Legislator Case Law & Legislation
659/2007 AI generated

Supreme Court allows appeal against appeal against payment order due to appellate court's improper consideration of sworn affidavit submitted after hearing.

Case Number 659/2007
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court allowed the fourth ground of appeal, ruling that the Court of Appeals improperly considered a sworn affidavit submitted after the hearing. The appellant argued the appellate court relied on evidence not legally presented during the trial. The court found the appellate court accepted the affidavit to prove the appeal's merits despite it being introduced only for defense after the hearing concluded.

Legislator headnote

AI generated

Articles 632(3), 635 et seq., 237(1), 270(1), 524(1), 527, 529, 591(1) of the Code of Civil Procedure; The appellate court must not consider evidence not legally presented during the hearing, and grounds of appeal based on such improper consideration are admissible.

Keywords

AI generated
Code of Civil Procedure payment order appeal evidence admissibility sworn affidavit timing improper evidence consideration

Cited Legislation

AI generated
Articles 632(3), 635 et seq., 237(1), 270(1), 524(1), 527, 529, 591(1) of the Code of Civil Procedure
Article 559(11)(b) of the Code of Civil Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 659 / 2007 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 659/2007

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές:Γεώργιο Χλαμπουτάκη Αντιπρόεδρο, Ιωάννη Παπανικολάου, Ρένα Ασημακοπούλου, Χαράλαμπο Ζώη και Αθανάσιο Κουτρουμάνο, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 29 Ιανουαρίου 2007, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: .... , που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Σπυρίδωνα Ασημακόπουλο.

Του αναιρεσίβλητου:... , που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Θεόδωρο Ζέρβα, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 9-7-2003 ανακοπή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 7190/2004 του ίδιου Δικαστηρίου και 1466/2005 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 19-7-2005 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Ιωάννης Παπανικολάου ανέγνωσε την από 14-3-2006 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στην σύνθεση του Δικαστηρίου αυτού ήδη Αντιπροέδρου Δημητρίου Λοβέρδου, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτός ο τέταρτος λόγος αναιρέσεως, κατά το πρώτο και δεύτερο μέρος του και να απορριφθούν οι λοιποί λόγοι αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις διατάξεις των άρθρων 632 παρ.3, 635 επ. (όπως ισχύουν μετά τη νομοθετική παρέμβαση με το ν.2915/2001), 237 παρ.1, 2 και 3 (όπως οι παράγραφοι 1 και 3 αντικαταστάθηκαν με το άρθρο 7 παρ. 1 και 2 του ν.2915/2001 και το τελευταίο τροποποιήθηκε δυνάμει του άρθρου 7 παρ. 1 και 2 ν.3043/2002), 270 παρ. 1, 2 και 6 (όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 12 ν.2915/2001 και το τελευταίο τροποποιήθηκε με το άρθρο 7 παρ. 4 ν.3043/2002), 524 παρ. 1 (όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 16 ΙΙΙ ν.2915/2001), 527, 529 (όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 16 V ν.2915/2001) και 591 παρ. 1 (όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 19 ν.2915/2001) του ΚΠολΔ προκύπτει ότι και στην ειδική διαδικασία των διαφορών από πιστωτικούς τίτλους, κατά την οποία εκδικάζεται η ανακοπή κατά διαταγής πληρωμής, που έχει εκδοθεί επί τη βάσει επιταγής, ενώπιον του Εφετείου οι διάδικοι πρέπει μαζί με τις προτάσεις τους, το αργότερο κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο, να καταθέσουν, προαποδεικτικώς, και όλα τα αποδεικτικά και διαδικαστικά έγγραφα, τα οποία επικαλούνται και προσκομίζουν με τις προτάσεις τους.

Μετά το πέρας της συζήτησης στο ακροατήριο και έως τη δωδέκατη ώρα της τρίτης εργάσιμης ημέρας από τη συζήτηση οι διάδικοι μπορούν να καταθέσουν προσθήκη στις προτάσεις τους, η οποία περιορίζεται στην αξιολόγηση των αποδείξεων και ακόμη επιτρέπεται, πλέον του σχολιασμού αυτού, να προταθούν, με την ενλόγω προσθήκη, ισχυρισμοί και να προσκομισθούν ένορκες βεβαιώσεις, έγγραφα και γνωμοδοτήσεις, κατά το άρθρο 390 ΚΠολΔ, μόνο για την αντίκρουση ισχυρισμών που προτάθηκαν παραδεκτώς για πρώτη φορά κατά τη συζήτηση.

Έτσι, στην κατ΄ έφεση δίκη, κατά την ειδική διαδικασία των πιστωτικών τίτλων, η επίκληση και προσκομιδή όλων των αποδεικτικών μέσων, μεταξύ των οποίων και το ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο των ενόρκων βεβαιώσεων, μετά την τήρηση της νόμιμης προδικασίας του άρθρου 270 παρ. 2 ΚΠολΔ, πρέπει να γίνεται κατά τη συζήτηση της υπόθεσης στο ακροατήριο, οπότε όλοι οι αυτοτελείς ισχυρισμοί προτείνονται προφορικά και όσοι δεν περιέχονται στις προτάσεις καταχωρίζονται στα πρακτικά, ενώ μετά το πέρας της συζήτησης, με την εμπροθέσμως κατατιθέμενη προσθήκη στις προτάσεις, επιτρέπεται μόνον ο σχολιασμός των αποδείξεων που έχουν ήδη προσκομισθεί κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο και επί πλέον, με την εν λόγω προσθήκη, παραδεκτώς προτείνονται ισχυρισμοί και προσκομίζονται ένορκες βεβαιώσεις, έγγραφα και γνωμοδοτήσεις, κατά την ΚΠολΔ 390, μόνο για την αντίκρουση ισχυρισμών που προτάθηκαν παραδεκτώς για πρώτη φορά κατά τη συζήτηση.

Επίκληση και προσκομιδή αποδεικτικού μέσου ενώπιον του Εφετείου, δικάζοντος κατά την ειδική διαδικασία των πιστωτικών τίτλων, προς απόδειξη ή ανταπόδειξη, άμεση ή έμμεση, των ισχυρισμών των διαδίκων, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, εντός των τριών εργασίμων ημερών από τη συζήτηση, με την προσθήκη στις προτάσεις τους, είναι απαράδεκτη, εκτός και αν αφορά την αντίκρουση ισχυρισμών που προτάθηκαν για πρώτη φορά κατά τη συζήτηση στο Εφετείο και στην περίπτωση που το Εφετείο έλαβε υπόψη τέτοιες αποδείξεις, χωρίς να βεβαιώνει ότι συντρέχει περίπτωση παραδεκτού κατά την ΚΠολΔ 591 παρ. 1 περ.

δ΄, όπως, κατά τα άνω, ισχύει, υποπίπτει στις πλημμέλειες του άρθρου 559 αριθ. 11 και 14 ΚΠολΔ (ΑΠ Ολ. 707/1974, ΑΠ 1672/2000). Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση και τα λοιπά διαδικαστικά έγγραφα, το Εφετείο, δικάζοντας κατά τη διαδικασία των άρθρων 635 επ. ΚΠολΔ, όπως ισχύουν μετά το ν.2915/2001, επί της από 26.4.2004 έφεσης του ανακόπτοντος και ήδη αναιρεσιβλήτου κατά της 7190/2004 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, που απέρριψε, αντιμολία των διαδίκων, την από 9.7.2003 ανακοπή του κατά της 15859/2003 διαταγής πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, που εκδόθηκε με βάση τραπεζικές επιταγές, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε, μετά των άλλων αποδεικτικών μέσων, κατά κύριο λόγο και ισοδυνάμως με αυτά, όπως βεβαιώνεται στην αναιρεσιβαλλομένη, και την υπ΄ αριθμ. 674/2005 ένορκη βεβαίωση του .... , ως μάρτυρα, ενώπιον της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης .... , δέχθηκε την έφεση, εξαφάνισε την εκκαλουμένη και αφού δέχθηκε την ανακοπή στην ουσία της, ακύρωσε την ανακοπτόμενη διαταγή πληρωμής.

Η συζήτηση της έφεσης ενώπιον του Εφετείου, μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλομένη, έλαβε χώρα την 13.1.2005 και ώρα 10.00 και η εν λόγω ένορκη βεβαίωση λήφθηκε, με επιμέλεια του ανακόπτοντος - εκκαλούντος, την 11.25΄ ώρα της 13.1.2005. Οι δε προτάσεις του εκκαλούντος και ήδη αναιρεσιβλήτου κατατέθησαν την παραμονή της συζήτησης στο Εφετείο της έφεσής του, δηλαδή την 11.50΄ ώρα της 12.1.2005.

Ήταν δε αδύνατον να επικαλεσθεί και προσκομίσει ο αναιρεσίβλητος την επίμαχη ένορκη βεβαίωση μέχρι το πέρας της συζήτησης ενώπιον του Εφετείου, αφού λήφθηκε μετά τη συζήτηση εκείνη. Πράγματι, όπως προκύπτει από τις προτάσεις του αναιρεσιβλήτου στην κατ΄ έφεση εκείνη δίκη, αυτός επικαλέστηκε και προσκόμισε την εν λόγω ένορκη βεβαίωση στις 18.1.2005 και ώρα 11.00΄, με την προσθήκη των προτάσεων αυτών κατά το εργάσιμο τριήμερο μετά τη συζήτηση, κατά την οποία εκδόθηκε η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, χωρίς, μάλιστα, να προβάλλει ότι την προσκομίζει προς αντίκρουση συγκεκριμένου ισχυρισμού, που προτάθηκε το πρώτον, από την εφεσίβλητη, κατά τη συζήτηση στο Εφετείο, προς άμυνα κατά της έφεσης.

Συνεπώς, το Εφετείο έλαβε υπόψη παρά το νόμο, κατά τα αναλυτικώς προεκτιθέμενα, την εν λόγω ένορκη βεβαίωση, προς απόδειξη ουσιώδους ισχυρισμού, ήτοι του λόγου της ανακοπής, όπως αυτός επαναφέρθηκε προς έρευνα ενώπιόν του με την έφεση, χωρίς να βεβαιώνει ή να δέχεται στην προσβαλλόμενη απόφασή του, ότι η ένορκη αυτή βεβαίωση προσκομίστηκε μόνο για την αντίκρουση ισχυρισμών, που προτάθηκαν για πρώτη φορά κατά τη συζήτηση στο Εφετείο από την εφεσίβλητη και ήδη αναιρεσείουσα, προς άμυνα κατά της έφεσης. Εντεύθεν έπεται ότι ο τέταρτος λόγος αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αριθ. 11 περ. β΄ ΚΠολΔ, ότι το Εφετείο παρά το νόμο έλαβε υπόψη το ως άνω αποδεικτικό μέσο της ένορκης βεβαίωσης, του οποίου δεν έγινε νόμιμη επίκληση και προσαγωγή, πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος. Κατ΄ ακολουθίαν, παρελκούσης της ερεύνης των λοιπών λόγων αναιρέσεως, πρέπει ν΄ αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση, που χρειάζεται περαιτέρω έρευνα, προς εκδίκαση, στο ίδιο Δικαστήριο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές (ΚΠολΔ 580 παρ. 3).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 1466/2005 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές. Και

Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσείουσας, την οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων πεντακοσίων (1.500) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 21 Φεβρουαρίου 2007.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 26 Μαρτίου 2007.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ