

Case Number 65/2021
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request for cassation against the First Instance Court of Patras. The appellant argued that the lower court violated procedural rules regarding the application of Article 8 of Law 2112/1920 and failed to consider specific arguments, but the Court found these grounds inadmissible. The Court ruled that the appeal lacked the necessary factual premises required by law and that the appellant's submissions regarding legal interpretations did not constitute valid grounds for review.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559 numbers 1, 8, and 17 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court dismisses cassation appeals that fail to specify the material facts of the lower court's decision or rely on legal arguments rather than established facts.

Keywords

AI generated
cassation appeal inadmissible appeal Article 8 Law 2112 procedural violation lack of facts legal interpretation Supreme Court

Cited Legislation

AI generated
Articles 106, 108, 110, 74, 75, 98, 96, 104, 495, 498, 568, 576 of the Code of Civil Procedure
Article 96 of the Code of Civil Procedure
Articles 63 and 80 of Law 4509/2017
Article 559 number 1 of the Code of Civil Procedure
Article 559 number 8 of the Code of Civil Procedure
Article 559 number 17 of the Code of Civil Procedure
Article 8 paragraph 3 of Law 2112/1920

Cited Case Law

AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 65 / 2021 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 65/2021

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Δήμητρα Κοκοτίνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αρετή Παπαδιά, Πελαγία Ακάσογλου, Δήμητρα Ζώη και Ιωάννα Μαργέλλου-Μπουλταδάκη, αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 22α Σεπτεμβρίου 2020, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ν. Φ. του Θ., κατοίκου …, που παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) της πληρεξουσίας δικηγόρου Σοφίας Μέρμελα, η οποία κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσίβλητου: Οργανισμού Τοπικής Αυτοδιοίκησης (Ο.Τ.Α.) με την επωνυμία "Δήμος Αιγιαλείας", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, ως διαδόχου του Οργανισμού Τοπικής Αυτοδιοίκησης που έδρευε στη Συμπολιτεία Αιγιαλείας με την επωνυμία "Δήμος Συμπολιτείας" και δεν παραστάθηκε.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 17-09-2010 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αιγίου. Εκδόθηκαν η 50/2014 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 36/2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 04-03-2019 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγητής ορίσθηκε η αρεοπαγίτης Πελαγία Ακάσογλου.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

(I).- Από τα άρθρα 106, 108, 110 παρ.2, 74, 75, 98, 96 παράγραφοι 1 και 3, 104, 495, 498 παρ.1, 568 παράγραφοι 1, 2 και 4, 576 παράγραφοι 1, 2 και 3 ΚΠολΔ -και όπως το άρθρο 96 ΚΠολΔ ισχύει από 22-12-2017, κατά τα άρθρα 63 και 80 ν. 4509/2017 (ΦΕΚ Α. 201/22.12.2017)- προκύπτουν (και) τα εξής: Αν, κατά τη συζήτηση της αναιρέσεως δεν εμφανισθεί (καθόλου) διάδικος, το δικαστήριο ερευνά, αυτεπαγγέλτως, ποιος από τους διαδίκους έχει επισπεύσει τη συζήτηση. Ειδικότερα, επί δίκης αναιρέσεως, στην οποία δεν μετέχουν περισσότεροι, αν ο αντίδικος του διαδίκου, που επέσπευσε, εγκύρως, τη συζήτηση, δεν εμφανισθεί, ο Άρειος Πάγος εξετάζει, αυτεπαγγέλτως, αν νομίμως και εμπροθέσμως κλητεύθηκε. Αν η κλήση για τη συζήτηση επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως, ο Άρειος Πάγος προχωρεί στη συζήτηση, παρά την απουσία εκείνου, που έχει κλητευθεί. Την κλήτευση επικαλείται και αποδεικνύει ο διάδικος, που παρίσταται (ΟλΑΠ 7/2019).

Υπόκειται προς κρίση, η από 04-03-2019 (Α.Κ. 10/21.3.2019 - Εφετείο Πατρών) αίτηση αναιρέσεως της αναιρεσείουσας Ν. Φ. κατά του αναιρεσίβλητου νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου, ήτοι του Οργανισμού Τοπικής Αυτοδιοικήσεως "ΔΗΜΟΣ ΑΙΓΙΑΛΕΙΑΣ" που εδρεύει στο Αίγιο και νομίμως εκπροσωπείται. Μ' αυτή προσβάλλεται η 36/2019 οριστική απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Πατρών, η οποία εκδόθηκε, την 21-01-2019, αντιμωλία των διαδίκων, επί της από 01-06-2015 εφέσεως της ήδη αναιρεσείουσας κατά του ήδη αναιρεσίβλητου.

Εκκαλούμενη ήταν η 50/2014 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αιγίου, που δημοσιεύθηκε, την 29-01-2014, αντιμωλία των (εδώ) διαδίκων, επί της από 17-09-2010 αγωγής της αναιρεσείουσας κατά του αναιρεσίβλητου. Αφορά δε η αγωγή απαιτήσεις της αναιρεσείουσας έναντι του αναιρεσίβλητου από παροχή εργασίας. Κατά την εκφώνηση της υποθέσεως από το οικείο πινάκιο, στη σειρά της, το αναιρεσίβλητο δεν εμφανίσθηκε καθόλου.

Τη συζήτηση της αναιρέσεως επισπεύδει η αναιρεσείουσα. Ειδικότερα, από την …/ 17.10.2019 έκθεση επιδόσεως του αρμοδίου δικαστικού επιμελητή Περιφέρειας Εφετείου Πατρών, με έδρα το Πρωτοδικείο Αιγίου, Θεοφάνους Χρ. Τσερεντζούλια, την οποία η αναιρεσείουσα προσκομίζει, προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της από 04-03-2019 αιτήσεως αναιρέσεως, με πράξεις καταθέσεως και ορισμού αρχικής νόμιμης δικασίμου για την 17-03-2020 καθώς και με κλήση προς συζήτησή της κατ' αυτή (δικάσιμο), ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου και, στη συνέχεια, ορισμού, αυτεπαγγέλτως, νέας νόμιμης δικασίμου για την 22-09-2020 και εγγραφής της υποθέσεως στο οικείο πινάκιο, που ισχύει, ως κλήτευση [άρθρο 74 παρ.2 ν. 4690/2020 (ΦΕΚ Α. 104/30.5.2020)], έχει επιδοθεί, νομίμως και εμπροθέσμως, με την επιμέλεια της αναιρεσείουσας, στο αναιρεσίβλητο, που απολείπεται [άρθρα 122, 123, 568 παρ.4, 126 παρ.1 (γ), 129 παρ.1, 124 παρ.2, 127 παρ.1 ΚΠολΔ, σε συνδυασμό προς τα άρθρα 86 ν. 3463/2006 (ΦΕΚ Α. 114/8.6.2006) και 58 ν. 3852/2010 (ΦΕΚ Α. 87/7.6.2010)].

Επομένως, σύμφωνα και με όσα εκτέθηκαν στην ως άνω μείζονα σκέψη, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση, ως να ήταν όλοι οι διάδικοι παρόντες, ήτοι παρά την απουσία του αναιρεσίβλητου, που, ως άνω, νομίμως κλητεύθηκε.

Περαιτέρω, με την 50/2014 πρωτόδικη απόφαση, η αγωγή απορρίφθηκε, ως μη νόμιμη. Με την 36/2019 απόφαση, που προσβάλλεται, η έφεση έγινε δεκτή, τυπικά και στην ουσία, εξαφανίσθηκε η 50/2014 απόφαση, κρατήθηκε η υπόθεση και η αγωγή έγινε μερικώς δεκτή στην ουσία. Στους πρώτο και δεύτερο βαθμούς δικαιοδοσίας, η υπόθεση εκδικάσθηκε κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών [άρθρα 663 - 676 ΚΠολΔ, όπως ίσχυσαν πριν από το άρθρο 1 - άρθρο τέταρτο ν. 4335/2015 (ΦΕΚ Α. 87/23.7.2015), ισχύον για την ειδική αυτή διαδικασία από 01-01-2016, κατά το άρθρο 1 - άρθρο ένατο ν. 4335/2015]. Η αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε, ως άνω, την 21-03-2019, νομίμως και εμπροθέσμως, δηλ. στην καταχρηστική προθεσμία των δύο (2) ετών από την 21-01-2019, δεδομένου ότι από τα στοιχεία της δικογραφίας δεν προκύπτει επίδοση της 36/2019 αποφάσεως, που προσβάλλεται, ούτε η αναιρεσείουσα επικαλείται επίδοσή της. Μετά ταύτα, η αίτηση αναιρέσεως είναι παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί, περαιτέρω, ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των τεσσάρων (4) συνολικά λόγων της [άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ.3, 566 παρ.1, 144, 145 παρ.1, 147 παρ.2, 577 παράγραφοι 1 και 3, 591 παρ.7 ΚΠολΔ].

(II).- Στο δικόγραφο της αναιρέσεως πρέπει να αναφέρεται, κατά τρόπο ορισμένο, σαφή και ευσύνοπτο, η νομική πλημμέλεια, που αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας [άρθρα 118 αριθμός 4, 119, 566 παρ.1, 577 παρ.3, 495 παρ.1, 562 ΚΠολΔ] ώστε να είναι εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος και να διαπιστωθεί, αν και ποιο λόγο από όσους αναφέρονται στο άρθρο 599 ΚΠολΔ, θεμελιώνει η αιτίαση, που προβάλλεται.

Διαφορετικά, ο λόγος αναιρέσεως είναι αόριστος και απορρίπτεται, ως απαράδεκτος• ενώ, η αοριστία του δεν δύναται να θεραπευθεί, με παραπομπή σε άλλα διαδικαστικά έγγραφα (ΟλΑΠ 27/1998). Η παραβίαση κανόνα του ουσιαστικού δικαίου, δηλ. κανόνα, που ρυθμίζει τις βιοτικές σχέσεις, την κτήση δικαιωμάτων και τη γένεση υποχρεώσεων και επιβάλλει κυρώσεις, προβλέπεται ως λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθμός 1 εδ. (α) ΚΠολΔ.

Κανόνας του ουσιαστικού δικαίου παραβιάζεται, αν εφαρμόσθηκε εσφαλμένα καθώς και αν δεν εφαρμόσθηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή, αν εφαρμόσθηκε, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του• ήτοι, αν το δικαστήριο της ουσίας απαίτησε περισσότερα στοιχεία ή αρκέσθηκε σε λιγότερα στοιχεία, από εκείνα, που ο ουσιαστικός νόμος απαιτεί.

Η παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία, όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε έννοια διαφορετική από την αληθινή είτε ως κακή εφαρμογή, όταν το δικαστήριο της ουσίας έκανε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών της ένδικης υποθέσεως σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας δεν υπάγονται και, έτσι, κατέληξε σε εσφαλμένο συμπέρασμα, με τη μορφή του διατακτικού.

Δια του λόγου αυτού αναιρέσεως, ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας, κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής ή των ισχυρισμών (ενστάσεων, αντενστάσεων) των διαδίκων καθώς και τα νομικά σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας, κατά την αξιοποίηση των ουσιαστικών παραδοχών• δηλ.

αποκλειστικά, των πραγματικών περιστατικών, που, ανελέγκτως, δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή δεν αποδείχθηκαν καθώς και της υπαγωγής αυτών στο νόμο. Ιδρύεται δε, ο λόγος αυτός, αν οι πραγματικές παραδοχές του δικαστηρίου της ουσίας καθιστούν φανερή την άνω παραβίαση (ΟλΑΠ 3/2020). Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσία την υπόθεση, για να είναι ορισμένος (παραδεκτός) ο λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθμός 1 εδ. (α) ΚΠολΔ και, συνεπώς, εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος, πρέπει στο δικόγραφο της αναιρέσεως να καθορίζονται η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου, που παραβιάσθηκε και το νομικό σφάλμα, που αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας περί την ερμηνεία ή την εφαρμογή του ουσιαστικού δικαίου, δηλ.

η πλημμέλεια, που αποδίδεται και η έννομη συνέπεια, που διαγνώσθηκε από την πλημμέλεια, επίσης, να εκτίθενται, πλήρως και σαφώς, οι κρίσιμες ουσιαστικές - πραγματικές παραδοχές του δικαστηρίου της ουσίας ώστε να γίνει ή να μη γίνει δεκτός ο ισχυρισμός ή η αγωγή να γίνει δεκτή, ως βάσιμη ή να απορριφθεί, ως αβάσιμη στην ουσία και όχι μόνο το κατ' εκδοχή του αναιρεσείοντος ερμηνευτικό ή υπαγωγικό σφάλμα.

Ειδικότερα, πρέπει να αναφέρεται, έστω και συνοπτικώς, το σύνολο των πραγματικών περιστατικών, που η απόφαση δέχθηκε και κατέληξε σε δυσμενές για τον αναιρεσείοντα συμπέρασμα. Τούτο διότι μόνο από τις ουσιαστικές παραδοχές μπορεί να ελεγχθεί, αν η νομική πλημμέλεια, που αποδίδεται στην απόφαση, οδήγησε σε εσφαλμένο διατακτικό, από το οποίο εξαρτάται, τελικώς, η ευδοκίμηση της αναιρέσεως [άρθρο 578 ΚΠολΔ] • δηλ.

η ευδοκίμηση της αναιρέσεως εξαρτάται από την ορθότητα του διατακτικού, το οποίο συνάπτεται αιτιωδώς με τις ουσιαστικές παραδοχές του δικαστηρίου της ουσίας (ΟλΑΠ 11/2017, ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 27/1998). Επίσης, κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθμός 19 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υπάρχει, συνεπώς, εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού (δικανικού) συλλογισμού της, δηλ.

στο αιτιολογικό της, δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα πραγματικά περιστατικά, που εκτίθενται, δεν καλύπτουν όλα τα αναγκαία στοιχεία, κατά το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας, που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής ή ελλιπής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).

Ιδρύεται, έτσι, αυτός ο λόγος, μόνο, όταν η πλημμέλεια αφορά παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου και όχι δικονομικής διατάξεως, που ρυθμίζει τη διαδικασία. Για να είναι ορισμένος (παραδεκτός) τέτοιος λόγος, πρέπει στο δικόγραφο της αναιρέσεως να αναφέρονται ο κανόνας ουσιαστικού δικαίου, σχετικά με την εφαρμογή του οποίου υπάρχει η έλλειψη νόμιμης βάσεως της αποφάσεως καθώς και οι (ουσιαστικές) παραδοχές της αποφάσεως, με πληρότητα και σαφήνεια, σε τι συνίσταται η ανεπάρκεια των αιτιολογιών, δηλ.

ποια στοιχεία, αναγκαία για την επάρκεια των αιτιολογιών λείπουν, σε τι συνίσταται η αντίφαση των αιτιολογιών και από ποια μέρη τους προκύπτει (ΟλΑΠ 1/1999, ΟλΑΠ 30/1997, ΑΠ 109/2020, ΑΠ 114/2017). Εξ άλλου, ο λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθμός 8 ΚΠολΔ ιδρύεται, αν το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο και εκτιμώντας, εσφαλμένως, τα διαδικαστικά έγγραφα [άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ] είτε έλαβε υπ' όψη πράγματα, τα οποία δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης είτε δεν έλαβε υπ' όψη πράγματα, τα οποία προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Αυτός ο λόγος έχει στόχο τη διασφάλιση της αρχής, που καθιερώνει το άρθρο 106 ΚΠολΔ. "Πράγματα'' κατά την έννοια της διάταξης αυτής, είναι οι νόμιμοι, λυσιτελείς, αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, εάν τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, το οποίο ασκείται με την αγωγή, την ανταγωγή, την ένσταση ή την αντένσταση• ήτοι οι πραγματικοί ισχυρισμοί, που συγκροτούν την ιστορική βάση και θεμελιώνουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως και, κατά νόμο, διαμόρφωσαν ή, ανάλογα, ήταν ικανοί να διαμορφώσουν το διατακτικό της αποφάσεως, που προσβάλλεται.

Αποτελούν "πράγματα'' και οι λόγοι (κύριοι και τυχόν πρόσθετοι) εφέσεως, που αφορούν αυτοτελείς ισχυρισμούς και διατυπώνουν παράπονο κατά της κρίσεως του δικαστηρίου της ουσίας δηλ. οι λόγοι των οποίων η λήψη υπ' όψη και η παραδοχή θα είχε, ως συνέπεια, την κατά το άρθρο 535 παρ.1 ΚΠολΔ εξαφάνιση της εκκαλουμένης αποφάσεως. ''Πράγματα", υπό την ως άνω έννοια, δεν αποτελούν η αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής, της ανταγωγής, της ενστάσεως ή της αντενστάσεως, τα επιχειρήματα ή τα συμπεράσματα των διαδίκων, που αντλούνται από την εκτίμηση των αποδείξεων και δεν έχουν αυτοτέλεια ή οι κρίσεις των διαδίκων, κατά την αξιολόγηση από αυτούς των αποδεικτικών στοιχείων, έστω και αν προτείνονται, ως λόγοι εφέσεως, οι νομικοί ισχυρισμοί και η νομική επιχειρηματολογία των διαδίκων, δηλ.

τα νομικά επιχειρήματα των διαδίκων για την υποστήριξη των απόψεών τους, σε σχέση με νομικά ζητήματα ή οι ισχυρισμοί τους, που αναφέρονται στην ορθή ερμηνεία του νόμου, περιστατικά επουσιώδη, που δεν θεμελιώνουν αυτοτελή ισχυρισμό, οι αποδείξεις ή τα περιστατικά, που προκύπτουν από τις αποδείξεις, τα επικληθέντα αποδεικτικά μέσα και το περιεχόμενό τους καθώς και τα διδάγματα της κοινής πείρας, κατά την εκτίμηση των αποδείξεων (ΟλΑΠ 25/2003, ΑΠ 19/2020).

Τέλος, κατά το άρθρο 559 αριθμός 17 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν η ίδια η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας περιέχει αντιφατικές διατάξεις. Η αντίφαση μεταξύ των διατάξεων πρέπει να εντοπίζεται στο διατακτικό της ίδιας αποφάσεως και δεν αρκεί η ύπαρξη αντιφάσεως στο αιτιολογικό (σκεπτικό) της αποφάσεως ή μεταξύ του αιτιολογικού και του διατακτικού.

Ειδικότερα, η αντίφαση στο διατακτικό δημιουργεί τον λόγο αναιρέσεως του άρθρου 559 αριθμός 17 ΚΠολΔ, όταν προκαλείται τέτοια αοριστία ώστε να εμποδίζεται η δημιουργία εκτελεστότητος της αποφάσεως ή η πρόκληση της σκοπούμενης διαπλάσεως ή η ύπαρξη βεβαιότητος στις σχέσεις των διαδίκων με το δεδικασμένο (ΑΠ 87/2013).

Στην προκείμενη περίπτωση, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως περιέχει, με την επίκληση του άρθρου 559 αριθμός 1 εδ. (α) ΚΠολΔ, την αιτίαση ότι το εφετείο παραβίασε ευθέως το άρθρο 8 παρ.3 ν. 2112/1920, το οποίο δεν εφήρμοσε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του. Εξ άλλου, ο τέταρτος λόγος αναιρέσεως περιέχει, με την επίκληση του άρθρου 559 αριθμός 19 ΚΠολΔ, την αιτίαση ότι υπάρχει εκ πλαγίου παράβαση του άρθρου 8 παρ.3 ν. 2112/1920, εφ' όσον το εφετείο, στην 36/2019 απόφασή του, διέλαβε ανεπαρκή αιτιολογία. Αμφότεροι οι λόγοι αυτοί, όπως έγινε δεκτό στην υπό στοιχείο (II) μείζονα σκέψη, είναι απαράδεκτοι, ως αόριστοι, διότι στο δικόγραφο της αναιρέσεως δεν εκτίθενται καθόλου οι ουσιαστικές παραδοχές του εφετείου στην 36/2019 απόφασή του.

-Με τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως, η αναιρεσείουσα αποδίδει στο εφετείο την πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθμός 8 ΚΠολΔ, δηλ. ότι δεν έλαβε υπ' όψη πράγματα, που είχε προτείνει και, ως λόγο, της από 01-06-2015 εφέσεώς της. Προσδιορίζει δε, ως πράγματα, κρίσεις της, κατά την αξιολόγηση από την ίδια των αποδεικτικών στοιχείων και τους ισχυρισμούς της, που αναφέρονται στην ορθή ερμηνεία του άρθρου 8 παρ.3 ν. 2112/1920. Κατά τα εκτεθέντα στην υπό στοιχείο (II) μείζονα σκέψη και ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος διότι δεν αποτελούν πράγματα η νομική επιχειρηματολογία των διαδίκων, ούτε οι κρίσεις των διαδίκων, κατά την αξιολόγηση από αυτούς των αποδεικτικών στοιχείων, έστω και αν προτείνονται, ως λόγος εφέσεως.

-Ο τρίτος λόγος αναιρέσεως περιέχει, με την επίκληση του άρθρου 559 αριθμός 17 ΚΠολΔ, την αιτίαση ότι στην 36/2019 απόφαση του εφετείου υπάρχει αντίφαση μεταξύ του αιτιολογικού (σκεπτικού) και του διατακτικού. Ο λόγος αυτός είναι, επίσης, απαράδεκτος διότι κατά τα γενόμενα δεκτά στην υπό στοιχείο (II) μείζονα σκέψη, η αντίφαση μεταξύ αιτιολογικού και διατακτικού δεν δημιουργεί τον λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθμός 17 ΚΠολΔ.

Μετά ταύτα, εφ' όσον δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως προς έρευνα, η από 04-03-2019 αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της.

Λόγος για δικαστική δαπάνη, σε βάρος της αναιρεσείουσας, δεν γίνεται διότι δεν υπάρχει σχετικό αίτημα από το αναιρεσίβλητο, που δεν εμφανίσθηκε [άρθρα 106, 183 ΚΠολΔ].

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 04-03-2019 αίτηση για αναίρεση της 36/2019 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Πατρών.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 17 Νοεμβρίου 2020.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 21 Ιανουαρίου 2021.

H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ