Legislator Case Law & Legislation
659/2022 AI generated

Supreme Court annuls First Instance judgment for failure to apply Article 577 of Civil Code regarding vault security measures.

Case Number 659/2022
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Allowed / Granted

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court annulled the First Instance judgment which had dismissed the appeal against a security vault contract dispute. The lower court erred by citing irrelevant video surveillance regulations instead of the specific Civil Code provisions governing the bank's liability for vault safety. Consequently, the court found the First Instance decision legally flawed and remanded the case for retrial.

Legislator headnote

AI generated

Articles 574, 577 of the Civil Code; A bank's liability for a safe deposit vault is limited to providing a secure space, and failure to implement mandatory security measures constitutes a breach of contract, whereas citing unrelated video surveillance regulations to deny liability is legally erroneous.

Keywords

AI generated
safe deposit vault bank liability security measures Civil Code breach remand for retrial video surveillance contractual obligation

Cited Legislation

AI generated
Article 574 of the Civil Code
Article 577 paragraph 1 of the Civil Code
Article 560 paragraph 6 of the Code of Civil Procedure
Article 580 paragraph 3 of the Code of Civil Procedure
Article 495 paragraph 3 of the Code of Civil Procedure
Articles 176 and 183 of the Code of Civil Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 659 / 2022 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 659/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ευστάθιο Νίκα, Μαρία Βάρκα, Άννα Αγγελάτου - Βασιλείου και Αλεξάνδρα Αποστολάκη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 19 Νοεμβρίου 2021, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Π. Π. του Ν., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Θεοδώρου με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αλέξανδρο Κοντόπουλο με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 18-4-2011 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών.

Εκδόθηκε η 5618/2014 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου, που διέταξε το χωρισμό της αγωγής ως προς την κύρια βάση της, την οποία παρέπεμψε ενώπιον του καθ' ύλην και κατά τόπον αρμόδιου Ειρηνοδικείου Αθηνών. Ακολούθως εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 486/2017 οριστική του Ειρηνοδικείου Αθηνών και 13382/2019 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 11-12-2019 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Αλεξάνδρα Αποστολάκη, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά τη διάταξη του άρθρου 574 ΑΚ, μίσθωση πράγματος είναι η σύμβαση, με την οποία αναλαμβάνουν την υποχρέωση για όσο χρόνο διαρκεί αυτή, ο μεν εκμισθωτής να παραχωρήσει στο μισθωτή τη χρήση του πράγματος, ο δε μισθωτής να καταβάλει το συμφωνημένο μίσθωμα. Τέτοια σύμβαση (μίσθωση πράγματος), επί της οποίας εφαρμόζονται οι διατάξεις των άρθρων 574 επ.

του ΑΚ, είναι και εκείνη, δυνάμει της οποίας, τραπεζική ανώνυμη εταιρία παραχωρεί σε φυσικό πρόσωπο, έναντι ανταλλάγματος, τη χρήση θυρίδας θησαυροφυλακίου, για την εναπόθεση σ' αυτήν πολύτιμων κινητών πραγμάτων, όπως τιμαλφή, χρεώγραφα κ.λπ.. Με τη σύμβαση αυτή, ειδικότερα, η εκμισθώτρια τράπεζα αναλαμβάνει την υποχρέωση, απέναντι στο μισθωτή, να παράσχει σ' αυτόν τη χρήση ενός χώρου (θυρίδας) που, κατά την αντίληψη των συναλλαγών, αυτός καθαυτός, είναι κατάλληλος για την ασφαλή φύλαξη πολύτιμων πραγμάτων από τους συνήθεις, κατά βάση καθημερινούς, κινδύνους, στην υποχρέωση δε αυτή και μόνο εξαντλείται η ευθύνη που η εκμισθώτρια τράπεζα αναλαμβάνει από την εν λόγω σύμβαση.

Τα ως άνω πράγματα δεν παραδίδονται στην εκμισθώτρια Τράπεζα από το μισθωτή, αλλ' εναποτίθενται στη θυρίδα μόνον από αυτόν, ενώ η εκμισθώτρια δεν γνωρίζει ούτε μπορεί να ελέγξει το περιεχόμενο της θυρίδας. Την παραπάνω υποχρέωσή της η εκμισθώτρια τράπεζα εκπληρώνει, εφόσον η τεχνική διασκευή των θυρίδων και του όλου χώρου του θησαυροφυλακίου της, οι διατυπώσεις εισόδου και εξόδου από αυτό και η φρούρηση του χώρου (με συναγερμό, φύλακες, ανιχνευτές κ.α.), αφενός μεν έχουν σχεδιαστεί από τα αρμόδια όργανά της κατά τρόπο, ώστε να πληρούν τους όρους ασφάλειας, που έχουν διαμορφωθεί στη σχετική τραπεζική πρακτική, αφετέρου δε λειτουργούν πράγματι σύμφωνα με το σχεδιασμό αυτόν.

Η καταλληλότητα αυτή της θυρίδας και του όλου θησαυροφυλακίου, για την ασφαλή φύλαξη πολύτιμων πραγμάτων, στην οποία ο μισθωτής αποβλέπει, ενώ η εκμισθώτρια την εγγυάται, έχοντας καταστήσει σιωπηρά και αυτή αντικείμενο της σχετικής σύμβασης, αποτελεί συμφωνημένη ιδιότητα του μισθίου, η έλλειψη της οποίας παρέχει στο μισθωτή τα προβλεπόμενα από τη διάταξη του άρθρου 577 του ΑΚ δικαιώματα, μεταξύ των οποίων και αυτό της αποζημίωσης για μη εκτέλεση της σύμβασης (ΑΠ 744/2020, ΑΠ 1368/2019, ΑΠ 1123/2006).

Κατά δε το άρθρο 578 του ίδιου Κώδικα, το ίδιο δικαίωμα έχει ο μισθωτής, και, αν από υπαιτιότητα της εκμισθώτριας έλειψε η συμφωνημένη ιδιότητα του μισθίου μετά τη συνομολόγηση της σύμβασης. Ειδικότερα, το δικαίωμα αποζημίωσης του μισθωτή περιλαμβάνει, κατ' αρχήν, κάθε θετική ή αποθετική του ζημιά, που οφείλεται στην έλλειψη της ιδιότητας (ΑΠ 496/2015).

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αριθμ. 1 εδ. α' του ΚΠολΔ, όπως ίσχυε, τόσο πριν, όσο και μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του Ν 4335/2015, κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων, που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών.

Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ ΑΠ 31/2009, ΑΠ 981/2020).

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανέλεγκτα το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε, ότι αποδείχθηκαν και την υπαγωγή τους στο νόμο και ιδρύεται αυτός ο λόγος αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση.

Με το λόγο αυτόν δεν επιτρέπεται να πλήττεται η προσβαλλομένη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ (ΑΠ 52/2019, ΑΠ 551/2018, ΑΠ 1753/2017, ΑΠ 849/2007). Εξάλλου, όπως προκύπτει από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 106, 111 παρ. 2, 216 παρ. 1, 335, 337, 338 και 560 αριθμ. 1 (όπως και του άρθρου 559 αριθμ. 1) του ΚΠολΔ, ο νομικός χαρακτηρισμός των επικαλουμένων περιστατικών, στα οποία θεμελιώνεται το προβαλλόμενο με την αγωγή αίτημα, δεν είναι δεσμευτικός για το ουσιαστικό Δικαστήριο (πρωτοδικείο ή εφετείο), το οποίο οφείλει αυτεπαγγέλτως να προβεί στην ορθή νομική υπαγωγή των εννόμων σχέσεων που αναδύονται εκ των επικαλουμένων κατά τρόπο σαφή πραγματικών περιστατικών, και όπως αυτά στη συνέχεια προκύπτουν κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του Δικαστηρίου από τις διεξαχθείσες αποδείξεις, έστω και διαφορετική από εκείνη στην οποία προβαίνει ο ενάγων, χωρίς αυτό να συνιστά ανεπίτρεπτη μεταβολή της βάσης της αγωγής, αφού η βάση αυτή συγκροτείται από τα θεμελιούντα το αίτημα πραγματικά περιστατικά και όχι από το διδόμενο από τον ενάγοντα νομικό τους χαρακτηρισμό, αλλά και χωρίς, κατά τη διαφορετική αυτή νομική εκτίμηση, το Δικαστήριο να λαμβάνει υπόψη πράγματα μη προταθέντα ή να λαμβάνει υπόψη πράγματα ως αληθινά, χωρίς απόδειξη.

Ενόψει αυτών, ελεγχόμενη παραβίαση από τον αναιρετικό λόγο του αριθμού 1 του άρθρου 560 (όπως και του άρθρου 559, αριθμός 1) του ΚΠολΔ, λαμβάνει χώρα και όταν το ουσιαστικό Δικαστήριο παραλείπει να εφαρμόσει τον κανόνα δικαίου, που ήταν εφαρμοστέος σε έννομη σχέση, ευθέως ή αναλογικά, μετά το νομικό χαρακτηρισμό της κατά τρόπο διαφορετικό από εκείνον, στον οποίο είχε προβεί ο ενάγων με το δικόγραφο της αγωγής του, καίτοι τα πραγματικά περιστατικά, που δέχεται ως αποδειχθέντα το ουσιαστικό Δικαστήριο, αλλά και για τα οποία τάχθηκε η προσήκουσα απόδειξη, περιλαμβάνονταν, παρά τον δοθέντα διαφορετικό νομικό χαρακτηρισμό, στη συνδέουσα τα μέρη έννομη σχέση, η οποία, τόσο με το νομικό χαρακτηρισμό, στον οποίο έχει προβεί ο ενάγων με την αγωγή του, όσο και με εκείνο, στον οποίον αυτεπάγγελτα στη συνέχεια προβαίνει το Δικαστήριο, δικαιολογεί ως έννομη συνέπεια, και στις δύο περιπτώσεις με την προσήκουσα υπαγωγή στον ίδιο κανόνα δικαίου, εκείνη που αναφέρεται στο αγωγικό αίτημα (ΑΠ 2104/2014, ΑΠ 881/2010, ΑΠ 1468/2005).

Επίσης, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 560 αριθμ. 6 του ΚΠολΔικ, όπως το άρθρο αυτό αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του Ν 4335/2015, ο οποίος άρχισε να ισχύει από 1-1-2016, μεταξύ άλλων και για τα ένδικα μέσα που κατατίθενται από την ημερομηνία αυτή (άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 2 και 4 αυτού) και εφαρμόζεται, εν προκειμένω, ως εκ του χρόνου καταθέσεως της ένδικης αίτησης αναίρεσης (12-12-2019), η οποία είναι ταυτόσημη με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 19 του ΚΠολΔικ, κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, αναίρεση επιτρέπεται και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως, αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα, που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Κατά την έννοια του αναιρετικού αυτού λόγου, που δεν προβλεπόταν μεταξύ των περιοριστικά αναφερόμενων στο πιο πάνω άρθρο λόγων, όπως τούτο ίσχυε πριν αντικατασταθεί με το Ν 4335/2015 και αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υφίσταται, συνεπώς, εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι να μην μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου, που δεν εφαρμόσθηκε.

Ειδικότερα, αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή στην κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.

Αντίστοιχα ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει, όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε στην ένδικη περίπτωση, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της (ΑΠ 59/2021, 71/2020). Δεν υπάρχει δε έλλειψη αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές μεν, αλλά πλήρεις αιτιολογίες, αφού αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος, για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΑΠ 151/2014, ΑΠ 1942/2013, ΑΠ 2075/2007, ΑΠ 44/2003).

Δεν έχει, όμως, εφαρμογή η παραπάνω διάταξη, όταν οι ελλείψεις ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και, ιδίως, στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που εξάγεται απ' αυτές, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα, κατά τη διάταξη άρθρου 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές και πλήρες το πόρισμα και για το λόγο αυτόν γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος.

Συνακόλουθα, τα επιχειρήματα του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση απλώς των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματός του και, επομένως, αιτιολογία της απόφασης, ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (ΑΠ 1361/2013, ΑΠ 1266/2011).

Στην προκειμένη περίπτωση, από τα διαδικαστικά έγγραφα, τα οποία παραδεκτώς επισκοπούνται από τον Άρειο Πάγο (άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ), προκύπτουν τα ακόλουθα: Ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων άσκησε την από 18-4-2011 αγωγή του ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, επικαλούμενος σύμβαση μίσθωσης θυρίδας μεταξύ αυτού και της εναγομένης και ζήτησε να υποχρεωθεί η τελευταία να του καταβάλει την αναφερόμενη αποζημίωση με βάση την ενδοσυμβατική ευθύνη και επικουρικά κατά τις περί αδικοπραξιών διατάξεις. Επί της αγωγής εκδόθηκε η 5618/2014 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία παραπέμφθηκε η αγωγή κατά την κύρια βάση της, για να δικαστεί ενώπιον του αρμόδιου καθ' ύλην και κατά τόπο Ειρηνοδικείου Αθηνών και απορρίφθηκε η αγωγή ως προς την επικουρική βάση της ως μη νόμιμη. Ακολούθως, εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 486/2017 απόφαση του Ειρηνοδικείου Αθηνών, με την οποία έγινε δεκτή η κύρια βάση της αγωγής από την ενδοσυμβατική ευθύνη ως κατ' ουσίαν βάσιμη και επιδικάσθηκε στον ενάγοντα νομιμοτόκως το ποσό των 15.000 ευρώ. Κατόπιν άσκησης της από 6-6-2017 έφεσης εκ μέρους της εναγομένης, το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών με την 13382/2019 απόφασή του δέχθηκε κατ' ουσίαν την έφεση, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, κράτησε και δίκασε την αγωγή και την απέρριψε ως κατ' ουσίαν αβάσιμη.

Το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, που δίκασε ως Εφετείο, με την προσβαλλομένη απόφασή του δέχθηκε κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη, ως προς τα πραγματικά γεγονότα, κρίση του (άρθρ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "0 ενάγων, ο οποίος είναι εργολάβος οικοδομών συνήψε στην Αθήνα, με την ανώνυμη τραπεζική εταιρεία υπό την επωνυμία "....", και στο κατάστημα της ..., ευρισκόμενο επί της Λεωφόρου ..., σύμβαση μίσθωσης θυρίδας θησαυροφυλακίου, υπό τον αριθμό ...

στο ως άνω κατάστημα, για χρονικό διάστημα ενός έτους και συγκεκριμένα από τις 27-11-2006 έως και τις 28-11-2007, ανανεώσιμης κάθε φορά, κατά τη λήξη της για ισόχρονο διάστημα, με μίσθωμα ανερχόμενο στο ποσό των 53,55 Ευρώ, παραλαμβάνοντας συγχρόνως και δύο κλειδιά, τα οποία αντιστοιχούν στην ως άνω θυρίδα. Ο ενάγων στις 7-1-2011 και περί ώρα 11.30 μετέβη στο υποκατάστημα της Τράπεζας προκειμένου να επισκεφθεί την θυρίδα του.

Κατά την επίσκεψή του αυτή διαπίστωσε, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του ιδίου, ότι από την θυρίδα του έλειπαν μια δεσμίδα χαρτονομισμάτων 10000 Ευρώ και μια δεσμίδα των 5000 Ευρώ. Ο τρόπος λειτουργίας των θυρίδων και γενικότερα του θησαυροφυλακίου της εναγομένης τράπεζας είναι ο εξής: Για το άνοιγμα και το κλείσιμο της θυρίδας απαιτείται η σύμπραξη της Τραπέζης, καθώς η θυρίδα φέρει διπλή κλειδαριά, μία που ανοίγει με το κλειδί που κατέχει ο πελάτης και η άλλη με το κλειδί Passe - Partout, που χρησιμοποιείται αποκλειστικά και μόνο από τον υπεύθυνο για τις θυρίδες υπάλληλο της Τράπεζας, που εν προκειμένω ήταν ο Μ.

Γ.. Ο εντεταλμένος υπάλληλος της εναγομένης τράπεζας, αφού ο ενδιαφερόμενος του γνωστοποιήσει τον αριθμό της θυρίδας, ανασύρει την αντίστοιχη καρτέλα κίνησής της και ελέγχει τα στοιχεία της ταυτότητάς του. Εφόσον ο υπάλληλος επιβεβαιώσει ότι η θυρίδα ανήκει στον ενδιαφερόμενο, υπογράφουν τόσο ο μισθωτής, όσο και ο υπάλληλος στην εν λόγω καρτέλα, στην οποία αναγράφεται και η εκάστοτε ημερομηνία προσέλευσης για το άνοιγμα.

Εν συνεχεία, αμφότεροι μεταβαίνουν στο θησαυροφυλάκιο και θέτουν συγχρόνως τα κλειδιά τους στη θυρίδα - η οποία φέρει δύο κλειδαριές - προκειμένου να ανοίξει. Αφ' ης στιγμής ανοίξει η θυρίδα, ο υπάλληλος αποχωρεί από το χώρο του θησαυροφυλακίου, ώστε ο μισθωτής να αφαιρέσει ή προσθέσει αντικείμενα που επιθυμεί εντός της θυρίδας του, στο τέλος δε, την κλειδώνει και απέρχεται.

Το προαναφερόμενο κατάστημα διαθέτει μόνιμο Θησαυροφυλάκιο Ασφαλείας από ειδικό οπλισμένο σκυρόδεμα, με θύρα θωρακισμένη του οίκου HAMILTON καθώς και καγκελωτή πόρτα ημέρας, όπου είναι εγκατεστημένες 1.080 θυρίδες του οίκου KUMAHIRA Ιαπωνίας. Το Μόνιμο Θησαυροφυλάκιο Ασφαλείας βρίσκεται στο υπόγειο του Καταστήματος.

Ειδικότερα τα τοιχία του θησαυροφυλακίου, η πλάκα επικάλυψής του και η πλάκα έδρασής του είναι κατασκευασμένα από έγχυτο σκυρόδεμα κατηγορίας C 20/25, πάχους 40 εκ και Χάλυβα οπλισμού κατηγορίας S500s σε δύο εσχάρες οπλισμού Φ 20/15 στις παρειές των τοιχωμάτων, ενώ ενδιάμεσα φέρει επιπλέον ειδικό οπλισμό από ελάσματα σπειροειδούς μορφής από χάλυβα πάχους 3 χιλ., όπως προβλέπεται από τις προδιαγραφές ασφαλείας.

Η θωρακισμένη θύρα HAMILTON φέρει τους απαραίτητους μηχανισμούς κλειδώσεως, ήτοι δύο συνδυασμούς κλειδαρίθμων και μηχανισμό χρονοκαθυστέρησης - time lock. Οι δυο συνδυασμοί-κλειδάριθμοι εξασφαλίζουν την προϋπόθεση της σύμπραξης μελών της Διευθύνσεως για το άνοιγμα της θύρας. Ο μηχανισμός της χρονοκαθυστέρησης - time lock τίθεται σε λειτουργία μετά το πέρας της λειτουργίας του Καταστήματος και ασφαλίζει την θύρα για τα λοιπά χρονικά διαστήματα.

Πέραν των ανωτέρω, ο χώρος του θησαυροφυλακίου προστατεύεται με ανεξάρτητο σύστημα συναγερμού, το οποίο περιλαμβάνει: Α) Αισθητήρες κίνησης (RADAR) για τον εντοπισμό οιουδήποτε ατόμου που παρευρίσκεται στον χώρο β) Αισθητήρες κραδασμών για τον εντοπισμό διατρητικών ή κρουστικών εργαλείων γ) Μαγνητική επαφή θύρας για τον εντοπισμό παραβίασης της θύρας δ) Ανεξάρτητο πληκτρολόγιο ενεργοποίησης-απενεργοποίησης του εν λόγω συστήματος συναγερμού, ε) Κωδικό συναγερμού διαθέτει μόνον ο Διευθυντής του Καταστήματος, ο οποίος ενεργοποιεί τον συναγερμό παγιδεύοντας τον χώρο, όταν το Κατάστημα βρίσκεται εκτός λειτουργίας και απενεργοποιεί αντίστοιχα όταν το Κατάστημα λειτουργεί.

Στον υπόγειο χώρο που βρίσκεται το θησαυροφυλάκιο του Καταστήματος Ηλιουπόλεως βρίσκεται και το κεντρικό ταμείο του Καταστήματος και ως εκ τούτου είναι εγκατεστημένο σύστημα βιντεοσκόπησης και συγκεκριμένα κάμερα, η οποία καλύπτει την είσοδο και έξοδο από το υπόγειο καθώς και το χώρο έμπροσθεν του ταμείου ενώ από όλες τις καταθέσεις των μαρτύρων απόδειξης προκύπτει ότι η κάμερα αυτή δεν καλύπτει τον χώρο έμπροσθεν του θησαυροφυλακίου.

Σύμφωνα με την παράγραφο 1 του άρθρου 2 της ΥΑ 301/2009 (ΥΑ 3015/30/6/ΦΕΚ Β 536/2009) σύστημα βιντεοσκόπησης πρέπει να καλύπτει τον χώρο έμπροσθεν των ταμείων του χρηματοκιβωτίου και τις εισόδους εξόδους του καταστήματος όλες τις ώρες λειτουργίας του καθώς και στους χώρους των Αυτομάτων Ταμειολογιστικών Μηχανών (ΑΤΜ) του καταστήματος.

Επομένως εντός του θησαυροφυλακίου δεν επιτρέπεται η βιντεοσκόπηση, για λόγους προστασίας προσωπικών δεδομένων και συνεπώς, ορθώς η εναγομένη δεν είχε τοποθετήσει κάμερα ασφαλείας έμπροσθεν του θησαυροφυλακίου. Σύμφωνα με το εγχειρίδιο διαδικασιών θυρίδων θησαυροφυλακίου μετά την λύση της μισθώσεως θυρίδας, ο μισθωτής παραδίδει τα κλειδιά της θυρίδας στον αρμόδιο λειτουργό υπεύθυνο θυρίδων, ο οποίος τα τοποθετεί σε φάκελο, αναγράφοντας ευκρινώς στην εξωτερική του όψη την ένδειξη "Προς Αντικατάσταση" και τον αριθμό της θυρίδας στην οποία αντιστοιχούν.

Ο φάκελος σφραγίζεται και τοποθετείται στην "Θυρίδα Φυλάξεως" στο θησαυροφυλάκιο του Καταστήματος. Για κάθε θυρίδα που παραδίδεται μετά την λύση της συμβάσεως απαιτείται αντικατάσταση της κλειδαριάς και των αντίστοιχων κλειδιών, προκειμένου η θυρίδα να εκμισθωθεί εκ νέου. Μετά την συγκέντρωση ενός ικανού πλήθους κλειδιών προς αντικατάσταση πραγματοποιείται επικοινωνία με το Τμήμα Συντηρήσεων της Διευθύνσεως Περιουσίας και Ασφάλειας, προκειμένου να αποσταλεί ο ειδικός εξουσιοδοτημένος τεχνίτης για την αντικατάσταση των κλειδαριών και τη χορήγηση νέων κλειδιών.

Τα νέα κλειδιά τοποθετούνται σε φακέλους Κλειδιών Θυρίδων Καταστημάτων, οι οποίοι σφραγίζονται και φυλάσσονται στη "θυρίδα Φυλάξεως" του Καταστήματος, παρουσία μέλους της Διευθύνσεως. Στο εξωτερικό κάθε φακέλου αναγράφεται o αριθμός της θυρίδας που αντιστοιχούν τα νέα κλειδιά, η ένδειξη νέα κλειδιά και η ημερομηνία κατασκευής τους, με υπογραφές επ' αυτού από μέλος της Διεύθυνσης.

Τα κλειδιά της "θυρίδας φυλάξεως" φυλάσσονται από μέλος της Διευθύνσεως του Καταστήματος (βλ άρθρο 25.13 και 4.4. Εγχειρίδιο διαδικασιών Θυρίδων), που εν προκειμένω, ήταν ο υποδιευθυντής του καταστήματος ονόματι Π.. Η πιστή δε, τήρηση των άνω κανόνων για την αντικατάσταση των κλειδιών των αμίσθωτων θυρίδων στο συγκεκριμένο κατάστημα της εναγομένης προκύπτει από την ένορκη κατάθεση του Γ.

Μ., Κλειθροποιού της εναγομένης. Υπό τα εκτεθέντα ως άνω πραγματικά περιστατικά δεν αποδείχτηκε από τον ενάγοντα ήδη εφεσίβλητο - μισθωτή η επικαλούμενη στην αγωγή έλλειψη, κατά την κατάρτιση της ένδικης μισθωτικής σύμβασης, της σιωπηρά συμφωνημένης ιδιότητας του θησαυροφυλακίου της εκμισθώτριας, δηλαδή, της καταλληλότητας αυτού για την ασφαλή φύλαξη των εντός της θυρίδας φυλασσομένων πραγμάτων, αφού τη συμβατική της αυτή υποχρέωση της καταλληλότητας, δηλαδή του θησαυροφυλακίου της για την συμφωνημένη φύλαξη, στην οποία και μόνο, όπως προαναφέρθηκε, εξαντλείται η ευθύνη αυτής (εκμισθώτριας) από τη σύμβαση, έχει εκπληρώσει η εκμισθώτρια, εφόσον, όπως αποδείχτηκε, η τεχνική διασκευή των θυρίδων και του χώρου του θησαυροφυλακίου καθώς και η φρούρηση αυτού με σύστημα συναγερμού και ανιχνευτές χώρου πληρούσε πλήρως, όχι μόνο τις Ελληνικές αλλά και τις διεθνείς, σχετικές με τη φύλαξη θησαυροφυλακίου, προδιαγραφές τις οποίες θα εφάρμοζε ο μέσος συνετός τραπεζίτης.

Η κατάθεση του μάρτυρα αποδείξεως Σ. Κ. ενώπιον του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου ο οποίος αναφέρει ότι άκουσε τον υπάλληλο της τράπεζας Γ. Μ. να λέει στην διευθύντρια του υποκαταστήματος της εναγομένης ότι ο ίδιος έχει τα κλειδιά των Θυρίδων, δεν μπορεί να οδηγήσει σε αντίθετο συμπέρασμα διότι η εν λόγω κατάθεση είναι όλως αόριστη αφού δεν διευκρινίζεται σε ποια συγκεκριμένα κλειδιά θυρίδων γίνεται η αναφορά, ήτοι αν πρόκειται για τα κλειδιά των αμίσθωτων θυρίδων ή για τα κλειδιά της θυρίδας φύλαξης των κλειδιών των αμίσθωτων θυρίδων ή το κλειδί Passe - Partout ή τα κλειδιά της θύρας του θησαυροφυλακίου.

Επιπρόσθετα, το άνω γεγονός, το οποίο τοποθετείται από τον άνω μάρτυρα το έτος 2011, δεν δύναται να θεμελιώσει έλλειψη, κατά την κατάρτιση της ένδικης μισθωτικής σύμβασης, που έλαβε χώρα το έτος 2006, της σιωπηρά συμφωνημένης ιδιότητας του θησαυροφυλακίου της εκμισθώτριας, δηλαδή, της καταλληλότητας αυτού για την ασφαλή φύλαξη των εντός της θυρίδας φυλασσομένων πραγμάτων.

Επομένως, εφόσον δεν αποδείχθηκε η επικαλούμενη προς θεμελίωση της από το άρθρο 577 ΑΚ ευθύνης της εκμισθώτριας έλλειψη, κατά την κατάρτιση της μισθωτικής σύμβασης της συμφωνημένης ως άνω ιδιότητας, στην οποία και μόνο θεμελιώνεται από τον ενάγοντα η ενδοσυμβατική ευθύνη της εκκαλούσας - εκμισθώτριας, η αγωγή πρέπει v' απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη, παρελκούσης συνακολούθως της έρευνας του παραδεκτού και της βασιμότητας της από την ως άνω εκμισθώτρια προβληθείσας με τις προτάσεις της ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου από το άρθρο 361 Α.Κ.

ενστάσεως, ότι δηλαδή σύμφωνα με ρητό όρο της σύμβασης μίσθωσης η εκμισθώτρια δεν ευθύνεται για τα φυλασσόμενα στην θυρίδα αντικείμενα. Θα πρέπει να σημειωθεί εδώ ότι εφόσον, όπως προαναφέρθηκε, ο ενάγων επικαλείται, για τη θεμελίωση της ενδοσυμβατικής ευθύνης της εκμισθώτριας - εναγομένης, μόνο την έλλειψη της συμφωνημένης ως άνω ιδιότητας κατά την κατάρτιση της σύμβασης, επικαλούμενος προς τούτο τη διάταξη του άρθρου 577 ΑΚ, και όχι εξάλειψη της ιδιότητας αυτής από υπαιτιότητα της εκμισθώτριας μετά τη συνομολόγηση της σύμβασης, η οποία προβλέπεται από τη διάταξη του άρθρου 578 παρ. 1 ΑΚ, που όμως δεν επικαλείται ο μισθωτής - ενάγων δεν μπορεί να ερευνηθεί τυχόν ευθύνη της εκμισθώτριας με βάση την παραπάνω διάταξη του άρθρου 578 παρ. 1 ΑΚ, ούτε να εκτιμηθεί ότι στην, επικαλούμενη, για τη θεμελίωση της αδικοπρακτικής ευθύνης της εκμισθώτριας, υπαίτια συμπεριφορά των οργάνων και υπαλλήλων αυτής εμπεριέχεται επίκληση και του θεμελιωτικού, κατ' άρθρο 578 παρ. 1 ΑΚ λόγου αποζημίωσης, αφού η τελευταία αυτή διάταξη προϋποθέτει την ύπαρξη της συμφωνημένης ιδιότητας κατά τη συνομολόγηση της σύμβασης και την εξάλειψη αυτής (από υπαιτιότητα του εκμισθωτή) σε οποιοδήποτε χρονικό σημείο μετά την κατάρτιση και μέχρι τη λήξη της, ενώ ο μισθωτής επικαλείται έλλειψη της συμφωνημένης ιδιότητας αποκλειστικά κατά την κατάρτιση της σύμβασης (βλ. 9η σελίδα αγωγής)".

Στη συνέχεια, το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, που δίκασε ως Εφετείο, δέχθηκε ως ουσιαστικά βάσιμο τον πρώτο λόγο της έφεσης της εναγομένης, εξαφάνισε την εκκαλουμένη υπ' αριθμ. 486/2017 οριστική απόφαση του Ειρηνοδικείου Αθηνών, που είχε κρίνει αντιθέτως, κράτησε και δίκασε την αγωγή ως προς την κύρια βάση της από την ενδοσυμβατική ευθύνη και την απέρριψε ως κατ' ουσίαν αβάσιμη.

Ο αναιρεσείων με τον 1ο λόγο της αναίρεσης προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 του ΚΠολΔ και ειδικότερα την παραβίαση της διάταξης του άρθρου 578 ΑΚ, καθότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο έπρεπε να προβεί αυτεπαγγέλτως στην προσήκουσα υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών, που εκτίθενται στο δικόγραφο της αγωγής, στο συγκεκριμένο κανόνα δικαίου, που τα θεμελιώνει, χωρίς να δεσμεύεται από τον αποδιδόμενο νομικό χαρακτηρισμό εκ μέρους του ενάγοντος.

Από την παραδεκτή κατ' άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ επισκόπηση της ένδικης αγωγής προκύπτει, ότι όλα τα επικαλούμενα κενά και ελλείψεις στο σχεδιασμό ασφάλειας της θυρίδας και του θησαυροφυλακίου για την ασφαλή φύλαξη πολύτιμων πραγμάτων ανάγονται στο χρόνο κατάρτισης της ένδικης σύμβασης μίσθωσης θυρίδας, ενώ η αγωγική βάση από την ενδοσυμβατική ευθύνη στηρίζεται ρητά στο άρθρο 577 του ΑΚ, δυνάμει του οποίου ζητείται η επιδίκαση αποζημίωσης.

Αντίθετα, ο ενάγων ουδόλως επικαλείται με το αγωγικό δικόγραφό του εξάλειψη της συμφωνημένης ιδιότητας του θησαυροφυλακίου, δηλαδή της καταλληλότητας αυτού για την ασφαλή φύλαξη των εντός της θυρίδας φυλασσομένων πραγμάτων, από υπαιτιότητα της εκμισθώτριας μετά τη συνομολόγηση της σύμβασης, που προβλέπεται από το άρθρο 578 παρ. 1 ΑΚ, ενώ και το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο δεν εξέτασε τέτοια βάση της αγωγής, καθόσον δεν διαλαμβάνονταν στην ιστορική βάση της πραγματικά περιστατικά, καθιστώντα δυνατή την εφαρμογή το άρθρου αυτού.

Ως εκ τούτου, κατ' ορθή εφαρμογή του νόμου το δευτεροβάθμιο δικαστήριο ερεύνησε μόνο τη συνδρομή ή μη της συμφωνημένης ιδιότητας κατά το χρόνο κατάρτισης της σύμβασης μίσθωσης θυρίδας (άρθρο 577 εδ. 1 του ΑΚ) και όχι τη μετά την κατάρτιση της σύμβασης μίσθωσης έλλειψη της συμφωνημένης ιδιότητας από υπαιτιότητα της εναγομένης κατ' άρθρο 578 του ΑΚ και ο 1ος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

Περαιτέρω, ο αναιρεσείων υποστηρίζει με το δεύτερο σκέλος του 2ου λόγου αναίρεσης, ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο κατά παράβαση του αριθμού 5 του άρθρου 560 του ΚΠολΔ δέχθηκε μη προταθέντα ισχυρισμό με το γενόμενο δεκτό πρώτο λόγο της έφεσης της ήδη αναιρεσίβλητης τράπεζας, κρίνοντας ότι η ένδικη αγωγή θεμελιώνεται αποκλειστικά στη διάταξη του άρθρου 577 του ΑΚ και όχι στη διάταξη του άρθρου 578 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, παρότι η εκκαλούσα δεν διελάμβανε κανένα τέτοιο ισχυρισμό στον ανωτέρω λόγο έφεσής της.

Ο λόγος αυτός, κατά το δεύτερο σκέλος του, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, αφού διαπίστωσε, ότι δεν έλειπε η σιωπηρά συμφωνημένη ιδιότητα της μίσθιας θυρίδας κατά την κατάρτιση της ένδικης μισθωτικής σύμβασης κατ' άρθρο 577 εδ. α του ΑΚ, δηλαδή η καταλληλότητα της θυρίδας για την ασφαλή φύλαξη των εντός αυτής φυλασσομένων πραγμάτων, δέχθηκε τον 1ο λόγο της έφεσης της αναιρεσίβλητης, ενώ πλεοναστικώς αναφέρθηκε στη διάταξη του άρθρου 578 του ΑΚ, καθόσον δεν στηρίζεται η αγωγή στην τελευταία διάταξη.

Σε κάθε περίπτωση, αβασίμως ο αναιρεσείων υποστηρίζει, ότι η εκκαλούσα και ήδη αναιρεσίβλητη δεν διελάμβανε σχετικό ισχυρισμό με τον 1ο λόγο της έφεσής της, καθόσον με το λόγο αυτό, κατά το α' σκέλος του, όπως παραδεκτά επισκοπείται το δικόγραφο της έφεσής της, παραπονείται και για το ότι με την πρωτόδικη απόφαση δεν προσδιορίζεται, αν η πλημμελής τήρηση των μέτρων ασφαλείας υπήρχε κατά την έναρξη της σύμβασης μίσθωσης ή προέκυψε εκ των υστέρων, προϋπόθεση απαραίτητη, προκειμένου να κριθεί η ουσιαστική βασιμότητα της αγωγής, η οποία θεμελιώνεται στη διάταξη του άρθρου 577 εδ.

α του ΑΚ, όπως προεκτίθεται.

Περαιτέρω, όμως, σε σχέση με την τήρηση όλων των απαραίτητων μέτρων ασφάλειας των θυρίδων του ανωτέρω υποκαταστήματός της, στην προσβαλλόμενη απόφαση διαλαμβάνονται και τα εξής: "...Σύμφωνα με την παράγραφο 1 του άρθρου 2 της ΥΑ 301/2009 (ΥΑ 3015/30/6/ΦΕΚ Β 536/2009) σύστημα βιντεοσκόπησης πρέπει να καλύπτει τον χώρο έμπροσθεν των ταμείων του χρηματοκιβωτίου και τις εισόδους εξόδους του καταστήματος όλες τις ώρες λειτουργίας του καθώς και στους χώρους των Αυτομάτων Ταμειολογιστικών Μηχανών (ΑΤΜ) του καταστήματος.

Επομένως εντός του θησαυροφυλακίου δεν επιτρέπεται η βιντεοσκόπηση, για λόγους προστασίας προσωπικών δεδομένων και συνεπώς, ορθώς η εναγομένη δεν είχε τοποθετήσει κάμερα ασφαλείας έμπροσθεν του θησαυροφυλακίου...". Κρίνοντας έτσι το δικάσαν ως εφετείο Μονομελές Πρωτοδικείο, στέρησε την απόφασή του από την αναγκαία νόμιμη βάση, αφού, ως προς το ουσιώδες ζήτημα της τήρησης των απαραίτητων μέτρων ασφαλείας της ένδικης θυρίδας, διέλαβε σ' αυτήν ασαφείς και αντιφατικές αιτιολογίες, αναφορικά με το ουσιώδες αυτό ζήτημα, που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο για το αν εφαρμόσθηκε ορθά ή όχι η διάταξη του άρθρου 577 εδ.

α του ΑΚ, την οποία έτσι εκ πλαγίου παραβίασε, καθόσον ασαφώς και αντιφατικώς εκθέτει, ότι ορθώς η αναιρεσίβλητη δεν είχε εγκαταστήσει κάμερα ασφαλείας έμπροσθεν του θησαυροφυλακίου, ήτοι για τον έλεγχο της εισόδου και εξόδου από το θησαυροφυλάκιο, διότι εντός του θησαυροφυλακίου δεν επιτρέπεται η βιντεοσκόπηση.

Συνεπώς, ο συναφής 3ος λόγος, με τον οποίο η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλομένη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 6 του άρθρου 560 του ΚΠολΔ, είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός, ενώ παρέλκει η έρευνα του 2ου λόγου της αίτησης, κατά το πρώτο σκέλος του, καθ' όσον η αναιρετική εμβέλεια του παραπάνω λόγου (που έγινε δεκτός) στο σύνολο της προσβαλλόμενης με την αναίρεση απόφασης καθιστά αλυσιτελή την εξέταση του έτερου λόγου, η παραδοχή του οποίου οδηγεί στο ίδιο αποτέλεσμα. Μετά από αυτά, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να γίνει δεκτή, κατά παραδοχή, ως βάσιμου, του προαναφερόμενου λόγου της, και να αναιρεθεί η πληττόμενη απόφαση. Ακολούθως, η υπόθεση πρέπει να παραπεμφθεί για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλο δικαστή, εκτός από εκείνον που δίκασε προηγουμένως (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ). Περαιτέρω, πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή του παραβόλου, που έχει καταθέσει ο αναιρεσείων, σε αυτόν (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ, όπως ισχύει) και να καταδικασθεί η αναιρεσίβλητη στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντος, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημά του (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 13382/2019 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που δίκασε ως Εφετείο.

Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο πιο πάνω δικαστήριο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλον δικαστή, πλην αυτού που εξέδωσε την εν λόγω απόφαση.

Διατάζει την επιστροφή στον αναιρεσείοντα του παραβόλου που έχει καταθέσει.

Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντος, το ύψος των οποίων ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων τριακοσίων (2.300) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 4 Μαρτίου 2022.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 19 Απριλίου 2022.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ