Supreme Court partially allows appeal against insurance company's judgment regarding driver's notification duty.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece partially allowed the appellant's appeal against the Patras Court of Appeal's judgment. The appellant argued the lower court erred in interpreting the insurance company's obligation to notify them of vehicle ownership transfer. The court found the lower court misinterpreted the statutory duty to notify, which falls on the driver as a party to the insurance contract, and thus reversed the decision regarding the incidental claim.
Legislator headnote
AI generatedArticles 8 §1 and 12 §§3 and 4 of Ministerial Decision K-4585/1978; The driver of an insured vehicle is statutorily obligated to notify the insurer of ownership transfer, and failure to do so constitutes a breach of the insurance burden for which the driver bears civil liability.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 65 / 2011 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 65/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Χαράλαμπο Ζώη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεωργία Λαλούση, Βασιλική Θάνου - Χριστοφίλου, Δημητρούλα Υφαντή και Ιωάννα Λούκα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 17 Σεπτεμβρίου 2010, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Α. Ψ. του Κ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Αγγελική Παπαδοπούλου και δεν κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Ασφαλιστικής Εταιρίας με την επωνυμία "ALLIANZ ΕΛΛΑΔΑΣ Α.Α.Ε." όπως μετονομάστηκε η αρχικά αναιρεσίβλητη εταιρεία με την επωνυμία "ALLIANZ Α.Ε.Γ.Α", πρώην "AGF COSMOS ΓΕΝΙΚΑΙ ΑΣΦΑΛΕΙΑΙ Α.Ε.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Τσιτίδη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12/4/2002 αγωγή προσώπων που δεν είναι διάδικοι στην παρούσα δίκη και την από 4/7/2002 παρεμπίπτουσα αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αμαλιάδας και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 91/2003 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 425/2006 του Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 11/6/2007 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Δημητρούλα Υφαντή ανέγνωσε την από 15/3/2010 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του τετάρτου λόγου της από 11-6-2007 αίτησης αναίρεσης, την απόρριψη των λοιπών λόγων και την αναίρεση της υπ' αριθμ. 425/2006 απόφασης του Εφετείου Πατρών κατά το μέρος της μόνο που δέχτηκε την παρεμπίπτουσα αγωγή (αναγωγή) της αναιρεσίβλητης ασφαλιστικής εταιρείας κατά του αναιρεσείοντος με την ιδιότητα του οδηγού του ζημιογόνου αυτοκινήτου. Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι.- Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.19 του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία (Ολ.ΑΠ 1/1999).
Εξάλλου κατά το άρθρο 8 παρ. 1 της με αριθμ. Κ4/585/1978 απόφασης του Υπουργού Εμπορίου (ΦΕΚ 795/1978 τ. ΑΕ και ΕΠΕ), που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 6 παρ. 5 του ν. 489/1976, που ίσχυε κατά τον κρίσιμο στην προκείμενη περίπτωση χρόνο επίσπευση του ζημιογόνου αυτοκινητιστικού ατυχήματος πάσα μεταβολή της κυριότητος ή κατοχής του οχήματος επιφέρει μετά πάροδον δεκαπέντε ημερών την αυτοδικαίαν λύσιν της ασφαλιστικής συμβάσεως εκτός εάν εντός της αυτής προθεσμίας ο μέχρι τούδε αντισυμβαλλόμενος ή ο νέος κύριος ή κάτοχος ζητήσουν δι' εγγράφου των, περιέχοντος τα ακριβή στοιχεία της μεταβολής, την συνέχισιν της ασφαλιστικής καλύψεως και ο ασφαλιστής δεν αποποιηθή εγγράφως την αίτησιν εντός 10 ημερών από της λήψεως της.
Εις την περίπτωσιν αυτήν, η ασφαλιστική σύμβασις λύεται από της αποποιήσεως της αιτήσεως ή μετά πάροδον 16 ημερών από της αποποιήσεως εάν έχουν προκαταβληθεί δια το χρονικό τούτο διάστημα τα ασφάλιστρα. Περαιτέρω κατά το άρθρο 12 παρ. 3 και 4 της ιδίας απόφασης "Διαρκούσης της συμβάσεως, ο αντισυμβαλλόμενος και οι ησφαλισμένοι υποχρεούνται να γνωστοποιούν εις τον ασφαλιστήν εντός τριών εργασίμων ημερών αφ' ης έλαβον γνώσιν πάσαν μεταβολήν των εν τη παραγράφω 2 του παρόντος άρθρου στοιχείων ως και παν περιστατικόν δυνάμενον να μεταβάλη ή να επιτείνη τον κίνδυνον, καθώς και πάσαν μεταβολήν της κυριότητος ή κατοχής του οχήματος".
Εν περιπτώσει παραβάσεως των ως άνω ασφαλιστικών βαρών εκ δόλου ή βαρείας αμελείας του αντισυμβαλλομένου ή τινός των ησφαλισμένων, ούτος υποχρεούται να αποκαταστήση οιονδήποτε ποσόν αποζημιώσεως και εξόδων εις άτινα ήθελεν υποβληθή ο ασφαλιστής εκ της παραβάσεως ταύτης". Εξάλλου, κατά το άρθρο 11 παρ. 2 του ν. 489/1976, η ακύρωση, ή λήξη ή η αναστολή της ασφαλιστικής συμβάσεως δύναται να αντιταχθεί κατά του τρίτου, που ζημιώθηκε, μόνο αφού το ατύχημα συνέβη μετά πάροδο δέκα έξι ημερών από την εκ μέρους του ασφαλιστή γνωστοποίηση της ακυρώσεως ή λήξεως ή αναστολής.
Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει κατ' αρχήν ότι κάθε μεταβολή της κυριότητας ή κατοχής του ασφαλισμένου οχήματος, επιφέρει την αυτοδίκαιη λύση της ασφαλιστικής σύμβασης μετά πάροδο 15 ημερών από της μεταβολής. Η αυτοδίκαιη αυτή λύση ισχύει μόνο για τις σχέσεις μεταξύ ασφαλισμένου και ασφαλιστή. Αντίθετα δεν ισχύει έναντι των ζημιωθέντων τρίτων, οι οποίοι κατ' άρθρο 10 παρ. 1 του άνω νόμου έχουν ιδία αξίωση ευθέως κατά του ασφαλιστή από την ασφαλιστική σύμβαση, εκτός αν η τελευταία γνωστοποιήσει και μάλιστα εγγράφως, κατ' άρθρο παρ. 2 εδ.
β του Ίδιου νόμου, την τοιαύτη λύση, προς τον ασφαλισμένο ή τον αντισυμβαλλόμενο και περάσει χρονικό διάστημα 16 ημερών από τη γνωστοποίηση αυτή. Για την ενημέρωση του ασφαλιστή περί της γενομένης μεταβολής της κυριότητας ή κατοχής του ασφαλισμένου αυτοκινήτου, η οποία οπωσδήποτε επηρεάζει τα οικονομικά συμφέροντα αυτού, επιβάλλεται ως ασφαλιστικό βάρος στον αντισυμβαλλόμενο και τους ασφαλισμένους (κύριο ή κάτοχο) η υποχρέωση γνωστοποίησης σ' αυτόν (ασφαλιστή) της γενομένης μεταβολής και μάλιστα εγγράφως και όχι προφορικώς εντός προθεσμίας τριών εργασίμων ημερών από τη στιγμή που έλαβαν γνώση της γενομένης μεταβολής ως αντισυμβαλλόμενος σε περίπτωση μεταβολής της κυριότητας του αυτοκινήτου νοείται ο αρχικώς συνάψας τη σύμβαση ασφαλίσεως δηλαδή κύριος ή κάτοχος κατά τη μεταβίβαση, αφού το πρόσωπό του δεν μεταβάλλεται λόγω της ως άνω μεταβολής της κυριότητος ή κατοχής.
Η υποχρέωση αυτή ως ασφαλιστικό βάρος κατά την πλειοψηφούσα άποψη του Δικαστηρίου δεν αφορά τον οδηγό του αυτοκινήτου εάν δεν είναι κύριος ή κάτοχος ή αντισυμβαλλόμενος στη σύμβαση ασφαλίσεως του ζημιογόνου αυτοκινήτου, αφού μόνο με την ιδιότητα του αυτή (οδηγού) δεν είναι δυνατό, κατά κανόνα, να γνωρίζει την επελθούσα μεταβολή της κυριότητας του αυτοκινήτου, ούτε εμπλέκεται με οποιοδήποτε τρόπο σ'αυτήν, αλλά ούτε και νομιμοποιείται παθητικά στο ν' απευθύνει σ' αυτόν η ασφαλιστική εταιρεία τη δήλωσή της για τη συνέχιση ή την ακύρωση της ασφαλιστικής σύμβασης.
Εφ' όσον όμως δεν τηρήθηκαν οι πιο πάνω προϋποθέσεις, εκ μέρους του κυρίου, ή κατόχου ή αντισυμβαλλόμενου, ο οδηγός του αυτοκινήτου που δεν έχει μια απ' τις πιο πάνω ιδιότητες, δεν νομιμοποιείται παθητικά σε αγωγή αποζημίωσης του ασφαλιστή που ικανοποίησε τον τρίτο παθόντα νομιμοποιείται όμως παθητικά απέναντι στον ασφαλιστή με βάση τις διατάξεις για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό (άρθρ. 904 Α.Κ.), εφόσον με την καταβολή εκ μέρους του ασφαλιστή απαλλάχτηκε χωρίς νόμιμη αιτία από τις εκ του νόμου υποχρεώσεις του.
Η εκπλήρωση από τους υπόχρεους του άνω ασφαλιστικού βάρους παρέχει τη δυνατότητα στον ασφαλιστή είτε να καταγγείλει τη σύμβαση (αρθρ. 9 παρ. 1 ν. 489/1976), εφόσον κατά τη γνωστοποίηση της μεταβολής δεν έχουν παρέλθει 15 ημέρες από την πραγματοποίηση της και να γνωστοποιήσει την, συνεπεία της καταγγελίας, λήξη της συμβάσεως, στον αντισυμβαλλόμενο του ή τον ασφαλισμένο, είτε, εφόσον έχει παρέλθει η άνω προθεσμία των 15 ημερών και επομένως έχει επέλθει αυτοδικαίως η λύση της συμβάσεως, να γνωστοποιήσει αυτή στα άνω πρόσωπα, προς απαλλαγή του από την ευθύνη έναντι των τρίτων.
Η παράλειψη εκπλήρωσης του εν λόγω ασφαλιστικού βάρους μόνο εάν έγινε από δόλο ή βαρετά αμέλεια (δεν αρκεί ελαφρά αμέλεια) συνεπάγεται την υποχρέωση των βαρυνομένων με αυτό προσώπων προς αποζημίωση του ασφαλιστή, για την ζημία την οποία υπέστη και η οποία συνήθως ταυτίζεται με την αποζημίωση που πρόκειται να καταβάλει στον παθόντα τρίτο.
Για τη θεμελίωση της υποχρέωσης αυτής απαιτείται αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της παραβάσεως του ασφαλιστικού βάρους και της επελθούσας ζημίας του ασφαλιστή.
Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση του δέχθηκε ως αποδειχθέντα τα εξής κρίσιμα πραγματικά περιστατικά, σχετικά με την παρεμπίπτουσα αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης εναντίον του αναιρεσείοντος: Ότι την 12.10.1997, από υπαιτιότητα (αμέλεια) του ήδη αναιρεσείοντος κατά την από αυτόν οδήγηση του υπ' αριθμ. ...
Ι.Χ.Φ. αυτοκινήτου, ιδιοκτησίας της εταιρίας με την επωνυμία "Ρ. Κ.-Ψ. ΜΟΝΟΠΡΟΣΩΠΗ ΕΠΕ" έλαβε χώρα αυτοκινητικό ατύχημα, συνεπεία του οποίου τραυματίστηκε σοβαρά και απεβίωσε την 13.10.1997, και ο επιβαίνων στο εν λόγω αυτοκίνητο Ι. Π.. Ότι το οδηγούμενο από τον αναιρεσείοντα όχημα ήταν αρχικώς ιδιοκτησίας της εταιρίας με την επωνυμία "Κ.
Ψ. - Δ. Δ. ΚΑΙ ΣΙΑ ΟΕ", με έδρα επί των οδών ... και ... στο ..., η οποία από το έτος 1993 είχε ασφαλίσει το εν λόγω αυτοκίνητο, για την κάλυψη της προς τρίτους αστικής ευθύνης στην ασφαλιστική εταιρία με την επωνυμία "Α.G.F. ΚΟΣΜΟΣ ΓΕΝΙΚΑΙ ΑΣΦΑΛΕΙΑΙ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" στα δικαιώματα και υποχρεώσεις της οποίας υπεισήλθε με απορρόφηση το έτος 1999 η ήδη αναιρεσίβλητη και παρεμπιπτόντως ενάγουσα ασφαλιστική εταιρία με την επωνυμία "ALLIANZ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΓΕΝΙΚΩΝ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΝ".
Ότι η άνω ιδιοκτήτρια του αυτοκινήτου και αντισυμβαλλόμενη στην κατάρτιση της ασφαλιστικής σύμβασης το έτος 1994 μετονομάστηκε σε "Κ. Ψ. ΚΑΙ ΣΙΑ ΟΕ", λύθηκε δε την 14.03.1997, και μεταβίβασε το εν λόγω αυτοκίνητο στην προαναφερόμενη μονοπρόσωπη Ε.Π.Ε., η οποία προϋπήρχε της λύσης της άνω αντισυμβαλλομένης στην κατάρτιση της ασφαλιστικής σύμβασης.
Ακολούθως το Εφετείο δέχεται ότι, ούτε η μεταβιβάσασα, ούτε η αποκτήσασα το αυτοκίνητο, ούτε τέλος ο ήδη αναιρεσείων υπαίτιος του ζημιογόνου ατυχήματος οδηγός εξεπλήρωσαν το ασφαλιστικό τους βάρος να γνωστοποιήσουν εγγράφως προς την παρεμπιπτόντως ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη ασφαλιστική εταιρία, η οποία κάλυπτε με σύμβαση ασφάλισης την προς τρίτους αστική ευθύνη από την κυκλοφορία του αυτοκινήτου, την επελθούσα μεταβολή της κυριότητας αυτού, εντός τριών εργασίμων ημερών από της γενομένης μεταβιβάσεως και για το λόγο αυτό η ασφαλιστική σύμβαση λύθηκε, μετά παρέλευση δέκα έξι ημερών, ήτοι εντός του Απριλίου 1997, το δε ζημιογόνο ατύχημα έλαβε χώρα την 12.10.1997.
Με βάση τις ουσιαστικές αυτές παραδοχές το Εφετείο, δέχθηκε την κυρία περί αποζημιώσεως αγωγή των συγγενών του θανόντος εναντίον του ήδη αναιρεσείοντος υπαιτίου οδηγού και της αναιρεσίβλητης ασφαλιστικής εταιρίας, ακολούθως δε δεχόμενο ότι ο οδηγός του ασφαλισμένου αυτοκινήτου, υποχρεούτο, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 8 §1, και 12 §§3 και 4 της υπ' αριθμ.
Κ-4585/1978 Υπουργικής Απόφασης, να γνωστοποιήσει εγγράφως την επελθούσα μεταβίβαση της κυριότητας, στην αναιρεσίβλητη ασφαλιστική εταιρία, την οποία όμως υποχρέωση του δεν ετήρησε, δέχθηκε την εναντίον του παρεμπίπτουσα αγωγή της αναιρεσίβλητης, με την οποία αυτή ζήτησε όπως, σε περίπτωση ήττας της επί τ;
κυρίας αγωγής, αναγνωρισθεί πως ο συνεναγόμενος υπαίτιος οδηγός του αυτοκινήτου υποχρεούται, λόγω παραβάσεως του ασφαλιστικού του βάρους να προβεί σε γνωστοποίηση της γενομένης μεταβίβασης, να της καταβάλλει κάθε ποσό που αυτή ήθελε υποχρεωθεί να καταβάλλει στους ενάγοντες της κυρίας αγωγής. Έτσι που έκρινε το Εφετείο, δεχόμενο ότι ο παρεμπιπτόντως εναγόμενος οδηγός υποχρεούτο, σύμφωνα με τις προαναφερόμενες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, να γνωστοποιήσει στην ασφαλιστική εταιρία την γενομένη μεταβίβαση της κυριότητας του αυτοκινήτου, την οποία υποχρέωση του δεν ετήρησε και για το λόγο αυτό ευθύνεται έναντι της παρεμπιπτόντως ενάγουσας σε αποζημίωση, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 12 & 4 της άνω Υπουργικής Απόφασης, εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις αυτές, υποπίπτοντας στην από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια, όπως βασίμως αιτιάται, κατ' εκτίμηση, ο αναιρεσείων, με τον τέταρτο λόγο, ο οποίος είναι βάσιμος.
Κατά τη γνώμη όμως της Αρεοπαγίτη Γεωργίας Λαλούση, το Εφετείο ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις προαναφερόμενες διατάξεις ουσιαστικού δικαίου, όπως αυτές ίσχυαν κατά το χρόνο του ατυχήματος, διότι το ασφαλιστικό βάρος γνωστοποίησης στον ασφαλιστή της μεταβολής της κυριότητας του οχήματος κατά τη διάρκεια της ασφαλιστικής σύμβασης φέρουν ο αντισυμβαλλόμενος και οι ασφαλισμένοι (άρθρο 12 παρ 3 Κ4/585/1978 ΑΥΕ), στους οποίους συγκαταλέγεται (άρθρο 6 παρ. 1 Ν 489/1976) και ο οδηγός, την αστική ευθύνη του οποίου καλύπτει η σύμβαση ασφάλισης, και η υπαιτιότητα του οποίου ως προς την παράβαση του ασφαλιστικού βάρους (άρθρο 12 παρ. 4 της Κ4/585/1978) τεκμαίρεται και δεν είναι αναγκαίο να προταθεί από τον ασφαλιστή, και επομένως ο τέταρτος λόγος κρίνεται αβάσιμος, κατά τη γνώμη του μειοψηφούντος μέλους. Μετά από αυτά πρέπει να γίνει δεκτή η κρινόμενη αίτηση, με την οποία πλήττεται η προσβαλλόμενη μόνο ως προς τις διατάξεις της που αφορούν την παρεμπίπτουσα αγωγή, παρελκούσης της έρευνας των λοιπών λόγων, και αναιρεθεί η προσβαλλόμενη εν μέρει, ακολούθως δε παραπεμφθεί η υπόθεση, κατά το αναιρούμενο μέρος της στο ίδιο Εφετείο για περαιτέρω εκδίκαση (άρθρο 580 & 3 ΚΠολΔ) καταδικασθεί δε η αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος (άρθρα 176,183 ΚΠολΔ)
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθμ. 425/2006 απόφαση του Εφετείου Πατρών κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό μέρος της.
Παραπέμπει την υπόθεση, κατά το αναιρούμενο μέρος της, για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές. Και
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος από δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 15 Οκτωβρίου 2010.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 17 Ιανουαρίου 2011.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ