Supreme Court allows appeal against lower court's dismissal of inheritance claim due to insufficient reasoning.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court partially allowed the appeal against the Thessaloniki Court of Appeal's decision dismissing the plaintiff's inheritance claim. The lower court rejected the claim based on the expropriation of the father's property, but failed to provide clear and complete factual reasoning for this conclusion. Consequently, the court found the second ground of appeal valid because the lower court's decision lacked a legal basis due to insufficient justification.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(19) and 580(3) of the Code of Civil Procedure; A final decision is subject to appeal if it lacks a legal basis due to insufficient or contradictory reasoning that fails to establish the factual premises necessary for the applied legal rule.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 65 / 2006 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 65/2006
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Γκιάφη, Αντιπρόεδρο, Αλέξανδρο Κασιώλα, Χαράλαμπο Αντωνιάδη, Γεώργιο Φώσκολο και Βασίλειο Νικόπουλο, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 21 Σεπτεμβρίου 2005, με την παρουσία και της γραμματέως Γραμματικής Κονταξή, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων - καλούντων: 1) Μ. Π. του Α., κατοίκου ..., 2) Μ. -Μ. Ζ. - Τ. του Α., κατοίκου…., ως εξ αδιαθέτου κληρονόμοι της αρχικώς αναιρεσείουσας Α. χήρας Α. Μ., που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ευθύμιο Παπαγεωργίου, βάσει δηλώσεως κατ' άρθρο 242 παρ.2 Κ.Πολ.Δ.
Των αναιρεσίβλητων - καθών η κλήση: 1) Π. χήρας Γ. Γ., δι' εαυτήν και ως κληρονόμος του αρχικώς αναιρεσίβλητου συζύγου της Γ. Ν. Γ., κατοίκου 'Εδεσσας, 2) Ν. Γ. Γ., κατοίκου Π.-Α., 3) Δ. Γ. Γ., κατοίκου 'Εδεσσας, 4)Σ. Γ. Γ., ως κληρονόμοι του αρχικώς αναιρεσίβλητου πατρός των Γ. Ν. Γ., 5) Δ. Χ. Τ. δι' εαυτόν και ως κληρονόμος του αποβιώσαντος αρχικώς αναιρεσίβλητου αδελφού του Δ. Χ. Τ., 6) Τ. Χ. Τ., 7) Α. Κ. Τ. και 8) Χ. Κ. Τ., ως κληρονόμων επίσης του αρχικώς αποβιώσαντος Δ. Χ. Τ., κατοίκων όλων 'Εδεσσας. Οι 1η, 2ος, 3η και 4η εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ευθύμιο Καυκόπουλο, βάσει δηλώσεως κατ' άρθρο 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ. Οι 5ος, 6η, 7η και 8ος δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 29-6-1994 αγωγή της αρχικής ενάγουσας Α. χήρας Α. Μ. και την από 9-1-1995 αγωγή της 1ης αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Εδέσσης και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 285/1995 μη οριστική και 318/1996 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2562/1997 μη οριστική και 1859/1998 οριστική του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζήτησε η τότε αναιρεσείουσα με την από 22-11-1999 αίτησή της και τους από 18-10-2000 προσθέτους λόγους, επί της οποίας εκδόθηκε η 769/2001 απόφαση του Αρείου Πάγου που κήρυξε τη συζήτηση απαράδεκτη. Την υπόθεση επαναφέρουν προς συζήτηση οι κληρονόμοι της αρχικής αναιρεσείουσας με την από 20-5-2004 κλήση τους .
Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Χαράλαμπος Αντωνιάδης ανέγνωσε την από 28-11-2000 έκθεση του αποχωρήσαντος από την υπηρεσία Αρεοπαγίτη Γεωργίου Χριστόφιλου, με την οποία εισηγήθηκε την αναίρεση της προσβαλλόμενης αποφάσεως κατά το μέρος που απέρριψε ως κατ' ουσίαν αβάσιμο την αγωγή της αναιρεσείουσας κατά την στον παράγωγο τρόπο στηριζόμενη βάση της, κατά παραδοχή του 2ου, ως στο σκεπτικό λόγου, την απόρριψη δε των λοιπών λόγων αναιρέσεως, ως και των προσθέτων.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις συνδυασμένες διατάξεις των 553 & 1β', 309 εδάφ. α', 321 και 495 ΚΠολΔ συνάγεται ότι σε αναίρεση υπόκειται η απόφαση που έχει καταστεί τελεσίδικη, η οποία δηλαδή, απεκδύοντας το δικαστήριο από κάθε περαιτέρω εξουσία, περατώνει τη δίκη επί της αγωγής και δεν υπόκειται στα τακτικά ένδικα μέσα της ανακοπής ερημοδικίας και της εφέσεως (ΟλΑΠ 5/2001).
Η τελεσιδικία πρέπει να υπάρχει κατά το χρόνο ασκήσεως της αναιρέσεως και όχι κατά τη συζήτηση αυτής. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 501 του ΚΠολΔ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 9 & 1 του ν.2915/1993, "ανακοπή κατά απόφασης που έχει εκδοθεί ερήμην επιτρέπεται, αν εκείνος που δικάστηκε ερήμην δεν κλητεύθηκε καθόλου ή δεν κλητεύθηκε νόμιμα ή εμπρόθεσμα ή αν συντρέχει λόγος ανώτερης βίας", κατά δε τη διάταξη του άρθρου 503 & 1 του ίδιου Κώδικα, "αν ο διάδικος που διάστηκε ερήμην διαμένει στην Ελλάδα, η προθεσμία της ανακοπής είναι δεκαπέντε ημέρες και αρχίζει από την επίδοση της απόφασης".
Περαιτέρω από το συνδυασμό της διατάξεως του άρθρου 553 & 1 προς τις διατάξεις των άρθρων 74,75,76&2 και 558 ΚΠολΔ συνάγεται ότι, σε περίπτωση απλής ερημοδικίας, κατά την οποία η θέση κάθε διάδικου είναι ανεξάρτητη απέναντι των υπολοίπων, η οριστική απόφαση που εκδίδεται για κάποιο από τους ομοδίκους περατώνει τη δίκη ως προς αυτόν και καθίσταται τελεσίδικη αυτοτελώς, με συνέπεια να μπορεί να προσβληθεί κατά το μέρος τούτο με το ένδικο μέσο της αναιρέσεως και πριν τελεσιδικήσει για τους λοιπούς ομοδίκους, ως προς τους οποίους το ένδικο αυτό μέσο είναι απαράδεκτο.
Στην προκείμενη περίπτωση, από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση προκύπτει, ότι αυτή εκδόθηκε ερήμην των 3ου, Δ. Τ., απολειπόμενου και ωστόσο κλητευθέντος εφεσίβλητου, ήδη αναιρεσιβλήτου, και 5ου καθ' ου η κλήση και 4ου των εφεσιβλήτων, Δ. Τ., ήδη 4ου αναιρεσιβλήτου, τη δίκη του οποίου συνεχίζουν οι απολειπόμενοι 6η, 7η και 8ος καθ' ων η κλήση και ωστόσο κλητευθέντων.
Από κανένα όμως αποδεικτικό στοιχείο δεν προκύπτει, ούτε οι συνεχίζοντες τη δίκη της αναιρεσείουσας επικαλούνται ότι η ερήμην αυτή απόφαση επιδόθηκε στους ερημοδικασθέντες εφεσίβλητους, ώστε να αρχίσει η πιο πάνω προθεσμία της ανακοπής ερημοδικίας ή ότι παραιτήθηκαν αυτοί από το δικαίωμα ασκήσεώς της ή από το ένδικο αυτό μέσο που τυχόν έχει ασκηθεί.
Επομένως η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και οι πρόσθετοι λόγοι, κατά το μέρος που αφορούν τους 3ο και 4ο των αναιρεσιβλήτων, ασκήθηκαν κατά αποφάσεως που υπόκειται σε ανακοπή ερημοδικίας και συνακόλουθα πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη, κατ' αυτεπάγγελτη έρευνα του Αρείου Πάγου (άρθρο 577 &&1,2 ΚΠολΔ-
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 62,73,313&1 εδάφ. δ', 286 επ. του ΚΠολΔ, που εφαρμόζονται και στη διαδικασία της δίκης για την αναίρεση (άρθρ. 573&1 ΚΠολΔ), προκύπτει ότι, αν ο διάδικος αποβιώσει μετά την έκδοση της οριστικής αποφάσεως, δεν υπάρχει στάδιο εφαρμογής των διατάξεων για διακοπή και επανάληψη της δίκης και επομένως τα ένδικα μέσα που ασκούνται κατά της αποφάσεως αυτής, κατά συνέπεια και η αίτηση αναιρέσεως, πρέπει να απευθύνονται, σύμφωνα με το άρθρο 558 ΚΠολΔ, κατά των καθολικών διαδόχων του αποβιώσαντος, υπό την προϋπόθεση ότι ο αναιρεσείων είχε λάβει με οποιονδήποτε τρόπο γνώση του θανάτου του αντιδίκου του, διαφορετικά η αναίρεση που απευθύνεται κατά του αποβιώσαντος, χωρίς δηλαδή να γνωρίζει το θάνατό του ο αναιρεσείων, δεν είναι άκυρη και χωρεί νόμιμα η συζήτηση αυτής με τους καθολικούς του διαδόχους (κληρονόμους), οι οποίοι καλούνται, ή εμφανίζονται κατά τη συζήτηση με την ιδιότητα αυτή και προβάλλουν υπεράσπιση επί της ουσίας της υποθέσεως.
Η ακυρότητα αυτή, ως αναγόμενη στην έλλειψη της διαδικαστικής προϋποθέσεως της ικανότητας να είναι κάποιος διάδικος, εξετάζεται αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο, εφόσον από τα προσκομιζόμενα από τους διαδίκους στοιχεία προκύπτουν οι προϋποθέσεις αυτής, δηλαδή ο θάνατος του αναιρεσίβλητου να προηγήθηκε της ασκήσεως της αναιρέσεως και ο αναιρεσείων κατά την άσκηση αυτής να γνώριζε το γεγονός αυτό (ΟλΑΠ 27/1987 και 347/1996).
Εξάλλου από τις διατάξεις των άρθρων 286 περ.α',287,291 και 292 του ΚΠολΔ., συνδυαζόμενες με εκείνες των άρθρων 1846 και 1847 του ΑΚ, προκύπτει ότι η δίκη διακόπτεται αν, μετά την άσκηση της αιτήσεως αναιρέσεως και μέχρι να τελειώσει η προφορική συζήτηση, μετά την οποία εκδίδεται η οριστική απόφαση του Αρείου Πάγου, αποβιώσει κάποιος διάδικος.
Η διακοπή επέρχεται από τη γνωστοποίηση προς τον αντίδικο του λόγου διακοπής, με επίδοση δικογράφου ή με προφορική δήλωση στο ακροατήριο ή εκτός ακροατηρίου κατά την επιχείρηση της διαδικαστικής πράξεως. Η γνωστοποίηση γίνεται από εκείνον που έχει δικαίωμα να επαναλάβει τη δίκη ή και από εκείνον που μέχρι της στιγμής της επελεύσεως του θανάτου κάποιου διαδίκου ήταν πληρεξούσιός του.
Στην προκείμενη περίπτωση, από το υπ' αριθ.πρωτ.2203/11-2-2002 πιστοποιητικό του Δημάρχου 'Εδεσσας προκύπτει ότι ο 1οςαναρεσίβλητος Γ. Γ. (Π.) απεβίωσε στις 7-1-1999, δηλαδή πριν από την κατάθεση της ένδικης αιτήσεως αναιρέσεως (24-11-1999). Από κανένα όμως αποδεικτικό στοιχείο δεν προκύπτει ότι η αναιρεσείουσα κατά την άσκηση αυτής γνώριζε τον θάνατο αυτού, οι δε 2η των αναιρεσιβλήτων-σύζυγός του, και τα τέκνα του Ν., Δ.
και Σ. Γ. (2ος, 3η και 4η των καθ' ων η κλήση), ως μοναδικοί εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του, εμφανίστηκαν κατά τη συζήτηση δια του πληρεξουσίου των δικηγόρου και πρόβαλλαν υπεράσπιση επί της ουσίας της υποθέσεως. Επομένως είναι παραδεκτή η αίτηση αναιρέσεως και κατά το μέρος που αφορά τον αποβιώσαντα 1ο αναιρεσίβλητο.
Περαιτέρω, από το επικυρωμένο φωτοαντίγραφο της υπ' αριθ. 52/1//2003 ληξιαρχικής πράξης θανάτου του Ληξίαρχου Θεσσαλονίκης, προκύπτει ότι η αναιρεσείουσα Α. χήρα Α. Μ. , απεβίωσε στις 9-1-2003, δηλαδή μετά την άσκηση της αιτήσεως αναιρέσεως, τα δε τέκνα της Π. και Ζ. Τ. (καλούντες), ως μοναδικοί εξ αδιαθέτου κληρονόμοι της (βλ.
υπ' αριθ. ... πιστοποιητικό Δημάρχου Θεσσαλονίκης), με την ένδικη κλήση τους ζήτησαν την συζήτηση της αναιρέσεως.-
Κατά την παράγραφο 2 εδάφ. α' του άρθρου 569 ΚΠολΔ, οι πρόσθετοι λόγοι αναιρέσεως ασκούνται μόνο με δικόγραφο που κατατίθεται στη γραμματεία του Αρείου Πάγου, τριάντα τουλάχιστον πλήρεις ημέρες πριν από τη συζήτηση της αναιρέσεως, ως τοιαύτης νοουμένης της κατ' άρθρο 568&2 του ίδιου Κώδικα από τον Πρόεδρο του οικείου τμήματος του Αρείου Πάγου οριζομένης αρχικώς και όχι μεταγενεστέρως μετ' αναβολή, ματαίωση ή κήρυξη απαράδεκτης της συζήτησης (ΟλΑΠ 143 και 654/1984).
Αντίγραφο του δικογράφου των πρόσθετων λόγων επιδίδεται πριν από την ίδια προθεσμία στον αναιρεσίβλητο και στους άλλους διαδίκους. Από το συνδυασμό της διατάξεως αυτής προς τις διατάξεις του άρθρου 577 παρ.1 και 2 ιδίου Κώδικα, που εφαρμόζονται αναλογικά και για τους πρόσθετους λόγους και που ορίζουν ότι το δικαστήριο πρώτα συζητά για το παραδεκτό της αναιρέσεως και αν η αναίρεση δεν ασκήθηκε νόμιμα ή αν λείπει κάποια προϋπόθεση για να είναι παραδεκτή, ο 'Αρειος Πάγος την απορρίπτει και αυτεπαγγέλτως, προκύπτει ότι αν δεν τηρηθούν και οι δύο προϋποθέσεις της ασκήσεως των πρόσθετων λόγων, δηλαδή η κατάθεση του δικογράφου αυτών τριάντα τουλάχιστον πλήρεις ημέρες πριν από την πρώτη συζήτηση της αναιρέσεως και η επίδοση αυτού μέσα στην ίδια προθεσμία, ο 'Αρειος Πάγος απορρίπτει και αυτεπαγγέλτως τους πρόσθετους λόγους ως απαράδεκτους (ΟλΑΠ 143/1984).
Στην προκείμενη περίπτωση, από κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν προκύπτει ότι οι πρόσθετοι λόγοι επιδόθηκαν νόμιμα κα εμπρόθεσμα στον πρώτο αναιρεσίβλητο Γ. Γ. κατά την ορισθείσα πρώτη δικάσιμο της κρινόμενης αναιρέσεως ( 6-12-2000), ενώ από τα επικαλούμενα και προσκομιζόμενα αποδεικτικά επιδόσεως των δικαστικών επιμελητών πρωτοδικείων:
α) Α. Χ. Ν. με αριθ. 9742/9-3-2005 και β) 'Εδεσσας Η. Χ. με αριθ. 4828 Γ' και 4830Γ' της 26-10-2004, αντίστοιχα, αποδεικνύεται ότι στις κληρονόμους αυτού, Ν., Δ. και Σ. Γ. ( 2ο,3η και 4η καθ' ων η κλήση), επιδόθηκε αντίγραφο των από 18-10-2000 πρόσθετων λόγων, πολύ μετά την πάροδο της προθεσμίας αυτής της πρώτης συζητήσεως της αναιρέσεως.
Επομένως οι πρόσθετοι λόγοι πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτοι, ως προς όλους τους αναιρεσίβλητους, κατ' αυτεπάγγελτη έρευνα του Αρείου Πάγου.-
Κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ.19 ΚΠολΔ., ανεπαρκής ή αντιφατική αιτιολογία που έχει ως συνέπεια την αναίρεση για έλλειψη νόμιμης βάσεως υπάρχει όταν από το αιτιολογικό της αποφάσεως δεν προκύπτουν κατά τρόπο, πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, σύμφωνα με το νόμο, είναι αναγκαία για τη θεμελίωση του κανόνα δικαίου που εφαρμόστηκε στη συγκεκριμένη περίπτωση.
Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του, ως προς τα κρίσιμα σημεία αυτής, δέχθηκε τα ακόλουθα: Βέβαια είναι αληθές ότι ο πατέρας της ενάγουσας και ήδη αναιρεσείουσας, που πέθανε στις 11-10-1995, ήταν κύριος, στην περιοχή των επιδίκων δύο ακινήτων, συνολικής εκτάσεως 4.360 τ.μ.
περίπου. Μετά το θάνατο και της μητέρας της, κατά το έτος 1978, η ενάγουσα, κατά το έτος 1993 αποδέχθηκε νόμιμα και μετέγραψε την σχετική συμβολαιογραφική δήλωση αποδοχής κληρονομίας του πατέρα και της μητέρας της. "Η συνολική αυτή ακίνητη έκταση της εναγούσης φαίνεται ότι όλη απαλλοτριώθηκε" με την υπ' αριθ. 16325/4342/1961 απόφαση του Υπουργού Βιομηχανίας.
Και ναι μεν με την υπ' αριθ. 623/1962 απόφαση του Δικαστηρίου αυτού, καθορίστηκε τιμή μονάδος για το τεμάχιο 153 του πατρός της ενάγουσας, εκτάσεως 3.606 τ.μ., μόνον ως οικοπεδική έκταση, ενόψει της περιγραφής της εκτάσεως των ακινήτων του δικαιοπαρόχου της ενάγουσας, στα κτητικά συμβόλαια με την προσθήκη των λέξεων "περίπου" ή "όσης εκτάσεως εισίν", το Δικαστήριο κρίνει ότι απαλλοτριώθηκε όλη η ακίνητη έκταση αυτής.
Με τις αιτιολογίες του αυτές το Εφετείο, στις οποίες στήριξε την κρίση του περί απορρίψεως ως ουσιαστικά αβάσιμης της, επί παραγώγου τρόπου κτήσης της κυριότητας ερειδομένης, διεκδικητικής ακινήτου αγωγής της αναιρεσείουσας, στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσεως, διότι από το αιτιολογικό της δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη και σαφή τα πραγματικά περιστατικά, βάσει των οποίων απορρίφθηκε η αγωγή, αφού διέλαβε ασαφείς (ενδοιαστικές) αιτιολογίες, που δεν στηρίζουν πλήρως και σαφώς το διατακτικό της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως.
Επομένως ο 2ος λόγος της αναιρέσεως, με τον οποίο προβάλλεται η πλημμέλεια αυτή του αριθμού 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι βάσιμος, πρέπει δε να γίνει δεκτός, να αναιρεθεί η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 580 & 3 του ΚΠολΔ, στο δικαστήριο που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση, η σύνθεση του οποίου από άλλους δικαστές είναι δυνατή.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την αίτηση Μ. Α. για αναίρεση της 1859/1998 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης, κατά το μέρος που αφορά τους 3ο και 4ο των αναιρεσιβλήτων, Δ. Τ. και Δ. Τ., τη δίκη του οποίου συνεχίζουν οι: α) Τ. Τ., β) Α. Τ. και γ) Χ. Τ..
Αναιρεί κατά τα λοιπά την 1859/1998 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, το οποίο θα αποτελείται από άλλους δικαστές.- Και
Καταδικάζει τους λοιπούς αναιρεσίβλητους στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων, τα οποία ορίζει σε χίλια πεντακόσια (1.500) ευρώ-
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 15 Νοεμβρίου 2005.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 11 Ιανουαρίου 2006.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ