Supreme Court dismisses appeal for lack of legal basis regarding contract characterization and statutory application errors.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court rejected the appeal filed by Gruppo Pack A.E. against the Athens Court of Appeal's decision. The appellant argued the lower court incorrectly characterized a fee agreement as an engagement contract rather than a litigation mandate, violating the Code of Lawyers. The court held that the appeal lacked legal basis because the appellant failed to specify the exact articles violated and because the lower court correctly applied the relevant provisions based on the proven facts. Consequently, the appeal was dismissed, and the appellant was ordered to pay the legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArt. 559 para. 1 no. 19 of the Code of Civil Procedure; Art. 559 para. 1 no. 1 of the Code of Civil Procedure; Art. 91 para. 1 and Art. 92 para. 1 of the Code of Lawyers: An appeal based on lack of legal basis is inadmissible if the appellant fails to identify specific violated statutes or if the lower court correctly applied the law to proven facts without error in legal reasoning.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 65 / 2010 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 65/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μίμη Γραμματικούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Χρήστο Αλεξόπουλο, Βασίλειο Λυκούδη, Γρηγόριο Κουτσόπουλο και Σαράντη Δρινέα, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 29 Σεπτεμβρίου 2009, με την παρουσία και της γραμματέως Μαριάννας Νίκου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "Gruppo Pack Α.Ε.", που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Βασίλειο Καπερνάρο.
Του αναιρεσιβλήτου: Ψ, δικηγόρου, κατοίκου .... Παραστάθηκε αυτοπροσώπως ως εκ της ιδιότητός του με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 16-6-2005 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 156/2006 του ίδιου Δικαστηρίου και 7720/2007 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 19-3-2008 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Σαράντης Δρινέας διάβασε την από 9-9-2009 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή ο από το αρθρ. 559 αρ. 19 του Κ.Πολ.Δ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Δεν ιδρύεται όμως ο λόγος αυτός αναίρεσης, όταν υπάρχουν ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση και στάθμιση αυτών και την αιτιολόγηση της εξαγωγής από αυτές του αποδεικτικού πορίσματος, αρκεί αυτό να εκτίθεται πλήρως, σαφώς και χωρίς αντιφάσεις.
Ως "ζητήματα",των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο αντιφατικό ή ανεπαρκή, στερεί από νόμιμη βάση την απόφαση, νοούνται οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν δηλαδή στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όπως είναι και τα αναγκαία προς θεμελίωση κατά νόμο της αγωγής ή ενστάσεως περιστατικά, όχι όμως και τα νομικά ή πραγματικά επιχειρήματα που συνέχονται με την ερμηνεία του νόμου ή την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για τα οποία η έλλειψη, η αντιφατικότητα ή η ανεπάρκεια της αιτιολογίας δεν ιδρύει λόγο αναίρεσης.
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο δέχθηκε ανελέγκτως τα ακόλουθα: Ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος δικηγόρος συνήψε με την εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητη εταιρεία σύμβαση δυνάμει της οποίας έλαβε την εντολή να την εκπροσωπήσει από κοινού με τον συνάδελφο του ...
σε υπόθεση της σχετικά με τον καθορισμό προσωρινής και οριστικής τιμής μονάδος αποζημιώσεως απαλλοτρίωσης ακινήτου της και την αναγνώριση αυτής ως δικαιούχου της αποζημιώσεως αυτής. Σε εκτέλεση της ανωτέρω συμφωνίας ο αναιρεσίβλητος εκπροσώπησε την αναιρεσείουσα κατά την ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών διαδικασία προσδιορισμού προσωρινής αποζημίωσης λόγω απαλλοτριώσεως ακινήτου της για τη διάνοιξη της λεωφόρου ....
Κατά τη συζήτηση της σχετικής αιτήσεως που είχε ασκήσει το Ελληνικό Δημόσιο υπεβλήθη ανταίτηση από πλευράς της αναιρεσείουσας δια του εκπροσωπούντος αυτήν δικηγόρου της, εκδόθηκε δε η 1181/2002 απόφαση του πιο πάνω Δικαστηρίου. Επίσης, κατά τη συζήτηση προσφυγής του Ελληνικού Δημοσίου περί καθορισμού οριστικής τιμής μονάδος αποζημιώσεως ενώπιον του Εφετείου Αθηνών, η αναίρεσείουσα διά του αναιρεσίβλήτου υπέβαλε ανταίτηση, επ' αυτών δε εκδόθηκε η 6433/2003 απόφαση του τελευταίου Δικαστηρίου, με την οποία υποχρεώθηκε το Ελληνικό Δημόσιο να καταβάλει στην αναιρεσείουσα (καθής - ανταιτούσα στη δίκη εκείνη) για δικαστική δαπάνη το ποσό των 400 ευρώ, καθώς και ποσό που αντιστοιχούσε σε 3% της οφειλόμενης στην αναιρεσείουσα αποζημιώσεως.
Περαιτέρω, δέχθηκε το Εφετείο, ότι για τον νομικό χειρισμό και την εκπροσώπηση της αναιρεσείουσας στις πιο πάνω δίκες ως αμοιβή του αναιρεσιβλήτου είχε συμφωνηθεί ότι αυτός θα λάβει πλέον της ορισθείσας δικαστικής δαπάνης που θα επιδικαζόταν με τις σχετικές δικαστικές αποφάσεις και ποσοστό 5% επί του ποσού της οριστικώς καθορισθησόμενης αποζημίωσης.
Η συμφωνία αυτή, είπε το Εφετείο, με την οποία η αναιρεσείουσα είχε αναθέσει στον αναιρεσίβλητο τον δικαστικό χειρισμό της υποθέσεως που αφορούσε τον καθορισμό της τιμής μονάδος του υπό απαλλοτρίωση ακινήτου της και είχε αναλάβει την υποχρέωση καταβολής της ως άνω αμοιβής για το σύνολο των ενεργειών της υποθέσεως, είναι καθαρή εντολή και δεν τελεί υπό την αίρεση επιτυχούς έκβασης της δίκης, έτσι δε δεν συντρέχει περίπτωση εργολαβίας δίκης και απέρριψε ως ουσία αβάσιμο τον περί του αντιθέτου ισχυρισμό της αναιρεσείουσας, ότι δηλαδή δεν υπήρξε ιδιαίτερη συμφωνία για την καταβολή αμοιβής στον αναιρεσίβλητο πέραν της καθορισθείσας με την απόφαση του αρμοδίου Δικαστηρίου που προσδιόρισε την οριστική αποζημίωση του απαλλοτριωθέντος ακινήτου και ότι για την κατάρτιση της ως άνω συμφωνίας, που είχε τον χαρακτήρα εργολαβίας δίκης, έπρεπε να τηρηθεί ο έγγραφος τύπος.
Εφόσον δε η αποζημίωση που κατεβλήθη στην αναιρεσείουσα με βάση την οριστική τιμή μονάδος που καθορίσθηκε με την προαναφερθείσα απόφαση του Εφετείου Αθηνών, ανήλθε στο ποσό των 172.188,80 ευρώ, η επί πλέον συμφωνηθείσα αμοιβή του αναιρεσίβλητου ανέρχεται σε 8.608,34 (172.166,80 ευρώ Χ 5%). Με τις παραδοχές αυτές το Εφετείο, αφού εξαφάνισε την απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, η οποία κατά το μέρος αυτό είχε απορρίψει την αγωγή του αναιρεσιβλήτου ως ουσία αβάσιμη, υποχρέωσε την αναιρεσείουσα να τον καταβάλει (πλέον του πρωτοδίκως επιδικασθέντος ποσού, που αντιστοιχούσε στην επιδικασθείσα με την 6433/2003 απόφαση του Εφετείου Αθηνών δικαστική δαπάνη) και το πιο πάνω ποσό των 8608,34 ευρώ.
Έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν στέρησε την απόφαση του από νόμιμη βάση, αφού με σαφήνεια κατέληξε στο αποδεικτικό πόρισμα περί του ύψους της συμφωνηθείσας μεταξύ, των διαδίκων αμοιβής του αναιρεσιβλήτου δικηγόρου. Επομένως, ο από το άρθρ. 559 αρ. 19 ΚΠολΔ πρώτος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος.
Ο αυτός λόγος αναιρέσεως, ως προς τις περαιτέρω αιτιάσεις περί "αοριστίας" των αιτιολογιών, διότι δεν εξειδικεύονται τα ειδικότερα αποδεικτικά στοιχεία που διαμόρφωσαν την εξενεχθείσα κρίση, του Δικαστηρίου της ουσίας, είναι απαράδεκτος, διότι οι αιτιάσεις αυτές δεν ιδρύουν λόγο αναιρέσεως ως αναγόμενες στην ανάλυση και στάθμιση των αποδείξεων και την αιτιολόγηση της εξαγωγής από αυτές ως άνω σαφούς και χωρίς αντιφάσεις αποδεικτικού πορίσματος.
Επειδή ο από το αρθρ. 20 του Κ.Πολ.Δ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται αν το δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου με το να δεχθεί πραγματικά περιστατικά προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό. Παραμόρφωση υπάρχει όταν το δικαστήριο κάνει διαγνωστικό λάθος (εσφαλμένη ανάγνωση) και αποδίδει σε ορισμένο αποδεικτικό έγγραφο, με την έννοια των αρθρ. 339 και 432 επ. του Κ.Πολ.Δ, περιεχόμενο διαφορετικό από το πραγματικό, όχι όμως όταν εκτιμώντας το έγγραφο ως αποδεικτικό μέσο προβαίνει στην εκτίμηση του περιεχομένου του, δηλαδή σε αποδεικτική αξιολόγηση του. Η παραμόρφωση πρέπει να είναι προφανής και το έγγραφο να προσκομίζεται για την απόδειξη ουσιώδους ισχυρισμού, το δε δικαστήριο πρέπει να μόρφωσε τη γνώμη του αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο από το περιεχόμενο του εγγράφου που παραμόρφωσε.
Εν προκειμένω, με τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αιτίαση ότι το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο της από 27-11-2003 επιστολής της προς τον αναιρεσίβλητο με το να δεχθεί ότι από αυτήν (επιστολή) ενισχύεται η άποψη ότι στην αμοιβή του αναιρεσιβλήτου είχε συμφωνηθεί και ποσοστό 5% επί της καθορισθείσας οριστικής αποζημιώσεως.
Συγκεκριμένα, η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση εξέλαβε ότι η ύπαρξη της ως άνω συμφωνίας αποδεικνύεται και από την περιεχόμενη στην εν λόγω επιστολή περικοπή "έδωσα εντολή να εξοφληθεί ολόκληρο το ποσό που έχεις χρεώσει την Gruppo Pack για την απαλλοτρίωση σύμφωνα με τη σχετική απόδειξη σου" (στην οποία περιλαμβανόταν και το ήδη επίδικο ποσό αμοιβής), ενώ από το σύνολο της εκτιθέμενης στο αναιρετήριο επιστολής, "ορθώς επισκοπούμενο και ερμηνευόμενο", συνάγεται ακριβώς το αντίθετο, ότι δηλαδή δεν είχε ποτέ συναφθεί η επίμαχη συμφωνία και ότι η μνεία για την καταβολή του εν λόγω ποσού έγινε με, αποκλειστικό σκοπό να λυθεί η μεταξύ τους συνεργασία.
Όπως όμως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης αποφάσεως αλλά και από τα εκτιθέμενα στο αναιρετήριο, το Δικαστήριο δεν προέβη σε εσφαλμένη ανάγνωση και δεν απέδωσε στο φερόμενο ως παραμορφωθέν έγγραφο περιεχόμενο διαφορετικό από το πραγματικό, αλλά, συνεκτιμώντας αυτό ως αποδεικτικό μέσο, προέβη στην εκτίμηση του περιεχομένου του, δηλαδή σε αποδεικτική αξιολόγηση του.
Κατά συνέπεια, ο λόγος αυτός αναιρέσεως από το αρθρ. 20 του Κ.Πολ.Δ είναι αβάσιμος.
Επειδή ο λόγος αναιρέσεως από το αρθρ. 559αρ. 8 περ. β του Κ.Πολ.Δ ιδρύεται αν το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα" νοούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί που συνθέτουν την ιστορική βάση και άρα στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως, όχι όμως και ισχυρισμοί που συνιστούν αιτιολογημένη άρνηση αυτών, ούτε και τα αποδεικτικά μέσα.
Εν προκειμένω, με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως από το άρθρ. 559 αρ. 8 περ. β ΚΠολΔ, προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τους ισχυρισμούς της αναιρεσείουσας που εμπεριέχονταν στην από 16-5-2005 εξώδικη δήλωσή της, η οποία έγινε σε απάντηση της από 9-5-2005 όμοιας του αναιρεσιβλήτου και με την οποία απέκρουε την απαίτηση του τελευταίου περί υποχρεώσεώς της να του καταβάλει και την ήδη επίδικη δικηγορική αμοιβή, καθώς και τα ως άνω έγγραφα. Οι ισχυρισμοί αυτοί και τα ανωτέρω έγγραφα δεν αποτελούν "πράγματα" υπό την προεκτεθείσα έννοια αλλά άρνηση της βάσεως της ένδικης αξιώσεως και αποδεικτικά μέσα και συνεπώς, η μη λήψη αυτών υπόψη από το Δικαστήριο της ουσίας δεν ιδρύει τον επικαλούμενο λόγο. Επομένως, ο λόγος αυτός αναιρέσεως από το άρθρ. 559 αρ. 8 περ. β' του ΚΠολΔ είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος. Επειδή ο λόγος αναιρέσεως από το αρθρ. 559 αρ. 10 Κ.Πολ.Δ θεμελιώνεται εάν το δικαστήριο παρά τον νόμο δέχθηκε πράγματα που είχαν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη. Ο λόγος αυτός απορρίπτεται ως αβάσιμος αν από την απόφαση προκύπτει ότι στο αποδεικτικό του πόρισμα το δικαστήριο στηρίχθηκε στις προσκομισθείσες αποδείξεις, χωρίς να είναι ανάγκη να αξιολογεί ειδικώς το κάθε αποδεικτικό μέσο.
Εν προκειμένω, με τον πέμπτο λόγο της αναιρέσεως, κατά την γενόμενη εκτίμησή του από το Δικαστήριο, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια ότι το Εφετείο δέχθηκε χωρίς απόδειξη συμβατικούς όρους, που θεώρησε ότι καταρτίσθηκαν μεταξύ των διαδίκων αναφορικά με τη συμφωνία περί αμοιβής του αναιρεσιβλήτου και με ποσοστό 5% επί της καθορισθείσας αποζημιώσεως, αν και οι όροι αυτοί (λ.χ.
ο χρόνος και ο τόπος καταρτίσεως της συμβάσεως) δεν περιέχονται ούτε στην αγωγή ούτε στις προτάσεις. Ανεξαρτήτως της αβασιμότητας του τελευταίου αυτού ισχυρισμού, αφού από την επισκόπηση του περιεχομένου της προκύπτει ότι στην αγωγή εκτίθενται με πληρότητα τα περιστατικά αυτά, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο κατέληξε στο εν λόγω αποδεικτικό πόρισμα ύστερα από εκτίμηση των αποδεικτικών στοιχείων που μνημονεύει και δη της ένορκης κατάθεσης του επιμελεία του αναιρεσιβλήτου εξετασθέντος μάρτυρα και όλων των προσκομιζομένων νομίμως με επίκληση από τους διαδίκους εγγράφων.
Επομένως, ο κρινόμενος λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος. Επειδή, κατά το άρθρ. 91 παρ. 1 του ν.δ. 3084/54 "περί του Κωδικός των Δικηγόρων" ο δικηγόρος δικαιούται να λάβει παρά του εντολέως αυτού, πλην των δαπανών και αμοιβή για κάθε εργασία αυτού δικαστική ή εξώδικη. Κατά δε τα άρθρο 92 παρ. 1 του ιδίου Κώδικα "τα της αμοιβής του δικηγόρου κανονίζονται κατά συμφωνίαν μετά του εντολέως αυτού ή του αντιπροσώπου, περιλαμβάνουσαν είτε την όλην διεξαγωγήν της δίκης είτε μέρος ή κατ' ιδίαν πράξεις αυτής ή αλλάς πάσης φύσεως νομικός εργασίας, εν ουδεμία όμως περιπτώσει επιτρέπεται η αμοιβή να υπολείπεται των εν άρθρω 98 και επόμενα ελαχίστων ορίων αυτής".
Από τον συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει ότι η αμοιβή του δικηγόρου κανονίζεται με συμφωνία αυτού και του εντολέως του, η οποία μπορεί να αφορά μία μόνο κατ' ιδίαν πράξη ή το σύνολο των πράξεων που αφορούν συγκεκριμένη υπόθεση. Και αν δεν καταρτίσθηκε συμφωνία για την αμοιβή, ο δικηγόρος δικαιούται ως αμοιβή τα ελάχιστα όρια αυτής, που ορίζονται από τα άρθρα 98 και επ.
του Κώδικα περί Δικηγόρων. Η σύμβαση μεταξύ του δικηγόρου και του πελάτη του, με την οποία ο δεύτερος αναθέτει στον πρώτο τον δικαστικό ή εξώδικο χειρισμό μιας υποθέσεως του και αναλαμβάνει την υποχρέωση να του καταβάλει για το σύνολο των ενεργειών του ορισμένη αμοιβή, είναι καθαρά και δεν τελεί υπό την αίρεση της επιτυχούς εκβάσεως της δίκης.
Άλλη είναι η περίπτωση της προβλεπόμενης από το αρθρ. 92 παρ. 3 και 5 του Κωδ. Δικηγόρων εργολαβίας δίκης, δηλαδή της συμφωνίας που εξαρτά την αμοιβή ή το είδος αυτής από την έκβαση της δίκης ή του αποτελέσματος ή από οποιαδήποτε άλλη αίρεση και η οποία ισχύει τότε μόνο όταν ο δικηγόρος ανέλαβε την υποχρέωση να διεξαγάγει τη δίκη μέχρι τελεσιδικίας, χωρίς σε περίπτωση αποτυχίας να λάβει αμοιβή, που δεν μπορεί να υπερβαίνει το ποσοστό 20% του αντικειμένου της δίκης.
Σημειωτέον ότι και η σχετική περί εργολαβίας δίκη συμφωνία δεν προϋποθέτει για το κύρος της την τήρηση έγγραφου τύπου, εκτός αν αφορά εργατικές διαφορές, οπότε η συμφωνία του εργαζομένου με τον δικηγόρο πρέπει, κατά την παρ. 4 του αρθρ. 92 του Κωδ. Δικηγόρων, να καταρτίζεται εγγράφως και να γνωστοποιείται στον οικείο Δικηγορικό Σύλλογο, το αυτό δε εφαρμόζεται, κατά το αρθρ. 9 παρ. 1β του ν. 1093/1980 και στις δίκες που αφορούν αποζημίωση από απαλλοτρίωση.
Επίσης, η τυχόν εγγράφως καταρτισθείσα συμφωνία δεν καθίσταται άκυρη αν δεν θεωρηθεί από την αρμόδια Δ0Υ κατ' αρθρ. 8 παρ. 1β του Ν. 1882/90, διότι η ρύθμιση της διατάξεως αυτής, που θεσπίστηκε για την περιστολή της φοροδιαφυγής, δεν αποκλείει την εφαρμογή της διατάξεως του αρθρ. 671 παρ. 1 α του Κ.Πολ.Δ, η οποία, ως ειδικότερη διάταξη, ρυθμίζει το παραδεκτό των αποδεικτικών μέσων στην ειδική αυτή διαδικασία, επομένως και της μη θεωρημένης από την αρμόδια ΔΟΥ σύμβασης εργολαβίας δίκης.
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 του Κ.Πολ.Δ, λόγος αναίρεσης, για ευθεία παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμόσθηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμόσθηκε, ενώ δεν έπρεπε καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή.
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται αυτός ο λόγος αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση.
Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε τον νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε τον νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται.
Με τον λόγο αυτό ελέγχεται εάν υπήρξε σφάλμα στη μείζονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού είτε αυτό διατυπώνεται ρητώς είτα εξυπονείται, ή σφάλμα στην υπαγωγή της ελάσσονος πρότασης, την οποία συνιστούν οι πραγματικές παραδοχές, στη μείζονα πρόταση. Για το ορισμένο του λόγου αυτού αναιρέσεως πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που φέρεται ότι παραβιάσθηκε, οι κρίσιμες παραδοχές του δικαστηρίου της ουσίας, το νομικό σφάλμα της απόφασης κατά την ερμηνεία ή εφαρμογή του νόμου και η επίδραση που είχε το σφάλμα αυτό στο διατακτικό της απόφασης.
Στην προκείμενη περίπτωση, η αναιρεσείουσα με τον τελευταίο λόγο της αιτήσεως προβάλλει κατά της προσβαλλόμενης αποφάσεως αιτιάσεις από το αρθρ. 559 αρ. 1 του Κ.Πολ.Δ, ισχυριζόμενη ότι το Εφετείο με το να κρίνει ότι η ένδικη συμφωνία περί πρόσθετης αμοιβής ποσοστού 5% επί της καθορισθησόμενης λόγω της απαλλοτρίωσης αποζημιώσεως συνιστά σύμβαση εντολής, ενώ πράγματι η εν λόγω συμφωνία φέρει όλα τα χαρακτηριστικά της συμβάσεως εργολαβίας δίκης, η οποία ήταν άκυρη, διότι δεν καταρτίσθηκε εγγράφως και δεν υπεβλήθη στον οικείο Δικηγορικό Σύλλογο και την αρμόδια, ΔΟΥ, παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις που ρυθμίζουν τη σύμβαση εντολής και τη σύμβαση εργολαβίας δίκης.
Ο λόγος αυτός αναιρέσεως, ανεξαρτήτως της αοριστίας του, αφού δεν προσδιορίζονται σε αυτόν οι συγκεκριμένες διατάξεις που φέρονται ότι παραβιάσθηκαν, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι με τις παραδοχές που έχουν εκτεθεί αναλυτικά παραπάνω το Εφετείο προέβη σε ορθή υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών στις προαναφερθείσες διατάξεις των αρθρ. 91 παρ. 1 και 92 παρ. 1 του Κωδ.
Δικηγόρων και όχι στις σχετικές περί εργολαβίας δίκης διατάξεις του ίδιου Κώδικα, το πραγματικό των οποίων ούτε ο αναιρεσίβλητος επικαλείτο με την αγωγή του ούτε το Δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ότι αποδείχθηκε.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 19-3-2008 αίτηση της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Gruppo Pack Α.Ε.", για αναίρεση της 7720/2007 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει σε χίλια διακόσια (1.200) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 9 Νοεμβρίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 19 Ιανουαρίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ