Legislator Case Law & Legislation
65/2015 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on procedural default and substantive lack of grounds regarding debt recognition.

Case Number 65/2015
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn a final payment order due to the respondent's failure to appear in court without valid notice. The appellant argued that the lower court erred in applying Article 361 of the Civil Code regarding debt recognition versus Article 873, claiming the payment order was based on a mere promise. The court rejected these claims, ruling that the respondent's written acknowledgment created a new, independent obligation that barred the appellant from raising time-bar defenses or challenging the legal basis of the debt.

Legislator headnote

AI generated

Articles 560, 573, 576 of the Code of Civil Procedure; Article 361 of the Civil Code: A respondent's written acknowledgment of a specific debt constitutes a substantive confirmation of liability, creating a new independent obligation that precludes the creditor from raising time-bar defenses or challenging the legal basis of the original claim.

Keywords

AI generated
appeal admissibility default judgment debt acknowledgment time bar defense legal basis of claim civil procedure final payment order

Cited Legislation

AI generated
Article 560 of the Code of Civil Procedure
Article 573 of the Code of Civil Procedure
Article 576 of the Code of Civil Procedure
Article 361 of the Civil Code
Article 873 of the Civil Code

Cited Case Law

AI generated
AP 11/2005
AP 779/2004
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 65 / 2015 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 65/2015

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Γιαννούλη Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Χριστόφορο Κοσμίδη, Δημήτριο Κόμη, Ασπασία Καρέλλου και Απόστολο Παπαγεωργίου, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 23 Σεπτεμβρίου 2014, με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Λ. συζύγου Δ. Π. κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Σαμαρτζή με δήλωση του άρθρου 242 παρ 2 ΚΠολΔ και δεν κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσίβλητης: Ε. Κ. του Γ. κατοίκου ... η οποία δεν παραστάθηκε.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 9-4-2009 αίτηση της αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Θεσσαλονίκης Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3235/2009 διαταγή πληρωμής και 5792/2009, 4832/2011 του ίδιου Δικαστηρίου και 16657/2013 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 2-10-2013 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Απόστολος Παπαγεωργίου διάβασε την από 13-2-2014 έκθεσή του ήδη αποχωρήσαντος από την υπηρεσία Αρεοπαγίτη Δημητρίου Μουστάκα, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1. Από την υπ` αριθμ. 8971/23-12-2013 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας του Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης Ε. Μ., προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης με πράξη ορισμού δικασίμου είχε επιδοθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα στην αναιρεσίβλητη για την αρχικά ορισθείσα δικάσιμο της 25-2-2014, κατά την οποία η υπόθεση αναβλήθηκε από το πινάκιο για την αναφερομένη στην αρχή της απόφασης αυτής δικάσιμο(23-9-2014). Επομένως, εφόσον η αναιρεσίβλητη δεν εμφανίσθηκε στο δικαστήριο, κατά την από το οικείο πινάκιο νόμιμη εκφώνηση της υπόθεσης ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο και εφόσον για τη σημερινή δικάσιμο δεν ήταν απαραίτητη ιδιαίτερη κλήτευσή της, σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 226 παρ.4 του ΚΠολΔ, η οποία εφαρμόζεται και ενώπιον του Αρείου Πάγου (άρθρο 573 παρ.1 του ΚΠολΔ), πρέπει να δικαστεί ερήμην και να προχωρήσει η συζήτηση της υποθέσεως παρά την απουσία της (άρθρο 576 παρ. 2 ΚΠολΔ).

2. Σύμφωνα με το άρθρο 560 ΚΠολΔ "Κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων, που εκδόθηκαν σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση μόνο, 1) αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναίρεσης μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την εφαρμογή των κανόνων του δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ' αυτούς. Ο λόγος αυτός αναίρεσης δε μπορεί να προβληθεί σε μικροδιαφορές, 2) αν το δικαστήριο δεν συγκροτήθηκε όπως ορίζει ο νόμος ή δίκασε ειρηνοδίκης, του οποίου είχε γίνει δεκτή η εξαίρεση , 3) αν το δικαστήριο έχει υπερβεί την δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων ή δεν είχε καθ' ύλην αρμοδιότητα και 4) αν παράνομα αποκλείστηκε η δημοσιότητα της διαδικασίας. Οι λόγοι αυτοί είναι περιοριστικοί.

Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της υπόθεσης, προκύπτουν τα εξής: Μετά από αίτηση της αναιρεσίβλητης, εκδόθηκε σε βάρος της αναιρεσείουσας η υπ' αριθμ. 3235/2009 διαταγή πληρωμής του Ειρηνοδίκη Θεσσαλονίκης, με την οποία η αναιρεσείουσα υποχρεώθηκε να καταβάλει στη αναιρεσίβλητη το αναφερόμενο σ' αυτή χρηματικό ποσό.

Κατά της εν λόγω διαταγής πληρωμής ασκήθηκε ανακοπή από την (τότε) καθής επί της οποίας εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 4832/2011 απόφαση του Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης, με την οποία απορρίφθηκε αυτή (ανακοπή). Κατά της τελευταίας απόφασης ασκήθηκε έφεση, επί της οποίας εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 16.657/2013 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, με την οποία, αφού εξαφανίσθηκε η πρωτόδικη απόφαση, δικάσθηκε η υπόθεση στην ουσία της και, τελικά, απορρίφθηκε η ανακοπή.

Κατά της αποφάσεως αυτής ασκήθηκε η ένδικη αίτηση, με την οποία και με τον πρώτο λόγο αυτής παραπονείται η αναιρεσείουσα ότι το Μονομελές Πρωτοδικείο, που δίκασε ως Εφετείο, έσφαλε, με το να απορρίψει τον περί υπάρξεως δεδικασμένου ισχυρισμό της, που προέκυπτε από προηγούμενη απόφαση, σχετική με την ένδικη διαφορά και που, συνεπώς, δέσμευε το Μονομελές Πρωτοδικείο.

Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος, ως απαράδεκτος, εφόσον δεν περιλαμβάνεται στους προβλεπόμενους από το άρθρο 560 ΚΠολΔ αναιρετικούς λόγους και το οποίο έχει στην προκειμένη περίπτωση εφαρμογή.

3. Από τη διάταξη του άρθρ. 361 ΑΚ, με την οποία θεσπίζεται γενικώς η ελευθερία της σύναψης ποικίλου περιεχομένου συμβάσεων δεσμευτικών για τους συμβαλλομένους, αρκεί το περιεχόμενό τους να μην προσκρούει σε απαγορευτική διάταξη νόμου ή στα χρηστά ήθη, προκύπτει ότι είναι ισχυρή η σύμβαση με την οποία αναγνωρίζει κάποιος το χρέος του από ορισμένη αιτία.

Η σύμβαση αυτή, η οποία διαφέρει από τη ρυθμιζόμενη από τα άρθρ. 873-875 ΑΚ αναιτιώδη υπόσχεση ή αναγνώριση χρέους, καταρτίζεται ατύπως όταν είναι απλώς επιβεβαιωτική του υπάρχοντος χρέους, με την έννοια ότι τα μέρη δεν θέλησαν να δημιουργήσουν μ` αυτή νέα αυτοτελή ενοχή, αλλά απέβλεψαν είτε στη δημιουργία απλού αποδεικτικού μέσου με τη μορφή της εξώδικης ομολογίας (άρθρ. 352§2 ΚΠολΔ) είτε στη διακοπή της παραγραφής (άρθρ. 260 ΑΚ) ή σε ανάλογα νομικά αποτελέσματα κατά τα άρθρα λ.χ. 156, 272§2 ΑΚ είτε γενικότερα στην αποσαφήνιση ή στη διασφάλιση της βασικής ενοχής από τυχόν ελαττώματα και ενστάσεις, από τις οποίες γίνεται έτσι ρητή ή σιωπηρή παραίτηση (ΑΠ 1432/2005, ΑΠ 304/2010, ΑΠ 1663/2013).

Κατά κανόνα όμως με την αιτιώδη αναγνώριση χρέους επιδιώκεται η δημιουργία νέας ενοχής, είτε παράλληλα με την παλαιά είτε σε αντικατάσταση της παλαιάς (άρθρ. 421, 436 ΑΚ) και απαλλαγμένης συνεπώς από τις ενστάσεις που μπορούσαν να προταθούν στο πλαίσιο εκείνης, η οποία, νέα ενοχή, δεν υπόκειται επίσης σε τύπο, εκτός εάν με τη σύμβαση αναγνωρίζεται υποχρέωση για την ανάληψη της οποίας ο νόμος απαιτεί την τήρηση τύπου, οπότε πρέπει να τηρηθεί ο τύπος αυτός και για τη σύμβαση αναγνώρισης (ΑΠ 237/2009, ΑΠ 962/2012, ΑΠ 1663/2013).

Γενικότερα αποτελεί αντικείμενο ερμηνείας της συγκεκριμένης σύμβασης, αν η επερχόμενη μ` αυτή αιτιώδης αναγνώριση υπάρχοντος χρέους αντικαθιστά ή όχι την αρχική σχέση ή απλώς την αλλοιώνει και αν στην περίπτωση αυτή ενέχει πλήρη ή μερική παραίτηση από ενστάσεις που αφορούν την αρχική σχέση, η οποία πρέπει κατ` αρχήν να είναι έγκυρη (άρθρ. 437 ΑΚ, ΑΠ 1663/2013).-Η σύμβαση με την οποία αναγνωρίζει κάποιος υποχρέωση που έχει από ορισμένη αιτία ιδρύει νέα αυτοτελή και ανεξάρτητη από την αιτία βάση υποχρέωσης, με συνέπεια αυτός που αναγνωρίζει την, από ορισμένη αιτία, οφειλή του, να μην μπορεί πλέον να προτείνει ενστάσεις από την κύρια αιτία (ΑΠ 713/2012, ΑΠ 1224/2010).

Στην προκειμένη περίπτωση με την προσβαλλόμενη απόφασή του το Μονομελές Πρωτοδικείο, που δίκασε ως Εφετείο, δέχθηκε τα εξής: "Η καθ' ης η ανακοπή, ισχυρίζεται ότι η προσβαλλόμενη διαταγή πληρωμής αφορά απαίτησή της, η οποία στηρίζεται στην έγγραφη εκ μέρους της ανακόπτουσας αναγνώριση χρέους, δηλαδή σε αυτοτελή αξίωση, η οποία αφενός μεν δεν καλύπτεται από το δεδικασμένο, που απορρέει από τη με αριθμό 34509/2008 τελεσίδικη απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, με την οποία απορρίφθηκε η στηριζόμενη σε άλλη νομική βάση (αδικοπραξία λόγω προσβολής των χρηστών ηθών κατά το άρθρο 919 του ΑΚ) ασκηθείσα σε βάρος της ανακόπτουσας αγωγή της, αφετέρου δε υπόκειται στη συνήθη παραγραφή του άρθρου 249 του Αστικού Κώδικα.

Οι ισχυρισμοί της καθ ης, είναι νόμιμοι, στηριζόμενοι στις διατάξεις των άρθρων 324 ΚΠολΔ και 249 ΑΚ, αντίστοιχα, και πρέπει να εξετασθούν ως προς την ουσιαστική τους βασιμότητα. Από την εκτίμηση της ένορκης κατάθεσης στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου της μάρτυρα που εξετάστηκε με πρωτοβουλία της καθ ης η ανακοπή, από όσα έγγραφα νόμιμα προσκομίζουν και επικαλούνται οι διάδικοι, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά:

Η καθ'ης η ανακοπή προσλήφθηκε την 1-9- 1983 από την ανακόπτουσα με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, προκειμένου να εργασθεί ως πωλήτρια στην επιχείρηση εμπορίας ετοίμων ενδυμάτων της τελευταίας. Την 4-4-2005 η ανακόπτουσα κατήγγειλε τη σύμβαση εργασίας, λόγω συνταξιοδότησης της καθ ης η ανακοπή και συνέταξε σχετικά την από 5- 4-2005 έγγραφη καταγγελία της σύμβασης εργασίας, όπου επίσης ανέγραψε ότι η νόμιμη αποζημίωση απόλυσης της καθ'ης η ανακοπή ανέρχονταν σε 9.527,55 ευρώ, ποσό το οποίο δεν της κατέβαλε, όπως και η ίδια ομολογεί και με τις ενώπιον του παρόντος δικαστηρίου προτάσεις της.

Η ως άνω έγγραφη καταγγελία εργασιακής σύμβασης συνιστά ταυτόχρονα και αναγνώριση, από την ανακόπτουσα, της οφειλής της προς καταβολή αποζημίωση απόλυσης λόγω συνταξιοδότησης της άνω εργαζόμενης-καθ' ης, απορριπτομένου του ισχυρισμού της ανακόπτουσας ότι πρόκειται για τυπικό έγγραφο, αναγκαία για τη συνταξιοδότηση της εργαζόμενης-καθής.

Ακολούθως, μετά από αίτηση της καθής, εκδόθηκε σε βάρος της ανακόπτουσας η προσβαλλόμενη, με αριθμό 3235/2009 διαταγή πληρωμής του Ειρηνοδίκη Θεσσαλονίκης, με την οποία η τελευταία υποχρεώθηκε να καταβάλει στην καθής η ανακοπή το ποσό των 9.527,55 ευρώ, πλέον τόκων και εξόδων, με βάση την άνω από 5-4-2005 έγγραφη καταγγελία εργασιακής σύμβασης και ταυτόχρονη αναγνώριση από την ανακόπτουσα της ανωτέρω οφειλής της, που αφορούσε αποζημίωση απόλυσης λόγω συνταξιοδότησης της καθής.

Η συγκεκριμένη εκ μέρους της ανακόπτουσας αιτιώδης έγγραφη αναγνώριση χρέους δημιούργησε νέα, αυτοτελή και ανεξάρτητη από την υποκείμενη αιτία ενοχή, την οποία η καθής άσκησε με την υποβολή της αίτησης για την έκδοση της προσβαλλόμενης διαταγής πληρωμής. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι η καθής είχε ασκήσει ενώπιον του Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης τη με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 4784/2007 αγωγή σε βάρος της ανακόπτουσας, με την οποία ζητούσε να της επιδικαστεί, συνολικά ποσό 10.050 ευρώ ως αποζημίωση λόγω αδικοπραξίας και ειδικότερα λόγω αντιβαίνουσας στα χρηστά ήθη συμπεριφοράς της τότε εναγόμενης (άρθρο 919 του ΑΚ), συνιστάμενης στο ότι την εξαπάτησαν ώστε να μην ασκήσει τις αξιώσεις της για αποζημίωση απόλυσης, αποδοχές αδείας και επίδομα αδείας 2005 εντός της νόμιμης αποσβεστικής προθεσμίας.

Η προαναφερόμενη αγωγή έγινε πρωτοδίκως δεκτή με τη με αριθμό 5690/2007 απόφαση του Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης, ενώ στη συνέχεια, μετά από άσκηση έφεσης από την ανακόπτουσα, απορρίφθηκε τελεσίδικα με τη με αριθμό 35.409/2008 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, ως νομικά αβάσιμη, με την αιτιολογία ότι τα εκτιθέμενα σε αυτήν πραγματικά περιστατικά δεν θεμελιώνουν αξίωση από αδικοπραξία λόγω προσβολής των χρηστών ηθών.

Η 35.409/2008 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης δεν αποτελεί δεδικασμένο για την επίδικη αξίωση της καθής η ανακοπή, η οποία (επίδικη αξίωση) στηρίζεται σε διαφορετική νομική αιτία (έγγραφη αναγνώριση χρέους) από την ασκηθείσα με την ως άνω αγωγή αξίωσή της (αποζημίωση λόγω αδικοπρακτικής συμπεριφοράς αντιβαίνουσας στα χρηστά ήθη, 919 ΑΚ).

Επομένως, ο λόγος ανακοπής, με τον οποίο η ανακόπτουσα ισχυρίζεται ότι η αξίωση της καθ' ης για την επιδικασθείσα σε αυτήν, με την προσβαλλόμενη διαταγή πληρωμής, αποζημίωση απόλυσης, έχει απορριφθεί τελεσίδικα με τη με αριθμό 35.409/2008 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, η οποία αποτελεί δεδικασμένο για το συγκεκριμένο ζήτημα, είναι απορριπτέος σαν αβάσιμος καθώς οι άνω δύο αξιώσεις (αγωγής και διαταγής πληρωμής) δεν στηρίζονται στον ίδιο νομικό κανόνα.

Περαιτέρω, η εκ μέρους της ανακόπτουσας έγγραφη αναγνώριση της, συγκεκριμένης, προς την καθής οφειλής της, δεν συνιστά αφηρημένη αλλά αιτιώδη-επιβεβαιωτική αναγνώριση χρέους και στηρίζεται στη διάταξη του άρθρου 361 του ΑΚ. Επομένως δημιουργήθηκε νέα, αυτοτελής βάση υποχρέωσης, με συνέπεια η ανακόπτουσα, που αναγνώρισε την προς την καθ' ής οφειλή της από ορισμένη αιτία, να μην μπορεί πλέον να προτείνει τις ενστάσεις, που είχε από την κύρια αιτία, στις οποίες περιλαμβάνεται και η προαναφερόμενη ένσταση συμπλήρωσης της εξάμηνης αποσβεστικής προθεσμίας (ΑΠ 11/2005, ΑΠ 779/2004).

Επομένως ο δεύτερος λόγος της κρινόμενης ανακοπής, περί συμπληρώσεως της εξάμηνης αποσβεστικής προθεσμίας, εντός της οποίας η καθ' ης έπρεπε να αξιώσει την αποζημίωση απόλυσης της, είναι απορριπτέος ως ουσιαστικά αβάσιμος. Τέλος, η ανακόπτουσα (κατά την εκτίμηση του ισχυρισμού που συνιστά τον πρώτο λόγο της έφεσης) ισχυρίζεται ότι αφού στη διαταγή πληρωμής για τη θεμελίωση της νομικής βάσης της απαίτησης γίνεται αναφορά στο άρθρο 873 ΑΚ (αφηρημένη υπόσχεση ή αναγνώριση χρέους) δεν μπορεί να μεταβληθεί η νομική βάση της απαίτησης και να θεωρηθεί ως τέτοια, από το δικάζον την ανακοπή δικαστήριο, το άρθρο 361ΑΚ (αιτιώδης αναγνώριση χρέους).

Ο ισχυρισμός αυτός πρέπει να απορριφθεί ως κατ' ουσίαν αβάσιμος, διότι η διαταγή πληρωμής είναι τίτλος εκτελεστός, δεν είναι όμως δικαστική απόφαση, ως εκ τούτου αυτή αρκεί και πρέπει να περιέχει, εκτός των άλλων στοιχείων, το ποσό των χρημάτων που πρέπει να καταβληθεί καθώς και την αιτία της πληρωμής έστω και κατά τρόπο συνοπτικό, δηλαδή τον γενεσιουργό λόγο της απαίτησης χωρίς να είναι απαραίτητος καν ο νομικός χαρακτηρισμός του χρέους (απαίτηση)".

Η αναιρεσείουσα, με τον δεύτερο λόγο της ένδικης αίτησής της, αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση αναιρετικές πλημμέλειες από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ , ισχυριζόμενη ειδικότερα ότι το δικαστήριο της ουσίας εσφαλμένα ερμήνευσε και εφήρμοσε τη διάταξη του άρθρου 361 ΑΚ, εφόσον η ένδικη απαίτηση αφορά αποζημίωση από καταγγελία εργασιακής σύμβασης, επί της οποίας έχουν εφαρμογή οι σχετικές διατάξεις των Ν. 2Ι12/1920 και 3198/1955 και τις οποίες, αν εφήρμοζε, θα έκανε δεκτή την έφεσή της και θα ακύρωνε την ως άνω διαταγή πληρωμής.

Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος, ως αβάσιμος, αφού υπό τις ως άνω, αναιρετικά ανέλεγκτες, παραδοχές του δικαστηρίου της ουσίας, ορθά εφαρμόσθηκε από αυτό η διάταξη του άρθρου 361 ΑΚ, εφόσον έγινε δεκτό ότι η ένδικη απαίτηση έχει αυτοτέλεια και στηρίζεται στο γεγονός ότι η ήδη αναιρεσείουσα αναγνώρισε εγγράφως την εν λόγω οφειλή και έτσι δημιουργήθηκε νέα, αυτοτελής υποχρέωσή της προς την αναιρεσίβλητη, με βάση στην οποία έπρεπε να καταβάλει σ' αυτήν το χρηματικό ποσό, για το οποίο εκδόθηκε η ως άνω διαταγή πληρωμής.

Μετά από αυτά και εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 2-10-2013 αίτηση της Λ. συζύγου Δ. Π., για αναίρεση της υπ` αριθμ. 16.657/2013 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 13 Ιανουαρίου 2015.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 3 Φεβρουαρίου 2015.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ