Legislator Case Law & Legislation
658/2019 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against final judgment for lack of contradictory provisions in operative part.

Case Number 658/2019
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal filed by a consortium and its members against a final judgment from the Patras Court of Appeal. The appellants argued that the lower court's decision contained contradictory provisions, but the court found these alleged inconsistencies existed only in the reasoning section, not the operative part. Consequently, the court ruled that the appeal lacked the necessary legal basis and was inadmissible.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559(17) and 559(19) of the Code of Civil Procedure; An appeal based on contradictory provisions is inadmissible if the contradictions are located solely in the reasoning rather than the operative part of the judgment.

Keywords

AI generated
contradictory provisions operative part reasoning section inadmissible appeal final judgment civil procedure appellate review

Cited Legislation

AI generated
Article 559(17) of the Code of Civil Procedure
Article 559(19) of the Code of Civil Procedure
Article 36(6) of Presidential Decree 609/1985
Article 288 of the Civil Code
Article 577(3) of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 658 / 2019 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 658/2019

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Βασίλειο Πέππα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, Γεώργιο Λέκκα, Ιωάννη Μπαλιτσάρη, Αγγελική Τζαβάρα - Εισηγήτρια και Θωμά Γκατζογιάννη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 18 Σεπτεμβρίου 2017, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειουσών: 1) Κοινοπραξίας τεχνικών εταιρειών με την επωνυμία "... LTD" πρώην "... LTD" που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, 2) Των μελών της άνω Κοινοπραξίας ατομικώς, ήτοι: α) Εταιρείας με την επωνυμία "... LTD", που εδρεύει στo ... και εκπροσωπείται νόμιμα, β) Εταιρείας με την επωνυμία "... LTD", που εδρεύει στo ... και εκπροσωπείται νόμιμα, γ) Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "... ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και το διακριτικό τίτλο "... ΑΕ", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Ελένη Αστερίου με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσαν προτάσεις.

Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "... ΑΕ", πρώην Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "..." που εδρεύει στην …και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Παναγιώτη Σιώμο με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 2/8/2010 προσφυγή των ήδη αναιρεσειουσών, που κατατέθηκε στο Εφετείο Πατρών.

Εκδόθηκε η 46/2014 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Πατρών, την αναίρεση της οποίας ζητούν οι αναιρεσείουσες με την από 15/2/2016 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα, κατά την ειδική διαδικασία του άρθρου 13 παρ. 4 και 5 του ν. 1418/1984, (ήδη άρθρο 77 παρ. 4 και 5 του ν. 3669/2008), υπ' αριθμ. 46/2014 τελεσίδικη απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Πατρών, που απέρριψε την από 2.8.2010 προσφυγή της αναιρεσείουσας κοινοπραξίας και των μελών της κατά της αναιρεσίβλητης ανώνυμης εταιρείας.

Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ, είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 Κ.ΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ).

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.17 Κ.ΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η ίδια η απόφαση περιέχει αντιφατικές διατάξεις. Για την ίδρυση του λόγου αυτού απαιτείται, όπως η επικαλούμενη αντίφαση των διατάξεων εντοπίζεται στο διατακτικό της ίδιας απόφασης και δεν αρκεί η ύπαρξη αντιφάσεων στο σκεπτικό της ή μεταξύ του αιτιολογικού και του διατακτικού της. Έτσι η ύπαρξη αντιφάσεων στο διατακτικό της απόφασης ιδρύει τον λόγο αυτό, όταν από τις αντιφάσεις δημιουργείται αοριστία του διατακτικού, ώστε να εμποδίζεται η εκτελεστότητα της απόφασης η πρόκληση της σκοπούμενης διάπλασης.

Η πλημμέλεια αυτή του δικαστηρίου της ουσίας προτείνεται, πρώτη φορά, στον Άρειο Πάγο, αφού πρόκειται για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση (άρθρο 562 παρ. 2 εδάφ. β' Κ.Πολ.Δ).

Για να είναι δε ορισμένος ο σχετικός λόγος, πρέπει να αναφέρονται στο αναιρετήριο οι αντιφάσεις του διατακτικού, εξ αιτίας των οποίων εμποδίζεται η εκτελεστότητα ή η πρόκληση της σκοπούμενης διάπλασης.

Αν η αντίφαση υπάρχει στο αιτιολογικό ή ανάμεσα στο αιτιολογικό και το διατακτικό και έχει μορφή ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, ιδρύεται ο από τον αριθμό 19 λόγος, ενώ, αν υπάρχει μεταξύ εκείνων που έγιναν δεκτά και του συμπεράσματος (συλλογιστικό άλμα), ιδρύεται ο από τον αριθμό 1 λόγος (ΑΠ 634/2017, ΑΠ 570/2010).

Ειδικότερα κατά την έννοια του άρθρ. 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που ιδρύει τον προβλεπόμενο από τη διάταξη αυτή λόγο αναίρεσης, υπάρχει όταν ο κανόνας δικαίου είτε ερμηνεύτηκε εσφαλμένα, δηλαδή το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σ' αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε δεν εφαρμόσθηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, είτε εφαρμόσθηκε, ενώ αυτές δεν συνέτρεχαν ή εφαρμόσθηκε εσφαλμένα (ΟλΑΠ 4/2005 7/2006" 2/2013).

Συνεπώς, κατά τις παραπάνω διακρίσεις, η παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που οδηγεί σε εσφαλμένο νομικό συλλογισμό και κατ' επέκταση σε εσφαλμένη εφαρμογή του δικαίου, εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου είτε ως εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης, που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού της απόφασης.

Έτσι,με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης, ο οποίος για να είναι ορισμένος πρέπει να καθορίζονται στο αναιρετήριο τόσο η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε;όσο και το αποδιδόμενο στην προσβαλλόμενη απόφαση νομικό σφάλμα (ΑΠ 325/2004), ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής ή των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς (ΑΠ 1947/2006), οπότε πρέπει να παρατίθενται στο αναιρετήριο και οι αντίστοιχες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά και υπό τα οποία συντελέσθηκε η επικαλούμενη παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου (ΟλΑΠ 20/2005).

Αντίθετα, η έλλειψη μείζονος πρότασης στην απόφαση ή οι εσφαλμένες κρίσεις του δικαστηρίου ο' αυτή ως προς την έννοια διάταξης ουσιαστικού δικαίου δεν αρκούν από μόνες τους για να ιδρύσουν το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, αν κατά τα λοιπά δεν συνέχονται με την ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου, αφού το διατακτικό της απόφασης δεν στηρίζεται στις νομικές αναλύσεις του δικαστηρίου, αλλά στις ουσιαστικές παραδοχές του, που διατυπώνονται στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού του.

Περαιτέρω, κατά την έννοια του λόγου αναίρεσης από τον αριθμό 19 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υπάρχει συνεπώς εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι να μην μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε (ΟλΑΠ 1/1999, ΑΠ 26/2004, ΑΠ 2267/2013), Δηλαδή ο λόγος αυτός αναίρεσης ιδρύεται μόνον όταν η πλημμέλεια αφορά παράβαση κανόνων ουσιαστικής φύσης και όχι δικονομικών διατάξεων, που ρυθμίζουν τη διαδικασία.

Αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διάδικων που τείνει στη θεμελίωση ή στην κατάλυση του επίδικου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.

Αντίστοιχα ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε στην ένδικη περίπτωση είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι δε και όταν υφίστανται, ελλείψει στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 15/2006).

Δηλαδή δεν υπάρχει ανεπάρκεια αιτιολογίας, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτική, αλλά πλήρη αιτιολογία, αφού αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Συνακόλουθα ,τα επιχειρήματα ή οι κρίσεις του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση απλώς των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματος του και επομένως αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (ΑΠ 1266/2011), Για να είναι δε ορισμένος και άρα παραδεκτός ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αρ. 19 λόγος αναίρεσης πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο α) ότι η απόφαση στερείται παντελώς αιτιολογιών ή έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες, στην περίπτωση δε της ανεπάρκειας των αιτιολογιών, ποίες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιέχει, ενώ στην περίπτωση των αντιφατικών αιτιολογιών, που εντοπίζεται η αντίφαση, β) ο πραγματικός ισχυρισμός (αγωγικός, ένσταση κ.λ.π.) και τα περιστατικά που προτάθηκαν προς θεμελίωση του, καθώς και η σύνδεσή του με το διατακτικό, γ) η νόμιμη βάση, ήτοι η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου, που παραβιάστηκε και μάλιστα ενάριθμα και δ) οι παραδοχές του δικαστηρίου, με πληρότητα και όχι αποσπασματικά, υπό τις οποίες συντελέστηκε η παραβίαση (ΑΠ 1206/2008, ΑΠ 130/2009, ΑΠ 1438/2009).

Συνακόλουθα τούτων και στις δύο περιπτώσεις της ανεπάρκειας και αντίφασης των αιτιολογιών, πρέπει επιπρόσθετα να εκτίθεται στο αναιρετήριο ότι υποβλήθηκε στο δικαστήριο της ουσίας ισχυρισμός για την αντιμετώπιση του οποίου εσφαλμένα εφαρμόστηκε ή, ενώ έπρεπε να εφαρμοστεί, εσφαλμένα δεν εφαρμόσθηκε ο επικαλούμενος κανόνας ουσιαστικού δικαίου, ώστε από το αναιρετήριο να προκύπτει η προβαλλόμενη νομική πλημμέλεια, δοθέντος ότι η αοριστία του λόγου αναιρέσεως δεν μπορεί να συμπληρωθεί με παραπομπή σε άλλο διαδικαστικό έγγραφο (ΟΛ. ΑΠ 20/2005).

Εξάλλου, η παρ. 4 του άρθρου 5 του ν.1 418/1984, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 παρ. 3 του ν. 2229/1994 και ίσχυε κατά το χρόνο υπογραφής της επίδικης συμβάσεως (18.1.1997), ορίζει ότι: "Σε κάθε σύμβαση κατασκευής έργου ορίζεται προθεσμία για την περάτωσή του στο σύνολο και κατά τμήματα. Παράταση των προθεσμιών γίνεται μόνο ύστερα από έγκριση του φορέα κατασκευής του έργου αν οι καθυστερήσεις δεν οφείλονται σε αποκλειστική υπαιτιότητα του αναδόχου. Σε κάθε περίπτωση ο ανάδοχος είναι υποχρεωμένος να συνεχίσει την κατασκευή του έργου για επιπλέον χρονικό διάστημα ίσο προς το ένα τρίτο της συνολικής προθεσμίας του έργου και πάντως όχι μικρότερο των τριών μηνών (οριακή προθεσμία).

Η συνολική προθεσμία υπολογίζεται με βάση την, αρχική συμβατική προθεσμία και τις τυχόν παρατάσεις που εγκρίθηκαν ύστερα από σχετικό αίτημα του αναδόχου μέσα στην αρχική συμβατική προθεσμία και δεν οφείλονται σε υπαιτιότητά του. Με τις προθεσμίες συνολική και τμηματικές συνδυάζεται το χρονοδιάγραμμα των εργασιών που αποτελεί συμβατικό στοιχείο. Σε περίπτωση μεταβολών των προθεσμιών ή του αντικειμένου του έργου αναπροσαρμόζεται το χρονοδιάγραμμα...".

Παράλληλα, στις παραγράφους 2 και 3 του άρθρου 10 του ίδιου νόμου, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 2 παρ. 15 του ν. 2.229/1994, προβλέπεται ότι: "2. Η αναθεώρηση υπολογίζεται για τις εργασίες που πραγματικά εκτελέστηκαν μέσα στο προβλεπόμενο από το άρθρο 5 χρονοδιάγραμμα. Εργασίες που, για οποιονδήποτε λόγο, εκτελέστηκαν σε αναθεωρητική περίοδο μεταγενέστερη της προβλεπόμενης από το χρονοδιάγραμμα, θεωρούνται για υπολογισμό της αναθεώρησης ότι εκτελέστηκαν στην αναθεωρητική περίοδο κατά την οποία έπρεπε να εκτελεστούν. Για τις εργασίες που εκτελέστηκαν πριν από την προβλεπόμενη από το χρονοδιάγραμμα αναθεωρητική περίοδο, η αναθεώρηση υπολογίζεται με βάση τον χρόνο της πραγματικής εκτέλεσης τους. Για τις εργασίες που εκτελέστηκαν μετά την πάροδο της αρχικής συμβατικής προθεσμίας, η αναθεώρηση υπολογίζεται με βάση τους συντελεστές που ίσχυαν κατά την τελευταία αναθεωρητική περίοδο του αρχικού χρονοδιαγράμματος κατασκευής του έργου, εφόσον η καθυστέρηση οφείλεται σε υπαιτιότητα του αναδόχου....

3. Για την εφαρμογή της προηγούμενης παραγράφου κατά την έγκριση παρατάσεων της συνολικής ή των τμηματικών προθεσμιών των συμβάσεων των δημοσίων έργων εκτιμάται και προσδιορίζεται πάντοτε το υπαίτιο για την επιμήκυνση του χρόνου συμβαλλόμενο μέρος για το σύνολο ή για μέρος των έργων ή κατά κονδύλια εργασιών. Οι διατάξεις της παραγράφου αυτής δεν επηρεάζουν την κατάπτωση των ποινικών ρήτρων αν συντρέχουν οι προϋποθέσεις της.

Τέλος, το άρθρο 36 του π. δ/τος 609/1985 "κατασκευή δημοσίων έργων", που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση των διατάξεων του ανωτέρω νόμου, ορίζει ότι: "1. Σε κάθε σύμβαση δημοσίου έργου, εκτός από την προθεσμία για την περάτωση του συνόλου του έργου (συνολική προθεσμία) ορίζονται και προθεσμίες για τη συμπλήρωση ορισμένων τμημάτων του έργου (τμηματικές προθεσμίες).

Σε περιπτώσεις μικρών έργων ή έργων που από τη φύση τους δεν επιδέχονται προσδιορισμό τμημάτων ή χαρακτηριστικών επιμέρους δραστηριοτήτων,μπορεί η σύμβαση να μη προβλέπει τμηματικές προθεσμίες ... 6. Παράταση της συνολικής ή των τμηματικών προθεσμιών εγκρίνεται, σύμφωνα με τις συνδυασμένες διατάξεις του δεύτερου εδαφίου της παρ. 4 του άρθρου 5 και των παρ. 2 και 3 του άρθρου 10 του ν. 1418/1984 :

α) Είτε "με αναθεώρηση", όταν η καθυστέρηση του συνόλου των εργασιών του έργου ή του αντίστοιχου τμήματος δεν οφείλεται σε αποκλειστική υπαιτιότητα του αναδόχου (αρθρ. 5 παρ. 4 του ν. 1418/84) ή προκύπτει από αύξηση του αρχικού συμβατικού αντικειμένου (άρθρ. 8 παρ. 1 του ν. 1418/84). β) Είτε "χωρίς αναθεώρηση" (για το σύνολο ή μέρος των υπολειπόμενων εργασιών), όταν η παράταση κρίνεται σκόπιμη για το συμφέρον του έργου, έστω και αν η καθυστέρηση του συνόλου ή μέρους των υπολειπομένων εργασιών οφείλεται σε αποκλειστική υπαιτιότητα του αναδόχου (άρθρ. 10 παρ. 2 και 3 του ν. 1418/84)".

Στην παράγραφο δε 8 του ίδιου άρθρου ορίζεται ότι: "Η έγκριση παρατάσεων παρατάσεων προθεσμιών γίνεται από την Προϊστάμενη Αρχή, ύστερα από αίτηση του αναδόχου ... Η αίτηση ... κατατίθεται στη Διευθύνουσα υπηρεσία, που διατυπώνει πάντοτε τη γνώμη της προς την Προϊσταμένη Αρχή. Όταν πρόκειται για εφαρμογή της περίπτωσης β της παρ. 6 του άρθρου αυτού (παράταση "χωρίς αναθεώρηση") ο προϊστάμενος της διευθύνουσας υπηρεσίας σε αντιπαράσταση με τον ανάδοχο καταρτίζει πίνακα διαχωρισμού των εργασιών σε εκείνες που μπορούσε να εκτελεσθούν σε προηγούμενη αναθεωρητική περίοδο και στις λοιπές εργασίες.

Οι πρώτες διαχωρίζονται και κατά αναθεωρητική περίοδο μέσα στην οποία μπορούσε και έπρεπε να εκτελεσθούν. Ο πίνακας αποτελεί πράξη της Διευθύνουσας υπηρεσίας και ο ανάδοχος δικαιούται να υποβάλει ένσταση κατά του πίνακα διαχωρισμού, μόνο αν τον υπογράψει με επιφύλαξη. Σε περίπτωση άρνησης του αναδόχου να συμπράξει στην κατάρτιση ή να υπογράψει τον πίνακα εφαρμόζεται ανάλογα η διάταξη του άρθρου 43 παρ. 5".

Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι εάν, μετά τη χορήγηση στον ανάδοχο (ή και ανεξαρτήτως αυτής) παράτασης εκτέλεσης του έργου "με αναθεώρηση", χορηγηθεί σ' αυτόν παράταση "χωρίς αναθεώρηση" λόγω αποκλειστικής υπαιτιότητάς του, "για το συμφέρον του έργου" και η ενέργεια αυτή καταστεί οριστική, δεν είναι, πλέον, επιτρεπτή η, εκ νέου, χορήγηση σ' αυτόν παράτασης "με αναθεώρηση", λόγω, ακριβώς της, κατά τα ανωτέρω, εμφιλοχωρησάσης αποκλειστικής υπαιτιότητας του αναδόχου (ΣΤΕ 2836/2010).

Στη συγκεκριμένη υπόθεση από την παραδεκτή κατ' άρθρο 561 παρ. 2 Κ.ΠολΔ εκτίμηση του περιεχομένου των διαδικαστικών εγγράφων της ίδιας δίκης προκύπτουν τα ακόλουθα: Με την ενώπιον του Πενταμελούς Εφετείου Πατρών από 2.8.2010 προσφυγή τους κατά της ήδη αναιρεσίβλητης ανώνυμης εταιρείας, η αναιρεσείουσα κοινοπραξία, ως ανάδοχος του περιγραφόμενου σε αυτή δημόσιου έργου και τα μέλη της ανέφεραν, όπως δέχτηκε και το Εφετείο στην προσβαλλόμενη απόφασή του, τα εξής:

Ότι με την από 18.1.1997 έγγραφη σύμβαση που καταρτίσθηκε μεταξύ της πρώτης των προσφευγουσών κοινοπραξίας (της οποίας οι λοιπές προσφεύγουσες είναι μέλη) και του νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου με την επωνυμία "...", του οποίου καθολικός διάδοχος, (δυνάμει του ν. 2932/2001), είναι η δεύτερη καθ'ης η πορσφυγή (ήδη αναιρεσίβλητη) ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "...

Α.Ε.", ανατέθηκε στην κοινοπραξία η κατασκευή του δημοσίου έργου με τίτλο "... - 1ο Τμήμα", προϋπολογισμού δαπάνης σύμφωνα με την μελέτη της Υπηρεσίας 13.000.000.000 δραχμών (38,15 εκατομμυρίων ευρώ). Ότι κατά την σύμβαση αυτή; που καταρτίσθηκε κατόπιν δημοσίου μειοδοτικού διαγωνισμού που διενεργήθηκε σε δεύτερη φάση στις 23- 4-1996 και εκδόθηκαν οι υπ' αριθμ.

Δ4/307/6/Φ5/Ε11/5-12-1996 και Δ4/338/3/Φ5/Ε12/15-1-1997 εγκριτικές του αποτελέσματος του διαγωνισμού, αποφάσεις του ΥΠΕΧΩΔΕ, κύριος του έργου είναι το ... (ήδη ... ΑΕ) και φορέας κατασκευής αυτού το ΥΠΕΧΩΔΕ. Το έργο δημοπρατήθηκε με το σύστημα συμπληρώσεως ανοικτού τιμολογίου και έλεγχο ομαλότητας για το μέρος εργασιών που αποτιμώνται με ποσότητες και τιμές μονάδος και συμπλήρωση ανοικτού τιμολογίου για το μέρος των εργασιών που αποτιμώνται με κατ' αποκοπήν τίμημα.

Με το Π.Δ 145/2000 ορίσθηκε Προϊσταμένη Αρχή και Διευθύνουσα Υπηρεσία του έργου η Ειδική Υπηρεσία Δημοσίων Έργων για τη μελέτη και κατασκευή των μεγάλων έργων Δυτικής Ελλάδας (Ε.Υ.Δ.Ε/Μ.Ε.Δ.Ε). Ότι η προθεσμία περαιώσεως του έργου ορίσθηκε σε 54 μήνες από την υπογραφή της συμβάσεως, πλην από λόγους εκτός υπαιτιότητας της αναδόχου κοινοπραξίας παρατάθηκε διαδοχικώς με τις παρακάτω εκτιθέμενες αποφάσεις της Προϊσταμένης Αρχής και της Διευθύνουσας το έργο Υπηρεσίας έως την 31η Αυγούστου 2005, το δε έργο παραλήφθηκε προσωρινά και οριστικά τον Σεπτέμβριο του 2007, Ειδικότερα:

α) με την υπ' αριθμ. πρωτ. Δ4/847/Φ5/Ε11/27-3-2000 απόφαση του Υφυπουργού ΠΕ.ΧΩ.ΔΕ., με την οποία εγκρίθηκε ο 1ος Συγκριτικός Πίνακας και το 1° ΠΚΤΜΝΕ του έργου, η διάρκεια κατασκευής παρατάθηκε με αναθεώρηση για όλες τις υπολειπόμενες εργασίες κατά 15 μήνες ήτοι μέχρι την 17η Σεπτεμβρίου 2002. β) Εν συνεχεία με την υπ' αριθμ.

πρωτ. οικ. 1691/ΚΕ900/24-10-2002 απόφαση του Υφυπουργού ΠΕ.ΧΩ.ΔΕ. χορηγήθηκε παράταση έως 31-12-2003 για το σύνολο του έργου, αλλά χωρίς αναθεώρηση για τις τότε υπολειπόμενες εργασίες του κρηπιδώματος και για τις εργασίες κατασκευής των κυψελωτών κιβωτίων (caissons) του κυματοθραύστη. Κατά τις αποφάσεως αυτής άσκησαν την υπ' αριθμ.

κατ. 51/2003 προσφυγή, η οποία απορρίφθηκε με την υπ' αριθμ. 669/2008 απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Πατρών ως απαράδεκτη για έλλειψη δικαιοδοσίας των διοικητικών δικαστηρίων με αποτέλεσμα να ασκήσουν στο Δικαστήριο τούτο την υπ' αριθμ. κατ. 1/6-2-2009 προσφυγή τους, της οποίας η εκδίκαση εκκρεμεί, γ) Στις 12-3-2004 τους κοινοποιήθηκε η υπ' αριθμ.

πρωτ. 346/ΚΕ/900/4-3-2004 απόφαση του Υφυπουργού ΠΕ.ΧΩ.ΔΕ., με την οποία εγκρίθηκε ο 3ος ΑΠΕ του έργου και το σχέδιο της 1ης ΣΣΕ που είχε συντάξει η Διευθύνουσα Υπηρεσία και χορηγήθηκε παράταση έως 15-7-2004 με αναθεώρηση μόνο για τις εργασίες της 1ης Σ.Σ.Ε. και για τις υπολειπόμενες συμβατικές εργασίες του κυματοθραύστη, επειδή αυτές έπρεπε να εκτελεσθούν μετά τις εργασίες της 1ης Σ.Σ.Ε.

στην θεμελίωση του κυματοθραύστη. Κατά της ανωτέρω αποφάσεως άσκησαν την υπ' αριθμ. κατ. 130/2004 προσφυγή, η οποία απορρίφθηκε με την 560/2008 απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Πατρών για τυπικούς λόγους και ήδη κατ' αυτής άσκησαν αίτηση αναιρέσεως στο Σ.Τ.Ε. η εκδίκαση της οποίας εκκρεμεί, δ) Μετά την έκδοση της ως άνω 346/ΚΕ/900/4-3-2004 αποφάσεως του Υπουργού ΠΕΧΩΔΕ υπέβαλαν το υπ' αριθμ.

πρωτ. 22/4470/25-6-2004 αίτημά τους με το οποίο ζήτησαν παράταση με αναθεώρηση για όλες τις υπολειπόμενες εργασίες της συμβάσεως έως 18-3-2005. Στις 4-10-2004 παρέλαβαν την υπ' αριθμ. 2097/30-9-2004 απόφαση του Υπουργού ΠΕ.ΧΩ.ΔΕ., με την οποία χορηγήθηκε παράταση έως 31-12-2004 με αναθεώρηση για τις εργασίες που αφορούν τον κυματοθραύστη και έπονται των εργασιών της 1ης Σ.Σ.Ε. (ολοκλήρωση τοποθέτησης caissons, κατασκευή ανωδομής και ολοκλήρωση προφυλακτηρίου τοίχου)" και χωρίς αναθεώρηση για τις υπόλοιπες εργασίες της αρχικής σύμβασης, με την αναθεώρηση παγιούμενη στο γ' τρίμηνο του 2002, όπως είχε αποφασισθεί με την προεκτεθείσα 1691/ ΚΕ 900/24-10-2002 απόφαση του Υφυπουργού ΠΕ.ΧΩ.ΔΕ.

Κατά της 2097/30-9-2004 αποφάσεως του Υπουργού ΠΕ.ΧΩ.ΔΕ άσκησαν την από 22-12-2004 αίτηση θεραπείας, η οποία δεν απαντήθηκε εντός τριμήνου από τη υποβολή της, με αποτέλεσμα να ασκήσουν την από 18-5-2005 προσφυγή τους στο Διοικητικό Εφετείο Πατρών, που απορρίφθηκε, με την 134/2010 απόφασή του, ως απαράδεκτη για έλλειψη δικαιοδοσίας των διοικητικών δικαστηρίων.

Ή απόφαση αυτή τους επιδόθηκε στις 10-6-2010 και άσκησαν εμπροθέσμως, ήτοι εντός εξήντα (60) ημερών από την επίδοσή της την ένδικη προσφυγή για την επίλυση της αναφυείσας μεταξύ αυτών διαφωνίας. Ότι η υπηρεσία έπρεπε να χορηγήσει παράταση της συμβατικής προθεσμίας περαιώσεως του έργου έως 18-3-2005 με αναθεώρηση για όλες τις υπολειπόμενες εργασίες, διότι η ανάδοχος κοινοπραξία ουδεμία ευθύνη φέρει για την καθυστέρηση στην πρόοδο των εργασιών, η οποία οφείλεται στα παρακάτω γεγονότα που επηρέασαν τον χρόνο εκτελέσεως των εργασιών της αρχικής συμβάσεως και τα οποία έλαβαν χώρα μετά την έκδοση της 346/ΚΕ/900/4-3-2004 αποφάσεως του Υφυπουργού ΠΕ.ΧΩ.ΔΕ.

με την οποία χορηγήθηκε η προηγούμενη παράταση (ήτοι μέχρι 31-12-2003) χωρίς αναθεώρηση. Ειδικότερα: η καθυστέρηση οφείλεται: α) Στην υπέρμετρη και αδικαιολόγητη καθυστέρηση στην υπογραφή της 1ης Σ.Σ.Ε. εκ μέρους του κυρίου του έργου και β) στην έλλειψη επαρκούς μελέτης πασσαλοσανίδων, η οποία επέβαλε την εκ μέρους της αναδόχου εκπόνηση πλήρους μελέτης πασσαλοσανίδων, που ολοκληρώθηκε τον Νοέμβριο του 2004, με αποτέλεσμα να καθυστερήσουν χωρίς υπαιτιότητα της οι εργασίες εμπήξεως των πασσαλοσανίδων καθώς και η προμήθεια και τοποθέτηση 40.000 κ.μ.

κίσσηρης και η ολοκλήρωση των εργασιών χερσαίων επιχώσεων (ποσότητας 36.000 κ.μ.) πίσω από τον κρηπιδότοιχο με κατεύθυνση προς την ξηρά. Με βάση το ανωτέρω ιστορικό και μετά τον παραδεκτό, με δήλωση του πληρεξουσίου τους δικηγόρου καταχωρισθείσα στα πρακτικά συνεδριάσεως του Εφετείου αλλά και με τις προτάσεις των προσφευγουσών, περιορισμό του καταψηφιστικού αιτήματος της προσφυγής σε αναγνωριστικό, διώκεται:

α) Να αναγνωρισθεί δικαστικά η έλλειψη νομιμότητας της τεκμαιρόμενης απορρίψεως της από 22.12.2004 αιτήσεως θεραπείας τους και της 986/ΚΕ900/30.9.2004 αποφάσεως του Υπουργού ΠΕ.ΧΩ.Δ.Ε. καθώς και κάθε άλλης πράξεως, ή παραλείψεως κατά το μέρος που δεν ενέκρινε παράταση με αναθεώρηση για τις τότε υπολειπόμενες εργασίες του κρηπιδότοιχου (λιθορριπή, πασσαλοσανίδες τύπου Laser 607, προμήθεια και τοποθέτηση κίσσηρης και εξάλλων επιχώσεων), συνολικού ποσού 22.587 ευρώ πλέον Γ.Ε. και Ο.Ε. 18%,

β) να αναγνωρισθεί ότι τα αιτήματα της αναδόχου κοινοπραξίας που υποβλήθηκαν με το υπ' αριθμ. πρωτ. 2.2/4470/25.6.2004 έγγραφό τους καθώς και η από 22.12.2004 αίτηση θεραπείας έπρεπε να γίνουν δεκτά στο σύνολο τους,

γ) να αναγνωρισθεί ότι έπρεπε να χορηγηθεί γενική παράταση συμβατικής προθεσμίας με αναθεώρηση τιμών για όλες τις εργασίες που υπολείπονταν για την ολοκλήρωση του έργου γενικά και ειδικά για τις εργασίες του κρηπιδότοιχου (λιθορριπή, πασσαλοσανίδες τύπου Laser 607, προμήθεια και τοποθέτηση κίσσηρης και εξάλλων επιχώσεων) κατά την έκδοση της υπ' αριθμ. 986/ΚΕ900/30-9-2004 αποφάσεως του Υπουργού ΠΕ.ΧΩ.ΔΕ. και

δ) να αναγνωρισθεί ότι οι καθ' ων η προσφυγή υποχρεούνται να τους καταβάλουν, εις ολόκληρον έκαστος το ποσόν των 22.587 ευρώ πλέον Γ.Ε. και Ο.Ε. 18%.

Επί της ανωτέρω προσφυγής εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, με την οποία το Εφετείο, αφού έκρινε ότι αυτή: "Κατά τον επικαλούμενο υπό στοιχ. β λόγο της ανυπαίτιας εκ μέρους της αναδόχου καθυστερήσεως περαιώσεως του έργου (ήτοι της ελλείψεως επαρκούς μελέτης πασσαλοσανίδων) και κατά το αίτημά της περί αναγνωρίσεως υποχρεώσεως καταβολής εκ μέρους των καθ' ων ποσού 22.587 ευρώ πλέον Γ.Ε. και Ο.Ε. 18% είναι προεχόντως απορριπτέα ως απαράδεκτη για έλλειψη διοικητικής προδικασίας, διότι ο ανωτέρω λόγος και το αίτημα δεν αποτέλεσαν περιεχόμενο της σχετικής ενστάσεως και της από 22.12.2004 αιτήσεως θεραπείας της προσφεύγουσας", ερευνώντας στη συνέχεια κατά τον πρώτο λόγο και τα λοιπά αιτήματά της την ένδικη προσφυγή, ως προς την ουσιαστική της βασιμότητα, μετά από εκτίμηση όλων των κατ' είδος αναφερόμενων αποδεικτικών μέσων (έγγραφα και ένορκη βεβαίωση μάρτυρα των προσφευγουσών), δέχτηκε ότι πιθανολογήθηκαν τα εξής:

"Κατόπιν δημοσίου μειοδοτικού διαγωνισμού που διενεργήθηκε στις 23-4-1996 από το Υ.ΠΕ.ΧΩ.ΔΕ. (Διεύθυνση Λιμενικών έργων Δ4) και το αποτέλεσμα του οποίου εγκρίθηκε με τις αποφάσεις Δ4/307/6/Φ5/Ε11/5-12-1996 και Δ4/338/3/Φ5/Ε12/15-1-1997 του Υπουργού ΠΕ.ΧΩ.ΔΕ., η πρώτη προσφεύγουσα κοινοπραξία των εταιρειών "... LTD", "... LTD" και "ΤΕΧΝΙΚΗΣ ...

AE"j (η οποία ακολούθως συγχωνεύθηκε με την ανώνυμη εταιρεία "... ΑΤΕ", από την οποία απορροφήθηκε, δημιουργήθηκε δε η εταιρεία "... Α.Ε." που υπεισήλθε στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις της ... Α.Ε.), αναδείχθηκε ανάδοχος του δημοσίου έργου "... - 1° Τμήμα αρχικού προϋπολογισμού δαπάνης 13.000.000.000 δραχμών (38.156.736 ευρώ).

Με την από 18- 1-1997 έγγραφη σύμβαση που υπογράφηκε μεταξύ της κοινοπραξίας, ως αναδόχου εργολήπτη και του τότε ... (νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου), ως εργοδότη και κυρίου του έργου, η κοινοπραξία ανέλαβε την εκτέλεση του έργου, αντί ολικού εργολαβικού ανταλλάγματος 12.221.912.417 δραχμών με μέση τεκμαρτή έκπτωση 21,63% και με αρχική συμβατική προθεσμία περαιώσεως 54 μήνες από την υπογραφή της συμβάσεως, δηλαδή την 18η Ιουλίου 2001.

Διευθύνουσα Υπηρεσία του Έργου αρχικά ήταν η Διεύθυνση Τεχνικών Υπηρεσιών του ..., εν συνεχεία δε μετά την έκδοση του Π.Δ. 145/2000/ΑΊ27/3-5-2000 το Τμήμα Κατασκευής Έργων της ΕΥΔΕ/ΜΕΔΕ, ενώ Προϊσταμένη Αρχή μεν ήταν η Διεύθυνση Λιμενικών Έργων (Δ4) της Γενικής Γραμματείας Δημοσίων Έργων του Υπουργείου ΠΕ.ΧΩ.ΔΕ., εν συνεχεία δε η ΕΥΔΕ/ΜΕΔΕ.

Το επίδικο έργο είχε ως ειδικότερο αντικείμενο την πλήρη κατασκευή του 1ου Τμήματος του ..., το οποίο περιελάμβανε έναν κυματοθραύστη μήκους 900 μέτρων περίπου, έναν κρηπιδότοιχο μήκους 500 μέτρων περίπου και επιχώσεις του χώρου πίσω από τον κρηπιδότοιχο για την δημιουργία χερσαίας ζώνης επιφάνειας 130.000 τετραγωνικών μέτρων.

Ο κρηπιδότοιχος και ο κυματοθραύστης θα κατασκευάζονταν με κυψελωτά κιβώτια από οπλισμένο σκυρόδεμα (caissons), στην ζώνη θεμελιώσεως των οποίων έπρεπε να γίνουν, λόγω κακής ποιότητας του εδάφους, έργα εξυγιάνσεως και ενισχύσεως του θαλάσσιου πυθμένα, όπως κατακόρυφα πλαστικά στραγγιστήρια, χαλικοπάσσαλοι, προφορτίσεις και εξυγιάνσεις.

Ο προϋπολογισμός προσφοράς περιελάμβανε κατ' αποκοπήν τιμές για τον κρηπιδότοιχο και τον κυματοθραύστη και συμπλήρωση ανοικτού τιμολογίου από την ανάδοχο, με έλεγχο ομαλότητας των τιμών από την Υπηρεσία για τις υπόλοιπες ποσότητες εργασιών (επιμετρούμενες). Η αρχική συμβατική προθεσμία των 54 μηνών για την περαίωση του έργου παρατάθηκε διαδοχικά με αποφάσεις της Υπηρεσίας μέχρι την 31η Αυγούστου 2005, το δε έργο παραλήφθηκε προσωρινά και οριστικά, όπως τούτο δεν αμφισβητείται τον Σεπτέμβριο του έτους 2007.

Ειδικότερα με την απόφαση Δ4/847/Φ5/Ε11/27-3-2000 του Υπουργού ΠΕ.ΧΩ.ΔΕ. εγκρίθηκαν ο 1ος Συγκριτικός Πίνακας (Σ.Π.) και το 1° Π.Κ.Τ.Μ.Ν.Ε του έργου και παρατάθηκε, κατ' αποδοχή σχετικού αιτήματος της αναδόχου κοινοπραξίας, η συνολική συμβατική προθεσμία περαιώσεώς του έως την 17η Σεπτεμβρίου 2002 με αναθεώρηση για όλες τις υπολειπόμενες εργασίες.

Εν συνεχεία με το έγγραφο 2.2/3677/23-7-2002 προς την Προϊσταμένη Αρχή, που υποβλήθηκε πριν την εκπνοή της χορηγηθείσας ως άνω παρατάσεως, η ανάδοχος ζήτησε να παραταθεί εκ .νέου η συμβατική προθεσμία ολοκληρώσεως του έργου ως την 27η Φεβρουαρίου 2004 με αναθεώρηση τιμών για όλες τις εναπομένουσες εργασίες, επικαλούμενη την ύπαρξη λόγων που, κατ' αυτήν, δεν οφείλονται σε υπαιτιότητά της και καθιστούσαν αναγκαία και επιβεβλημένη τη παράταση αυτή.

Η Προϊσταμένη Αρχή, με την απόφαση σικ. 1691/ΚΕ900/24-10-2002 του Υφυπουργού ΠΕ.ΧΩ.ΔΕ., λαμβάνοντας υπόψη τις διατάξεις των άρθρων 5 παρ. 4 και 10 παρ.3 του ν. 1418/1984 καθώς και 36 παρ. 6 του π.δ/τος 609/1985, δέχθηκε εν μέρει το αίτημα της κοινοπραξίας και ενέκρινε την παράταση της συνολικής προθεσμίας ολοκληρώσεως του έργου έως την 31η Δεκεμβρίου 2003 "με αναθεώρηση τιμών" για ορισμένες μόνον εργασίες, για τις οποίες δέχθηκε ότι η καθυστέρηση δεν μπορεί να αποδοθεί σε αποκλειστική υπαιτιότητα της κοινοπραξίας και χωρίς αναθεώρηση για κάποιες άλλες (για τις οποίες η αναθεώρηση παγιώθηκε στο Γ' τρίμηνο του έτους 2002) και συγκεκριμένα για τις υπολειπόμενες εργασίες του κρηπιδώματος και για τις εργασίες κατασκευής των κυψελωτών κιβωτίων (caissons) του κυματοθραύστη, η καθυστέρηση ολοκληρώσεως των οποίων θεώρησε ότι οφείλεται αποκλειστικώς σε υπαιτιότητα της αναδόχου, ενώ, συγχρόνως, καθόρισε ενδεικτικές τμηματικές προθεσμίες περαιώσεως των υπολειπόμενων εργασιών, προσδιορίζοντας ταυτοχρόνως και τις ποσότητες αυτών, Κατά της ανωτέρω αποφάσεως της Προϊσταμένης Αρχής, με την οποία δημιουργήθηκε για πρώτη φορά διαφωνία και η οποία κοινοποιήθηκε στην ανάδοχο στις 25-10-2002, δυνάμει του 2580/25-10-2002 εγγράφου της Ε.Υ.Δ.Ε./Μ.Ε.Δ.Ε., η κοινοπραξία υπέβαλε ένσταση στις 8-11-2002, η οποία ειρρήσθω δεν είναι υποχρεωτική (άρθρο 12 παρ.3 εδάφ.

δ' του ν. 1418/1984), στις 8-11-2002 και εν συνεχεία στις 5-4- 2003 αίτηση θεραπείας στον Υπουργό ΠΕ.ΧΩ.ΔΕ., υποστηρίζοντας αφενός μεν ότι δεν την βαρύνει οποιαδήποτε υπαιτιότητα για την καθυστέρηση εκτελέσεως του συνόλου των υπολειπομένων εργασιών και συνεπώς η χορηγηθείσα παράταση της συνολικής προθεσμίας έως την 31η Δεκεμβρίου 2003 έπρεπε να εγκριθεί "με αναθεώρηση τιμών" και αφετέρου ότι η θέσπιση ενδεικτικών τμηματικών προθεσμιών για την εκτέλεση των κατ' ιδίαν εργασιών δεν ήταν νόμιμη, καθόσον δεν υπήρχε καμιά σχετική πρόβλεψη ούτε στην σύμβαση ούτε στα τεύχη δημοπρατήσεως, ενώ εξάλλου οι ποσότητες ανεκτέλεστων εργασιών που παρετίθεντο στην απόφαση της Προϊσταμένης Αρχής δεν ανταποκρίνονταν στις πραγματικές συμβατικές ποσότητες του έργου.

Η αίτηση θεραπείας απορρίφθηκε σιωπηρώς, με την πάροδο άπρακτης της νόμιμης (τρίμηνης) προθεσμίας από την επίδοσή της στον Υπουργό ΠΕ.ΧΩ.ΔΕ. Με την από 5-9-2003 προσφυγή της στο Διοικητικό Εφετείο Πατρών ζήτησε την ακύρωση της τεκμαιρόμενης απορρίψεως από τον ως άνω Υπουργό της αιτήσεως θεραπείας. Το προεκτεθέν Δικαστήριο, με την 669/2008 απόφασή του, που κατέστη αμετάκλητη με την έκδοση της 4408/2011 αποφάσεως του Σ.Τ.Ε.

επί της ασκηθείσης κατ' αυτής αιτήσεως αναιρέσεως, απέρριψε την προσφυγή για έλλειψη δικαιοδοσίας των διοικητικών δικαστηρίων. Εν συνεχεία με την υπ' •αριθμ. κατ. 1/6-2-2009 προσφυγή τους ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου που ασκήθηκε εντός διμήνου από την επίδοση της 669/2008 αποφάσεως του Διοικητικού Εφετείου Πατρών, η προσφεύγουσα κοινοπραξία και τα μέλη της ζήτησαν όσα είχαν ζητήσει με την προσφυγή τους που άσκησαν στο Διοικητικό Εφετείο Πατρών.

Επί της προσφυγής αυτής εκδόθηκε η 378/2013 απόφαση αυτού του Δικαστηρίου που την απέρριψε ως απαράδεκτη με την αιτιολογία ότι η ασκηθείσα από την προσφεύγουσα κοινοπραξία αίτηση θεραπείας κατά της σιωπηράς απορρίψεως της ενστάσεώς της ασκήθηκε εκπροθέσμως, ήτοι μετά την πάροδο της τρίμηνης ανατρεπτικής προθεσμίας, σύμφωνα με το άρθρο 12 παρ. 3 εδ.

δ' του ν. 1418/1984. Περαιτέρω πιθανολογήθηκε ότι με το υπ' αριθμ. πρωτ. 2.2/4356/16-12-2003 έγγραφο της αναδόχου κοινοπραξίας που υποβλήθηκε προς την Διευθύνουσα Υπηρεσία και την Προϊσταμένη Αρχή ζητήθηκε παράταση της συμβατικής προθεσμίας παραδόσεως του έργου "με αναθεώρηση τιμών" για δώδεκα (12) μήνες ήτοι μέχρι 31-12-2004.

Επί του αιτήματος αυτού εκδόθηκε η υπ' αριθμ. πρωτ. 346/ΚΕ900/4-3-2004 απόφαση του Υφυπουργού ΠΕ.ΧΩ.ΔΕ., με την οποία: α) εγκρίθηκε ο 3ος Α.Π.Ε. του έργου και το σχέδιο της 1ης Σ.Σ.Ε. που είχε συντάξει η Διευθύνουσα Υπηρεσία και β) εγκρίθηκε η παράταση της συνολικής προθεσμίας περαιώσεως των εργασιών κατά έξι (6) μήνες και δεκαπέντε (15) ημέρες, ήτοι μέχρι 15-7-2004, "με αναθεώρηση τιμών" για τις εργασίες της αρχικής συμβάσεως για τον κυματοθραύστη που θα εκτελεσθούν μετά την υπογραφή της 1ης Σ.Σ.Ε.

και χωρίς "αναθεώρηση" για τις λοιπές εργασίες. Εν συνεχεία, με το υπ' αριθμ. πρωτ. 530/οικ/12-3-2004 έγγραφό της η Διευθύνουσα Υπηρεσία (Ε.Υ.Δ.Ε./Μ.Ε.Δ.Ε. - Τμήμα Κατασκευής Έργων ….), γνωστοποίησε στην ανάδοχο ότι η προεκτεθείσα απόφαση (346/ΚΕ900/4-3-2004) θεωρείται ως "μηδέποτε κοινοποιηθείσα" διότι εκτός των άλλων περιλαμβάνει και την έγκριση Συμπληρωματικής Σύμβασης γιο την οποία απαιτείται προσυμβατικός έλεγχος από το Ελεγκτικό Συνέδριο και ο οποίος δεν έχει ακόμη περαιωθεί.

Κατά της ως άνω αποφάσεως του Υφυπουργού ΠΕ.ΧΩ.ΔΕ. και του υπ' αριθμ. πρωτ. 530/οικ./12-3-2004 εγγράφου της Ε.Υ.Δ.Ε./Μ.Ε.Δ.Ε./ΤΚΕ …. η ανάδοχος άσκησε αίτηση θεραπείας ενώπιον του Υφυπουργού ΠΕ.ΧΩ.ΔΕ., η οποία του επιδόθηκε οτις 9-6-2004. Κατά της παραλείψεως δε αυτού να αποφανθεί επί της προσφυγής εντός της νόμιμης τρίμηνης προθεσμίας, με συνέπεια να τεκμαίρεται σιωπηρά απόρριψή της, η ανάδοχος και τα μέλη της ατομικώς άσκησαν την από 8-11-2004 προσφυγή τους στο Διοικητικό Εφετείο Πατρών, με την οποία ζήτησαν να ακυρωθεί η απόρριψη της αιτήσεως θεραπείας και να αναγνωρισθεί γενική παράταση συμβατικής προθεσμίας εννέα (9) μηνών με αναθεώρηση τιμών για όλες τις εργασίες που υπολείπονται για την ολοκλήρωση του έργου, αρχομένης της προθεσμίας από την ημερομηνία υπογραφής της 1ης Συμπληρωματικής Συμβάσεως Εργασιών (Σ.Σ.Ε.) η οποία έλαβε χώρα στις 22-6-2004, για όσους λόγους ανέφερε αναλυτικά στην αίτηση θεραπείας.

Επί της εν λόγω προσφυγής εκδόθηκε η 560/2008 απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Πατρών που την απέρριψε ως απαράδεκτη λόγω μη τηρήσεως της προβλεπόμενης διοικητικής προδικασίας αλλά και διότι το ως άνω έγγραφο της ΕΥΔΕ/ΜΕΔΕ/ΤΚΕ … δεν αποτελεί εκτελεστή διοικητική πράξη. Ακολούθως, η προσφεύγουσα κοινοπραξία με το υπ' αριθμ. 2.2/4470/25-6-2004 έγγραφό της προς την Προϊσταμένη Αρχή ζήτησε να παραταθεί εκ νέου η συμβατική προθεσμία περαίωσης του έργου έως την 18η Μαρτίου 2005, "με αναθεώρηση τιμών" για όλες τις εναπομένουσες εργασίες, επικαλούμενη την ύπαρξη λόγων, οι οποίοι, μη οφειλόμενοι σε υπαιτιότητά της, καθιστούσαν αναγκαία την παράταση αυτή.

Το αίτημα της αυτό όμως απορρίφθηκε σιωπηρά και εν συνεχεία στις 4-10-2004 της κοινοποιήθηκε η υπ' αριθμό 986/30.9.2004 απόφαση του Υπουργού ΠΕΧΩΔΕ, με την οποία εγκρίθηκε παράταση της προθεσμίας έως 31-12-2.004 με "αναθεώρηση τιμών" για τις εργασίες της 1ης ΣΣΕ και τις εργασίες που αφορούν τον κυματοθραύστη και έπονται των εργασιών της 1ης Σ.Σ.Ε. (ολοκλήρωση τοποθέτησης caissons, κατασκευή ανωδομής και ολοκλήρωση προφυλακτηρίου τοίχου) και "χωρίς αναθεώρηση" για τις υπόλοιπες εργασίες της αρχικής σύμβασης, με την αναθεώρηση παγιουμένη στο Γ' Τρίμηνο του 2002, σύμφωνα με την ανωτέρω 1691/ΚΕ900/24-10-2002 απόφαση του Υφυπουργού ΠΕ.ΧΩ.ΔΕ.

Κατά της τεκμαιρόμενης απορρίψεως του ανωτέρω αιτήματός της αλλά και κατά της 986/30-9- 2004 αποφάσεως του Υπουργού ΠΕ.ΧΩ.ΔΕ. άσκησε εμπροθέσμως την •από 22-12-2004 αίτηση θεραπείας και κατά της τεκμαιρόμενης σιωπηράς απορρίψεως αυτής άσκησαν τόσο αυτή όσο και τα μέλη της ατομικώς την από 18-5-2005 προσφυγή τους στο Διοικητικό Εφετείο Πατρών, η οποία απορρίφθηκε με την 134/2010 απόφασή του ως απαράδεκτη για έλλειψη δικαιοδοσίας των διοικητικών δικαστηρίων και ήδη άσκησαν εμπροθέσμως, εντός εξήντα (60) ημερών από την επίδοση της ως άνω αποφάσεως, την ένδικη προσφυγή τους.

Ακολούθως με την υπ' αριθμ. πρωτ. 268/ΚΕ900/8-4-2005 απόφαση της Προϊσταμένης Αρχής εγκρίθηκε έως την 31η Μαρτίου 2005 η παράταση της συνολικής προθεσμίας αποπερατώσεως των εργασιών και ειδικότερα "με αναθεώρηση" για τις εργασίες που είχαν αποφασισθεί "με αναθεώρηση" με την προεκτεθείσα 986/ΚΕ900/30-9-2004 απόφαση του Υπουργού και "χωρίς αναθεώρηση" για τις εργασίες που είχε ορίσει χωρίς αναθεώρηση η ίδια απόφαση.

Τέλος, με την υπ' αριθμ. πρωτ. 1154/ΚΕ900/22-8-2005 απόφαση του Υφυπουργού ΠΕ.ΧΩ.ΔΕ. εγκρίθηκε παράταση της συνολικής προθεσμίας περαιώσεως του έργου κατά τρεις (3) μήνες ήτοι μέχρι 31-8-2005 "με αναθεώρηση" για τις υπολειπόμενες εργασίες της 1ης Σ.Σ.Ε. και της αρχικής συμβάσεως που αφορούν στον κυματοθραύστη και "χωρίς αναθεώρηση" για τις υπολειπόμενες εργασίες της αρχικής σύμβασης που αφορούν στο κρηπίδωμα.

Συνεπώς το αίτημα που υποβλήθηκε με το υπ' αριθμ. 2.2/4470/25-6-2004 έγγραφο της αναδόχου για χορήγηση παρατάσεως προθεσμίας έως την 18η Μαρτίου 2005 στερείται αντικειμένου. Περαιτέρω ως προς το ζήτημα της εγκρίσεως παρατάσεως της προθεσμίας περαιώσεως με αναθεώρηση των τιμών για όλες τις υπολειπόμενες κατά τον χρόνο υποβολής του ως άνω αιτήματος (25-6- 2004), εργασίες για την ολοκλήρωση του έργου, οι οποίες, κατά τα προεκτεθέντα, ολοκληρώθηκαν στις 31-8-2005, πρέπει να σημειωθεί ότι η αναθεώρηση για τις προαναφερόμενες εργασίες είχε παγιωθεί στο Γ τρίμηνο του 2002 με τις προειρρημένες 1691/ΚΕ900/24-10-2002 και 346/ΚΕ900/4-3-2004 αποφάσεις του Υφυπουργού ΠΕ.ΧΩ.ΔΕ.,, οι οποίες προσεβλήθησαν με τις υπ' αριθμ. 1/6-2-2009 και 130/2004 προσφυγές των προσφευγουσών ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου και του Διοικητικού Εφετείου Πατρών αντιστοίχως και απορρίφθηκαν με τις 378/2013 και 560/2008 αποφάσεις των ανωτέρω Δικαστηρίων αντιστοίχως και συνεπώς δεν μπορεί να ζητηθεί αναθεώρηση των τιμών για εργασίες που κρίθηκαν τελεσιδίκως ότι είχαν, εξ αποκλειστικής υπαιτιότητας της αναδόχου κοινοπραξίας, παγιωθεί σε προγενέστερο χρόνο, καθόσον, αν αυτές είχαν ολοκληρωθεί εμπροθέσμως από την ανάδοχο δεν θα ετίθετο θέμα παρατάσεως". Με βάση δε τις ανωτέρω παραδοχές του το Εφετείο απέρριψε στο σύνολό της την ένδικη προσφυγή.

Ήδη με τον πρώτο λόγο της υπό κρίση αίτησής τους, κατά το οικείο μέρος του, οι αναιρεσείουσες, υπό την επίκληση του αριθμού 17 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ, αποδίδουν για πρώτη φορά στο παρόν Δικαστήριο, την αιτίαση ότι η προσβαλλόμενη απόφασή του έχει αντιφατικές διατάξεις στο αιτιολογικό της, καθόσον έκρινε αβάσιμο το αίτημά τους αναφορικά με τη χορήγηση αναθεώρησης για όλες τις εργασίες που υπολείπονται για την ολοκλήρωση του Έργου με το εξής σκεπτικό:

"Περαιτέρω ως προς το ζήτημα της εγκρίσεως παρατάσεως της προθεσμίας περαιώσεως με αναθεώρηση των τιμών για όλες τις υπολειπόμενες κατά το χρόνο υποβολής του ως άνω αιτήματος (25.6.2004), εργασίες για την ολοκλήρωση του έργου, οι οποίες, κατά τα προεκτεθέντα, ολοκληρώθηκαν στις 31.8.2005, πρέπει να σημειωθεί ότι η αναθεώρηση για τις προαναφερόμενες εργασίες είχε παγιωθεί στο Γ' τρίμηνο του 2002 με τις προειρρημένες 1691/ΚΕ900/24.10.2002 και 346/ΚΕ900/4.3.2004 αποφάσεις του Υφυπουργού ΠΕ.ΧΩ.ΔΕ, οι οποίες προσεβλήθησαν με τις υπ' αριθμ. 1/6.2.2009 και 130/2004 προσφυγές των προσφευγουσών ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου και του Διοικητικού Εφετείου Πατρών αντιστοίχως και απορρίφθηκαν με τις 378/2013 και 560/2008 αποφάσεις των ανωτέρω Δικαστηρίων αντιστοίχως και συνεπώς δεν μπορεί να ζητηθεί αναθεώρηση των τιμών για εργασίες που κρίθηκαν τελεσιδίκως ότι είχαν, εξ αποκλειστικής υπαιτιότητας της αναδόχου κοινοπραξίας, παγιωθεί σε προγενέστερο χρόνο, καθόσον, αν αυτές είχαν ολοκληρωθεί εμπροθέσμως από την ανάδοχο δεν θα ετίθετο θέμα παρατάσεώς των".

Η ανωτέρω όμως αιτιολογία, κατά τους ισχυρισμούς των αναιρεσειουσών είναι εσφαλμένη, δεδομένου ότι με την απόφαση 378/2013 του Εφετείου Πατρών και με την αρ.560/2008 απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Πατρών δεν κρίθηκε τελεσίδικα ότι εξ αποκλειστικής υπαιτιότητάς τους η αναθεώρηση παγιώθηκε σε προγενέστερο χρόνο, αλλά οι προσφυγές τους απορρίφθηκαν για τυπικούς λόγους και συγκεκριμένα όπως αναφέρεται στην αναιρεσιβαλλόμενη, με την αρ. 378/2013 απόφαση του Δικαστηρίου απορρίφθηκε η σχετική προσφυγή τους ως "απαράδεκτη με την αιτιολογία ότι η ασκηθείσα από την προσφεύγουσα κοινοπραξία αίτηση θεραπείας κατά της σιωπηρός απορρίψεως της ενστάσεως της ασκήθηκε εκπροθέσμως, ήτοι μετά την πάροδο της τρίμηνης ανατρεπτικής προθεσμίας, σύμφωνα με το άρθρο 12 παρ. 3 εδ. Δ του ν. 1418/1984, ενώ με την 560/2008 απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Πατρών απορρίφθηκε ως απαράδεκτη η προσφυγή τους λόγω μη τηρήσεως της προβλεπόμενης διοικητικής προδικασίας, αλλά και διότι το ως άνω έγγραφο της ΕΥΔΕ/ΜΕΔΕ/ΤΚΕ Πρέβεζας δεν αποτελεί εκτελεστή διοικητική πράξη".

Ο λόγος αυτός από τον αριθμό 17 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ είναι απαράδεκτος, διότι οι φερόμενες ως αντιφάσεις της προσβαλλόμενης απόφασης, οι οποίες δεν έχουν προσόντα διατακτικού, εντοπίζονται στο αιτιολογικό της, ενώ ο ίδιος λόγος αναίρεσης κατά το μέρος, που οι αναιρεσείουσες, υπό την επίκληση του αριθμού 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ, αποδίδουν στο Εφετείο την αιτίαση ότι η προσβαλλόμενη απόφασή του έχει την προαναφερόμενη εσφαλμένη και μη νόμιμη αιτιολογία, πρέπει να απορριφθεί προεχόντως ως αόριστος, αφού δεν διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο τα απαιτούμενα για τη θεμελίωσή του στοιχεία όπως ειδικότερα αναφέρονται στην αντίστοιχη μείζονα σκέψη της παρούσας.

Περαιτέρω, κατά τα εκτιθέμενα στην προηγούμενη μείζονα σκέψη, το Εφετείο, με τις άνω παραδοχές του, δεν παραβίασε ευθέως, με εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή, τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του άρθρου 36 παρ. 6 Π.Δ. 609/1985 σε συνδυασμό προς εκείνες του άρθρου 288 ΑΚ, όπως αβάσιμα υποστηρίζουν οι αναιρεσείουσες στο δεύτερο λόγο της υπό κρίση αίτησής τους.

Τούτο δε διότι τα προαναφερόμενα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε, ενόψει α) της οριστικότητας της αρχικώς χορηγηθείσας με αποκλειστική υπαιτιότητα της αναδόχου κοινοπραξίας χωρίς αναθεώρηση τιμών, παράτασης της προθεσμίας ολοκλήρωσης των επίμαχων εργασιών δυνάμει της 1691/ΚΕ 900/24.10.2002 απόφασης του Υφυπουργού ΠΕΧΩΔΕ, μετά την έκδοση των επικαλούμενων τελεσίδικων δικαστικών αποφάσεων και β) του περιεχομένου της ένδικης προσφυγής κατά της αναιρεσίβλητης, δικαιολογούσαν την, κατ' ορθή ερμηνεία και εφαρμογή των ως άνω διατάξεων, απόρριψη αυτής (προσφυγής), με άμεση δικονομική συνάφεια οι προβαλλόμενες με το λόγο αυτό αναιρετικές αιτιάσεις από το άρθρο 559 αρ. 1 Κ.Πολ.Δ, υπό την έννοια της ευθείας παραβίασης των εν λόγω διατάξεων, ερειδόμενες σε αποδιδόμενες αναληθείς, από νομική και ουσιαστική άποψη, αντιθέτου περιεχομένου πλημμέλειες, να ελέγχονται ως αβάσιμες.

Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, πρέπει η κρινόμενη αίτηση, που δεν περιέχει άλλους λόγους αναίρεσης, να απορριφθεί στο σύνολο της και να διαταχθεί, κατά την παράγραφο 4 του άρθρου 495 Κ.ΠολΔ, που προστέθηκε με το άρθρο 12 παρ.2 του ν.4055/2012, η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του παραβόλου των τριακοσίων (300) ευρώ, το οποίο καταβλήθηκε από τις αναιρεσείουσες όπως προκύπτει από την υπ' αριθμ. 4/2016 έκθεση κατάθεσης της αίτησης αναίρεσης. Τέλος, τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις, πρέπει, κατά το σχετικό νόμιμο αίτημα της, να επιβληθούν σε βάρος των αναιρεσειουσών λόγω της ήττας τους (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 15.2.2016 αίτηση της Κοινοπραξίας "... LTD - ... Α.Ε. - ... LTD" και των μελών της, για αναίρεση της υπ' αριθμ. 46/2014 απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Πατρών.

Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου των τριακοσίων (300) ευρώ στο Δημόσιο Ταμείο.

Επιβάλλει στις αναιρεσείουσες τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 7 Μαΐου 2018.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ και νυν Πρόεδρος του Αρείου Πάγου

Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 11 Ιουνίου 2019.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ