Appeal dismissed; burden of proof error not found; appeal rejected for lack of admissibility.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal filed by the heirs against the First Instance Court's judgment regarding a water servitude dispute. The appellants argued that the lower court incorrectly allocated the burden of proof concerning the extinction of the servitude due to unavailability. The court ruled that the lower court's negative phrasing did not constitute an error in assigning the burden of proof, as the evidence presented by the respondents was insufficient to prove the servitude's extinction. Consequently, the appeal was rejected, and the appellants were ordered to pay the legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArt. 559 no. 13 of the Code of Civil Procedure; The misallocation of the burden of proof regarding the existence of positive conditions for a legal consequence constitutes a ground for appeal only if the court incorrectly identified the party bearing the risk of uncertainty.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 658 / 2023 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 658/2023
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ευδοξία Κιουπτσίδου - Στρατουδάκη, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, Ιωάννα Κλάπα - Χριστοδουλέα, Χρήστο Κατσιάνη, Ασημίνα Υφαντή και Γεώργιο Παπαγεωργίου - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 24 Οκτωβρίου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Μ. χήρας Π. Κ., 2) Α. Κ. του Π., 3) Σ. Κ. του Π., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Δημήτριο Μασούρα με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσαν προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Π. χήρας Ν. Κ., κατοίκου ..., 2) Κ. - Μ. Κ. του Ν., κατοίκου ..., ατομικά και ως ασκούντος από κοινού με την Ε. Μ. - Κ., τη γονική μέριμνα και την επιμέλεια του ανηλίκου τέκνου τους Ν. Κ., 3) Α. Κ. του Ν., 4) Ε. Μ. του Ι., συζύγου ..., κατοίκου ..., ως ασκούσας από κοινού με τον ... τη γονική μέριμνα και την επιμέλεια του ανηλίκου τέκνου τους Ν. Κ., ως κληρονόμων εκ διαθήκης και καθολικών διαδόχων του αποβιώσαντος αρχικώς ενάγοντα Ν. Κ. του Α., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Παυλίνα Ζιάκα που ανακάλεσε την από 20/10/2022 δήλωση για παράσταση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, παραστάθηκε στο ακροατήριο και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 16/6/2006 και 23/4/2007 αγωγές, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Λευκάδας και συνεκδικάστηκαν.
Εκδόθηκε η 290/2008 μη οριστική απόφαση του ιδίου Δικαστηρίου, που διέταξε την αναβολή της συζήτησης. Επανήλθαν προς συζήτηση στο Μονομελές Πρωτοδικείο Λευκάδας και συνεκδικάστηκαν με τις από 12/2/2010 αγωγή και από 17/12/2010 αγωγή - κύρια παρέμβαση. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 109/2012 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 55/2014 του Μονομελούς Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδος. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε ο ήδη αποβιώσας Ν. Κ. του Α. με την από 12/3/2015 αίτησή του επί της οποίας εκδόθηκε η 292/2016 απόφαση του Αρείου Πάγου που αναίρεσε την 55/2014 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδος και παρέπεμψε την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο συντιθέμενο από άλλους δικαστές.
Εκδόθηκε η 117/2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδας, την αναίρεση της οποίας ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 30/3/2020 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Η πληρεξούσια των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ, επισκόπηση, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, των σχετικών διαδικαστικών εγγράφων, προκύπτει ότι η διαδρομή της ένδικης υπόθεσης, που κατέληξε στο προκείμενο στάδιο εκδίκασής της, είναι η εξής: Με την υπό κρίση, από 30-3-2020 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η, αντιμωλία των διαδίκων και κατά την τακτική διαδικασία εκδοθείσα, με αριθμό 117/2019 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδας, η οποία, μετά από αναίρεση της προεκδοθείσας με αριθμό 55/2014 απόφασης του ίδιου δικαστηρίου, με την 292/2016 απόφαση του Αρείου Πάγου, απέρριψε ως απαράδεκτη την από 6-7-2012 και με αρ. έκθ. κατάθ. …/2012 έφεση, και απέρριψε κατ' ουσία την από 3-9-2012 με αρ. κατ. …/2012 έφεση, κατά της εκδοθείσας αντιμωλία των διαδίκων, με αριθμό 109/2012 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λευκάδας, με την οποία είχαν γίνει δεκτές εν μέρει η από 2-8-2006 και η από 12 -2-2010 αγωγές αποζημίωσης, που ασκήθηκαν από τον δικαιοπάροχο των αναιρεσιβλήτων. Η αίτηση αναίρεσης έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ).
Συνεπώς είναι παραδεκτή (αρθρ. 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (αρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Από τις διατάξεις των άρθρων 914, 297 και 298 ΑΚ προκύπτει, ότι προϋποθέσεις της ευθύνης για αποζημίωση από αδικοπραξία είναι α) ζημιογόνος συμπεριφορά (πράξη ή παράλειψη) β) παράνομος χαρακτήρας της πράξης ή παράλειψης, γ) υπαιτιότητα και δ) συνδρομή αιτιώδους συνάφειας μεταξύ ζημιογόνου συμπεριφοράς και αποτελέσματος, δηλαδή της ζημίας.
Η αιτιώδης αυτή συνάφεια υπάρχει όταν, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας (άρθρο 336 παρ. 4 ΚΠολΔ), η φερόμενη ως ζημιογόνος πράξη ή παράλειψη, κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων ή τις ειδικές περιστάσεις της συγκεκριμένης περίπτωσης (άρθρο 298 ΑΚ), ήταν επαρκώς ικανή (πρόσφορη) να επιφέρει το επιζήμιο αποτέλεσμα, επέφερε δε πράγματι τούτο στη συγκεκριμένη περίπτωση.
Περαιτέρω ο από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν δεν προκύπτουν επαρκώς από τις παραδοχές της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης τα περιστατικά που είναι αναγκαία στη συγκεκριμένη περίπτωση για την κρίση του δικαστηρίου περί της συνδρομής των νόμιμων όρων και προϋποθέσεων της διάταξης που εφαρμόστηκε ή, περί της μη συνδρομής τούτων, η οποία αποκλείει, την εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση έχει, ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες σχετικά με το χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, όχι δε όταν υφίστανται ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται σαφώς (Ολ.
ΑΠ 1/1999, Ολ. ΑΠ 24/1992). Ως ζητήματα δε των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο αντιφατικό ή ανεπαρκή, στερεί από νόμιμη βάση την απόφαση, νοούνται οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν, δηλαδή, στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όπως είναι και τα αναγκαία, κατά νόμο προς στήριξη της αγωγής ή κάποιας νόμιμης ένστασης περιστατικά, όχι όμως και τα νομικά ή πραγματικά επιχειρήματα που συνέχονται με την ερμηνεία του νόμου ή την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για τα οποία ή έλλειψη, η αντιφατικότητα ή η ανεπάρκεια της αιτιολογίας δεν ιδρύει λόγο αναίρεσης (ΑΠ 502/2007).
Ειδικότερα αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που αναγράφονται σε αυτήν και στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμα της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή η μη της συγκεκριμένης ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.
Αντίστοιχα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι όμως όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση των αποδείξεων εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 15/2006).
Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΑΠ 1987/2007).
Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία", ώστε στο πλαίσιο της διάταξης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ να επιδέχονται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια.
Ούτε εξάλλου ιδρύεται ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ εξ αιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων (ΑΠ 1420/2013). Εξάλλου η επιταγή του αρθ. 340 εδαφ. β' ΚΠολΔ, σύμφωνα με την οποία στην απόφαση πρέπει να αναφέρονται οι λόγοι που οδήγησαν το δικαστή να σχηματίσει την πεποίθηση του, δεν σημαίνει ότι αυτός υποχρεούται να επιλαμβάνεται ιδιαιτέρως και να αναλύει διεξοδικώς τα αποδεικτικά μέσα που έχουν προσαχθεί από τους διαδίκους ή τα επιχειρήματα που έχουν προβάλει αυτοί (ΑΠ 1391/1992).
Με τη διάταξη του άρθρου 579 παρ. 1 του ΚΠολΔ ορίζεται ότι, αν αναιρεθεί η απόφαση οι διάδικοι επανέρχονται στην κατάσταση, που υπήρχε πριν από την απόφαση, που αναιρέθηκε και η διαδικασία, πριν από την απόφαση αυτή, ακυρώνεται, μόνο εφόσον στηρίζεται στην παράβαση, για την οποία έγινε δεκτή η αναίρεση. Κάθε απόφαση, που στηρίζεται σε αυτήν που αναιρέθηκε, αναιρείται, εφόσον οι λόγοι της αναίρεσης αναφέρονται και σε αυτήν.
Από τη διάταξη αυτή, προκύπτει ότι, με την αναίρεση της απόφασης, κατά το μέτρο παραδοχής της αντίστοιχης αίτησης, ως προς τα πληγέντα κεφάλαια και τα αρρήκτως συνδεόμενα με αυτά που συναναιρούνται και ειδικότερα, στην περίπτωση της εν μέρει αναίρεσης, κατά τα αναιρεθέντα κεφάλαια και στην περίπτωση της εν όλω αναίρεσης - η οποία συντρέχει και όταν ο αναιρετικός λόγος, που έγινε δεκτός, πλήττει, κατά νομική ακολουθία, το κύρος της όλης απόφασης, σύμφωνα με το διατακτικό της αναιρετικής, αλλά σε συνδυασμό και με το αιτιολογικό της - κατά το σύνολο αυτής, οι διάδικοι επανέρχονται στην κατάσταση που υπήρχε πριν από τη συζήτηση, επί της οποίας εκδόθηκε η αναιρεθείσα απόφαση, δηλαδή αναβιώνει η αίτηση παροχής έννομης προστασίας, έφεση, αγωγή, κ.λ.π.
Στο σύνολό της θεωρείται ότι αναιρείται η απόφαση, όταν η αναιρετική, κατά το διατακτικό της, δεν περιορίζει, με σχετική διάταξη αυτού, την αναίρεση σε ορισμένο ή ορισμένα κεφάλαια της όλης δίκης ή ως προς μερικούς μόνον από τους διαδίκους (Ολ. Α.Π. 27/2007). Έτσι, αν αναιρεθεί η απόφαση του Εφετείου και δεν πρόκειται για τις περιπτώσεις του άρθρου 580 παρ. 1 και 2 του ΚΠολΔ, δηλαδή για υπέρβαση δικαιοδοσίας ή παράβαση των διατάξεων των σχετικών με την αρμοδιότητα, αναβιώνει η πρωτόδικη απόφαση και η κατ' αυτής έφεση, που θα κριθεί πάλι από το Εφετείο.
Το Εφετείο, ως δικαστήριο της παραπομπής, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 580 παρ. 3, 581 παρ. 2 και 3, 579 παρ. 1 του ΚΠολΔ, επανεκδικάζει την έφεση ως προς το κεφάλαιο, στο οποίο αναφέρεται η παράβαση, για την οποία η αναίρεση και τα αρρήκτως με αυτό συνδεόμενα κεφάλαια και δεν περιορίζεται στο νομικό ζήτημα, περί του οποίου ο γενόμενος δεκτός λόγος αναίρεσης, αλλά η υπόθεση επανεκδικάζεται, κατά το εκκληθέν μέρος, επί του οποίου, με την απόφασή του, αποφαίνεται το δικαστήριο της παραπομπής.
Το τελευταίο δεσμεύεται, κατά τη διάταξη του άρθρου 580 παρ. 4 του ΚΠολΔ μόνο ως προς τα νομικά ζητήματα, που έλυσε η παραπεμπτική απόφαση του Αρείου Πάγου, όχι όμως και από τις διαπιστώσεις της απόφασης που αναιρέθηκε, ως προς τα πραγματικά γεγονότα, δυνάμενο να εκτιμήσει διαφορετικά τις αποδείξεις, από ότι η αναιρεθείσα, χωρίς να δεσμεύεται, ούτε, ως προς το σημείο αυτό, από εκείνη (Α.Π. 682/2014, Α.Π. 15/2014, Α.Π. 1614/2008, Α.Π. 1606/2007).
Τα νομικά ζητήματα, για τα οποία κάνει λόγο το άρθρο αυτό, μπορεί να ανάγονται είτε στο ουσιαστικό, είτε στο δικονομικό δίκαιο (Α.Π. 295/2007 Α.Π. 479/2010, Α.Π. 542/2017, Α.Π. 631/2018), γεγονός που προκύπτει τόσο από την αδιάστικτη διατύπωση της διάταξης, όσο και από το ότι, η παραπομπή διατάσσεται επί αναίρεσης, για παράβαση όχι μόνο του ουσιαστικού, αλλά και του δικονομικού δικαίου.
Επομένως, αν αναιρεθεί η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας και ο Άρειος Πάγος παραπέμψει την υπόθεση, προς περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο δικαστήριο, αυτό δεσμεύεται ως προς το νομικό ζήτημα, που έλυσε ο Άρειος Πάγος. Αν ασκηθεί δε (νέα) αναίρεση κατά της αποφάσεως του δικαστηρίου της παραπομπής, ο Άρειος Πάγος αυτοδεσμεύεται από την προηγούμενη απόφασή του (Α.Π. 1297/2010, Α.Π. 1708/2014, Α.Π. 2083/2007, Α.Π. 2141/2007).
Περαιτέρω, ο αναιρετικός λόγος του άρθρου 559 αριθμός 18 του ΚΠολΔ, όπως συνάγεται από τον συνδυασμό της διάταξης αυτής, προς τις διατάξεις των άρθρων 580 παρ. 4 και 581 παρ. 2 του ιδίου άρθρου, ιδρύεται όταν το δικαστήριο της παραπομπής δεν συμμορφωθεί προς την αναιρετική απόφαση, δηλαδή δεν ακολουθήσει, όσον αφορά το νομικό ζήτημα, που κρίθηκε με την αναιρετική απόφαση, τη λύση που δόθηκε από τον Άρειο Πάγο (Α.Π. 736/2011, Α.Π. 1708/2008).
Η κρίση, που εκφέρεται με την αναιρετική απόφαση ότι η αγωγή είναι νομικά βάσιμη, ενόψει του ότι εμπεριέχει αναγκαίως την κρίση ότι αυτή είναι και ορισμένη, ως περιέχουσα όλα τα απαιτούμενα από το άρθρο 216 παρ. 1 του ΚΠολΔ στοιχεία, συνεπάγεται δέσμευση του δικαστηρίου της παραπομπής και ως προς το τελευταίο αυτό ζήτημα, το οποίο δεν υπόκειται σε επανεξέταση από το δικαστήριο αυτό (Α.Π. 1499/2014, Α.Π. 2017/2007).
Εφόσον, δε, το Δικαστήριο της παραπομπής συμμορφώθηκε με την αναιρετική απόφαση, ως προς το νομικό ζήτημα που έλυσε, (άρθρο 562 παρ. 1 του ΚΠολΔ - Α.Π. 1141/2003, Α.Π. 472/2007), συντρέχει το απαράδεκτο αυτό, αν ο αναιρεσείων προβάλλει ότι, κακώς συμμορφώθηκε το δικαστήριο της παραπομπής, με το επιλυθέν από την απόφαση του Αρείου Πάγου νομικό ζήτημα, διότι η δοθείσα από την τελευταία απόφαση λύση, είναι εσφαλμένη (πρβλ.
Α.Π. 199/2012). Με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην πληττόμενη απόφαση αιτιάσεις, από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενοι κατά το πρώτο σκέλος αυτού ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο κατέληξε στο πόρισμά του, διαλαμβάνοντας ανεπαρκείς αιτιολογίες : α) αναφορικά με το ουσιώδες ζήτημα της υπαιτιότητας τους ως προς τον κρίσιμο χρόνο, β) ως προς την αιτιότητα μεταξύ ζημίας και της συμπεριφοράς τους, και κατά το δεύτερο σκέλος αυτού ως προς την αναφερόμενη αντιφατική αιτιολογία, αφού η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε αφενός μεν ότι η επίδικη δουλεία δεν αποσβέστηκε το 2008 λόγω αχρησίας, και ότι απλώς εμποδιζόταν στην άσκησή της ο ενάγων, και συγχρόνως ότι καθ όλο το χρονικό διάστημα ο Ν.
Κ. εμποδιζόταν από τους εναγόμενους να ποτίσει τα δέντρα του, παραβιάζοντας με αυτό τον τρόπο εκ πλαγίου τις διατάξεις των άρθρων 914 και 298 ΑΚ. Στην προκείμενη περίπτωση από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλομένης απόφασης για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου προκύπτει ότι το Εφετείο, μετ' ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων, δέχθηκε τα ακόλουθα:
"Κατά το έτος 1962 ο Α. Κ., πατέρας του ενάγοντος Ν. Κ. και του δικαιοπάροχου των εναγόμενων Π. Κ., από κοινού με τους Κ. Κ., Δ. Κ. του Π., Θ. Κ. και Χ. Κ. προέβησαν στην κατασκευή γεώτρησης σε αγροτικό ακίνητο, εκτάσεως ενός στρέμματος περίπου, το οποίο βρίσκεται στη θέση "..." της κτηματικής περιφέρειας Π. Β. Α. και ανήκει στον Π.
Κ.. Τα χρήματα για την κατασκευή της γεωτρήσεως προήλθαν από δάνειο που έλαβαν οι ανωτέρω από την Αγροτική Τράπεζα για την άρδευση των κτημάτων τους, μαζί δε με τη γεώτρηση κατασκευάσθηκε και επιφανειακός αγωγός με σωλήνες για τη μεταφορά του νερού στις καλλιέργειες. Στη συνέχεια, λόγω της συνεχούς χρήσης, το έτος 1970 περίπου, ο επιφανειακός αγωγός, αντικαταστάθηκε με νέο υπόγειο αγωγό, αποτελούμενο από πλαστικούς σωλήνες, οι οποίοι εκτείνονταν σε μήκος 1200 μέτρων αρχικά, ενώ κατά τα έτη 1976- 1977 επεκτάθηκε σε συνολικό μήκος δύο χιλιομέτρων περίπου.
Η εν λόγω γεώτρηση ανήκε από κοινού σε όλους τους κατασκευαστές , σε ποσοστό 1/5 εξ αδιαιρέτου , οι οποίοι έκαναν χρήση αυτής, κατόπιν συμφωνίας τους, σε ίσα τακτά χρονικά διαστήματα και απέκτησαν την οιονεί νομή αντλήσεως ύδατος για την άρδευση των κτημάτων τους. Στον οικίσκο της γεώτρησης, κάθε αρδευτική περίοδο, οι δικαιούχοι αναρτούσαν πίνακα για τον τρόπο και το χρόνο χρήσης του νερού καθενός από αυτούς.
Ακολούθως το έτος 1972 απεβίωσε ο Α. Κ. χωρίς διαθήκη, με αποτέλεσμα η ως άνω οιονεί νομή αντλήσεως ύδατος να μεταβιβασθεί στα τέκνα του ως εξ αδιαθέτου κληρονόμους του, ήτοι στον Ν. Κ. (ενάγοντα), στον Π. Κ. (σύζυγο της πρώτης και πατέρα των δεύτερου και τρίτου των εναγόμενων), στον Δ. Κ. και στην Κ. Κ., οι οποίοι ρύθμισαν τη χρήση του μεριδίου τους επί του νερού της γεωτρήσεως και αποφάσισαν ότι η Κ.
Κ. θα χρησιμοποιεί και το μερίδιο του ενάγοντα αδελφού της Ν. Κ. από τη γεώτρηση. Έκτοτε, η τελευταία χρησιμοποιούσε το νερό της γεωτρήσεως για την άρδευση των κτημάτων της , των κτημάτων του ενάγοντα αδελφού της, αλλά και των κτημάτων του Δ. Κ., τα οποία είχε μισθώσει από αυτόν, ευρισκόμενη έτσι στη νομή της κοινής γεωτρήσεως.
Κατά το έτος 1980 με το υπ' αριθ. …./1980 διανεμητήριο συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Βόνιτσας Γλυκερίας Αποστολοπούλου-Διακογιάννη, οι ως άνω κληρονόμοι του Α. Κ. διένειμαν την εξ αδιαιρέτου ακίνητη περιουσίας τους, στην οποία περιλαμβανόταν και ο κείμενος στη θέση "..." ... αγρός, εκτάσεως 32 στρεμμάτων. Από τη διανομή αυτή, ο Ν.
Κ. έλαβε τμήμα γης εμβαδού 9.353 τ.μ. που συνορεύει με ιδιοκτησίες Παντελή .... και τη θάλασσα του Α. Κόλπου.. Επίσης, εφόσον το ακίνητο του κληρονομούμενου Α. Κ. είχε οιονεί νομή αντλήσεως ύδατος, μετά τη διαίρεση του δεσπόζοντος ακινήτου, το δικαίωμα αυτό εξακολούθησε να υπάρχει για έκαστο των τμημάτων τα οποία προέκυψαν από τη διανομή, μεταξύ των οποίων και το ακίνητο του Ν.
Κ.. Κατά συνέπεια, οι κληρονόμοι του Α. Κ. το έτος 1982, μετά συμπλήρωση εικοσαετίας, απέκτησαν δουλεία αντλήσεως ύδατος συνεπεία έκτακτης χρησικτησίας, προσμετρούμενης και της νομής του δικαιοπαρόχου τους. Οι εναγόμενοι, οι οποίοι είναι εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του Π. Κ. κατά ποσοστό 2/8 η πρώτη και 3/8 ο καθένας από τους λοιπούς, ισχυρίζονται ότι ο ενάγων ποτέ δεν εγκαταστάθηκε στη νομή της γεωτρήσεως, διότι ο Α.
Κ., όταν ζούσε, είχε μοιράσει άτυπα την περιουσία στα τέκνα του και ολόκληρο το δικαίωμά του επί της γεωτρήσεως είχε λάβει ο δικαιοπάροχός τους. Ο ισχυρισμός αυτός δεν αποδείχθηκε από κανένα αποδεικτικό στοιχείο. 'Εξάλλου ο Α. Κ. πέθανε χωρίς διαθήκη και οι κληρονόμοι του εγκαταταστάθηκαν στη νομή έστω και χωρίς να έλθουν σε επαφή με το πράγμα.
Ισχυρίζονται ακόμη ότι ο ενάγων απώλεσε τη νομή διότι αδιαφόρησε για τη γεώτρηση και αποξενώθηκε τελείως απ' αυτήν. Ο ισχυρισμός αυτός επίσης δεν αποδείχθηκε. Αντίθετα αποδείχθηκε ότι η Κ. Κ. ενεργούσε και για λογαριασμό του ενάγοντος - εκκαλούντος και ασκούσε το δικαίωμά του επί της γεωτρήσεως, δηλαδή πότιζε τα κτήματα που καλλιεργούσε και χορηγούσε αντί αμοιβής νερό σε άλλους.
Ισχυρίζονται ακόμη ότι μόνο ο δικαιοπάροχός τους Π. Κ. είχε την επιμέλεια για τη συντήρηση και καλή λειτουργία της γεωτρήσεως, όσον αφορά το δικαίωμα αντλήσεως ύδατος που κληρονομήθηκε, δηλαδή το 1/5 εξ αδιαιρέτου, ότι αυτός με δικά του αποκλειστικά έξοδα αντικατέστησε τους σωλήνες το έτος 1976-1977 και ότι με αυτή την ενέργεια έκανε γνωστό και στον αδελφό του ενάγοντα - συγκληρονόμο του ότι νέμονταν αποκλειστικά για τον εαυτό του το δικαίωμα του αποβιώσαντος πατέρα τους.
Το γεγονός ότι ο δικαιοπάροχος των εναγόμενων με δικά του έξοδα αντικατέστησε τους σωλήνες το έτος 1976 δεν αποτελεί και δήλωση αυτού περί αποκλειστικής νομής του κοινού πράγματος, ούτε αυτό αναιρεί το δικαίωμα αντλήσεως ύδατος του ενάγοντος, αλλά θεμελιώνει αξίωση των εναγόμενων για την καταβολή των δαπανών, που αναλογούν στη μερίδα του.
Περαιτέρω, ο ενάγων, όταν έλαβε στη νομή και κατοχή του τον ως άνω αγρό εκτάσεως 9.353 τ.μ. και γνωρίζοντας ότι έχει το εξ υπαρχής εξ αδιαιρέτου δικαίωμα επί της γεωτρήσεως και του αντλούμενου ύδατος, φύτεψε μεταξύ άλλων δένδρων και 148 ελαιόδενδρα. Πλην όμως οι εναγόμενοι αρνήθηκαν το γεγονός ότι αυτός έχει δικαίωμα επί της γεωτρήσεως και τον εμπόδισαν να ποτίσει τα δένδρα από με βάνα και από τον αγωγό, με αποτέλεσμα να υποστεί ζημία.
Τότε αυτός άσκησε την από 12-3-2002 (με αριθ. κατ. 33/2002) αγωγή αποζημιώσεως, που αφορούσε το χρονικό διάστημα από το έτος 1996 έως το έτος 2002. Με την 444/2005 απόφαση του Εφετείου Πατρών, που εκδόθηκε μετά την άσκηση εφέσεως κατά της υπ' αριθ. 159/2003 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λευκάδος, αφού κρίθηκε ότι ο ενάγων, υπέστη ζημία κατά το ανωτέρω χρονικό διάστημα, έγινε εν μέρει δεκτή η αγωγή ως βάσιμη και κατ' ουσία και απορρίφθηκε η ένσταση παραγραφής.
Συνεπώς με την ανωτέρω με αριθ. 444/2005 τελεσίδικη (μετά την εξαφάνιση της εκκαλουμένης 153/2003 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λευκάδος) και αμετάκλητη απόφαση (αφού η αίτηση αναιρέσεως των εναγομένων απορρίφθηκε με τη με αριθ. 1703/2009 απόφαση του Αρείου Πάγου) κρίθηκε με δύναμη δεδικασμένου ότι ο ενάγων είχε αποκτήσει δουλεία αντλήσεως ύδατος και βεβαιώθηκε τελεσίδικα η αξίωση αποζημιώσεως αυτού κατά το χρονικό διάστημα από το έτος 1996 μέχρι το έτος 2002, ήτοι κατά τις ελαιοκομικές περιόδους των ετών 1996-1997 έως 2001-2002.
Το δεδικασμένο επεκτείνεται και στην προταθείσα ένσταση παραγραφής της αξιώσεως αποζημιώσεως του ενάγοντος για την πριν την άσκηση της από 12-3-2002 αγωγής πενταετία. Η ως άνω τελεσίδικη απόφαση δημοσιεύθηκε στις 30-5-2005. Με τις ένδικες αγωγές, ο ενάγων ζητεί αποζημίωση για την ζημία την οποία υπέστη κατά τη χρονική περίοδο 2002-2006 και 2006-2010.
Οι εναγόμενοι με λόγο της εφέσεως αυτών παραπονούνται ότι το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την εκκαλούμενη απόφαση κατ' εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου και κατ' εκτίμηση των αποδείξεων απέρριψε την ένσταση παραγραφής των ενδίκων αξιώσεων του ενάγοντος, αφού από το χρόνο κατά τον οποίο ο ενάγων έλαβε γνώση των πρώτων επιζήμιων συνεπειών της πράξεως αυτών οι οποίοι από το έτος 1988 παρεμπόδισαν αυτόν στην άντληση ύδατος μέχρι και σήμερα (χρόνο ασκήσεως των ενδίκων αγωγών) περιήλθε χρόνος περισσότερος της πενταετίας.
Η ένσταση αυτή η οποία είναι ορισμένη και νόμιμη (άρθρο 937 παρ. 1 εδ. α' ΑΚ) ερευνήθηκε και απορρίφθηκε περαιτέρω κατ' ουσία με την 292/2016 αναιρετική απόφαση, με την οποία κρίθηκε ότι στην ένδικη περίπτωση πρόκειται για ζημιογόνο κατάσταση, η οποία δημιουργήθηκε, διετηρείτο και δεν ήρετο από τους αναιρεσίβλητους, με συνέπεια να προκαλείται στον αναιρεσείοντα ζημία για όσο χρονικό διάστημα, εξαιτίας της συμπεριφοράς των αναιρεσιβλήτων, διαρκούσε η κατάσταση αυτή.
Έτσι η παραγραφή της απαίτησης προς αποζημίωση του αναιρεσείοντος δεν αρχίζει από τότε που εκείνος• έλαβε γνώση της αρχικής ζημιογόνου συμπεριφοράς, από την οποία δημιουργήθηκε η ζημιογόνος κατάσταση, αλλά από τα αναφερόμενα στις αγωγές του μεταγενέστερα χρονικά διαστήματα, κατά τα οποία εξακολουθούσε να υφίσταται η κατάσταση αυτή και να προκαλεί ζημία στον τελευταίο.
Κατόπιν αυτών κρίθηκε αμετάκλητα απορριπτέα η ένσταση παραγραφής." .Και επίσης: "Εν προκειμένω δεν αποδείχθηκε ότι η επίδικη δουλεία αντλήσεως ύδατος αποσβέσθηκε το έτος 2008 λόγω αχρησίας η οποία ξεκίνησε το έτος 1988, καθόσον ο ενάγων απλώς παρεμποδίζονταν στο δικαίωμα αντλήσεώς ύδατος και επιπλέον η άσκηση της δουλείας του δεν έπαυσε κατά τρόπο απολύτως διαρκή και μόνιμο.
Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι τα 148 ελαιόδενδρα, αναπτύχθηκαν σε συνθήκες ξηρικής καλλιέργειας με συνέπεια η απόδοσή τους να είναι χαμηλή. Με ποτιστική καλλιέργεια και κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων από τον 20° χρόνο έπρεπε να αποδίδουν τουλάχιστον 50 κιλά ελαιόκαρπο ανά δένδρο και τελικά αποδίδουν 20.
Επομένως, κατά τις καλλιεργητικές περιόδους 2002-2003, 2003-2004, 2004-2005, 2005-2006, 2006-2007 και 2007-2008 θα αποκόμιζε 740 κιλά ελαιόλαδου κατά καλλιεργητική περίοδο (148 ελαιόδενδρα χ 50 κιλά ελαιοκάρπου ανά δένδρο χ 10% απόδοση σε ελαιόλαδο) και συνολικά 4.440 κιλά ελαιόλαδου στις ανωτέρω έξι καλλιεργητικές περιόδους (740 χ 6). Αντί για την ανωτέρω ποσότητα αποκόμισε 296 κιλά ελαιόλαδου κατά καλλιεργητική περίοδο (148 ελαιόδενδρα χ 20 κιλά ελαιοκάρπου ανά δένδρο χ 10% απόδοση σε ελαιόλαδο) και συνολικά 1.776 κιλά στις υπό κρίση έξι καλλιεργητικές περιόδους (296 χ 6).
Κατά συνέπεια ζημιώθηκε κατά 2.664 κιλά ελαιόλαδου (4.440-1.776), του οποίου η αξία στην αγορά ανέρχονταν τότε, κατά μέσο όρο, στο ποσό των τριών (3) ευρώ ανά κιλό και επομένως η ζημία του ανέρχεται στο συνολικό ποσό των 7 .992 ευρώ και ειδικότερα στο ποσό των 5.328 ευρώ στα πλαίσια της πρώτης αγωγής (για τις τέσσερις πρώτες καλλιεργητικές περιόδους) και στο ποσό των 2.664 ευρώ στα πλαίσια της δεύτερης αγωγής (για τις λοιπές δύο καλλιεργητικές περιόδους)".
Έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε τις ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 914 και 298 Α.Κ., μη υφισταμένων αντιφατικών αιτιολογιών καθόσον τα ανελέγκτως πιο πάνω δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά πληρούν τις προϋποθέσεις για την εφαρμογή στην προκειμένη περίπτωση των εν λόγω διατάξεων.
Ειδικότερα δέχθηκε ότι ο ενάγων εμποδιζόταν από τους εναγομένους στην άσκηση της οιονεί δουλείας αντλήσεως ύδατος με συνέπεια την ζημία που επήλθε με την παράνομη αυτή πράξη των εναγομένων, ενώ δεν υφίστανται αντιφατικές αιτιολογίες αναφορικά με τις παραδοχές του εφετείου ότι η δουλεία δεν αποσβέσθηκε λόγω αχρηστίας μέχρι το 2008 αλλά ο ενάγων εμποδιζόταν στο δικαίωμα άντλησης ύδατος, αφού δι'αυτών απορρίφθηκε η ένσταση των εναγομένων ως προς την παραγραφή του δικαιώματος της οιονεί δουλείας αντλήσεως ύδατος.
Συγκεκριμένα η προσβαλλομένη αναφέρει ότι: "Η ένσταση αυτή η οποία είναι ορισμένη και νόμιμη (άρθρο 937 παρ. 1 εδ. α' ΑΚ) ερευνήθηκε και απορρίφθηκε περαιτέρω κατ' ουσία με την 292/2016 αναιρετική απόφαση, με την οποία κρίθηκε ότι στην ένδικη περίπτωση πρόκειται για ζημιογόνο κατάσταση, η οποία δημιουργήθηκε, διετηρείτο και δεν ήρετο από τους αναιρεσίβλητους, με συνέπεια να προκαλείται στον αναιρεσείοντα ζημία για όσο χρονικό διάστημα, εξαιτίας της συμπεριφοράς των αναιρεσιβλήτων, διαρκούσε η κατάσταση αυτή.
Έτσι η παραγραφή της απαίτησης προς αποζημίωση του αναιρεσείοντος δεν αρχίζει από τότε που εκείνος έλαβε γνώση της αρχικής ζημιογόνου συμπεριφοράς, από την οποία δημιουργήθηκε η ζημιογόνος κατάσταση, αλλά από τα αναφερόμενα στις αγωγές του μεταγενέστερα χρονικά διαστήματα, κατά τα οποία εξακολουθούσε να υφίσταται η κατάσταση αυτή και να προκαλεί ζημία στον τελευταίο.
Κατόπιν αυτών κρίθηκε αμετάκλητα απορριπτέα η ένσταση παραγραφής". Επιπλέον το Εφετείο, ως δικαστήριο της παραπομπής, δεσμευόμενο από το νομικό ζήτημα που έλυσε η υπ'αρ. 292/2016 απόφαση του Αρείου Πάγου δέχθηκε ότι η παραγραφή της απαίτησης προς αποζημίωση του ζημιωθέντος δεν αρχίζει από τότε που εκείνος έλαβε γνώση της αρχικής ζημιογόνου συμπεριφοράς, από την οποία δημιουργήθηκε η ζημιογόνος κατάσταση, αλλά από τα αναφερόμενα στις αγωγές του μεταγενέστερα χρονικά διαστήματα, κατά τα οποία εξακολουθούσε να υφίσταται η κατάσταση αυτή και να προκαλεί ζημία στον τελευταίο και επομένως η παραγραφή της απαίτησης προς αποζημίωση δεν αρχίζει από τότε που ο δικαιοπάροχος των αναιρεσιβλήτων έλαβε γνώση της ζημιογόνου συμπεριφοράς, από την οποία δημιουργήθηκε η ζημιογόνος κατάσταση, αλλά από τα μεταγενέστερα χρονικά διαστήματα κατά τα οποία συνέχιζε να υφίσταται η κατάσταση αυτή και να του προκαλεί ζημία.
Είναι επομένως απαράδεκτος κάθε λόγος αναίρεσης, που προσβάλλει την απόφαση του δικαστηρίου της παραπομπής, κατά το μέρος που αυτό συμμορφώθηκε. Κατόπιν των ανωτέρω ο προβαλλόμενος με τον πρώτο λόγο αναίρεσης κατά το δεύτερο σκέλος αυτού πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος ως προς την προσβολή της αποφάσεως σχετικά με τον ισχυρισμό περί παραγραφής και αβάσιμος ως προς τον ισχυρισμό περί αντιφατικών αιτιολογιών.
Η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε επίσης ότι :"...με την ανωτέρω με αριθμό 444/2005 τελεσίδικη (μετά την εξαφάνιση της εκκαλουμένης 153/2003 αποφάσεως του μονομελούς πρωτοδικείου Λευκάδος) και αμετάκλητη απόφαση(αφού η αίτηση αναιρέσεως των εναγομένων απορρίφθηκε με την με αριθμό 1703/2009 αποφάσεις του Αρείου Πάγου) κρίθηκε με δύναμη δεδικασμένου ότι ο ενάγων είχε αποκτήσει δουλεία αντλήσεως ύδατος και βεβαιώθηκε τελεσίδικα η αξίωση αποζημιώσεως αυτού κατά το χρονικό διάστημα από το έτος 1996 μέχρι το έτος 2002, ήτοι κατά τις ελαιοκομικές περιόδους των ετών 1996-1997 έως 2001-2002 το δεδικασμένο επεκτείνεται και στην προταθείσα ένσταση παραγραφής της αξιώσεως αποζημιώσεως του ενάγοντος για την πριν την άσκηση της από 12.3.2002 αγωγής πενταετία".
Περαιτέρω δέχθηκε ότι: "Εν προκειμένω δεν αποδείχθηκε ότι η επίδικη δουλεία αντλήσεως ύδατος αποσβέσθηκε το έτος 2008 λόγω αχρησίας η οποία ξεκίνησε το έτος 1988, καθόσον ο ενάγων απλώς παρεμποδίζονταν στο δικαίωμα αντλήσεώς ύδατος και επιπλέον η άσκηση της δουλείας του δεν έπαυσε κατά τρόπο απολύτως διαρκή και μόνιμο.", και τέλος ότι: "Στην προκειμένη περίπτωση αποδείχθηκε ότι ο ενάγων Ν.
Κ., καθόλο το χρονικό διάστημα κατά το οποίο εμποδίζονταν από τους εναγομένους να ποτίσει τα δέντρα του, είχε τη δυνατότητα είτε να κατασκευάσει δική του γεώτρηση είτε να τοποθετήσει δικό του αγωγό σε υποδοχή της επίδικης γεώτρησης προκειμένου να ποτίσει τα ελαιόδεντρα του και να μειώσει τη ζημία του από την παραγωγή σε συνθήκες ξηρικής καλλιέργειας.".
Από τις ανωτέρω παραδοχές προκύπτει ότι περιγράφεται πλήρως το ότι ο αρχικός ενάγων και δικαιοπάροχος των αναιρεσιβλήτων παρεμποδιζόταν από τους εναγόμενους να ασκήσει το δικαίωμα αντλήσεως ύδατος που είχε αναγνωριστεί με αμετάκλητη απόφαση δηλαδή εμποδιζόταν να ποτίσει τα δέντρα του κατά το επίδικο χρονικό διάστημα, η ανωτέρω δε πράξη των εναγομένων είναι και παράνομη και υπαίτια τελεί δε σε αιτιώδη συνάφεια με την προκληθείσα ζημία, αφαιρουμένου του ποσοστού που αναλογεί στο συντρέχον πταίσμα του αρχικού ενάγοντος.
Κατόπιν των ανωτέρω ο προβαλλόμενος με τον πρώτο λόγο αναίρεσης κατά πρώτο σκέλος αυτού πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
Περαιτέρω, το δικαστήριο της ουσίας για να διαγνώσει την αλήθεια, όσων πραγματικών ισχυρισμών ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λάβει υπ' όψη όλα τα υποστατά και έγκυρα αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι νομίμως επικαλούνται και προσκομίζουν [άρθρα 106, 335, 338, 339, 340, 346, 240 ΚΠολΔ]. Κατά το άρθρο 559 αριθμός 11 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο της ουσίας (α).- έλαβε υπ' όψη αποδεικτικά μέσα, που ο νόμος δεν επιτρέπει ή (β).- παρά το νόμο, έλαβε υπ' όψη αποδείξεις, που δεν προσκομίσθηκαν ή (γ).- παρά το νόμο, δεν έλαβε υπ' όψη αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν.
Ειδικότερα, ο αναιρετικός λόγος του άρθρου 559 αριθμός 11 περίπτωση (γ) ΚΠολΔ ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο, δεν έλαβε υπ' όψη αποδεικτικά μέσα, τα οποία οι διάδικοι νομίμως επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν προς άμεση απόδειξη ή προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων? είναι δε, ορισμένος και, συνεπώς, παραδεκτός (άρθρα 118 αριθμός 4, 566 παρ.1, 577 παρ.3 ΚΠολΔ), εφ' όσον εξειδικεύονται τα νόμιμα αποδεικτικά μέσα, τα οποία το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπ' όψη, προσδιορίζεται το περιεχόμενό τους και το παραδεκτό της προσκομίσεώς τους, αναφέρεται ότι έγινε νόμιμη επίκλησή τους στο δικαστήριο της ουσίας και καθορίζεται το πραγματικό γεγονός, το βάσιμο ή αβάσιμο του οποίου θα αποδεικνύονταν με το αποδεικτικό μέσο ακόμη, αναφέρεται ότι το αποδεικτέο γεγονός ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης (άρθρο 335 ΚΠολΔ), αφού μόνο ένα τέτοιο γεγονός καθίσταται αντικείμενο αποδείξεως, επιδρώντας στο διατακτικό (ΑΠ ολ. 42/2002, ΑΠ 800/2015, ΑΠ 1383/2008).
Αβάσιμος είναι ο λόγος του άρθρου 559 αριθμός 11 περίπτωση (γ) ΚΠολΔ, εάν από την απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας αποδεικνύεται ότι έχουν ληφθεί υπ' όψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, που νομίμως προσκομίσθηκαν με επίκληση από τους διαδίκους. Αρκεί η γενική αναφορά στην απόφαση του είδους των αποδεικτικών μέσων.
Ειδική μνεία ή ξεχωριστή αξιολόγησή τους ή και διάκριση από ποια αποδεικτικά μέσα προκύπτει άμεση ή έμμεση (δια τεκμηρίων) απόδειξη δεν είναι αναγκαία, εάν από το όλο περιεχόμενο της αποφάσεως δεν αφήνεται αμφιβολία περί του ότι λήφθηκε υπ' όψη συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο? δηλ. για τον αναιρετικό έλεγχο αρκεί να προκύπτει, με βεβαιότητα ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα, όσα υποβλήθηκαν στην κρίση του δικαστηρίου της ουσίας.
Δεν αποκλείεται, όμως, το δικαστήριο της ουσίας να μνημονεύει μερικά από τα αποδεικτικά μέσα, που, κατά την ελεύθερη κρίση του, έχουν μεγαλύτερη σημασία (ΑΠ ολ. 2/2008, ΑΠ 445/2019). Εξάλλου, για την λήψη υπόψη δικαστικής ομολογίας, απαιτείται επίκληση αυτής και επομένως η παράλειψη της προσβαλλομένης αποφάσεως να λάβει υπόψη δικαστική ομολογία, αν δεν την έχει επικαλεσθεί ο αντίδικος, δεν λαμβάνεται υπόψη, ενώ εξάλλου ο λόγος αναιρέσεως, περί μη λήψεως υπόψη ομολογίας, είναι απαράδεκτος αν δεν αναφέρεται ότι έγινε επίκληση της ομολογίας ενώπιον του δικαστηρίου που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση.
Τέλος, ο από την ανωτέρω διάταξη λόγος, όταν με αυτόν προβάλλεται μη λήψη υπόψη εξώδικης ομολογίας, δεν θεμελιώνεται αν από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη το έγγραφο από το οποίο συνάγεται κατά το λόγο αναιρέσεως εξώδικη ομολογία (ΑΠ 545/1993).
Στην προκειμένη περίπτωση οι αναιρεσείοντες, με τον δεύτερο λόγο της αίτησης, κατά το πρώτο σκέλος , προβάλλουν την από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 11γ' ΚΠολΔ αιτίαση και δη ότι το Εφετείο α) δεν έλαβε υπόψη και δε συνεκτίμησε, για το σχηματισμό της κρίσης του, ως προς την αβασιμότητα των αγωγών τα κάτωθι έγγραφα :
την υπ'αρ. …/2002 αγωγή που ήγειρε ο αρχικός αντίδικος ενώπιον του μονομελούς πρωτοδικείου Λευκάδος, την από 10/07/1988 αίτηση που ήγειρε ο αρχικός τους αντίδικος ενώπιον του ειρηνοδικείου Βόνιτσας, την υπ' αρ. 28/1988 απόφαση του ειρηνοδικείου Βόνιτσας, τα ταυτάριθμα πρακτικά συνεδριάσεως, τις από 19/07/1988 έγγραφες προτάσεις του Π.
Κ., την από 30/09/1988 έφεση του τότε αντιδίκου τους και ήδη θανόντα Ν. Κ., βεβαίωση του πρωτοδικείου Λευκάδας περί της τύχης της εφέσεως, την από 26/06/2006 αγωγή του δικαιοπαρόχου των αντιδίκων εναντίον τους ενώπιον του ίδιου δικαστηρίου, την από 23/04/2007 αγωγή τους εναντίον του Ν. Κ. ενώπιον του αυτού δικαστηρίου την από 12/02/2010 αγωγή του τότε αντιδίκου τους και σήμερα εκλιπόντα Ν.
Κ. εναντίον τους ενώπιον του ίδιου δικαστηρίου . Κατά το δεύτερο σκέλος του δευτέρου λόγου αναίρεσης οι αναιρεσείοντες παραπονούνται ότι το δικάσαν εφετείο δεν έλαβε υπόψη του εξώδικη ομολογία που συνάγεται από όλα τα ανωτέρω μνημονευθέντα έγγραφα και από την από 13/07/1988 (αριθμός έκθεσης κατάθεσης 34/1988) αίτηση ενώπιον του ειρηνοδίκη Βόνιτσας όπου ο δικαιοπάροχος των αντιδίκων Ν.
Κ. περιγράφει την εκ μέρους του πατρός τους ενέργεια από την οποία προκύπτει με σαφήνεια πως από το έτος 1988 υφίσταται μόνιμο κατασκεύασμα πράγμα το οποίο δέχτηκε και στην εκδοθείσα σχετικά απόφαση του το Ειρηνοδικείο Βόνιτσας με αποτέλεσμα να εμποδίζεται η εκ μέρους τόσο του θανόντος Ν. Κ. όσο και των κληρονόμων του και σήμερα αντιδίκων άσκηση της δουλείας και να διαγράφονται οι όποιοι ισχυρισμοί περί μη μόνιμης αχρησίας της δουλείας.
Όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο οδηγήθηκε στο αποδεικτικό του πόρισμα, ύστερα από την εκτίμηση των εκεί αναφερομένων αποδεικτικών στοιχείων, μεταξύ των οποίων και "όλα τα έγγραφα που νομίμως προσκομίζουν και επικαλούνται οι διάδικοι". Από την κατηγορηματική αυτή διαβεβαίωση και από όλες τις αιτιολογίες της απόφασης, δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο έλαβε υπόψη όλα τα ανωτέρω έγγραφα, τα οποία συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις, προς συναγωγή του αποδεικτικού του πορίσματος, πλην όμως, κατά την ελεύθερη κρίση του, εκτίμησε διαφορετικά (και όχι σύμφωνα με τις απόψεις των αναιρεσειόντων) την αποδεικτική τους δύναμη και δεν δέχθηκε τη βασιμότητα των ισχυρισμών τους.
Συνεπώς ο δεύτερος λόγος αναίρεσης, κατά το πρώτο σκέλος αυτού είναι αβάσιμος. Ο ίδιος λόγος κατά το δεύτερο σκέλος αυτού, με το οποίο επικαλούνται οι αναιρεσείοντες ότι το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη την προκύπτουσα από τα έγγραφα αυτά εξώδικη ομολογία του δικαιοπάροχου των αναιρεσιβλήτων περί μόνιμης αχρησίας της δουλείας, είναι προεχόντως, απαράδεκτος λόγω αοριστίας, εφόσον δεν γίνεται στο αναιρετήριο μνεία της επίκλησης στο Εφετείο από τους αναιρεσείοντες τέτοιας ομολογίας, και δεν συντρέχει εδώ καμιά από τις εξαιρέσεις που προβλέπονται στη διάταξη του άρθρου 562 παρ.2 ΚΠολΔ.
Σε κάθε περίπτωση ο ίδιος λόγος είναι και αβάσιμος, διότι όπως προκύπτει από την παραδεκτή κατ' άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ επισκόπηση των ενώπιον του εφετείου προτάσεων των αναιρεσειόντων, αυτοί δεν επικαλέσθηκαν τέτοια ομολογία. Κατά τα άρθρα 1138 παρ. 1 και 1139 παρ. 1 του ΑΚ, η δουλεία αποσβήνεται με εικοσαετή αχρησία, στις δουλείες που ασκούνται κατά διαλείμματα η εικοσαετία αρχίζει από την τελευταία άσκηση, ενώ στις δουλείες των οποίων το περιεχόμενο συνίσταται σε συνεχή άσκηση, η εικοσαετία αρχίζει αφότου έγινε κατασκεύασμα στο δουλεύον που εμποδίζει την άσκηση της δουλείας.
Από τις ανωτέρω διατάξεις προκύπτει ότι ως προς την έναρξη του χρόνου της αχρησίας, γίνεται διάκριση μεταξύ διαλειπουσών, δηλαδή δουλειών των οποίων η άσκηση γίνεται κατά διαλείμματα ή περιόδους, και συνεχών δουλειών, των οποίων η άσκηση αποτελεί συνεχή κατάσταση. Στις μεν πρώτες η εικοσαετία αρχίζει από την τελευταία άσκηση, στις δε δεύτερες από τον χρόνο που έγινε στο δουλεύον κάποιο κατασκεύασμα που εμποδίζει την άσκηση της δουλείας.
Ενόσω δεν έχει γίνει τέτοιο κατασκεύασμα, η δουλεία διατηρείται και η αχρησία δεν αρχίζει, ενώ είναι αδιάφορο εάν το διακωλυτικό κατασκεύασμα έγινε από τον ίδιο τον κύριο του δουλεύοντος ή από τρίτο και μάλιστα χωρίς δικαίωμα. Επίσης, απλή με δήλωση διαμαρτυρία ή εναντίωση του κυρίου του δουλεύοντος δεν έχει το ίδιο αποτέλεσμα.
Εάν πρόκειται για συνεχή δουλεία, ο κύριος του δουλεύοντος βαρύνεται με την απόδειξη της μη άσκησης της δουλείας, ενώ αν πρόκειται για διαλείπουσα, ο κύριος του δεσπόζοντος πρέπει να αποδείξει ότι άσκησε την δουλεία. Κατά το άρθρο 338 παρ.1 ΚΠολΔ κάθε διάδικος οφείλει να αποδείξει τα πραγματικά γεγονότα που είναι αναγκαία για να υποστηρίξει την αυτοτελή αίτηση ή ανταίτησή του.
Με τη διάταξη αυτή επιβάλλεται στους διαδίκους το δικανικό βάρος αποδείξεως των πραγματικών γεγονότων, τα οποία ο εφαρμοστέος κανόνας δικαίου προϋποθέτει γενικά και αφηρημένα για να ισχύει η έννομη συνέπεια, της οποίας διώκεται η δικαστική διάγνωση. Το βάρος απόδειξης διακρίνεται σε υποκειμενικό και αντικειμενικό.
Το υποκειμενικό προσδιορίζει το διάδικο, στον οποίο το δικαστήριο πρέπει να επιβάλλει με απόφασή του την ευθύνη προσκομιδής του αποδεικτικού υλικού προς βεβαίωση στον απαιτούμενο βαθμό της πλήρους αποδείξεως των θεμελιωτικών της αξίωσής του πραγματικών γεγονότων. Το πεδίο εφαρμογής του υποκειμενικού βάρους απόδειξης έχει περιορισθεί σημαντικά μετά την κατάργηση της προδικαστικής αποφάσεως (άρθρο 141 του ν. 2915/2001) και την εφαρμογή της διαδικασίας του άρθρου 270 Κ.Πολ.Δ σε όλες τις υποθέσεις.
Αντίθετα, αντικειμενικό βάρος απόδειξης είναι ο κίνδυνος που διατρέχει ο διάδικος στην περίπτωση αμφιβολίας του δικαστή ως προς τη συνδρομή των θετικών προϋποθέσεων γέννησης της επίδικης έννομης συνέπειας. Η εσφαλμένη κατανομή του αντικειμενικού βάρους απόδειξης, με την έννοια εσφαλμένου προσδιορισμού, του φέροντος τον κίνδυνο της αμφιβολίας του δικαστή ως προς τη συνδρομή των θετικών προϋποθέσεων γέννησης της επίδικης έννομης συνέπειας διαδίκου, στοιχειοθετεί τον προβλεπόμενο από το άρθρο 559 αρ.13 ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης. (ΑΠ 1453/2021).
Με τον τρίτο λόγο της αναίρεσης, προβάλλεται από τους αναιρεσείοντες η από το αρθ. 559 αρ.13 ΚΠολΔ αιτίαση με την επίκληση ότι, η προσβαλλομένη απόφαση κατένειμε εσφαλμένα το αντικειμενικό βάρος απόδειξης αναφορικά με τη συνδρομή του εκ των επικληθέντων για τη θεμελίωση της προβληθείσας από τους αναιρεσείοντες ένστασης της απόσβεσης της δουλείας λόγω αχρησίας .
Ο λόγος αυτός κρίνεται απορριπτέος ως αβάσιμος αφού, όπως προκύπτει από την επιτρεπτή, κατ' αρθ. 561 παρ.2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλομένης απόφασης το θεμελιωτικό της ένστασης ως άνω πραγματικό περιστατικό δεν έγινε δεκτό ως μη αποδεδειγμένο εκ της επάρκειας των προσκομισθεισών αποδείξεων από τους φέροντες το βάρος απόδειξης αναιρεσίβλητους και όχι λόγω ανεπάρκειας των αντιθέτων αποδείξεων που προσκομίσθηκαν από τους ενιστάμενους - αναιρεσείοντες, όπως εσφαλμένως υπολαμβάνουν οι τελευταίοι επικαλούμενοι τη σχετική διατύπωση της προσβαλλομένης απόφασης..... "δεν αποδείχθηκε ότι η επίδικη δουλεία αντλήσεως ύδατος αποσβέστηκε το έτος 2008 λόγω αχρησίας η οποία ξεκίνησε το έτος 1988, καθόσον ο ενάγων απλώς παρεμποδίζονταν στο δικαίωμα αντλήσεως ύδατος και επιπλέον η άσκηση της δουλείας του δεν έπαυσε κατά τρόπο απολύτως διαρκή και μόνιμο " αφού, με την εν λόγω διατύπωση, δεν προσδιορίζεται ο διάδικος (και εν προκειμένω οι αναιρεσίβλητοι) οι οποίοι έφεραν το σχετικό βάρος απόδειξης, όπως πεπλανημένως υπολαμβάνουν οι αναιρεσείοντες, αλλά εκφέρεται, σε τρίτο πρόσωπο, αρνητικά (αντί του "αποδείχθηκε ότι η επίδικη δουλεία αντλήσεως ύδατος δεν αποσβέστηκε το έτος 2008 λόγω αχρησίας) η περί του ως άνω ζητήματος κρίση της προσβαλλομένης απόφασης.
Κατ` ακολουθίαν τούτων και μη υπάρχοντος, προς έρευνα, άλλου αναιρετικού λόγου, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της και να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ). Τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσίβλητων, που κατέθεσαν προτάσεις, θα επιβληθούν σε βάρος της αναιρεσείουσας, λόγω της ήττας της (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ) κατά το σχετικό νόμιμο και βάσιμο αίτημά τους, κατά τα αναφερόμενα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 30 .3.2020 αίτηση της Μ. χήρας Π. Κ., του Α. Κ. του Π., και του Σ. Κ. του Π., για αναίρεση της με αριθμό 117/2019 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδας. Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσίβλητων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 20 Φεβρουαρίου 2023.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 28 Απριλίου 2023.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ