Legislator Case Law & Legislation
658/2021 AI generated

Supreme Court allows appeal against traffic court verdict due to missing stop sign causing road priority confusion.

Case Number 658/2021
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court allowed the appellant's appeal against a traffic court verdict regarding a traffic accident at a road intersection. The appellant argued that the absence of a mandatory STOP sign at the side street failed to clearly explain why the main avenue lost its priority status. The court accepted this argument as valid, ruling that the missing signage created ambiguity regarding road hierarchy.

Legislator headnote

AI generated

Articles 4(3) of Law 2696/1999; The absence of a mandatory STOP sign at a side street, when the main road's priority is not otherwise indicated, constitutes a procedural error that invalidates the lower court's finding on road priority.

Keywords

AI generated
traffic accident liability road priority signage STOP sign absence appeal admissibility traffic court procedure

Cited Legislation

AI generated
Article 110(2) of the Code of Civil Procedure
Article 576(2) of the Code of Civil Procedure
Article 294 of the Code of Civil Procedure
Article 297 of the Code of Civil Procedure
Article 299 of the Code of Civil Procedure
Article 4(3) of Law 2696/1999
Article 559(19) of the Code of Civil Procedure
Article 580(3) of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 189(1) of the Code of Civil Procedure
Article 191(2) of the Code of Civil Procedure
Article 495(3)(e) of the Code of Civil Procedure
Article 1(3) of Law 4335/2015

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 658 / 2021 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 658/2021

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Καλού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου, Μαρία Τζανακάκη, Αικατερίνη Βλάχου και Ευστάθιο Νίκα, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 22 Ιανουαρίου 2021, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Κ. Ρ. του Α., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Σάββα Ενωτιάδη, που δήλωσε στο ακροατήριο ότι α) ανακαλεί την από 21-1-2021 δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και παρίσταται και β) ο αναιρεσείων παραιτείται από το δικόγραφο της από 7-5-2018 αίτησής του για αναίρεση της 2051/2015 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, ως προς τον 2ο των αναιρεσιβλήτων.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Α. συζ. Λ. Ν., 2) Λ. Ν. του Ε., κατοίκων ..., που δεν παραστάθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν στο ακροατήριο και 3) ΝΠΙΔ με την επωνυμία "ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ ΑΠΟ ΑΤΥΧΗΜΑΤΑ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΩΝ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, ως οιονεί καθολικού διαδόχου της ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "GENERAL UNION", της οποίας ανακλήθηκε η άδεια λειτουργίας, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τoν πληρεξούσιo δικηγόρο του Σωκράτη Βερτέλλη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 21-5-2010 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3386/2011 μη οριστική και 1092/2013 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2051/2015 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 7-5-2018 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκαν μόνο ο αναιρεσείων και το 3ο των αναιρεσιβλήτων όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης, ο πληρεξούσιος του 3ου αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά το άρθρο 110 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δικ. οι διάδικοι έχουν δικαίωμα να παρίστανται σε όλες τις συζητήσεις της υποθέσεως, ακόμη και όταν γίνονται κεκλεισμένων των θυρών και πρέπει για τον σκοπό αυτό να καλούνται σύμφωνα με τις διατάξεις του νόμου. Κατά δε το δεύτερο εδάφιο της παρ. 3 του άρθρου 576 του ίδιου Κώδικα, που προστέθηκε με το άρθρο 62 του Ν. 4139/2013, σε περίπτωση απλής ομοδικίας, αν κάποιος δεν εκπροσωπηθεί από πληρεξούσιο δικηγόρο, η υπόθεση χωρίζεται και η συζήτηση της αιτήσεως χωρεί νομίμως ως προς όσους εκπροσωπούνται από πληρεξούσιο δικηγόρο ή έχουν κλητευθεί νομίμως και κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς τους λοιπούς.

Εξ άλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 294, 297, όπως το άρθρο αυτό ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο δεύτερο άρθρο 1 του ν. 4335/2015 και 299 του Κ.Πολ.Δικ., που εφαρμόζονται, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 573 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, και στη διαδικασία της δίκης για την αναίρεση, συνάγεται ότι η παραίτηση από το δικόγραφο του ενδίκου μέσου που έχει ασκηθεί, επομένως και από το δικόγραφο της αναιρέσεως (Κ.Πολ.Δικ. 495 παρ.1), ολική ή μερική (και ειδικότερα ως προς ορισμένους μόνο αναιρεσιβλήτους) μπορεί να γίνει, χωρίς συναίνεση του αντιδίκου του παραιτουμένου, πριν από την έναρξη της προφορικής συζητήσεως της υποθέσεως, ή με δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά προτού αρχίσει η προφορική συζήτηση της υποθέσεως ή με δικόγραφο που επιδίδεται στον αντίδικο του παραιτουμένου ή με δήλωση στις προτάσεις.

Η παραίτηση από το δικόγραφο της αιτήσεως αναιρέσεως, για την οποία αρκεί η ύπαρξη γενικής μόνο πληρεξουσιότητας στο πρόσωπο του δικηγόρου του παραιτουμένου, έχει ως αποτέλεσμα ότι η αίτηση θεωρείται πως δεν ασκήθηκε και επιφέρει αντίστοιχη (ανάλογη με το περιεχόμενο και την έκτασή της) κατάργηση της δίκης, η παραίτηση δε που γίνεται κατά τη συζήτηση, με δήλωση καταχωριζόμενη στα πρακτικά, είναι έγκυρη, έστω και αν ο αναιρεσίβλητος, στον οποίο αφορά, δεν συμμετέχει, ούτε κλητεύθηκε να παραστεί στη συζήτηση, μη δημιουργουμένου στην τελευταία περίπτωση απαραδέκτου της συζητήσεως, κατ' άρθρο 576 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δικ., λόγω μη κλητεύσεώς του (Α.Π. 1445/2018, Α.Π. 159/2016).

Στην προκειμένη περίπτωση, από τα πρακτικά της παρούσας αποφάσεως προκύπτει, ότι κατά την εκφώνηση της υποθέσεως από την οικεία σειρά του πινακίου δεν εμφανίσθηκαν ούτε παραστάθηκαν με δήλωση πληρεξουσίου δικηγόρου τους, κατά την διάταξη του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δικ. οι πρώτη και δεύτερος των αναιρεσιβλήτων Α.

Ν. και Λ. Ν., αντίστοιχα. Ο αναιρεσείων δεν προσκομίζει, ούτε επικαλείται σχετική έκθεση επιδόσεως της κρινόμενης αιτήσεως με την περιεχόμενη σ' αυτή κλήση προς εμφάνιση για την αναφερόμενη στην αρχή της αποφάσεως δικάσιμο για τον δεύτερο αναιρεσίβλητο. Αντίθετα, με δήλωση, που καταχωρήθηκε στα πρακτικά της παρούσας συζητήσεως, διά του, κατ' άρθρο 96 του Κ.Πολ.Δικ., πληρεξουσίου δικηγόρου του Σάββα Ενωτιάδη, στον οποίο είχε δοθεί η σχετική πληρεξουσιότητα, δυνάμει του υπ' αριθμ.

….8.2019 πληρεξουσίου της Συμβολαιογράφου Αθηνών Αικατερίνης Κουρκούτη, πριν από την έναρξη της προφορικής συζητήσεως της υποθέσεως, παραιτήθηκε από το δικόγραφο της ένδικης από 7.5.2018 και με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 400/2018 αιτήσεως για αναίρεση της υπ' αριθμ. 2051/2015 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, ως προς τον ανωτέρω δεύτερο αναιρεσίβλητο Λ.

Ν.. Η παραίτηση αυτή έχει, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν, το προβλεπόμενο από το άρθρο 295 του Κ.Πολ.Δικ. αποτέλεσμα και, συνεπώς, η αναίρεση θεωρείται ότι δεν ασκήθηκε ως προς τον ανωτέρω αναιρεσίβλητο και επιφέρει αντίστοιχη κατάργηση της δίκης ως προς αυτόν. Περαιτέρω, από την υπ' αριθμ. 483 Β'/13.3.2020 έκθεση επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας του Εφετείου Αθηνών Θ.

Κ. Λ., την οποία προσκομίζει και επικαλείται ο αναιρεσείων, που επισπεύδει τη συζήτηση της ένδικης αιτήσεως αναιρέσεως, προκύπτει ότι ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο της αιτήσεως αυτής, στο τέλος της οποίας είναι συνημμένη η πράξη, με την οποία δικάσιμος για την συζήτησή της ορίστηκε η αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας αποφάσεως (22.1.2021), επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως στην πρώτη αναιρεσίβλητη, με κλήση προς αυτήν να παραστεί κατά την συζήτηση της αναιρέσεως κατά την ορισθείσα παραπάνω δικάσιμο.

Κατά τη δικάσιμο όμως αυτή, όπως προαναφέρθηκε, η πρώτη αναιρεσίβλητη δεν εμφανίστηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε με δήλωση πληρεξουσίου δικηγόρου της, κατά τις διατάξεις των άρθρων 242 παρ. 2 και 573 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δικ.

Συνεπώς, σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 576 παρ. 2 εδ. α' και γ' του Κ.Πολ.Δικ., πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση της υποθέσεως παρά την απουσία της πρώτης αναιρεσίβλητης, εφ' όσον αυτή έχει κλητευθεί νομίμως και εμπροθέσμως. Από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 300, 330 εδάφ. β' και 914 του Α.Κ. συνάγεται ότι προϋπόθεση της ευθύνης για αποζημίωση από αδικοπραξία είναι η υπαιτιότητα του υπόχρεου, η οποία υπάρχει και στην περίπτωση της αμέλειας, δηλαδή όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, η παράνομη συμπεριφορά του υπόχρεου σε αποζημίωση έναντι εκείνου που ζημιώθηκε και η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς και της ζημίας.

Υπαιτιότητα είναι ο ψυχικός δεσμός του δράστη προς την αδικοπραξία. Αν η ζημία οφείλεται σε αποκλειστική υπαιτιότητα του παθόντος, δεν οφείλεται αποζημίωση, ενώ, αν διαπιστωθεί οικείο πταίσμα αυτού, το δικαστήριο μπορεί, σύμφωνα με το άρθρο 300 του Α.Κ., να μην επιδικάσει αποζημίωση ή να μειώσει το ποσό της.

Η παράνομη συμπεριφορά, ως όρος της αδικοπραξίας, μπορεί να συνίσταται όχι μόνο σε θετική πράξη, αλλά και σε παράλειψη, εφόσον στην τελευταία αυτή περίπτωση εκείνος που υπέπεσε στην παράλειψη ήταν υποχρεωμένος σε πράξη από το νόμο ή τη δικαιοπραξία ή από την καλή πίστη, κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη.

Αιτιώδης συνάφεια υπάρχει, όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνόμενου προσώπου ήταν, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ικανή και μπορούσε αντικειμενικά να επιφέρει, κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων, το επιζήμιο αποτέλεσμα. Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη αιτία της ζημίας υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, γιατί είναι κρίση νομική, αναγόμενη στην ορθή ή μη υπαγωγή από το δικαστήριο της ουσίας των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας.

Επίσης, οι έννοιες της υπαιτιότητας και της συνυπαιτιότητας είναι νομικές και, επομένως, η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ως προς τη συνδρομή ή όχι οικείου πταίσματος του ζημιωθέντος κατά την επέλευση της ζημίας, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου κατά τις διατάξεις του άρθρου 559 αριθμ. 1 και 19 του Κ.Πολ.Δικ.

για ευθεία και εκ πλαγίου παράβαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου, καθώς και για παραβίαση διδαγμάτων κοινής πείρας (Α.Π. 1591/2014, Α.Π. 76/2014, Α.Π. 2181/2013). Εκφεύγει όμως του αναιρετικού ελέγχου η κρίση ως προς το βαθμό-τη βαρύτητα του πταίσματος και το ποσοστό, κατά το οποίο πρέπει να μειωθεί η αποζημίωση, διότι η κρίση αυτή σχηματίζεται από την κατ' άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δικ.

αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων, χωρίς την υπαγωγή τους σε νομική έννοια (Α.Π. 1591/2014, Α.Π. 1715/2010). Τα πιο πάνω έχουν εφαρμογή και στην περίπτωση του άρθρου 10 του ν. ΓΠΝ/1911, ως προς την υπαιτιότητα των οδηγών των αυτοκινήτων που συγκρούστηκαν, κατά το οποίο είναι εφαρμοστέα η διάταξη του άρθρου 914 του Α.Κ.

Περαιτέρω, η παράβαση διατάξεων του Κ.Ο.Κ. δεν θεμελιώνει αυτή καθ' εαυτήν υπαιτιότητα στην επέλευση αυτοκινητικού ατυχήματος, αποτελεί όμως στοιχείο, η στάθμιση του οποίου από το δικαστήριο της ουσίας θα κριθεί σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης πράξεως και του αποτελέσματος που επήλθε.

Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 2 παρ. 1 του Κ.Ο.Κ. (ν. 2696/1999), για την εφαρμογή του Κώδικα αυτού νοείται ως ισόπεδος οδικός κόμβος "κάθε ισόπεδη συμβολή, διακλάδωση ή διασταύρωση οδών, συμπεριλαμβανομένων και των ελεύθερων χώρων που σχηματίζονται από αυτές". Κατά δε το άρθρο 26 του ιδίου Κώδικα, η προτεραιότητα στους κόμβους ορίζεται με κατάλληλη σήμανση (παρ. 4).

Στους κόμβους χωρίς τέτοια σήμανση η προτεραιότητα ανήκει σε αυτόν που έρχεται από δεξιά. Κατ' εξαίρεση: α) Αυτοί που κυκλοφορούν στους αυτοκινητόδρομους, εθνικές οδούς και οδούς ταχείας κυκλοφορίας έχουν προτεραιότητα, β) Αυτοί που εισέρχονται σε οδό από χωματόδρομο, μονοπάτια, παρόδιο ιδιοκτησία, χώρο στάθμευσης και σταθμούς ανεφοδιασμού και εξυπηρέτησης οφείλουν να παραχωρούν προτεραιότητα σε αυτούς που κινούνται στην οδό, γ) Αυτοί που εκκινούν ή κινούνται προς τα πίσω, όπου αυτό επιτρέπεται, οφείλουν να παραχωρούν προτεραιότητα, δ) Τα σιδηροδρομικά ή τροχιοδρομικά οχήματα έχουν προτεραιότητα (παρ. 5).

Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει ότι σε οποιονδήποτε οδικό κόμβο, είτε αυτός σχηματίζεται από διασταύρωση, είτε από απλή συμβολή οδών, στον οποίο δεν υπάρχει κατάλληλη σήμανση που να ορίζει την προτεραιότητα, αυτή (προτεραιότητα) ανήκει σε αυτόν που έρχεται από τα δεξιά με τις εξαιρέσεις, όμως, που προαναφέρθηκαν (Α.Π. 610/2016, Α.Π. 641/2014).

Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο πιο πάνω λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).

Στην προκείμενη περίπτωση, το Μονομελές Εφετείο Αθηνών, με την προσβαλλόμενη 2051/2015 απόφασή του, που εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία των άρθρων 666, 667 και 670 έως 676 (681Α) του Κ.Πολ.Δικ., όπως ίσχυαν, δέχθηκε, ανέλεγκτα, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά, σχετικά με το ζήτημα των συνθηκών του ενδίκου τροχαίου ατυχήματος: "Στις 21-5-2009 και περί ώρα 21.00, η υπ' αριθμ.

κυκλοφορίας … δίκυκλη μοτοσικλέτα, κυριότητος του ενάγοντα, οδηγούμενη από τον ίδιο, εκινείτο επί της Λεωφόρου Δημοκρατίας, στις Αχαρνές, με κατεύθυνση από Αθήνα προς Αχαρνές, με κανονική κατά τις περιστάσεις ταχύτητα. Μπροστά και δεξιά του ενάγοντα κινούνταν δύο άλλες μοτοσυκλέτες, με αριθμούς κυκλοφορίας … και …, αντίστοιχα.

Η Λεωφόρος Δημοκρατίας στην κατεύθυνση αυτή διασταυρώνεται με την οδό Λογοθετίδη και στο ύψος αυτό που διασταυρώνεται με την οδό Λογοθετίδη έχει πλάτος 14,70 μέτρα, είναι διπλής κατεύθυνσης, με δύο λωρίδες κυκλοφορίας ανά κατεύθυνση, ενώ η οδός Λογοθετίδη έχει πλάτος 6,2 μ. είναι αυτή διπλής κατεύθυνσης με μία όμως λωρίδα κυκλοφορίας ανά κατεύθυνση.

Όταν ο ενάγων πλησίασε στην διασταύρωση της άνω οδού Δημοκρατίας με την οδό Λογοθετίδη, το με αριθμό κυκλοφορίας … ΙΧΕ αυτοκίνητο, ιδιοκτησίας της πρώτης εναγομένης, που ήταν ασφαλισμένο για την έναντι τρίτων αστική ευθύνη στην ασφαλιστική εταιρεία GENERAL UNION, της οποίας η άδεια λειτουργίας έχει ανακληθεί και στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις της οποίας έχει υπεισέλθει το τρίτο εναγόμενο ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ, οδηγείτο από τον δεύτερο εναγόμενο επί της οδού Λογοθετίδη.

Ο οδηγός του αυτοκινήτου αυτού, όταν έφθασε στην διασταύρωση της οδού Λογοθετίδη δεν εδεσμεύετο από καμιά της κυκλοφορίας ρυθμιστική πινακίδα, αφού ουδεμία τέτοιου είδους πινακίδα υπήρχε στην πορεία του, από όλες τις πινακίδες που το άρθρο 4 Ν. 2696/1999 αναφέρει. Η ανυπαρξία πινακίδας συνομολογείται άλλωστε ως γεγονός από τον ενάγοντα οδηγό.

Εξ' αιτίας αυτής της ανυπαρξίας πινακίδας ο εναγόμενος οδηγός εισήλθε στην διασταύρωση των οδών Δημοκρατίας και Λογοθετίδη γνωρίζοντας ότι έχει προτεραιότητα πλέον να εισέλθει σ' αυτήν, αφού ερχόταν από δεξιά, σύμφωνα με άρθρο 26 περ.5 Ν.2696/1999. Τότε ακριβώς αντελήφθη τις τρεις μοτοσυκλέτες, που αναφέρθηκαν, να κινούνται και αυτές επί της Λεωφόρου Δημοκρατίας και να είναι τόσο πολύ πλησίον του ώστε για να διευκολύνει και τους τρεις μοτοσυκλετιστές να κάνουν αποφευκτικό ελιγμό, ακινητοποίησε το αυτοκίνητό του, μόλις εισήλθε στην διασταύρωση κάθετα στο οδόστρωμα.

Αποτέλεσμα αυτής της κίνησης του εναγομένου οδηγού ήταν να κάνουν αποφευκτικό ελιγμό οι δύο μοτοσυκλετιστές που προηγούνταν του ενάγοντα, όμως ο ενάγων αν και ήταν ολίγον όπισθεν αυτών δεν μπόρεσε να αποφύγει την σύγκρουση με το ακινητοποιημένο αυτοκίνητο του πρώτου εναγομένου οδηγού, αφού δεν μπόρεσε να κάμει αποφευκτικό ελιγμό, αλλά φρενάρισε απότομα και από το απότομο φρενάρισμα που έκαμε η μοτοσυκλέτα του μαζί με τον ίδιο έπεσε στο οδόστρωμα.

Στην συνέχεια η μοτοσυκλέτα σύρθηκε προς το Ι.Χ.Ε αυτοκίνητο, προσέκρουσε με σφοδρότητα στο αριστερό τμήμα, με αποτέλεσμα αυτή (η μοτοσυκλέτα) να υποστεί υλικές ζημιές και ο ενάγων να τραυματισθεί, υποστάς κακώσεις αριστερής ποδοκνημικής άρθρωσης, κάκωση αριστερού ώμου, έγκαυμα τριβής αριστερού αγκώνα και ρήξη πλαγίου - ωλένιου συνδέσμου του δεξιού αντίχειρα.

Για τον τραυματισμό όμως αυτό του ενάγοντα αποκλειστικά υπαίτιος είναι ο ίδιος ο ενάγων, αφού εισήλθε και αυτός σε διάβαση για την οποία στην πορεία του δεν υπήρχε ειδική σήμανση, χωρίς να παραχωρήσει προτεραιότητα στον εκ δεξιών του ερχόμενο δεύτερο οδηγό. Ούτε δύναται να θεωρηθεί ότι η Λεωφόρος Δημοκρατίας επειδή είχε δύο ρεύματα κυκλοφορίας ανά κατεύθυνση και μεγαλύτερο πλάτος οδοστρώματος μπορεί να θεωρηθεί ότι έδιδε προτεραιότητα στα οχήματα που σ' αυτήν κυκλοφορούσαν έναντι των εισερχομένων σ' αυτήν οχημάτων από άλλες οδούς, αφού δεν είναι ούτε αυτοκινητόδρομος, ούτε εθνική οδός, ούτε οδός ταχείας κυκλοφορίας, όπως οι παραπάνω δρόμοι, που ορίζονται στο άρθρο 2 Ν.2696/1999 δίδουν προτεραιότητα στα οχήματα, που σ' αυτές κινούνται.

Σημειώνεται ότι για να χαρακτηρισθεί ένας δρόμος ως αυτοκινητόδρομος, η ως οδός ταχείας κυκλοφορίας ή ως οδός ανήκουσα στο πρωτεύον εθνικό δίκτυο απαιτείται πλέον των ουσιαστικών χαρακτηριστικών τους, που αναφέρονται στον Ν.2696/1999, με τα οποία η Λεωφόρος Δημοκρατίας δεν έχει σχέση, για να χαρακτηρισθεί ένας δρόμος ως τέτοιος δρόμος και απόφαση του Υπουργού Περιβάλλοντος Χωροταξίας και Δημοσίων Έργων και βέβαια τέτοια απόφαση για την Λεωφόρο Δημοκρατίας, στην περιοχή Δήμου Αχαρνών, δεν αναφέρθηκε.

Επί πλέον και αληθούς υποτιθεμένου του γεγονότος ότι στις άλλες κάθετες οδούς επί της Λεωφόρου Δημοκρατίας υπήρχε σήμανση τόσο επί των οδών αυτών όσο και επί της Λεωφόρου Δημοκρατίας, που έδιδε προτεραιότητα στους κινούμενους επί της Λεωφόρου Δημοκρατίας δεν δημιουργεί κατά νόμον η ύπαρξη τέτοιας σήμανσης στις άλλες καθέτους προτεραιότητα της Λεωφόρου Δημοκρατίας έναντι της οδού Λογοθετίδη και υποχρέωση στον δεύτερο εναγόμενο οδηγό να θεωρήσει ότι και έναντι της οδού Λογοθετίδη η Λεωφόρος Δημοκρατίας έχει προτεραιότητα, παρά την έλλειψη οιασδήποτε σχετικής σήμανσης.

Να σημειωθεί όμως ότι από την με αριθμό πρωτοκόλλου …/….-6-2003 βεβαίωση του Δημάρχου Αχαρνών, μόνο στο ύψος της διασταύρωσης της οδού Δημοκρατίας με την Αττική οδό υπάρχει σήμανση οδού προτεραιότητας (Ρ3), και όχι και στο ύψος άλλων διασταυρώσεων. Μετά από αυτά αποκλειστικά υπαίτιος, κατά τη κρίση του Δικαστηρίου, για την ένδικη σύγκρουση είναι ο ενάγων οδηγός της μοτοσυκλέτας, ο οποίος δεν οδηγούσε με σύνεση και διαρκώς τεταμένη την προσοχή του, όπως όφειλε και μπορούσε να πράττει, εν όψει του ότι πλησίαζε σε διασταύρωση με δρόμο έναντι των, επί του οποίου, κινουμένων οχημάτων, υποχρεούτο να παραχωρήσει προτεραιότητα, ως εκ δεξιών του ερχομένων και παρά ταύτα δεν σταμάτησε προ της διασταυρώσεως για να ελέγξει την κίνηση των οχημάτων της οδού αυτής (της Λογοθετίδη), αλλά εισήλθε με την ίδια ταχύτητα στην διασταύρωση με την οποία αρχικά εκινείτο επί της οδού Δημοκρατίας, με αποτέλεσμα ευθύς ως αντελήφθη το έχον προτεραιότητα να εισέλθει στην διασταύρωση Ι.Χ.Ε αυτοκίνητο, οδηγούμενο από τον πρώτο εναγόμενο, ακινητοποιημένο, καθέτως στο οδόστρωμα, να μην δυνηθεί ούτε την μοτοσυκλέτα να ακινητοποιήσει, ούτε αποφευκτικό ελιγμό να πραγματοποιήσει, και να ανατραπεί η μοτοσυκλέτα.

Οδηγούσε δηλαδή ο ενάγων οδηγός κατά την παράβαση των άρθρων 12 παρ.1, 19 παρ.1, 2 και 3, 26 παρ. 1,2,4 και 5 του Ν. 2696/1999 και 330 εδ. β' ΑΚ. Υπαιτιότητα του πρώτου εναγομένου δεν προέκυψε ούτε από την κίνησή του να εισέλθει στην διασταύρωση, αφού είχε προτεραιότητα, ούτε από την κίνησή του να δυνηθεί να ακινητοποιήσει το αυτοκίνητο που οδηγούσε, κίνηση που αποδεικνύει την χαμηλή ταχύτητα του αυτοκινήτου του, έτσι ώστε να διευκολύνει τους έχοντας εισέλθει στην διασταύρωση οδηγούς μοτοσυκλετών να κάνουν ευκολότερο και πλέον σίγουρο ελιγμό αποφυγής της σύγκρουσης, όπως έγινε με τους δύο μοτοσυκλετιστές όχι όμως και με τον ενάγοντα.

Ελλειπούσης συνεπώς της υπαιτιότητας του εναγομένου οδηγού, η ένδικη αγωγή έπρεπε να απορριφθεί ως ουσία αβάσιμη.......". Υπό τις παραδοχές αυτές, με βάση τις οποίες το Εφετείο έκρινε ότι το ένδικο τροχαίο ατύχημα οφείλεται σε αποκλειστική υπαιτιότητα του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος, δεχόμενο ως ουσιαστικά βάσιμη την από 5.9.2013 έφεση των εναγομένων και ήδη αναιρεσιβλήτων κατά της πρωτόδικης 1092/2013 οριστικής αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που είχε κρίνει διαφορετικά (αφού είχε δεχθεί ότι η Λ.

Δημοκρατίας είναι οδός προτεραιότητας σε σχέση με τις κάθετες προς αυτήν οδούς και ότι αποκλειστικά υπαίτιος για την πρόκληση του ενδίκου τροχαίου ατυχήματος και των εξ αυτού συνεπειών είναι ο οδηγός του Ι.Χ.Ε. αυτοκινήτου, ο οποίος δεν σταμάτησε προ της διασταυρώσεως για να ελέγξει την κίνηση των οχημάτων επί της Λ.

Δημοκρατίας, ούτε ανέκοψε την ταχύτητά του (προ της διασταυρώσεως) και δεν παραχώρησε προτεραιότητα στην οδηγούμενη από τον ενάγοντα και ήδη αναιρεσείοντα και επί της Λ. Δημοκρατίας κινούμενη δίκυκλη μοτοσυκλέτα) διέλαβε στην απόφασή του, αναφορικά με το κρίσιμο και ουσιώδες ζήτημα της αποκλειστικής υπαιτιότητας του οδηγού της δίκυκλης μοτοσυκλέτας και ήδη αναιρεσείοντος και της υπάρξεως ή όχι αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της παράνομης και υπαίτιας συμπεριφοράς του και του επελθόντος ζημιογόνου αποτελέσματος, ασαφείς και ανεπαρκείς αιτιολογίες, με συνέπεια να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη υπαγωγής των αποδειχθέντων πραγματικών περιστατικών στις διατάξεις που προαναφέρθηκαν.

Ειδικότερα, αν και, όπως δέχεται η προσβαλλομένη απόφαση, ο ενάγων εκινείτο επί της Λεωφόρου Δημοκρατίας, επί της οποίας, στο ύψος τουλάχιστον της διασταυρώσεώς της με την Αττική Οδό, υφίσταται πινακίδα (Ρ-3), που σημαίνει οδός προτεραιότητας (άρθρο 4 παρ. 3 ν. 2696/1999), δηλαδή ότι τα κινούμενα επ' αυτής οχήματα έχουν προτεραιότητα έναντι των οχημάτων που κινούνται στις κάθετες με αυτήν οδούς και παρά το γεγονός ότι, κατά τις ανέλεγκτες παραδοχές της, δέχεται ως αληθές ότι στις άλλες (εκτός της οδού Λογοθετίδη) κάθετες οδούς επί της Λεωφόρου Δημοκρατίας υπήρχε σήμανση τόσο επί των οδών αυτών όσο και επί της Λεωφόρου Δημοκρατίας, που έδιδε προτεραιότητα στους κινουμένους επί της Λεωφόρου Δημοκρατίας, δεν εξηγείται με σαφήνεια και πληρότητα για ποιο λόγο, η ανυπαρξία πινακίδας υποχρεωτικής διακοπής πορείας, με την ένδειξη STOP (πινακίδα Ρ-2, άρθρο 4 παρ. 3 ν. 2696/1999) επί της οδού Λογοθετίδη συντελεί στον αποχαρακτηρισμό της Λεωφόρου Δημοκρατίας ως οδού προτεραιότητας στο συγκεκριμένο σημείο, της διασταυρώσεώς της, δηλαδή, με την ως άνω οδό (Λογοθετίδη), εφ' όσον δεν διαλαμβάνονται περαιτέρω παραδοχές σχετικώς με την ύπαρξη επί της Λεωφόρου Δημοκρατίας, στο ύψος αυτό, πινακίδας (Ρ-4), σημαίνουσας το τέλος της οδού προτεραιότητας (άρθρο 4 παρ. 3 ν. 2696/1999).

Επομένως, ο πρώτος λόγος της ένδικης αιτήσεως αναιρέσεως, κατά το δεύτερο μέρος του, με τον οποίο ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλομένη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δικ., είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός. Μετά ταύτα, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως πρέπει να γίνει δεκτή, κατά παραδοχή του προαναφερόμενου λόγου της, ενώ παρέλκει η έρευνα των λοιπών λόγων αυτής, καθ' όσον η αναιρετική εμβέλεια του λόγου που έγινε δεκτός στο σύνολο της προσβαλλόμενης αποφάσεως καθιστά αλυσιτελή την εξέτασή τους και να αναιρεθεί, επομένως, η απόφαση αυτή.

Ακολούθως, η υπόθεση πρέπει να παραπεμφθεί για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλον Δικαστή (άρθρο 580 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δικ.) και να καταδικαστούν οι πρώτη και τρίτο των αναιρεσιβλήτων, λόγω της ήττας τους, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντος, ο οποίος παρέστη και κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα του τελευταίου (άρθρα 176, 183, 189 παρ. 1, 191 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δικ.), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.

Τέλος, πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή στον αναιρεσείοντα του καταβληθέντος εκ μέρους του παραβόλου, ενόψει της νίκης του (άρθρο 495 παρ. 3 εδ. ε' του Κ.Πολ.Δικ., όπως ισχύει και εφαρμόζεται στην παρούσα υπόθεση μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 του ν. 4335/2015, που ισχύει, κατ' άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 2 αυτού, για τα κατατιθέμενα από 1.1.2016 ένδικα μέσα).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Θεωρεί ως μη ασκηθείσα την από 7.5.2018 με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 400/2018 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 2051/2015 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, ως προς τον δεύτερο αναιρεσίβλητο Λ. Ν..

Αναιρεί την 2051/2015 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών ως προς τους λοιπούς αναιρεσιβλήτους.

Παραπέμπει την υπόθεση καθόσον αφορά στους διαδίκους, ως προς τους οποίους αναιρέθηκε, για περαιτέρω εκδίκασή της στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από άλλον Δικαστή, εκτός εκείνου που δίκασε προηγουμένως.

Επιβάλλει σε βάρος των πρώτης και τρίτου των αναιρεσιβλήτων την πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντος, το ύψος των οποίων καθορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ.

Και

Διατάσσει την επιστροφή του παραβόλου στον καταθέσαντα τούτο αναιρεσείοντα.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 26 Μαρτίου 2021.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 24 Μαΐου 2021.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ