Legislator Case Law & Legislation
659/2011 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against bank payment of double-billed draft to non-customer director.

Case Number 659/2011
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the National Bank of Greece's appeal against the Athens Court of Appeal's decision. The lower court held that bank employees were liable for torts for paying a double-billed draft to a board member who lacked authority and was not a customer. The court upheld this ruling, finding the bank's justification for the payment legally insufficient.

Legislator headnote

AI generated

Articles 37, 38 of Law 5960/1933; A double-billed draft is payable only to a bank or customer, and payment to another person creates a liability for damages up to the draft's amount.

Keywords

AI generated
double-billed draft tort liability bank payment non-customer payment tort damages bank negligence payment authority

Cited Legislation

AI generated
Articles 37, 38 of Law 5960/1933
Articles 914, 922, 298, 330(b), 334, 932 of the Civil Code
Article 559(19) of the Code of Civil Procedure
Articles 559(8) and 14 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 659 / 2011 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Περίληψη:

Δίγραμμη επιταγή (άρθρ. 37 εδ. α-δ ν. 5960/1933): Επί γενικής διγραμμίσεως η επιταγή είναι πληρωτέα σε τραπεζίτη ή πελάτη του πληρωτή και μεταβιβάσιμη, αν δε πληρωθεί σε άλλο πρόσωπο δημιουργείται μόνο υποχρέωση αποζημίωσης μέχρι του ποσού της επιταγής. Το Εφετείο με επαρκή αιτιολογία δέχθηκε ότι είχαν ευθύνη από αδικοπραξία οι υπάλληλοι της αναιρεσείουσας τράπεζας που πλήρωσαν την επιταγή στο μέλος Δ.Σ της αναιρεσίβλητης, που δεν είχε εξουσία εκπροσώπησης της επιδικάσας αποζημίωση χρηματικής και ηθικής βλάβης για αναιρεσίβλητη. Επικυρώνει απόφαση Εφετείου.

Αριθμός 659/2011

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Φούκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Εμμανουήλ Καλούδη), Γεώργιο Χρυσικό, Ιωάννη Σίδερη, Νικόλαο Λεοντή και Δημήτριο Τίγγα, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 28 Μαρτίου 2011, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: της ανωνύμου τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημητρίου Λαδά.

Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "EFFER HELLAS Α.Ε - ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΚΑΙ ΤΕΧΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ ΓΕΡΑΝΩΝ", που εδρεύει στη Βιομηχανική περιοχή Ασπροπύργου (θέση Λάκκος Κατσάρη), ήδη τελούσης υπό εκκαθάριση, νομίμως εκπροσωπουμένης υπό των εκκαθαριστών αυτής: Ε. Φ. του Δ., κατοίκου ... και Α. Κ. του Α., κατοίκου ..., η οποία δεν παραστάθηκε.

Η ένδικη διαφορά άρχισε α) με την από 21 Οκτωβρίου 2004 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και β) με την από 2.11.2005 ανακοινούσα δίκη μετά προσεπικλήσεως σε παρέμβαση της ήδη αναιρεσείουσας που κατέθηκε στο ίδιο ως άνω δικαστήριο. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1401/2007 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 3941/2009 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 7 Οκτωβρίου 2009 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Τίγγας, ανέγνωσε την από 16 Μαρτίου 2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή των πρώτου, δεύτερου κατά το πρώτο μέρος του, τρίτου, πέμπτου, όπως αυτοί εκτιμώνται και τέταρτου από άρθρο 559 αρ. 19 του ΚπολΔικ λόγων αναιρέσεως, όπως συμπληρώνονται με την παρούσα έκθεση και την απόρριψη των λοιπών λόγων αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη της αντιδίκου της στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Όπως προκύπτει από τις 7173/23-4-2010 και 7166/21-4-2010 εκθέσεις επιδόσεως με αποδεικτικό παράδοσης-παραλαβής εγγράφου και βεβαίωση ταχυδρομήσεως του αρμοδίου δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών Δ.Α., τις οποίες επικαλείται και προσκομίζει η αναιρεσείουσα, ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως, με την κατά από αυτή πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για την πιο πάνω αναφερόμενη δικάσιμο, επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως προς την αναιρεσίβλητη. Επομένως, εφόσον η τελευταία δεν εμφανίσθηκε κατά την προαναφερόμενη δικάσιμο, κατά την οποία εκφωνήθηκε η υπόθεση από τη σειρά του πινακίου, ούτε εκπροσωπήθηκε με δήλωση πληρεξουσίου δικηγόρου της κατά το άρθρο 242 παρ.2 ΚΠολΔ, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία εκείνης που έχει κλητευθεί (άρθρο 576 παρ.2 ΚΠολΔ).

Κατά τις διατάξεις του άρθρου 37 εδ. α - δ Ν 5960/1933 "περί επιταγής" ο εκδότης ή ο κομιστής επιταγής μπορεί να τη διγραμμίσει. Η διγράμμιση γίνεται με δύο παράλληλες γραμμές που τίθενται στο εμπρόσθιο μέρος της επιταγής και μπορεί να είναι γενική ή ειδική. Η διγράμμιση είναι γενική, αν αυτή δεν φέρει οποιαδήποτε σημείωση ή αν φέρει τη μνεία "τραπεζίτης" ή ισοδύναμο όρο, και ειδική, αν μέσα στις δυο γραμμές αναγράφεται το όνομα τραπεζίτη.

Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 38 παρ.1 και 5 του ίδιου νόμου επιταγή με γενική διγράμμιση μπορεί να πληρωθεί από τον πληρωτή μόνο σε τραπεζίτη ή σε πελάτη του πληρωτή, σε κάθε περίπτωση όμως που ο πληρωτής ή ο τραπεζίτης δεν τηρεί τις ανωτέρω διατάξεις ευθύνεται για την εντεύθεν ζημία μέχρι το ποσό της επιταγής.

Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι επί επιταγής με γενική διγράμμιση, αν αυτή δεν πληρωθεί σε τραπεζίτη ή σε πελάτη του πληρωτή, δεν επέρχεται ακυρότητα της επιταγής, αλλά μόνον γεννάται υποχρέωση του πληρωτή ή του τραπεζίτη προς αποζημίωση, που δεν μπορεί να υπερβεί το ύψος της επιταγής, εφόσον προκλήθηκε ζημία.

Κατά τα λοιπά η δίγραμμη επιταγή κυκλοφορεί όπως η κοινή επιταγή και δεν απαιτείται για τη μεταβίβασή της η τήρηση οποιασδήποτε άλλης ειδικής διατυπώσεως. Ως πελάτης του πληρωτή θεωρείται εκείνος που απέκτησε αυτή την ιδιότητα με άνοιγμα λογαριασμού του εφόσον η τράπεζα μερίμνησε για την εξακρίβωση της ταυτότητάς του, της διεύθυνσης κατοικίας του, είχε δε και ευμενή σύσταση.

Περαιτέρω από τις διατάξεις των άρθρων 914, 297, 298 και 330 του Α.Κ. συνάγεται, ότι η ευθύνη προς αποζημίωση από αδικοπραξία προϋποθέτει συμπεριφορά παράνομη και υπαίτια, επέλευση ζημίας και ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συμπεριφοράς του δράστη και της ζημίας. Παράνομη είναι η συμπεριφορά που αντίκειται σε απαγορευτικό ή επιτακτικό κανόνα δικαίου, ο οποίος προστατεύει δικαίωμα ή συγκεκριμένο συμφέρον του ζημιωθέντος, μπορεί δε να συνίσταται σε θετική ενέργεια ή παράλειψη οφειλόμενης ενέργειας από διάταξη νόμου ή από προηγούμενη συμπεριφορά του δράστη ή από υπάρχουσα έννομη σχέση μεταξύ αυτών ή από την καλή πίστη κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη και ειδικότερα όταν ο δράστης δημιούργησε ορισμένη επικίνδυνη κατάσταση, οπότε έχει υποχρέωση να λάβει πριν και μετά τη δημιουργία της επικίνδυνη καταστάσεως κάθε ενδεικνυόμενο από τις περιστάσεις, σύμφωνα με τους κανόνες της τέχνης, της επιστήμης και της κοινής πείρας, μέτρο, έστω και μη προβλεπόμενο από ειδική διάταξη νόμου, προς προστασία των τρίτων από την πρόκληση σε αυτούς οποιασδήποτε ζημίας.

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 του Κ.Πολ.Δίκ., αναίρεση επιτρέπεται, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται είτε με ψευδή ερμηνεία, δηλαδή με την. απόδοση σ' αυτόν έννοιας μη αληθινής (μη αρμόζουσας), είτε με εσφαλμένη (μη ορθή) εφαρμογή, που υπάρχει όταν ο κανόνας δικαίου εφαρμόζεται ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή δεν εφαρμόζεται ενώ συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και όταν εφαρμόζεται εσφαλμένα (Ολ.

Α.Π. 7/2006, 4/2005). Κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως για έλλειψη νόμιμης βάσης της αποφάσεως ιδρύεται, όταν από τις αιτιολογίες της δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είναι αναγκαία για να κριθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συντρέχουν οι νόμιμοι όροι της ουσιαστικής διατάξεως που εφαρμόσθηκε ή δεν συντρέχουν, ώστε να αποκλείεται η εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (Ολ.

Α.Π. 1/1999, 28/1997, 12/1995). Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως του νομικού συλλογισμού προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα του ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως, έστω και με συνοπτικές αιτιολογίες, από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.

Δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες οι ελλείψεις που ανάγονται στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα στην αξιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς (Ολ. Α.Π. 661/1984). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, με την οποία απορρίφθηκε η έφεση της αναιρεσείουσας κατά της αποφάσεως του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου που είχε κάνει εν μέρει δεκτή την αγωγή αποζημιώσεως της αναιρεσίβλητης από αδικοπραξία, το Εφετείο, ύστερα από ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων, δέχθηκε τα ακόλουθα: "Στις 2-1-2003 η εταιρία ΔΑΡΜΑΚ Α.Ε.

εξέδωσε σε διαταγή της ενάγουσας την με αρ. 23229586-7 δίγραμμη τραπεζική επιταγή ποσού 31.166,54 ευρώ, από τον με αρ. 011-171/47037075 λογαριασμό της, που τηρούσε στο κατάστημα Ταύρου της εναγομένης, πληρωτέα σε διαταγή της ενάγουσας, για την πληρωμή αντίστοιχης οφειλής της, προερχομένης από το υπ' αρ. 506 τιμολόγιο - δελτίο αποστολής της ενάγουσας και το υπ' αρ. 227/30-12-2002 τιμολόγιό της.

Την επιταγή αυτή παρέλαβε για λογαριασμό της ενάγουσας ο Χρ. Π., ο οποίος ήταν τότε πωλητής της ενάγουσας και απλό μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου της, χωρίς εξουσία εκπροσώπησης, εκδίδοντας και υπογράφοντας ο ίδιος την με αρ. 1/2-1-2003 απόδειξη εισπράξεως της ενάγουσας. Την εν λόγω επιταγή όμως ο Χρ. Π. δεν την παρέδωσε στην ενάγουσα, όπως είχε υποχρέωση, αλλά χωρίς να γίνει αντιληπτός από τους εκπροσώπους της, έθεσε στο πίσω μέρος αυτής, στη θέση της πρώτης οπισθογράφησης, την εταιρική σφραγίδα μαζί με την υπογραφή του.

Στη συνέχεια, ο Χρ. Π. εμφάνισε ως εκπρόσωπος της ενάγουσας εταιρίας, στις 2-1-03 (αυθημερόν), την επίδικη επιταγή στο κατάστημα Ταύρου της εναγομένης προς πληρωμή. Οι υπάλληλοι όμως της τελευταίας (Τράπεζας), μολονότι είχαν υποχρέωση, δεν επέδειξαν την επιμέλεια που απαιτείται στις τραπεζικές συναλλαγές και συγκεκριμένα δεν έλεγξαν, αν ο Χρ.

Π. εκπροσωπούσε νόμιμα την ενάγουσα εταιρία και αρκέσθηκαν στο γεγονός ότι τον γνώριζαν από άλλες συναλλαγές του με το κατάστημα αυτό της εναγομένης, θέτοντας κάτω από την εταιρική σφραγίδα και την υπογραφή του Χρ. Π., μία σφραγίδα με την φράση "γνωστός στις συναλλαγές" και του πλήρωσαν την επιταγή, χωρίς να λάβει χώρα καμιά πλαστογραφία υπογραφής νομίμου εκπροσώπου της ενάγουσας.

Οι συναλλαγές αυτές αφορούσαν την είσπραξη άλλων επιταγών, μεταξύ δε αυτών και επιταγών της ενάγουσας, τις οποίες, όμως αυτός εισέπραττε ως νόμιμος κομιστής εξ οπισθογραφήσεως και όχι ως νόμιμος εκπρόσωπος της ενάγουσας, ιδιότητα την οποία ουδέποτε είχε. Έτσι, παρά το γεγονός ότι η ενάγουσα δεν τηρούσε λογαριασμό στο εν λόγω κατάστημα της εναγομένης και δεν ήταν ούτε η ίδια, ούτε ο Χρ.

Π. πελάτες της, με την προαναφερθείσα στην μείζονα σκέψη έννοια, οι υπάλληλοι της (Τράπεζας) πλήρωσαν το ποσόν της επίδικης δίγραμμης επιταγής, ύψους 31.166,54 Ευρώ στον Χρ. Π., το οποίο ο τελευταίος ουδέποτε απέδωσε στην ενάγουσα, αλλά το ενσωμάτωσε στην περιουσία του, ιδιοποιούμενος τούτο παράνομα, δηλαδή το υπεξαίρεσε σύμφωνα με το υπ' αρ. 1751/2006 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών που παρέπεμψε τον Χρ.

Π. στο Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων Αθηνών για κακουργηματική υπεξαίρεση. Η εναγομένη, η οποία δια των αρμοδίων υπαλλήλων της δεν φρόντισε να ελέγξει και να εξακριβώσει, αν κατά την ημερομηνία εμφάνισης της επίδικης επιταγής προς πληρωμή (2-1-2003) ο Χρ. Π., ο οποίος εμφανίσθηκε ως νόμιμος εκπρόσωπος της ενάγουσας, σε διαταγή της οποίας είχε εκδοθεί η επιταγή, εκπροσωπούσε νόμιμα ή όχι την ενάγουσα χωρίς να είναι κανένας εξ αυτών πελάτης της, παρά μόνο ο Χρ.

Π., γνωστός στους υπαλλήλους από τις συναλλαγές με την εναγομένη Τράπεζα, είναι υπαίτια της πιο πάνω οικονομικής ζημίας της ενάγουσας". Επίσης το Εφετείο τον προταθέντα πρωτοδίκως και με λόγο έφεσης ισχυρισμό της αναιρεσείουσας ότι νόμιμα πλήρωσε τη δίγραμμη επιταγή στον Χρ. Π., ως πελάτη του καταστήματός της στον Ταύρο Αττικής ο οποίος είχε εισπράξει ως τελευταίος κομιστής επιταγές της αναιρεσίβλητης, απέρριψε ως μη νόμιμο, διότι, δεν επικαλέσθηκε ο αναιρεσείων την ιδιότητα του πελάτη με την έννοια που δέχθηκε και το πρωτοβάθμιο δικαστήριο (ότι είχε προηγουμένως ανοίξει τραπεζικό λογαριασμό στην πληρώτρια τράπεζα).

Στη συνέχεια το Εφετείο έκανε κατά ένα μέρος δεκτή την αγωγή της αναιρεσίβλητης και επιδίκασε ως αποζημίωσή της το ποσό της επιταγής (31.166 ευρώ) και ως χρηματική ικανοποίηση της ηθικής βλάβης της το ποσό των 4.000 ευρώ, μεταρρυθμίζοντας την πρωτόδικη απόφαση (η οποία είχε επιδικάσει μεγαλύτερο ποσό χρηματικής ικανοποίησης).

Έτσι, όπως έκρινε το Εφετείο, δεν παραβίασε εκ πλαγίου τις ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 37, 38 του ν. 5960/1933, 914, 922, 298, 330 εδ. β, 334 και 932 του ΑΚ, τις οποίες εφάρμοσε, καθ' όσον διέλαβε στο αποδεικτικό του πόρισμα σαφείς, επαρκείς και μη αντιφατικές αιτιολογίες που καθιστούν έφικτο τον αναιρετικό έλεγχο της ορθής εφαρμογής των ανωτέρω διατάξεων.

Ειδικότερα αναφέρεται: 1)Το παράνομο της πληρωμής της επίμαχης δίγραμμης (με γενική διγράμμιση) επιταγής από την πληρώτρια αναιρεσείουσα, εφόσον η πραγματική δικαιούχος αναιρεσίβλητη δεν ήταν πελάτης της πληρώτριας ούτε τραπεζίτης, ενώ δεν είχε κάποια από τις ιδιότητες αυτές και ο φερόμενος στην επιταγή από οπισθογράφηση κομιστής αυτής Χρ.Π., πλεοναστικώς δε αναφέρεται στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι δεν ελέγχθηκε η ύπαρξη εξουσιοδοτήσεως προς τον κομιστή της επιταγής από τη (δικαιούχο) αναιρεσίβλητη, 2)Η από αμέλεια των προστημένων υπαλλήλων της αναιρεσείουσας μη διαπίστωση του ανεπιτρέπτου της πληρωμής της, μολονότι με απλή θεώρηση της, λόγω επαγγελματικών τους γνώσεων τους, είχαν τη δυνατότητα να διαγνώσουν το χαρακτήρα της ως δίγραμμης και συνεπώς πληρωτέας μόνον σε τραπεζίτη ή πελάτη της πληρώτριας και 3)Η ζημία της αναιρεσίβλητης από την παράνομη και υπαίτια πράξη των προστημένων υπαλλήλων της αναιρεσείουσας, λόγω υπεξαιρέσεως του ποσού της επιταγής από τον λήπτη του Χρ.Π., που δημιουργούσε υποχρέωση αποκατάστασης της ισόποσης με την αξία της επιταγής ζημίας της αναιρεσίβλητης και χρηματικής ικανοποίησης της ηθικής βλάβης της.

Επομένως οι πρώτος, δεύτερος, κατά το πρώτο μέρος του, τρίτος, πέμπτος, όπως αυτοί εκτιμώνται και τέταρτος από το άρθρο 559 αρ.19 του ΚΠολΔ λόγοι αναιρέσεως είναι αβάσιμοι. Περαιτέρω, εφόσον το Εφετείο έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό της αναιρεσείουσας ότι ο Χρ. Π., μέλος του Δ.Σ. της αναιρεσίβλητης, είχε το δικαίωμα είσπραξης της επίμαχης δίγραμμης επιταγής, ως πελάτης της αναιρεσείουσας πληρώτριας τράπεζας κατά την έννοια των διατάξεων των άρθρων 37 και 38 του ν. 5960/1933 και απέρριψε ορθώς τον εν λόγω ισχυρισμό ως μη νόμιμο, δεν παρέλειψε παρά το νόμο να λάβει υπόψη πράγματα που προτάθηκαν ούτε κήρυξε παρά το νόμο απαράδεκτο και οι εκ του άρθρου 559 αρ. 8 και 14 του ΚΠολΔ, υπό στοιχείο 2 κατά το δεύτερο και τρίτο μέρος τους λόγοι αναιρέσεως είναι ο μεν πρώτος απαράδεκτος, ο δε δεύτερος αβάσιμος.

Κατ'ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναιρέσεως.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 7-10-2009 αίτηση της Ε.Τ.Ε. Α.Ε. για αναίρεση της 3941/2009 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 2011.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 2011.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ