Legislator Case Law & Legislation
659/2009 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against bank's rejection of son's claim for damages due to mother's employment termination.

Case Number 659/2009
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Second Instance Court's decision rejecting the plaintiff's lawsuit. The plaintiff, a son, sued the bank for damages after his mother, who was employed by the bank, was terminated, preventing her from paying his maintenance. The court held that the son, as a third party, is not the directly injured party under the relevant civil code provisions and thus lacks standing to sue for these specific damages. Consequently, the appeal was rejected, and the appellant was ordered to pay the bank's legal costs.

Legislator headnote

AI generated

Articles 914 and 932 of the Civil Code; The right to claim damages for wrongful termination of employment belongs exclusively to the directly injured employee, not to a third party such as a child claiming maintenance losses.

Keywords

AI generated
standing third party wrongful termination maintenance claim directly injured party civil code provisions legal costs dismissal appeal

Cited Legislation

AI generated
Article 559 paragraph 9 of the Code of Civil Procedure
Article 914 of the Civil Code
Article 932 of the Civil Code
Article 928 paragraph 2 of the Civil Code
Article 929 paragraph 2 of the Civil Code
Article 297 of the Civil Code
Article 298 of the Civil Code

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 659 / 2009 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 659/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αθανάσιο Θεμέλη, Παναγιώτη Κομνηνάκη, Σαράντη Δρινέα (κωλυομένων των Αρεοπαγιτών Ειρήνης Αθανασίου και Βαρβάρας Κριτσωτάκη) και Νικόλαο Πάσσο, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 27 Ιανουαρίου 2009, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Χ, κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Ελένη Αξιόγλου.

Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αλέξανδρο Κλεισιούνη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12-10-2004 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Λάρισας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 69/2005 του ίδιου Δικαστηρίου και 532/2006 του Εφετείου Λάρισας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 11-1-2007 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Αθανάσιος Θεμέλης διάβασε την από 13-1-2009 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της από 11-1-2007 αίτησης για αναίρεση της 532/2006 απόφασης του Εφετείου Λάρισας.

Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά το άρθρο 559 εδ. 9 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο άφησε αίτηση αδίκαστη. Κατά τη αληθινή έννοια της διάταξης αυτής για τη θεμελίωση του προβλεπόμενου απ' αυτή λόγο αναίρεσης απαιτείται η παντελής σιωπή του δικαστηρίου της ουσίας σε αυτοτελή αίτηση των διαδίκων να υπάρχει, όχι μόνο στο αιτιολογικό, αλλά και στο διατακτικό.

Στην προκειμένη υπόθεση το Εφετείο, με την προσβαλλομένη απόφαση, με επάλληλη αιτιολογία, απέρριψε την αγωγή ως μη νόμιμη. Ειδικότερα δέχθηκε ότι ο δεύτερος ενάγων (η πρώτη ενάγουσα παραιτήθηκε από την αγωγή) και ήδη αναιρεσείων, ως τρίτο πρόσωπο, έστω και του οικογενειακού περιβάλλοντος του άμεσου θύματος της αδικοπραξίας, το οποίο υφίσταται βλάβη απ' αυτή, δεν δικαιούται να απαιτήσει όσα ζήτησε με την αγωγή του, γιατί δεν είναι ο αμέσως ζημιωθείς και η ζημία του δεν εμπίπτει στις διατάξεις των άρθρων 914 και 932 ΑΚ και ότι, εξάλλου, το έννομο συμφέρον του αναιρεσείοντος δεν είναι άμεσο, αφού δεν τον συνδέει καμμία σχέση με την εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητη, παρά μόνο η ως άνω μητέρα του που είναι η αμέσως ζημιωθείσα μπορεί να ζητήσει έννομη προστασία από την υπαίτια συμπεριφορά της αναιρεσίβλητης.

Στη συνέχεια το Εφετείο επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση που είχε κρίνει ότι ο αναιρεσίβλητος δεν νομιμοποιείται να ασκήσει την ένδικη αγωγή και είχε απορρίψει την αγωγή για το λόγο αυτό. Επομένως ο από το άρθρο 559 αρ. 9 λόγος αναίρεσης, με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο δεν δίκασε το αίτημα της αγωγής του αναιρεσείοντος για αναγνώριση του ανυποστάτου της από 11-7-2000 καταγγελίας της αναιρεσίβλητης και το συνακόλουθο αίτημα αναγνώρισης του ανυποστάτου - ακύρου του από 14-6-2001 συμβιβασμού μεταξύ της αναιρεσίβλητης και της μητέρας του αναιρεσείοντος, η οποία μέχρι της καταγγελίας παρείχε νομικές υπηρεσίες στην αναιρεσίβλητη με σύμβαση παροχής νομικών υπηρεσιών με πάγια αντιμισθία, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.

Και τούτο διότι το Εφετείο απέρριψε την αγωγή στο σύνολό της, χωρίς καμιά διάκριση ή επιφύλαξη, για έλλειψη εννόμου συμφέροντος του αναιρεσείοντος προς άσκηση της αγωγής και γιατί δεν είναι ο αμέσως ζημιωθείς από την ένδικη καταγγελία. 'Ετσι το ανωτέρω αίτημα μολονότι στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης δεν διαλαμβάνεται ιδιαίτερη αιτιολογία, θεωρείται ότι απορρίφθηκε σιωπηρά.

Συνεπώς, το Εφετείο δεν υπέπεσε στην προβλεπομένη από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 9 ΚΠολΔ πλημμέλεια, ήτοι δεν άφησε αδίκαστο το ανωτέρω αίτημα, εκ μόνου του λόγου ότι δεν ασχολήθηκε, ιδιαίτερα, με αυτό στο σκεπτικό του.

Κατά τις διατάξεις των άρθρων 914, 297 και 298 του Α.Κ., εκείνος που ζημίωσε άλλον παράνομα και υπαίτια έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει. Η αποζημίωση αυτή περιλαμβάνει τη μείωση της υπάρχουσας περιουσίας του ζημιωθέντος και το διαφυγόν κέρδος, δηλαδή εκείνο που προσδοκά κανείς με πιθανότητα σύμφωνα με τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων ή τις ειδικές περιστάσεις και ιδίως τα προπαρασκευαστικά μέτρα που έχουν ληφθεί.

Από τις ίδιες διατάξεις προκύπτει ότι αξίωση για αποζημίωση έχει μόνο εκείνος που αμέσως ζημιώθηκε από την αδικοπραξία, δηλαδή, μόνο ο φορέας ή δικαιούχος του έννομου αγαθού το οποίο προσβλήθηκε. Αντίθετα, εκείνος που εμμέσως ζημιώθηκε από την αδικοπραξία, δηλαδή, εκείνος στον οποίο προκλήθηκε ζημία από την προσβολή έννομου αγαθού άλλου προσώπου, έχει αξίωση αποζημιώσεως μόνο όταν αυτό προβλέπεται ειδικά από το νόμο (άρθρα 928 εδ.

β' και 929 εδ. β' του Α.Κ.). Τρίτα πρόσωπα έστω και του οικογενειακού περιβάλλοντος του άμεσου θύματος της αδικοπραξίας, τα οποία υφίστανται βλάβη στα περιουσιακά τους συμφέροντα ή δοκιμάζουν και αυτά ηθική βλάβη από την κατά του άμεσου θύματος αδικοπραξία είναι εμμέσως και όχι αμέσως ζημιούμενοι και η ζημία τους δεν εμπίπτει στο πεδίο προστασίας των άρθρων 914 και 932 Α.Κ..

Οι εμμέσως ζημιούμενοι τρίτοι εμπίπτουν στο προστατευτικό πεδίο του νόμου μόνο στις οριζόμενες στο νόμο εξαιρετικές περιπτώσεις όπως είναι αυτές των άρθρων 928 εδ. β' και 929 εδ. β' Α.Κ. που δεν επιδέχονται ανάλογη εφαρμογή. Στην προκειμένη περίπτωση, με την κρινόμενη αγωγή, από το δικόγραφο της οποίας παραιτήθηκε η πρώτη ενάγουσα, ο δεύτερος ενάγων και ήδη αναιρεσείων, επικαλούμενος ότι η παραιτηθείσα ενάγουσα, η οποία είναι μητέρα του, είχε προσληφθεί από την εναγομένη και τώρα αναιρεσίβλητη Τράπεζα, την 14-5-1986 με σύμβαση παροχής νομικών υπηρεσιών με πάγια μηνιαία αντιμισθία και προσέφερε τις νομικές της υπηρεσίες μέχρι την 11-7-2000, κατά την οποία η αναιρεσίβλητη προέβη σε καταγγελία της σύμβασης αυτής, η οποία (καταγγελία) είναι ανυπόστατη, παράνομη και καταχρηστική, κατά τα ειδικότερα εκτιθέμενα στην αγωγή, όπως και η γενόμενη παραίτηση της ανωτέρω πρώτης ενάγουσας και ότι αυτή συνιστά και αδικοπραξία κατά τις διατάξεις των άρθρων 914, 297, 298 και 932 Α.Κ..

Ότι ο αναιρεσείων, ως υιός της πρώτης ενάγουσας και άνεργος φοιτητής στην Πολυτεχνική Σχολή Θεσσαλονίκης, διατηρεί νόμιμο δικαίωμα διατροφής κατά της μητέρας του κατά το ποσοστό της συνεισφοράς της. Ότι λόγω της άρνησης της αναιρεσίβλητης Τράπεζας να αποδεχθεί τις υπηρεσίες της μητέρας του, κατέστη υπερήμερη περί την αποδοχή της εργασίας της, με αποτέλεσμα η μητέρα του να απολέσει το εισόδημα που εισέπραττε από την αναιρεσίβλητη με πάγια αντιμισθία και έτσι να περιέλθει εκείνη σε αδυναμία να καταβάλει στον αναιρεσείοντα το ποσοστό που της αναλογεί για την καταβολή της διατροφής του που ανέρχεται στο ποσό των 750 ευρώ μηνιαίως.

Ζήτησε δε να αναγνωρισθεί ότι η καταγγελία είναι ανυπόστατη και να υποχρεωθεί η αναιρεσίβλητη να καταβάλει στον αναιρεσείοντα συνολικά το ποσό των 28.500 (38 μήνες επί 750) ευρώ, ως αποζημίωση για τη ζημία που αυτός υπέστη από τη στέρηση της διατροφής του από τη μητέρα του, λόγω της υπαίτιας και παράνομης συμπεριφοράς της αναιρεσίβλητης.

Με αυτά το περιεχόμενο και αίτημα η κρινόμενη αγωγή είναι μη νόμιμη και ως τέτοια έπρεπε να απορριφθεί. Και τούτο διότι ο ενάγων, κατά τα προεκτεθέντα, είναι τρίτο πρόσωπο, έστω και του οικογενειακού περιβάλλοντος του άμεσου θύματος της αδικοπραξίας, το οποίο υφίσταται βλάβη από αυτήν, ως τέτοιο (τρίτο πρόσωπο) δεν δικαιούται να ζητήσει τα αναφερόμενα με την αγωγή, καθόσον είναι ο εμμέσως και όχι ο αμέσως ζημιούμενος και η ζημία του δεν εμπίπτει στο πεδίο προστασίας των άρθρων 914 και 932 Α.Κ..

Επομένως, το Εφετείο, το οποίο με την προσβαλλόμενη απόφαση, απέρριψε την αγωγή ως μη νόμιμη, επικυρώνοντας κατά τούτο την πρωτόδικη απόφαση, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις και τα αντίθετα που υποστηρίζονται με τον δεύτερο, προφανώς από το άρθρο 559 παρ. 1 ΚΠολΔ (δεν επικαλείται στο αναιρετήριο σχετική διάταξη) λόγο αναίρεσης είναι αβάσιμα και πρέπει να απορριφθούν όπως πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η αίτηση αναίρεσης.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 11-1-2007 αίτηση του Χ για αναίρεση της 532/2006 απόφασης του Εφετείου Λάρισας. Και

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε χίλια διακόσια (1.200) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 17 Φεβρουαρίου 2009. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 17 Μαρτίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ