Supreme Court dismisses appeal on tort damages, upholding lower court's discretionary assessment of compensation amount.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellants' appeal against the First Instance Court's judgment awarding 35,000 euros in damages for mental distress. The appellants argued the court failed to adequately assess the deceased's financial status and the defendant's fault, claiming the award was disproportionately low. The court rejected these claims, ruling that the lower court's determination fell within its discretionary power and did not violate the principle of proportionality.
Legislator headnote
AI generatedArticles 932 of the Civil Code; Articles 559(1) and 19 of the Code of Civil Procedure: The Supreme Court reviews the amount of damages for mental distress only to ensure it does not exceed the limits of the lower court's discretionary power, without requiring specific justification for every factual element considered.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 65 / 2019 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 65/2019
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ειρήνη Καλού, Γεώργιο Χοϊμέ, Μαρία Τζανακάκη και Θεόδωρο Μαντούβαλο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 5 Οκτωβρίου 2018, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Β. Π. του Γ., κατοίκου ... και 2) Φ. Π. του Β., κατοίκου ..., εκ των οποίων ο 1ος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Απόστολο Ψωμά και ο 2ος εκπροσωπήθηκε από τον ίδιο πληρεξούσιο δικηγόρο του Απόστολο Ψωμά, που δεν κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Π. Χ. του Π., κατοίκου ... και 2) ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στην …και εκπροσωπείται νόμιμα, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Πέτρο Παπανώτη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 27-6-2014 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων και άλλων προσώπων, μη διαδίκων στην παρούσα δίκη, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3006/2015 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1797/2017 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 14-6-2017 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγητή τον Αρεοπαγίτη Θεόδωρο Μαντούβαλο, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις του άρθρου 932 ΑΚ προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, στο πλαίσιο της διακριτικής εξουσίας που έχει από το άρθρο αυτό, δύναται να καθορίσει το ύψος της χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης ή ψυχικής οδύνης του δικαιούχου εξ αδικοπραξίας, αφού συνεκτιμήσει, με βάση τα διδάγματα της κοινής πείρας και τους κανόνες της λογικής, τα πραγματικά περιστατικά (κριτήρια καθορισμού) που τίθενται υπόψη του, όπως είναι οι συνθήκες τέλεσης της αδικοπραξίας, ο βαθμός του πταίσματος του υπόχρεου - δράστη, το είδος και οι συνέπειες της προσβολής, το τυχόν συντρέχον πταίσμα του δικαιούχου, η κοινωνική και η περιουσιακή κατάσταση των μερών, πλην της περιουσιακής κατάστασης της εναγόμενης ασφαλιστικής εταιρείας, της οποίας η ευθύνη είναι εγγυητική (ΑΠ 405/2015, ΑΠ 532/2012), χωρίς να απαιτείται η ειδικότερη αιτιολόγηση καθενός στοιχείου (ΑΠ 1361/2013).
Ο προσδιορισμός από το δικαστήριο της ουσίας του ύψους της χρηματικής ικανοποίησης, με κρίσιμο χρόνο εκείνον της συζήτησης της υπόθεσης ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, δεν υπόκειται, κατ' αρχήν, στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, αφού σχηματίζεται από την εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων (ΚΠολΔ 561 § 1), χωρίς υπαγωγή του πορίσματος σε νομική έννοια, ώστε να μπορεί να κριθεί εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου, είτε ευθέως, είτε εκ πλαγίου, για έλλειψη νόμιμης βάσης.
Επιβάλλεται, όμως, σε κάθε περίπτωση, να τηρείται, κατά τον καθορισμό του ποσού που επιδικάζεται, η αρχή της αναλογικότητας, ως γενική νομική αρχή και μάλιστα αυξημένης τυπικής ισχύος, ερειδόμενη επί του άρθρου 25 § 1 (εδάφ. δ') του Συντάγματος, υπό την έννοια ότι η σχετική κρίση του δικαστηρίου δεν πρέπει να υπερβαίνει τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας, πράγμα που, αν συμβαίνει, ελέγχεται ως παραβίαση της πιο πάνω γενικής νομικής αρχής, ήτοι ως πλημμέλειες του άρθρου 559 αριθμ. 1 και 19 ΚΠολΔ (ΑΠ Ολομ. 10/2017, 9/2015, ΑΠ 1864/2017).
Με το δεύτερο λόγο της αίτησης αναίρεσης οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση τις πλημμέλειες από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενοι ότι το Εφετείο προέβη στον καθορισμό της οφειλόμενης εκ του άρθρου 932 ΑΚ εύλογης αποζημιώσεως κατά παράβαση της τήρησης της αρχής της αναλογικότητας που επιβάλλει το άρθρ. 25 § 1 του Συντάγματος, άλλως καθ' υπέρβαση των ακραίων ορίων της διακριτικής του ευχέρειας, επιδικάζοντας στους αναιρεσείοντες, αντί των αιτηθέντων, ευτελή ποσά.
Από την παραδεκτή, κατ' άρθρ. 561 § 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Μονομελές Εφετείο Αθηνών δίκασε κατ' έφεση (2 αντίθετες εφέσεις) κατά την ειδική διαδικασία των διαφορών από αυτοκίνητο και από τη σύμβαση ασφαλίσεως αυτού, την από 27-6-2014 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων και άλλων εδώ μη διαδίκων (εναγόντων) κατά των αναιρεσιβλήτων, περί αποζημιώσεώς τους και χρηματικής τους ικανοποιήσεως λόγω ψυχικής οδύνης, εξαιτίας του επισυμβάντος στις 26-2-2014 τροχαίου ατυχήματος που είχε ως αποτέλεσμα το θανάσιμο τραυματισμό του συγγενή τους Α.
Π., υιού του πρώτου αναιρεσείοντος και αδελφού του δεύτερου εξ αυτών, από υπαιτιότητα του πρώτου αναιρεσίβλητου - εναγομένου οδηγού του ...68 ΙΧΕ αυτοκινήτου που ήταν ασφαλισμένο για την προς τρίτους αστική ευθύνη στη δεύτερη αναιρεσείουσα-εναγόμενη. Η εν λόγω (πληττόμενη) εφετειακή απόφαση εξαφάνισε την εκκαλουμένη υπ' αριθμ. 3006/2015 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και έκρινε ότι το τροχαίο και ο εξ αυτού θανάσιμος τραυματισμός του συγγενή των εναγόντων οφείλεται σε αποκλειστική υπαιτιότητα του εναγόμενου οδηγού που ήταν ασφαλισμένος στην εναγόμενη ασφαλιστική εταιρία, ο οποίος οδηγώντας το ...68 ΙΧΕ αυτοκίνητο, κατά παράβαση της πινακίδας Ρ2 (STOP) του άρθρου 4 § 3 ΚΟΚ που είχε στην πορεία του επέπεσε με σφοδρότητα επί της μοτοσικλέτας που οδηγούσε ο θανών.
Σχετικά δε με το κεφάλαιο επιδίκασης χρηματικής ικανοποίησης λόγω ψυχικής οδύνης δέχτηκε τα εξής: "Περαιτέρω, από τα ίδια αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε ότι ο θανών γεννήθηκε την 9-3-1988 και κατά το χρόνο του ατυχήματος ήταν ηλικίας 26 ετών. Εργαζόταν ως ιδιωτικός υπάλληλος και κατοικούσε με τη μνηστή του τέταρτη ενάγουσα (τώρα μη διάδικο)...
Κατά το χρόνο του θανάτου του είχε πλησιέστερους συγγενείς και μέλη της οικογένειάς του τους δύο πρώτους ενάγοντες - γονείς του (εξ αυτών τώρα ο πατέρας 1ος αναιρεσείων), που γεννήθηκαν αμφότεροι το έτος 1963..., τον τρίτο ενάγοντα (ήδη 2ο αναιρεσείοντα) -αμφιθαλή αδελφό του, που γεννήθηκε την 16-12-1990.... Με όλους τους ενάγοντες, συμπεριλαμβανομένης και της μνηστής του, συνδεόταν με στενούς δεσμούς στοργής και αγάπης.
Ο αιφνίδιος θάνατός του προκάλεσε σ' αυτούς θλίψη και στεναχώρια, για την απάμβλυση της οποίας δικαιούνται ως εύλογη χρηματική ικανοποίηση -λαμβανομένων υπόψη ιδίως: α) των αναφερομένων παραπάνω συνθηκών του ατυχήματος, β) της αποκλειστικής υπαιτιότητας του εναγομένου οδηγού του ζημιογόνου αυτοκινήτου, γ) της ηλικίας του θανόντος, των συγγενών και του υπαιτίου οδηγού που γεννήθηκε το έτος 1988, δ) του στενού εξ αίματος συγγενικού δεσμού με τους τρεις πρώτους και τους 5ο και 6η εξ αυτών......
και στ) της κοινωνικής και οικονομικής θέσης και κατάστασης των διαδίκων φυσικών προσώπων, εξαιρουμένης αυτής της εναγομένης ασφαλιστικής εταιρείας, της οποίας η ευθύνη είναι μόνο εγγυητική- καθένας από τους δύο πρώτους ενάγοντες - γονείς του (1ος αναιρεσείων) το ποσό των 70.000 ευρώ..., ο τρίτος ενάγων αδελφός του (2ος αναιρεσείων) το ποσό των 35.000 ευρώ...".
Να σημειωθεί, ότι το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, είχε επιδικάσει στον πρώτο αναιρεσείοντα (γονέα) 58.000 ευρώ και στον δεύτερο αναιρεσείοντα (αδελφό) 45.000 ευρώ για την παραπάνω αιτία με παραδοχή συνυπαιτιότητας του θανόντος κατά ποσοστό 30%. Κρίνοντας, έτσι, το Εφετείο, δηλαδή με το να καθορίσει τη χρηματική ικανοποίηση των αναιρεσιβλήτων λόγω ψυχικής οδύνης, στα πιο πάνω ποσά, ήτοι στον 1ο αναιρεσείοντα-πατέρα στο ποσό των 70.000 ευρώ και στον 2ο αναιρεσείοντα-αδελφό του θανόντος στο ποσό των 35.000 ευρώ δεν υπερέβη τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας και κατά συνέπεια δεν παραβίασε την αρχή της αναλογικότητας, δεδομένου ότι το ποσό αυτό, κατά την κοινή πείρα, τη δικαστηριακή πρακτική και τη συνείδηση για το δίκαιο, δεν υστερεί, και μάλιστα καταφανώς, εκείνου που συνήθως επιδικάζεται σε παρόμοιες περιπτώσεις χρηματικής ικανοποίησης.
Επομένως ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως εκ του άρθρου 559 αρ. 1 και 19 ΚΠολΔ ότι η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση παραβίασε την αρχή της αναλογικότητας επιδικάζοντας στους αναιρεσείοντες, αντί των αιτηθέντων, ευτελή ποσά, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
Με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης οι αναιρεσείοντες προσάπτουν πλημμέλειες στην προσβαλλόμενη απόφαση από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενοι ότι το Εφετείο προέβη στον καθορισμό της οφειλόμενης εκ του άρθρου 932 ΑΚ εύλογης αποζημιώσεως προσδιορίζοντας ανεπαρκώς την περιουσιακή κατάσταση του θανόντος και καθόλου την περιουσιακή (κοινωνική και οικονομική) κατάσταση του υποχρέου σε αποζημίωση οδηγού του ζημιογόνου αυτοκινήτου.
Και με τον τρίτο και τελευταίο λόγο αναιρέσεως, εκ του άρθρου 559 αρ. 1 άλλως 19 ΚΠολΔ, ψέγουν την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση ότι δεν συνεκτίμησε τη βαρύτητα του πταίσματος του πρώτου αναιρεσίβλητου. Οι λόγοι αυτοί της αίτησης αναίρεσης είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι, αφού ρητά η προσβαλλόμενη απόφαση, προκειμένου να καθορίσει στο ως άνω ποσό το ύψος της οφειλόμενης στους αναιρεσείοντες χρηματικής ικανοποίησης για την ψυχική οδύνη που αναγνωρίστηκε ότι υπέστησαν από την αδικοπρακτική συμπεριφορά του πρώτου αναιρεσίβλητου αναφέρεται στις αποδειχθείσες συνθήκες του ατυχήματος, στην αποκλειστική υπαιτιότητα του εναγομένου οδηγού και στην κοινωνική και οικονομική θέση και κατάσταση όλων των διαδίκων φυσικών προσώπων ως στοιχεία που συνεκτίμησε για τον καθορισμό της οφειλόμενης στους αναιρεσείοντες εύλογης χρηματικής ικανοποίησης, ενώ εξ άλλου στο πλαίσιο της ελεύθερης από μέρους του Εφετείου εκτίμησης όλων των στοιχείων, που προσδιορίζουν το ύψος της οφειλόμενης χρηματικής ικανοποίησης, δεν είχε υποχρέωση το Εφετείο να αιτιολογήσει ειδικότερα την απόφασή του ως προς κάθε ένα από τα στοιχεία αυτά.
Επομένως, και οι λόγοι αυτοί αναίρεσης (1ος & 3ος) πρέπει να απορριφθούν. Συνακόλουθα η αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της, να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος από τους αναιρεσείοντες παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (ΚΠολΔ 495 § 4) και να καταδικαστούν οι τελευταίοι λόγω της ήττας τους στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, οι οποίοι κατέθεσαν κοινές προτάσεις και αιτούνται την καταδίκη αυτή (ΚΠολΔ 176, 183, 189 § 1, 191 § 2), κατά τα οριζόμενα ειδικότερα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 14-6-2017 και με αριθμό καταθέσεως 4839/441/2017 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 1797/2017 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο. Και
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 7 Δεκεμβρίου 2018.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 17 Ιανουαρίου 2019.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ