Legislator Case Law & Legislation
65/2012 AI generated

Supreme Court allows appeal against employer's unilateral termination of fixed-term contract after notice period. The court found the employer's actions ambiguous and remanded the case for further examination.

Case Number 65/2012
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece allowed the appeal against the Second Instance Court's decision regarding the termination of an employment contract. The employer had issued a notice of termination, but the employee claimed she had effectively revoked it by continuing to act as an employer and paying wages. The court ruled that the employer's actions created legal uncertainty and failed to clearly demonstrate the termination's validity, thus requiring a new trial.

Legislator headnote

AI generated

Articles 167, 168 of the Civil Code; Article 559(1) and 19 of the Code of Civil Procedure: A unilateral termination of an employment contract requires clear and unambiguous intent; if the employer's subsequent conduct creates uncertainty regarding the contract's status, the termination is not considered legally effective until clarified.

Keywords

AI generated
unilateral termination of contract notice period employment law legal uncertainty in termination revocation of termination notice remand for further examination employer liability for wages ambiguity in termination intent

Cited Legislation

AI generated
Articles 167, 168 of the Civil Code
Article 1 and 3 of Law 2112/1920
Article 559(1) and 19 of the Code of Civil Procedure
Article 580(3) of the Code of Civil Procedure
Law 3198/1955
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 65 / 2012 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 65/2012

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

B2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γρηγόριο Κουτσόπουλο, Δημήτριο Μουστάκα, Χριστόφορο Κοσμίδη και Ασπασία Καρέλλου, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 22 Νοεμβρίου 2011, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Εταιρίας με την επωνυμία "ΕΥΓΕΝΙΔΕΙΟ ΘΕΡΑΠΕΥΤΗΡΙΟ Η ΑΓΙΑ ΤΡΙΑΣ Α.Ε.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Παπακώστα και κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσιβλήτου: Β. Τ. του Π., κατοίκου ..., η οποία παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου της Ελευθέριου Σεραφείμ και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 16/2/2006 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1185/2008 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 6025/2009 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 11/1/2011 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ασπασία Καρέλλου ανέγνωσε την από 10/11/2011 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή της από 11/1/2011 αιτήσεως αναιρέσεως.

Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 167, 168, 648, 669 Α.Κ., 1 και 3 του Ν. 2112/ 1920, 1, 3 παρ. 1, 5 του Β.Δ. από 16/7/1920 και 5 του ν. 3198 /1955 συνάγεται ότι η καταγγελία της συμβάσεως εργασίας αορίστου χρόνου είναι μονομερής αναιτιώδης δικαιοπραξία που θεωρείται έγκυρη όταν γίνεται εγγράφως και καταβληθεί η νόμιμη αποζημίωση.

Η καταγγελία αναπτύσσει την άμεση διαπλαστική της ενέργεια, σε περίπτωση που ασκείται από τον εργοδότη, από τη στιγμή που λαμβάνει γνώση ο παραλήπτης-εργαζόμενος κατά το άρθρο 167 Α.Κ. Μετά την περιέλευσή της στον εργαζόμενο δεν μπορεί να γίνει ούτε ανάκληση αυτής από τον εργοδότη, έστω και με τη συναίνεση του εργαζόμενου, αφού η ανάκληση έχει νομική ενέργεια μόνο αν γίνει προηγουμένως ή ταυτοχρόνως με την αναγγελία (άρθρο 168 Α.Κ.) ούτε, περαιτέρω, να συμφωνηθεί μεταξύ εργοδότη και εργαζόμενου ότι αυτή δεν θα αναπτύσσει τα έννομα αποτελέσματά της.

Αν η καταγγελία γίνει μετά προειδοποίηση η λύση της εργασιακής συμβάσεως επέρχεται αυτοδικαίως μετά την πάροδο της προθεσμίας προειδοποίησης . Η καταγγελία πρέπει να περιέχει σαφή και αναμφίβολη βούληση του καταγγέλλοντος να λύσει μονομερώς τη σύμβαση, έτσι ώστε να μη μένει στον αντισυμβαλλόμενο αμφιβολία ως προς τη λύση ή όχι της συμβάσεως και για το λόγο αυτό γίνεται δεκτό ότι δεν επιδέχεται κατ' αρχήν αίρεση, αφού η προσθήκη αιρέσεως δημιουργεί αβεβαιότητα στον αντισυμβαλλόμενο σχετικά με τη λήξη ή όχι της συμβάσεως, η οποία δεν συμβιβάζεται με το χαρακτήρα της καταγγελίας ως διαπλαστικής δικαιοπραξίας.

Οι διατάξεις όμως για την αίρεση δεν έχουν εφαρμογή στις αιρέσεις δικαίου, δηλαδή σ' αυτές που συνίστανται στο γεγονός που αποτελεί στοιχείο ή προϋπόθεση για την ενέργεια ή τελείωση της δικαιοπραξίας. Έτσι είναι έγκυρη η επικουρική καταγγελία, δηλαδή η δεύτερη καταγγελία στην οποία προβαίνει ο καταγγέλων, για την περίπτωση που η προηγούμενη καταγγελία θα κρινόταν από το δικαστήριο ως άκυρη.

Η δεύτερη αυτή καταγγελία περιέχει αίρεση δικαίου, η οποία είναι επιτρεπτή και η οποία, ανάλογα με τη νομική κατάσταση,αν μεν η πρώτη καταγγελία είναι έγκυρη, δεν έχει καμία αξία και έννομη επιρροή, αν δε είναι άκυρη, επιφέρει αυτή το πρώτον τη λύση της συμβάσεως (Α.Π. 624/2008, Α.Π. 1619/2006). Περαιτέρω η συνέχιση, μετά την καταγγελία της εργασιακής συμβάσεως, της προσφοράς τη εργασίας από τον εργαζόμενο και η αποδοχή της από τον εργοδότη, μπορεί να οδηγήσει μόνο στη σύναψη νέας συμβάσεως εργασίας χωρίς να επιδρά στη λύση της συμβάσεως εργασίας που επέρχεται με την περιέλευση της καταγγελίας στον εργαζόμενο.

Εξάλλου, κατά το άρθρο 6 παρ. 1 του ν. 3198 /1955, κάθε αξίωση μισθωτού που πηγάζει από άκυρη καταγγελία της σχέσεως εργασίας, τυγχάνει απαράδεκτη, εφόσον η σχετική αγωγή δεν κοινοποιηθεί εντός τρίμηνης ανατρεπτικής προθεσμίας από τη λύση της σχέσεως εργασίας. Στην ως άνω τρίμηνη αποσβεστική προθεσμία (άρθρο 279 Α.Κ.) που λαμβάνεται αυτεπάγγελτα υπόψη από το Δικαστήριο (άρθρο 280 Α.Κ.) υπόκειται κάθε αξίωση του μισθωτού που πηγάζει από την για οποιαδήποτε λόγο ακυρότητα της καταγγελίας της αορίστου χρόνου εργασιακής σχέσεως (Α.Π. 404/2008).

Αφετηρία της ως άνω προθεσμίας αποτελεί ο χρόνος λύσης της εργασιακής συμβάσεως που επέρχεται με την καταγγελία. Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 660, 661 Α.Κ., 5 παρ. 3 ν. 2112/1920, 8 β.δ. 16/18-7-1920, 3 ν. 4558/- 1930 και 5 παρ. 6 του α.ν. 539/1945 προκύπτει ότι κατά τη διάρκεια της ασθένειας του μισθωτού, κατά την οποία ο εργοδότης υποχρεούται να καταβάλει στον μισθωτό τις αποδοχές του, δεν απαγορεύεται η επέλευση των αποτελεσμάτων της καταγγελίας μετά προειδοποίηση, η οποία έχει γίνει σε προγενέστερο της ασθένειας χρόνο, ενώ η απαγόρευση της καταγγελία της συμβάσεως εργασίας απαγορεύεται μόνον κατά τη διάρκεια της χορηγηθείσας στο μισθωτό κανονικής (ετήσιας) άδειας.

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 του Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται μόνον αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή αν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα,η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.Α.Π. 7/2006, Ολ.Α.Π. 4/2005).

Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 του Κ.Πολ.Δ αναίρεση επιτρέπεται και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως, μεταξύ άλλων, αν έχει αιτιολογίες ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης . Από την ως άνω διάταξη προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτήν αναιρετικός λόγος ιδρύεται και όταν τα εκτιθέμενα στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού πραγματικά περιστατικά δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται με βάση το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της.

Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε ανελέγκτως και τα ακόλουθα : Η ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη προσλήφθηκε από την εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα ανώνυμη εταιρεία, που διατηρεί το Ευγενίδειο Θεραπευτήριο, δυνάμει της από 2-2-1978 συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου για να απασχοληθεί σ' αυτή αρχικά ως νοσηλεύτρια και από το έτος 1983 ως προϊσταμένη χειρουργείου.

Την 29-9-2005 η εναγομένη επέδωσε στην ενάγουσα το υπ' αριθμόν 537/29-9-2005 έγγραφο του Διευθυντή Διοικητικών Υπηρεσιών αυτής, με το οποίο αυτή κατήγγειλε τη σύμβαση εργασίας της, με προειδοποίηση, για την 30-11-2005, μετά από απόφαση του Διοικητικού της Συμβουλίου, για το λόγο ότι σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 8 εδ.

β' του ν. 3198 /1955 και 27 του ν. 1902/-1990, η ενάγουσα είχε συμπληρώσει τις προϋποθέσεις λήψη πλήρους σύνταξης γήρατος από το ΙΚΑ, καθόσον είχε συγκεντρώσει 4.500 ένσημα βαρέως και ανθυγιεινού επαγγέλματος. Μετά την ως άνω προειδοποίηση καταγγελίας η εναγομένη επέδωσε στην ενάγουσα το υπ' αριθμ. 682/28-11-2005 έγγραφο του ίδιου ως άνω Διευθυντή των Διοικητικών Υπηρεσιών της, με το οποίο καλούνταν να παραδώσει τα χειρουργικά εργαλεία που, λόγω της ιδιότητάς της ως προϊσταμένης χειρουργείου είχαν χρεωθεί σ' αυτή.

Την επομένη ημέρα της επίδοσης και παραλαβής του ως άνω υπ' αριθμόν 682/28-11-2005 εγγράφου και συγκεκριμένα την 29-11-2005 η ενάγουσα ανέφερε τραυματισμό στο δεξί της πόδι, ο οποίος συνέβη κατά την ώρα εργασίας της και ειδικότερα, λόγω ολισθήματος αυτής στη σκάλα του Θεραπευτηρίου κατά τη μετάβασή της στο ακτινολογικό τμήμα αυτού για την παραλαβή εξετάσεων, υπέστη, σύμφωνα με την από 29-11-2005 ιατρική βεβαίωση του ιατρού-ορθοπεδικού χειρούργου Μ.

Γ., λόγω στροφικής κάκωσης του ΔΕ γόνατος, ρήξη του έσω πλαγίου συνδέσμου του δεξιού γόνατος και πιθανή ρήξη του έσω μηνίσκου, χωρίς εμφανή από την ακτινογραφία οστική βλάβη. Κατόπιν τούτου η εναγομένη ως εργοδότρια της ενάγουσας υπέβαλε νόμιμα και εμπρόθεσμα δήλωση εργατικού ατυχήματος στο ΙΚΑ και της χορήγησε αναρρωτική άδεια, η οποία εγκρίθηκε από την αρμόδια Πρωτοβάθμια Υγειονομική Επιτροπή (Α.Υ.Ε.) του τοπικού αρμόδιου ΙΚΑ.

Ακολούθως, η τελευταία για την πλήρη αποκατάσταση της υγείας της ζήτησε και έλαβε από την εναγομένη ολόκληρη την κανονική της άδεια του έτους 2006, η οποία διήρκεσε από 9-1-2006 μέχρι 10-2-2006,οπότε ζήτησε και έλαβε από την εργοδότριά της υπόλοιπο 2 ημερών χειρουργικής άδειας, την οποία δικαιούνταν ως προϊσταμένη χειρουργείου, που διήρκεσε από 13-2-2006 μέχρι και 14-2-2006.

Την 15-2-2006, ημέρα επιστροφής της ενάγουσας στην υπηρεσία της, η εναγομένη της επέδωσε την από 15-2-2006 έγγραφη καταγγελία της συμβάσεως εργασίας της, στην οποία ανέφερε ως μοναδικό λόγο τον ίδιο λόγο, τον οποίο ανέγραφε και στο αναφερόμενο και παραπάνω υπ' αριθμόν 537/- 29-9-2005 έγγραφό της, δηλαδή τη συμπλήρωση των προϋποθέσεων πλήρους συνταξιοδότησής της κατ' άρθρο 8 εδ' β' ν. 3198/1955.

Ταυτόχρονα, η εναγομένη κατέβαλε στην ενάγουσα τις μηνιαίες αποδοχές της για το χρονικό διάστημα από 1η μέχρι 14-2-2006, ποσού 1.154, 30 ευρώ, την αναλογία του επιδόματος των εορτών Πάσχα 2006, ποσού 627,03 ευρώ και του επιδόματος αδείας του ίδιου έτους 2006, ποσού 1.607, 60 ευρώ, ενώ της κατέβαλε και την οφειλόμενη νόμιμη αποζημίωσή της, όπως προβλέπεται από το άρθρο 8 εδ.

β' του ν. 3198/1955, αφού αυτή ήταν και επικουρικά ασφαλισμένη (40 % της αποζημιώσεως καταγγελίας του ν. 2112/1920 ύψους 24 μισθών, ποσού 3.631,51 ευρώ 14/12 Χ 40 % =) 40.672, 91 ευρώ (και μετά από αφαίρεση του αναλογούντος φόρου εισοδήματος 4.134, 58 ευρώ =) καθαρά πληρωτέο 36.538, 33 ευρώ. Την ως άνω καταγγελία και την αποζημίωση η ενάγουσα εισέπραξε με ρητή επιφύλαξη κάθε νομίμου δικαιώματός της.

Δέχεται στη συνέχεια το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση, ότι η γενόμενη εκ μέρους της εναγομένης καταγγελία της συμβάσεως εργασίας της ενάγουσας, με την επίδοση του ως άνω 29-9-2005 εγγράφου αυτής, με προειδοποίηση για λύση της εργασιακής σχέσεως, την 30-11-2005, δεν ανέπτυξε τη διαπλαστική της ενέργεια και δεν επέφερε τη λύση της συμβάσεως, καθόσον πριν παρέλθει το χρονικό διάστημα που ορίσθηκε ως χρόνος προειδοποίησης, η εναγομένη επέδειξε συμπεριφορά από την οποία εύλογα συνάγεται ότι αυτή δεν επέμενε στη λύση της εργασιακής της συμβάσεως ενώ και μετά την πάροδο του χρόνου προειδοποίησης εξακολούθησε να ενεργεί ως εργοδότρια της τελευταίας, καταβάλλοντάς της τις νόμιμες μηνιαίες αποδοχές της και χορηγώντας της τις αιτούμενες αναρρωτικές και ειδικές άδειες, θεωρώντας ενεργή και υφιστάμενη τη μεταξύ τους εργασιακή σχέση και ότι η κρίση του (Εφετείου) ενισχύεται από το γεγονός ότι η εναγομένη μετά την επιστροφή της ενάγουσας στην υπηρεσία της την 15-2-2006 προέβη σε (νέα) καταγγελία της συμβάσεως εργασίας της, καταβάλλοντάς της και τη νόμιμη αποζημίωσή της, ενέργεια στην οποία δεν θα προέβαινε αν τελούσε με την πεποίθηση ότι η προηγούμενη καταγγελία αυτής είχε αναπτύξει, μετά την πάροδο του χρόνο προειδοποίησης, τη διαπλαστική της ενέργειας και είχε επιφέρει τη λύση της συμβάσεως από 1-12-2005.

Κατέληξε δε το Εφετείο ότι η από 16-2-2006 αγωγή της ενάγουσας κατά της εναγομένης, που επιδόθηκε στις 8/3/2006 με την οποία προσβάλλει το κύρος της καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας της και ζητεί την αναγνώριση της υποχρεώσεως της εναγομένης προς καταβολή μισθών υπερημερίας, έγινε πολύ πριν από τη συμπλήρωση της προβλεπόμενη από τη διάταξη του άρθρου 6 παρ. 1 του ν. 3198 /1955 τρίμηνης αποσβεστικής προθεσμίας, δεδομένου ότι αυτή άρχισε την 16-2-2006 και συμπληρώθηκε την 17-5-2006, δηλαδή πολύ αργότερα από την άσκηση, την 8-3-2006, της ένδικης αγωγής.

Κατ' ακολουθίαν των παραδοχών αυτών το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφαση, απέρριψε το λόγο εφέσεως της εναγομένης με τον οποίο η τελευταία παραπονείτο για την απόρριψη της ενστάσεως περί απαραδέκτου της αγωγής της, λόγω παρόδου της τρίμηνης ανατρεπτικής προθεσμίας, από την 1-12-2005, δηλαδή την επομένη ημέρα συμπληρώσεως του χρόνου της προειδοποίησης μέχρι την άσκηση της αγωγής (8-3-2006).

Με την κρίση του αυτή παρεβίασε ευθέως και εκ πλαγίου τις προαναφερθείσες διατάξεις ουσιαστικού δικαίου, καθόσον, α) τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, αρκούσαν για την εφαρμογή των διατάξεων περί επελεύσεως της διαπλαστικής ενέργειας της καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας μετά από προειδοποίηση την 1/12/2005.

Οι παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως ότι, η εναγομένη επέδωσε στην ενάγουσα το υπ' αριθμόν 682/28/11/2005 έγγραφο του διευθυντή των διοικητικών της υπηρεσιών, με την οποία καλείτο να παραδώσει τα χειρουργικά εργαλεία που, λόγω της ιδιότητάς της ως προϊσταμένης χειρουργείου είχαν χρεωθεί σ' αυτή, ότι την επομένη της επίδοσης του ως άνω εγγράφου (29/11/2005) η ενάγουσα ανέφερε εργατικό ατύχημα (τραυματισμό στο δεξί της πόδι) εξαιτίας του οποίου έλαβε αναρρωτική άδεια που εγκρίθηκε από την αρμόδια Πρωτοβάθμια Υγειονομική Επιτροπή του ΙΚΑ Ηλιούπολης, για το από 29/11/2005 έως 7/1/2006 χρονικό διάστημα και επιδοτήθηκε λόγω ανικανότητας για εργασία από το ΙΚΑ, αρκούσαν για την εφαρμογή των ως άνω διατάξεων ουσιαστικού δικαίου, για την επέλευση των αποτελεσμάτων της καταγγελίας μετά προειδοποίηση, την 1/12/2005.

Οι παραδοχές αυτές δεν συνιστούν πραγματικά περιστατικά από τα οποία μπορεί να συναχθεί ανάκληση της καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας ή συμφωνία των διαδίκων ότι η καταγγελία δεν θα αναπτύξει τα έννομα αυτής αποτελέσματα από την 1/12/2005, αφού η λήψη αναρρωτικής άδειας δεν εμποδίζει την επέλευση των αποτελεσμάτων της καταγγελίας, μετά από προειδοποίηση, η οποία είχε γίνει σε προγενέστερο της ασθένειας χρόνο και β) περιέχονται ανεπαρκείς αιτιολογίες αναφορικά με το ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της προκείμενης δίκης για το αν η γενόμενη καταγγελία μετά από προειδοποίηση επέφερε ή όχι τα έννομα αυτής αποτελέσματα.

Ειδικότερα, δεν αναφέρονται πραγματικά περιστατικά από τα οποία να προκύπτει ότι κατά το κρίσιμο χρονικό διάστημα προειδοποίησης για την καταγγελία της συμβάσεως εργασίας, η εναγομένη προέβη σε συγκεκριμένες ενέργειες και ποίες από τις οποίες προκύπτει ότι ανακάλεσε την καταγγελία μέχρι την 31/11/2005 που ήταν η τελευταία ημέρα της προειδοποίησης.

Οι παραδοχές ότι την προτελευταία ημέρα της προθεσμίας προειδοποίησης (29/11/2005) η ενάγουσα δήλωσε ότι υπέστη εργατικό ατύχημα, εξαιτίας του οποίου έλαβε αναρρωτική άδεια, δεν συνιστούν περιστατικά ανάκλησης της καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας ή συμφωνία των διαδίκων ότι η καταγγελία δεν θα αναπτύξει τα έννομα αυτής αποτελέσματα.

Οι περαιτέρω παραδοχές που αναφέρονται σε χρόνο μεταγενέστερο της 1/12/2005, που επήλθαν τα έννομα αποτελέσματα της καταγγελίας μετά προειδοποίηση, ότι η εναγομένη "... εξακολούθησε να ενεργεί ως εργοδότρια της ... " ενάγουσας, ... καταβάλλοντας τις νόμιμες μηνιαίες αποδοχές ... χορηγώντας τις αιτούμενες από αυτήν αναρρωτικές και ειδικές άδειες ..." δεν αποτελούν περιστατικά που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, καθόσον η εκτίμηση αυτών μπορούσε να γίνει εάν υπήρχαν παραδοχές ότι μετά την καταγγελία, μετά από προειδοποίηση, είχε καταρτισθεί μεταξύ των διαδίκων νέα σύμβαση εργασίας, η οποία όμως δεν θα επιδρούσε στη λύση της συμβάσεως εργασίας που έχει γίνει σε προγενέστερο χρόνο, εφόσον αυτή ήταν έγκυρη.

Επιπλέον, οι παραδοχές ότι η εναγομένη εξακολουθούσε και μετά την 1/12/2005 να ενεργεί ως εργοδότρια της ενάγουσας "... καταβάλλοντας τις νόμιμες μηνιαίες αποδοχές ... χορηγώντας τις αιτούμενες αναρρωτικές άδειες ..." δεν συνιστούν το πραγματικό του κανόνα δικαίου για τη μη εφαρμογή των ως άνω ουσιαστικών κανόνων δικαίου, αφού η χορήγηση αναρρωτικής άδειας δεν ανάγεται στη διακριτική ευχέρεια του εργοδότη και χορηγείται από τις αρμόδιες υγειονομικές υπηρεσίες του ασφαλιστικού οργανισμού στον οποίο είναι ασφαλισμένος ο εργαζόμενος, ενώ η καταβολή των αποδοχών της αναρρωτικής άδειας αποτελεί υποχρέωση του εργοδότη και όχι γεγονός από το οποίο μπορεί να συναχθεί μη εμμονή του στη λύση της συμβάσεως εργασίας που έχει γίνει μετά από προειδοποίηση.

Τέλος στην προσβαλλόμενη απόφαση δεν περιλαμβάνονται παραδοχές περί ακυρότητας της πρώτης, μετά προειδοποίηση, καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας της ενάγουσας, για οποιαδήποτε λόγο, αλλά μόνο ότι η εναγομένη "... δεν επέμενε στη λύση της συμβάσεως εργασίας ... και ότι εξακολούθησε να ενεργεί ως εργοδότρια ...".

Συνεπώς, ο μοναδικός λόγος αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αρ. 1 και 19 του Κ.Πολ.Δ είναι βάσιμος και ως προς τα δύο μέρη του και πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, του οποίου η συγκρότηση από άλλους δικαστές είναι δυνατή (άρθρο 580 αρ. 3 Κ.Πολ.Δ.).

ΓIA TOYΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 6025/2009 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.

Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές.

Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες τριακόσια (2.300) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 14 Δεκεμβρίου 2011. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 17 Ιανουαρίου 2012.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ